Αφημένοι να πεθάνουν: Η αρχιτεκτονική του αποκλεισμού

Αφημένοι να πεθάνουν: Η αρχιτεκτονική του αποκλεισμού

Στο κέντρο της Αθήνας, άνθρωποι σε κατάσταση δρόμου καθίστανται όλο και λιγότερο ορατοί. Ενώ το κράτος αδιαφορεί και καταφεύγει σε μισά βήματα, μια νέα αρχιτεκτονική δημιουργεί ένα τελείως αφιλόξενο περιβάλλον

Τον είδαμε για πρώτη φορά το περασμένο καλοκαίρι. Να στέκεται χωρίς πατερίτσα, μέσα στο νευρικό πλήθος της πιάτσας.

Κάποιος του την είχε «τσιμπήσει» την προηγούμενη μέρα, εξήγησε, και καθώς μας μιλούσε, ο Μάικ ταλαντευόταν κάθε λίγο αβέβαια: μια στα αριστερά, μια στα δεξιά.

Αλλά δεν ήταν η έλλειψη στηρίγματος, απαραίτητου λόγω αναπηρίας στο ένα πόδι, που τον έκανε να ανησυχεί. Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν τα φάρμακά του για την οροθετικότητα, που είχε σταματήσει να παίρνει πρόσφατα.

Σημαντικότερα από την πατερίτσα του, ο Μάικ είχε χάσει το καθεστώς του πρόσφυγα, μαζί και την ασφάλισή του. Για το ελληνικό κράτος, πλέον, δεν υπήρχε.

Πώς γίνεται ένας άνθρωπος – και οι ανάγκες του – να υπάρχουν για χρόνια, κι ύστερα απλώς να παύουν να υπάρχουν; Και πώς υπάρχει η προσδοκία να καταφέρει να επιβιώσει κανείς κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες;

Απορριπτική λόγω δίωξης

Ο Μάικ είναι λίγο πάνω απ’ τα 50 και κατάγεται από χώρα της ανατολικής Αφρικής.

Στην Ελλάδα από το 2012 και με προσφυγικό καθεστώς τρία χρόνια αργότερα, έχει μεταξύ άλλων εργαστεί στον κλάδο της ψυχαγωγίας. Έχει αρκετά χρόνια στη χρήση, μέσα στα οποία μαζεύτηκαν κάποια δικαστήρια που συνδέονται με αυτήν, κι ακόμα ένα, που αφορούσε παλαιότερη σύλληψη ως πλανόδιου μικροπωλητή δίχως άδεια.

Παρά τις δικαστικές περιπέτειες, ο Μάικ ανανέωνε δίχως πρόβλημα το καθεστώς διεθνούς προστασίας, καθώς κρινόταν πως αυτές αφορούσαν σε πράξεις μικρής σημασίας. Ώσπου την άνοιξη του 2021 χρειάστηκε να επανεκδόσει το νομιμοποιητικό του έγγραφο λόγω απώλειας.

Όταν πήγε να πάρει το νέο έγγραφο, ο Μάικ παρέλαβε την απορριπτική της ανανέωσης του ασύλου του. Όχι λόγω κάποιας καταδίκης, αλλά με επίκληση της δίωξης και μόνο. Το ζήτημα είναι πως χάνοντας το καθεστώς του πρόσφυγα, ο Μάικ έχασε και την ασφάλισή του, με αποτέλεσμα να μείνει δίχως πρόσβαση στην απαραίτητη αντιρετροϊκή αγωγή.

Το Solomon απέκτησε γνώση της περίπτωσής του μέσω του STEPS, ενός οργανισμού που ξεκίνησε το 2016 με σκοπό να καλύψει το κενό από τη διαχρονική απουσία της πολιτείας στο πεδίο, μέσα από τη δημιουργία σχέσεων με τους ανθρώπους που ζουν σε κατάσταση δρόμου για την στήριξή τους.

«Εάν συνυπολογιστεί η οροθετικότητά του, η αναπηρία του, και το ότι έχει ψυχιατρική διάγνωση, γίνεται κατανοητό ότι ο Μάικ έλαβε στα χέρια του μια απόφαση που τον καθιστά δέκα φορές πιο ευάλωτο», είπε στο Solomon ο ιδρυτής του STEPS, Τάσος Σμετόπουλος.

Μέλη της ομάδας STEPS κατά τη διάρκεια streetwork στην Αθήνα. © STEPS

Ξεχασμένοι στο κέντρο της Αθήνας

Ο Μάικ είναι ένας από τους δεκάδες ανθρώπους σε κατάσταση δρόμου που συναντήσαμε κατά το τελευταίο εξάμηνο, ακολουθώντας την ομάδα των STEPS σε ορισμένες από τις εξορμήσεις της για streetwork: παροχή φαγητού και νερού, παροχή kit μείωσης βλάβης ώστε οι χρήστες να μην διακινδυνεύουν τη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, προσφορά δωρεάν υπηρεσιών συνηγορίας στο δρόμο.

Ορισμένες αφορούν περιπτώσεις σαν τη δική του, πολιτών τρίτων χωρών που βρέθηκαν δίχως χαρτιά και προοπτική. Άλλες αφορούν Έλληνες. Όλες οι περιπτώσεις αφορούν ανθρώπους που καθίστανται προοδευτικά όλο και λιγότερο ορατοί σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον.

Σαν τον Φεϊζάλ. Ο νεαρός από το Αφγανιστάν έμενε ως ασυνόδευτος ανήλικος στο safe zone μιας δομής στην Αττική, όταν ξεκίνησε το survival sex που – όπως συνέβη με δεκάδες άλλους ανηλίκους που αναγκάστηκαν να προσφέρουν σεξ σε μεγαλύτερους άνδρες για την επιβίωσή τους – τον οδήγησε στη χρήση.

[Το 2020 το Solomon είχε φέρει στο φως περιπτώσεις παιδιών από τα safe zones που εξωθούνταν στο survival sex.]

Μπλεγμένος με μικροπαρανομίες που απορρέουν από τη χρήση, ο Φεϊζάλ βρέθηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στη φυλακή. Εκεί «καθάρισε» και βγήκε με σκοπό να ακολουθήσει άλλη ρότα. Έφυγε για το Άργος όπου εργάστηκε στα αγροκτήματα, αλλά πέρασαν μήνες και δεν έλαβε την αμοιβή του. Επέστρεψε αποκαρδιωμένος στην Αθήνα, όπου μετά από κάποιο διάστημα έμπλεξε και πάλι.

«Εμείς συνεχίζουμε να δουλεύουμε στο δρόμο, γιατί παραμένει αυτό το τεράστιο κενό», είπε ο Σμετόπουλος.

«Από τη μια πλευρά υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα το οποίο είναι πίσω από τοίχους, πόρτες, παράθυρα, και δεν ακούει και δεν αφουγκράζεται τίποτα. Και από την άλλη μεριά, οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν βρεθεί, και συνεχώς πιέζονται, σε ένα περιθώριο όλο και πιο βαθύ, όλο και πιο δύσκολο», συμπλήρωσε.

Οι επιφανειακές προσεγγίσεις του κράτους

Στο ογκώδες βιβλίο «Επί της Ουσίας: Ιστορία των ναρκωτικών στην Ελλάδα (1875-1950)», που κυκλοφόρησε το 2021 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο ερευνητής Κωστής Γκοτσίνας αποτυπώνει πώς μια παραδοσιακά ιδιωτική υπόθεση, όπως η χρήση ναρκωτικών ουσιών (π.χ. κάνναβη, όπιο), αναδείχθηκε βαθμιαία σε κοινωνικό ζήτημα, και πώς ουσίες όπως η ηρωίνη, η κοκαΐνη, η μορφίνη και ο αιθέρας καταστάθηκαν από δημοφιλή ιατρικά σκευάσματα σε αιτίες ανησυχίας.

Αυτή τη στιγμή στο κέντρο της Αθήνας, στα δρομάκια ανάμεσα σε Κεραμεικό, Ομόνοια και Πλατεία Βάθη, υπάρχουν τρεις κυρίαρχες πιάτσες. Οι δύο είναι οι «κλασικές», της ηρωίνης, που έχουν εμπλουτιστεί και με κοκαΐνη του δρόμου, και αφορούν σε ενέσιμη χρήση. Στην τρίτη κυριαρχεί το σίσα, που αφορά κάποια μορφή κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης.

Το 2014, το VICE παρουσίασε ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ σε δύο μέρη (εδώ το πρώτο, εδώ το δεύτερο) για τη θραύση που έκανε στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας το σίσα, η «κοκαΐνη των φτωχών» όπως χαρακτήριζε τη φτηνή, άκρως εθιστική, και εξαιρετικά ζημιογόνα ουσία το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο.

Το ζήτημα της (μη) αντιμετώπισης του σίσα αποτυπώνει όλες τις αγκυλώσεις του ελληνικού κράτους στην προσέγγιση της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το ρεπορτάζ, οι κάτοικοι του κέντρου συνήθισαν στην όψη ανθρώπων που κάνουν χρήση καπνίζοντας το διαφανές πιπάκι που καταλήγει σε μια μικρή μπάλα, και περισσότερα ξένα Μέσα (π.χ. New York TimesGuardianopenDemocracySlate) αναφέρθηκαν στο ζήτημα.

Αλλά έως και σήμερα, μολονότι η χρήση του σίσα αναγνωρίζεται ως μια από τις κύριες προκλήσεις, δεν υπάρχει κανένα κρατικό πρόγραμμα που να εστιάζει συγκεκριμένα στην αντιμετώπισή του.

«Πέρα από τον ΟΚΑΝΑ που μοιράζει kit μείωσης βλάβης ώστε να μην υπάρχει μετάδοση μολυσματικών ασθενειών, και παρότι διεθνώς υπάρχουν προσεγγίσεις, εδώ δεν έχει γίνει τίποτα», σχολιάζει ο Σμετόπουλος. «Και ίσως η πιάτσα του σίσα αυτή τη στιγμή να θεωρείται η πιο μεγάλη αριθμητικά στην Αθήνα».

Υπάρχει ακόμη ένα παράδειγμα που μαρτυρά την προχειρότητα της προσέγγισης των πραγμάτων.

Στις 27 Απριλίου 2022, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου εγκαινίασε τον πρώτο Χώρο Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) στην Αθήνα. Ύστερα από μια πρώιμη προσπάθεια το 2013, όταν αντίστοιχος χώρος δημιουργήθηκε δίχως να έχει εξασφαλιστεί νομικά με αποτέλεσμα να κλείσει όπως-όπως, το STEKI46 στην Καποδιστρίου διαθέτει την απαιτούμενη άδεια — και εξειδικευμένη ομάδα από τον ΟΚΑΝΑ.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Η κρατική υπηρεσία λειτουργεί σαν… κρατική υπηρεσία. Με το υπάρχον προσωπικό, το STEKI46 λειτουργεί με πρωινό ωράριο, χονδρικά μέχρι τις 14:30, δείχνοντας να μην συμβαδίζει με την πραγματικότητα των ανθρώπων στους οποίους απευθύνεται.

Πρωτιά σε θνησιμότητα, νέα επιδημία HIV

Έξω από τον χώρο στον οποίο η χρήση μπορεί να γίνει αφενός δίχως το αίσθημα της καταδίωξης, αφετέρου με ασφάλεια, παραμένει ένα στιγματιστικό και τιμωρητικό περιβάλλον.

Το αποτύπωμα αυτού του ευρύτερου περιβάλλοντος αποτυπώνεται στα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας.

 

Το 2022, παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα των προγραμμάτων Αριστοτέλης HIV/HCV και Αλέξανδρος για τα έτη 2018-2020 στην Αθήνα και 2019-2021 στη Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα.

Η θνησιμότητα μεταξύ των χρηστών ψυχοδραστικών ουσιών έφτασε το 3,5% στην Αθήνα και το 4,65% στη Θεσσαλονίκη. Ο μέσος όρος ανά την επικράτεια εκτινάχθηκε στο 3%, όταν στη Δυτική Ευρώπη είναι 1,56% και στη Βόρεια Αμερική 1,61%.

Το 2021, ο μέσος όρος θνησιμότητας ανέβηκε στο 4,1% — θνησιμότητα 17 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη σε άτομα ίδιας ηλικίας και φύλου στο γενικό πληθυσμό.

Από τα αποτελέσματα των ερευνών διαγιγνώσκεται επίσης μια νέα επιδημία HIV, για πρώτη φορά μετά το διάστημα 2010-2013. Το ποσοστό των χρηστών με HIV λοίμωξη στην Αθήνα το 2018-2020 ήταν 22%, δηλαδή κατά 50% αυξημένο σε σχέση με το 2012-2013 και 22 φορές μεγαλύτερο από το 2010. Στη Θεσσαλονίκη, το 2021 έφτασε το 7%, από 1% το 2018.

Οι αιτίες θανάτου διαπιστώνεται να αφορούν τη συνύπαρξη HIV λοίμωξης με υπερδοσολογία οπιοειδών, την χρόνια ηπατίτιδα C, την αστεγία και τη δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας ή σε προγράμματα μείωσης βλάβης.

Αλλά εδώ εντοπίζουμε πάλι το ζήτημα της ποινικοποίησης. Όπως σχολιάζει ο Μάριος Ατζέμης, από τον Σύλλογο Οροθετικών Ελλάδος Θετική Φωνή, «άνθρωποι που κάνουν ενέσιμη χρήση δεν έχουν πρόσβαση σε αποστειρωμένο υλικό γιατί πρόκειται για έναν καταδιωκόμενο από την αστυνομία πληθυσμό, που δεν μπορεί πάντα να έχει απρόσκοπτη πρόσβαση σε υπηρεσίες».

Για την αποφυγή του θανάτου λόγω υπερβολικής δόσης υπάρχει αντίδοτο, η ναλοξόνη, σε ενέσιμη και εισπνεόμενη μορφή. Μόλις από τον Φεβρουάριο του 2022, η ναλοξόνη μπορεί να χορηγείται από διασώστες σε ασθενοφόρα, και από εργαζομένους σε ξενώνες φιλοξενίας και φορείς απεξάρτησης.

Ωστόσο, ακόμα και αυτό το πρώτο βήμα προόδου είναι στην πραγματικότητα μισό. Όπως σημείωσε κατά την παρουσίαση της έρευνας ο καθηγητής επιδημιολογίας Άγγελος Χατζάκης, οι περισσότεροι θάνατοι συμβαίνουν στο σπίτι και όχι στο δρόμο. Ο καθηγητής υπογράμμισε την αναγκαιότητα για άμεση υλοποίηση προγράμματος διάθεσης ναλοξόνης στο σπίτι, με την εκπαίδευση των χρηστών και του περιβάλλοντός τους, ώστε να αποφεύγονται πραγματικά οι θάνατοι.

Το κράτος στιγματίζει

«Το πλαίσιο αστεγία, με χρήση στο δρόμο, και τέτοιου τύπου εξάρτηση, νομίζω είναι τόσο πολύ κακοποιητικό από όλες του τις πλευρές: από το πώς θα σου συμπεριφερθούν σε υπηρεσίες, πώς θα σου συμπεριφερθεί η αστυνομία, οι δημοτικοί υπάλληλοι, οι περαστικοί, μια ολόκληρη κοινωνία», σχολιάζει ο Σμετόπουλος.

«Ακόμα και στο μεταξύ τους, γιατί μιλάμε για συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι προσπαθούν με κάποιον τρόπο να επιβιώσουν και χρησιμοποιούν όλα τα μέσα, που νομίζω κάποια στιγμή χάνονται μέσα σε όλο αυτό».

Ο ίδιος θυμάται ένα περιστατικό που αναδεικνύει την στιγματιστική προσέγγιση, από τα χρόνια αφότου εκείνος σταμάτησε τη χρήση. Είχε πιάσει μια δουλειά όταν έτυχε ένα πρωί να συναντήσει κάποια γνωστή του από τη γειτονιά, που ήξερε ότι είχε παλιότερα εμπλακεί με τη χρήση.

«Την άλλη μέρα με απέλυσαν. Δηλαδή, ξέρεις, μεταφέρθηκε αυτό, δεν με φώναξε κανείς ποτέ να με ρωτήσει, και απλά απολύθηκα και μόνο στο άκουσμα».

Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησής μας στην αποθήκη του STEPS, ένας άνδρας που είχε έρθει για να πάρει μια σακούλα με ρούχα εξέφρασε την ίδια ακριβώς ανησυχία. Είχε μόλις κανονίσει κάποιο ραντεβού για εργασία και τον άγχωνε η πιθανότητα να τον ρωτήσουν για τη χρήση.

Σε άλλες περιπτώσεις, χρήστες ή πρώην χρήστες που προσπάθησαν να ανοίξουν λογαριασμό τραπέζης ενημερώθηκαν ότι θα έπρεπε να καταβάλουν από 50 έως 80 ευρώ, κάτι που δεν ισχύει για τον γενικό πληθυσμό.

«Η ρητορική του κράτους παραμένει στιγματιστική και κακοποιητική. Οπότε όλο αυτό το παγκόσμιο κίνημα για τη μείωση της βλάβης, για διαφορετικές προσεγγίσεις στο πώς πλησιάζεις αυτόν τον πληθυσμό, επί της ουσίας έχει προκύψει γιατί ακριβώς είναι το περιβάλλον τόσο κακοποιητικό, και αφορά προσεγγίσεις σε μια ζημιά που όμως συνεχίζει να γίνεται».

Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ναρκωτικά, που ουσιαστικά χαράζει τις βασικές κατευθύνσεις για τις σχετικές πολιτικές στη χώρα, σχεδιάστηκε χωρίς την συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών και της άμεσα θιγόμενης κοινότητας. Αυτό έχει άμεσα αποτελέσματα, τα οποία αποτυπώνονται π.χ. στο ζήτημα της χορήγησης υποκαταστάτων.

Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα ποσοστά επιτυχίας με τη λήψη μεθαδόνης ή βουπρενορφίνης δεν διαφέρουν ουσιαστικά. Παρολαυτά, και ενώ είναι γνωστό πως πολλοί χρήστες δεν μπαίνουν σε πρόγραμμα γιατί δεν θέλουν την βουπρενορφίνη, δεν έχει ληφθεί κάποια μέριμνα ούτως ώστε να προσφέρονται εναλλακτικές.

Η αρχιτεκτονική του αποκλεισμού

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, καθώς στην Ελλάδα θεσμοθετούνταν η σκληρότερη προσέγγιση απέναντι σε όσους συλλαμβάνονταν για χρήση ουσιών, εισήχθη μια νέα μορφή τιμωρίας: η αναγκαστική εκτόπιση.

Ουσιαστικά, πέρα από το διάστημα της φυλάκισής τους οι χρήστες αναγκάζονταν να περάσουν χονδρικά ίσο διάστημα π.χ. σε κάποιο απομονωμένο νησί, όπως ο μουσικός Στράτος Παγιουμτζής, που συνεργάστηκε με τον Βαμβακάρη, ο οποίος εκτοπίστηκε στη Σίφνο επειδή συνελήφθη να καπνίζει χασίς.

Οι μαρτυρίες στο κέντρο μιλούν για περιστατικά που με τον τρόπο τους, ογδόντα χρόνια μετά, θυμίζουν το παραπάνω μέτρο. Μεταφέρονται περιστατικά, κατά τα οποία χρήστες που εντοπίζονται στο δρόμο από αστυνομικούς μεταφέρονται με το περιπολικό σε πιο μακρινές περιοχές, όπως η Γλυφάδα ή το Μενίδι, όπου αφήνονται, δίχως άσκηση δίωξης ή καταγραφή του γεγονότος, με μοναδικό ορατό στόχο να τους γίνει η ζωή πιο δύσκολη.

Αλλά στα στενάκια του κέντρου, από το 2013 και προοδευτικά όλο πιο έντονα από το 2019 κι έκτοτε, συναντάται η κορύφωση της αρχιτεκτονικής του αποκλεισμού.

Μεταλλικές κατασκευές και γράσο τοποθετούνται σε επιφάνειες, ή εξωτερικά των εισόδων κτιρίων, προκειμένου να μην μπορούν να κάτσουν χρήστες ή να κοιμηθούν άστεγοι, σε ενίσχυση των συρματοπλεγμάτων που εμφανίζονται από παλαιότερα.

Παράλληλα, αυτοσχέδια λάστιχα – που ενίοτε φτάνουν τα αρκετά μέτρα σε μήκος ή διασχίζουν ακόμα και τον δρόμο καλύπτοντας και τις δύο πλευρές των πεζοδρομίων – τοποθετούνται ψηλά, τα οποία ανοίγουν και καταβρέχουν ανθρώπους που βρίσκονται από κάτω για να φύγουν.

Παρότι εμφανώς αυθαίρετες, οι κατασκευές παραμένουν εκεί. Και κάθε λίγες εβδομάδες, εντοπίζονται νέες. Λίγο πριν τη δημοσίευση του ρεπορτάζ, παρόμοια μεταλλική κατασκευή είχε τοποθετηθεί έξω από ακόμα ένα κτίριο, ώστε να εμποδίζεται η συγκέντρωση ατόμων σε αυτό.

Πρόκειται για το Ενιαίο Κέντρο Άμεσης Πρόσβασης Εξέλιξις του ΚΕΘΕΑ.

* Τα ονόματα των προσφύγων σε αυτό το ρεπορτάζ έχουν αλλάξει για λόγους προστασίας των ατόμων.

Πηγή: https://wearesolomon.com

35

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση