Ιταλία – Γερμανία: «Θερινή κόντρα» για το μεταναστευτικό

Ιταλία – Γερμανία: «Θερινή κόντρα» για το μεταναστευτικό

Μπροστά στο φάσμα των πρόωρων εκλογών και αδυνατώντας να δώσει απαντήσεις στα φλέγοντα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της Ιταλίας —όπως η καλπάζουσα ακρίβεια και οι καθηλωμένοι μισθοί—, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι επιλέγει τον πιο προβλέψιμο και επικίνδυνο δρόμο: την εργαλειοποίηση του ρατσισμού και του μεταναστευτικού. Η ακροδεξιά για ακόμη μια φορά παρουσιάζει τους μετανάστες ως «εχθρούς» για να συγκαλύψει τη δική της πολιτική χρεοκοπία.

Το ρεπορτάζ από την efsyn.gr

Ρώμη. Η Ιταλία μπαίνει σε προεκλογική περίοδο, με τους πολιτικούς σχολιαστές να θεωρούν ότι οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν, πιθανότατα, την ερχόμενη άνοιξη.

Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι ξέρει καλά ότι η χώρα αντιμετωπίζει ουσιαστικά προβλήματα ακρίβειας, καχεκτικής μηδενικής οικονομικής ανάπτυξης και ανεπαρκών αυξήσεων των μισθών. Είναι σαφές ότι για να περιορίσει όσο γίνεται περισσότερο τις αναφορές σε όλα αυτά τα προβλήματα προσπαθεί να δώσει έμφαση αποκλειστικά και μόνον στο μεταναστευτικό.

Αμέσως μετά την κρίση στη Θέουτα, η κυβέρνηση της Ρώμης αποφάσισε να αναστείλει την ισχύ της Συμφωνίας του Σένγκεν με την Ισπανία, φοβούμενη τυχόν «εισβολή μεταναστών». Μέχρι σήμερα, παρά και την έντονη δραστηριοποίηση των Βρυξελλών, το έκτακτο αυτό μέτρο συνεχίζει να εφαρμόζεται.

Με τη συγκεκριμένη κίνηση, η Μελόνι βοηθά τους ομοϊδεάτες της του ισπανικού, ακροδεξιού κόμματος Vox και στέλνει, παράλληλα, στους ψηφοφόρους της το μήνυμα ότι «προστατεύει τη χώρα από τους παράνομους μετανάστες και την εγκληματικότητα». Το ότι, βέβαια, καμία χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν ακολούθησε το παράδειγμα της Ιταλίας, το ότι οι άλλοι εταίροι απέφυγαν να δημιουργήσουν ουρές τουριστών σε αεροδρόμια και λιμάνια, είναι κάτι που η πρόεδρος των «Αδελφών της Ιταλίας» αποφεύγει συστηματικά να σχολιάσει.

Για να προσπαθήσει να δικαιολογήσει την εμμονή στη συγκεκριμένη επιλογή, μάλιστα, το υπουργείο Εσωτερικών της Ρώμης ανακοίνωσε ότι στο πλαίσιο των νέων συνοριακών ελέγχων με την Ισπανία, την περασμένη εβδομάδα δεν επετράπη η είσοδος στην Ιταλία σε έξι Μαροκινούς πολίτες, «χωρίς να μπορέσει να εξακριβωθεί, ωστόσο, αν είχαν περάσει από τη Θέουτα».

Η αντιπαράθεση αυτή με την Ισπανία είχε συνέπειες και σε ό,τι αφορά τη σχέση της Ρώμης με το Παρίσι. Είναι σαφές ότι η όλη στάση της ιταλικής κυβερνητικής συμμαχίας δείχνει ότι οι πρόσφατες δεσμεύσεις για στενή, ιταλογαλλική συνεργασία με στόχο τον εκσυγχρονισμό και ενίσχυση της Ε.Ε. κινδυνεύουν να παραμείνουν στο επίπεδο της θεωρίας και μόνον.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που καλείται να διαχειριστεί, όμως, η Τζόρτζια Μελόνι, είναι σαφέστατα η νέα διαφορά που έχει προκύψει με τη Γερμανία, πάντα με αντικείμενο το μεταναστευτικό. Το Βερολίνο επιμένει ότι η Ιταλία πρέπει να δεχθεί αιτούντες άσυλο, οι οποίοι πρώτα εισήλθαν στην Ενωση μέσω της Ιταλίας και στη συνέχεια μετακινήθηκαν στη Γερμανία.

Πρόκειται για τις γνωστές «δευτερογενείς ροές». Μέχρι πρότινος, το θέμα είχε περίπου ξεχαστεί, αφού η Ιταλία υποστήριζε ότι βάσει συμφωνίας, που υπεγράφη πέρυσι με τη γερμανική κυβέρνηση, οι υποθέσεις που αφορούσαν επιστροφές αιτούντων άσυλο είχαν «παγώσει». Η κυβέρνηση Μελόνι πίστευε, δηλαδή, ότι η όποια επανεκκίνηση του σχετικού μηχανισμού θα αφορούσε μόνον όποιον έφτασε στην Ε.Ε. μετά την 12η Ιουνίου, όταν τέθηκε σε ισχύ το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Ασυλο.

Τώρα, όμως, η κυβέρνηση Μερτς βλέπει τα πράγματα αλλιώς: ζητά από την Ιταλία να συναινέσει σε επιστροφές αιτούντων άσυλο που είχαν αφιχθεί στην Ευρώπη και μετακινηθεί εντός του χώρου Σένγκεν πριν από τον Ιούνιο. Αλλά η Ιταλία αρνείται.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μάλιστα, από τις 12 Ιουνίου μέχρι τις 7 Ιουλίου, το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε από τους Ιταλούς να δεχθούν δώδεκα επιστροφές. Η Ιταλία δεν συνεργάστηκε και επιμένει ότι με την απαίτηση αυτή αθετείται συμφωνία του περασμένου Δεκεμβρίου. Ο υπουργός Εσωτερικών Ματέο Πιαντεντόζι, μάλιστα, επιμένει ότι από τη στιγμή που πολλές ΜΚΟ, που διασώζουν μετανάστες και στη συνέχεια τους μεταφέρουν στην Ιταλία, είναι γερμανικές, θα πρέπει να υπάρξει ένα είδος «συμψηφισμού» με τις δευτερογενείς ροές στις οποίες αναφέρεται το Βερολίνο.

Τις τελευταίες ημέρες τα υπουργεία Εξωτερικών των δυο χωρών καταβάλλουν προσπάθειες με στόχο να βρεθεί μια -έστω και προσωρινή- συμφωνία εν είδει συμβιβασμού. Ολα δείχνουν, όμως, ότι ενόψει τοπικών εκλογών στη Γερμανία και βουλευτικών στην Ιταλία, η εργαλειοποίηση του προσφυγικού και του μεταναστευτικού δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί τόσο εύκολα, διότι βοηθά στο να ξεχαστούν πολλά άλλα ουσιαστικά προβλήματα.

2