Υπόθεση 12χρονης στα Σεπόλια Αστυνομία, δικαστές, οικογένεια: το πρόβλημα κι όχι η λύση

Υπόθεση 12χρονης στα Σεπόλια Αστυνομία, δικαστές, οικογένεια: το πρόβλημα κι όχι η λύση

Της Αθηνάς Σκαμπά

Η υπόθεση της 12χρονης από τα Σεπόλια αποτελεί εδώ και αρκετό καιρό ένα από τα κεντρικά θέµατα της επικαιρότητας. Επί εβδοµάδες τα κεντρικά δελτία ειδήσεων και παντός είδους εκποµπές αφιερώνουν τηλεοπτικό χρόνο περιγράφοντας γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης που «διαρρέουν» από τη δικογραφία και τις αστυνοµικές έρευνες.

«Αναλύσεις» και αναµασήµατα λεπτοµερειών από τηλεπερσόνες που δικάζουν και καταδικάζουν ανθρώπους και ξερνούν σεξισµό και αηδία, κι ένας ασφυκτικός κλοιός από ρεπόρτερ και παπαράτσι που πολιορκούν την οικογένεια της επιζώσας. Τα ΜΜΕ κανιβαλίζουν τη 12χρονη και την οικογένειά της δηµοσίως, µε τον χειρότερο τρόπο και η ειρωνεία είναι ότι ενώ, υποτίθεται, ενηµερώνουν για ένα απεχθές και αποτρόπαιο έγκληµα, έχουν καταντήσει περισσότερο απεχθείς κι από το ίδιο το θέµα τους.

Είναι αλήθεια ότι η υπόθεση αυτή παιδεραστίας, trafficking, παιδικής – έµφυλης κακοποίησης, µαστρωπίας, διαπλοκής και σaυγκάλυψης από φορείς εξουσίας, υποκρισίας του καθωσπρεπισµού και των ευυπόληπτων µελών της κοινωνίας, αποτελεί ένα αποκαλυπτικό «στιγµιότυπο» του βάθους και του πλάτους της σαπίλας αυτής της κοινωνίας, που δεν κρύβεται πια. Από µόνο του, καθένα από τα χαρακτηριστικά της, θα µπορούσε να είναι ένα ακόµα από τα επαναλαµβανόµενα εγκλήµατα που συµβαίνουν κάθε µέρα.

Όπου φτωχή, κι η µοίρα της…

Το 12χρονο κοριτσάκι, θύµα πρωτίστως της φτώχειας, πέφτει στα νύχια του φιλάνθρωπου κυρίου που της προσφέρει δουλειά στην επιχείρησή του για να βοηθήσει τη φτωχή οικογένεια. «Ευυπόληπτο» µέλος της κοινωνίας, µε διασυνδέσεις και σχέσεις µε το κυβερνητικό κόµµα της Νέας ∆ηµοκρατίας, µε την Εκκλησία, επιχειρηµατίας, οικογενειάρχης. Όπως αποδεικνύεται, µε το «αζηµίωτο» και καθόλου ανιδιοτελώς. Για άλλη µια φορά, όπως είδαµε και στην υπόθεση Λιγνάδη, οι παιδοβιαστές επιλέγουν εκείνα τα άτοµα που δεν έχουν γερά ερείσµατα, που είναι ευάλωτα και στερούνται προστασίας. Αυτό κάνει ακόµα πιο απάνθρωπο το έγκληµά τους, γιατί εκµεταλλεύονται τον πιο αδύναµο, συνειδητά και σχεδιασµένα. Το κορίτσι, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη βία της φτώχειας, εγκλωβίζεται στη βία της κακοποίησης. Όπου φτωχός κι η µοίρα του.

Από την οικογένεια και την αστυνοµία…

Επαναλαµβανόµενο µοτίβο και το προφίλ του κακοποιητή. Ο µύθος που θέλει τον βιαστή, ένα σκοτεινό υποκείµενο του υποκόσµου ή ακόµα χειρότερα ένα ψυχικά πάσχοντα, που παραµονεύει στα σκοτάδια και βιάζει µε απειλή της ζωής και ασκώντας άγρια βία, καταρρίπτεται σχεδόν σε όλες τις υποθέσεις που αποκαλύπτονται και αποκτούν ονοµατεπώνυµο. Η συντριπτική πλειονότηταα των βιαστών και των κακοποιητών, ιδιαιτέρως των παιδοβιαστών, είναι άτοµα του στενού κύκλου του παιδιού, συγγενείς ή άτοµα που έχουν την εµπιστοσύνη και του παιδιού και του περιβάλλοντός του. Και αυτό το επαναλαµβανόµενο µοτίβο, που κάποτε τολµούσαν να το υπογραµµίσουν µόνο φεµινιστικές οργανώσεις και χλευάζονταν γι’ αυτό, δείχνει ότι τα έµφυλα εγκλήµατα εδράζονται ακριβώς στα θεµέλια και τις βασικές δοµές αυτής της κοινωνίας. Σπεύδουν οι τηλε-αναλυτές και µαζί µε αυτούς και θεσµικοί «ειδικοί» να καταδείξουν σαν υπαίτιο κοινωνικό φαινόµενο την «έλλειψη οικογενειακής συνοχής», τη «διάλυση του θεσµού της οικογένειας», όµως τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι είναι ακριβώς αυτός ο θεσµός που τα παράγει.

Εν τω µεταξύ η υπόθεση γίνεται όλο και καλύτερη. Ενώ οι ύαινες των ΜΜΕ ξεσκίζουν τη µητέρα του κοριτσιού και µητέρα 8 παιδιών που τα µεγαλώνει µόνη της και χωρίς ουσιαστική στήριξη, η οποία έχει συλληφθεί και προφυλακίστηκε, χωρίς στοιχεία, µε µόνη ένδειξη 4 εµβάσµατα ύψους 110€ -όπου φτωχή (και γυναίκα) κι η µοίρα της-, δεν µπορεί να κρατηθεί κρυφό ότι οι διασυνδέσεις του µαστροπού, µέσω των οποίων εξυπηρετούσε την πελατεία του, φτάνουν σε κυκλώµατα συνδεδεµένα µε υψηλόβαθµα στελέχη της αστυνοµίας. Κάπου εδώ «σκάει» και η καταγγελία της 19χρονης για βιασµό µέσα στο ΑΤ Οµονοίας και δεν µένει θεσµός για θεσµός της αστικής κοινωνίας όρθιος.

…στο κράτος

Και πού είναι το κράτος στην υπόθεση ενός παιδιού; Η παιδική προστασία είναι, αν µη τι άλλο, υποχρέωση του κράτους. Τι προβλέπεται και τι υπάρχει στο κράτος πρόνοιας για τη διαχείριση υποθέσεων παιδικής κακοποίησης; Η διαδροµή ενός κακοποιηµένου παιδιού, που η υπόθεσή του φτάνει να καταγγελθεί (1 στις 100 περίπου, απ’ όσο µπορεί να υπολογιστεί) είναι τουλάχιστον ένας ακόµα κύκλος κακοποίησης ή η οριστική καταστροφή του. Το παιδί περνάει από ιατροδικαστική εξέταση (που είναι επίσης µία οδυνηρή εµπειρία) και εξετάζεται από πολλά και διαφορετικά, άγνωστα σε αυτό άτοµα, που εκπροσωπούν διαφορετικούς «θεσµούς» (αστυνοµία, κοινωνικοί λειτουργοί, δικαστές κ.λπ.). Ξαναβιώνει έτσι το τραύµα του πολλές φορές. Υπολογίζεται ότι ένα κακοποιηµένο παιδί πρέπει να πει την ιστορία του κατά µέσω όρο 14 φορές για να πάρει τον δρόµο της. Για να καταλήξει µετά, αν δεν υπάρχει συγγενικό πρόσωπο πρόθυµο και ικανό να το αναλάβει, σε κάποιο ίδρυµα µέχρι την ενηλικίωσή του.   

Έχοντας υπόψη ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα οι υποθέσεις παιδικής κακοποίησης δεν καταγγέλλονται, ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα συµβαίνουν εντός του οικογενειακού ή στενού περιβάλλοντος και κουκουλώνονται λόγω στίγµατος, ότι ακόµα κι όταν καταγγέλλονται, ακολουθεί διαχείριση επίσης κακοποιητική µε αµφίβολη τύχη για τα επιζώσαντα, το να ακούγονται απόψεις και προβληµατισµοί περί ψευδών και εκδικητικών καταγγελιών, ιδίως όταν η καταγγελία γίνεται από τη µητέρα, δείχνει µόνο ένα πράγµα: Την αντίληψη που κυριαρχεί κοινωνικά, αλλά ιδιαίτερα στους αστυνοµικούς και δικαστικούς κύκλους, για την έµφυλη βία. Την αντίληψη που έχουν τα πρόσωπα και οι θεσµοί όπου απευθύνονται τα κακοποιηµένα άτοµα για προστασία και βρίσκουν απέναντί τους καχυποψία και ενοχοποιητική αντιµετώπιση.

Καµπάνια ενάντια στις «ψευδείς καταγγελίες» έχει ξεκινήσει το λόµπι των «ενεργών µπαµπάδων» – πρόκειται γι’ αυτό το ίδιο συνονθύλευµα πλούσιων, χωρισµένων πατεράδων που ξεκίνησε την προσπάθεια για νοµοθέτηση της υποχρεωτικής συνεπιµέλειας και κατέληξε στον νόµο Τσιάρα. Όποιος προβληµατίζεται για την προστασία από ψευδείς καταγγελίες ή δεν ξέρει ή δεν πιστεύει αυτό που αποδεικνύει κάθε µέρα πλέον η πραγµατικότητα, είτε έχει τη φωλιά του λερωµένη είτε εµφορείται από σεξισµό.

Αλληλεγγύη άνευ όρων

Το σηµαντικότερο για τη δική µας πλευρά. Για την πλευρά του κινήµατος: αµέριστη, αδιαπραγµάτευτη, άνευ όρων αλληλεγγύη για τα επιζώσαντα της κακοποίησης. Η αλληλεγγύη σε επίπεδο γειτονιάς, σχολείου, εργασιακού χώρου, δεν είναι ηθική υποχρέωση ή πράξη φιλευσπλαχνίας, είναι προϋπόθεση αντίστασης. Είναι απαραίτητο και εκ των ων ουκ άνευ, µε αφορµή και τέτοια περιστατικά που έρχονται στο φως και καταγγελίες, αλλά και χωρίς συγκεκριµένη αφορµή, να είναι πάντα στην ατζέντα µας η δηµιουργία εκείνων των προϋποθέσεων που θα κάνουν τις συλλογικότητες δράσης και τους χώρους που κινούµαστε, αυτό που πολλές και πολλοί ονοµάζουν «ασφαλείς χώρους, δηλαδή χώρους όπου αυτοί και αυτές που συµµετέχουν έχουν ξεκάθαρο και πρώτιστο την αλληλεγγύη και την εµπιστοσύνη στις καταγγελίες, τη φροντίδα, την ενδυνάµωση ώστε να ξέρει ένα κακοποιηµένο άτοµο ότι µπορεί κάπου να απευθυνθεί, ότι αυτό που του συνέβη δεν είναι αποδεκτό κι ότι µπορεί να βρει στήριξη. ∆εν υπάρχει άλλος τρόπος για να ξεκινήσει η διεκδίκηση.

49

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση