Προσεύχεσαι στα γύφτικα γι’αυτό δεν θα σε ακούσει ποτέ ο θεός

Προσεύχεσαι στα γύφτικα γι’αυτό δεν θα σε ακούσει ποτέ ο θεός

Η Μαρία Δημητρίου αφηγείται μια ιστορία από τα μαθητικά της χρόνια, χαρακτηριστική για τη μισαλλοδοξία που διακατέχει πολλούς, τονίζοντας ωστόσο και τη δυναμική αντίδραση της ίδιας και της μητέρας της

Πήγα γυμνάσιο στον Κορυδαλλό, εκεί που μέναμε, που είναι δίπλα στην Αγία Βαρβάρα, αλλά δεν είχε Τσιγγάνους. Στη δευτέρα γυμνασίου είχαμε έναν θεολόγο που ήταν και παπάς, ρασοφόρος.

Όποτε έμπαινε στην τάξη είχαμε το γνωστό «Δημητρίου έξω». Αυτό με το που έμπαινε στην τάξη. Το είχαμε μάθει όλα τα παιδιά, το κοροϊδεύαμε, το γελάγαμε, το είχαμε για αστείο μεταξύ μας. «Έλα, Μαρία, έρχεται ο Δημητρίου έξω τώρα», «έλα, Μαρία, έρχεται ο δικός σου τώρα», τέτοια.

Αυτό γινόταν κάθε φορά χωρίς να έχω κάνει κάτι, μάλλον επειδή ο αδελφός μου είχε τελειώσει εκεί το γυμνάσιο και ήξερε πως είμαστε Τσιγγάνοι.

Μπαίνει μες στην τάξη μια μέρα και λέω μέσα μου: «Ήρθε η ώρα του καφέ». Κι εκεί που ετοιμάζομαι να βγω έξω μου λέει: «Πού πας εσύ; Πριν βγεις έξω, γιατί θα βγεις, να σε ρωτήσω κάτι». «Ορίστε, κύριε, τι θέλετε;» του λέω.

Τα παιδιά άρχισαν να χασκογελάνε κάτω από τα μουστάκια τους και να αναρωτιούνται τι θα της πει τώρα και πώς θα αντιδράσει η Μαρία. Γιατί με ξέρανε ότι είμαι και λίγο, εντός ή και εκτός εισαγωγικών, κέρατο, ήμουν δυναμική, συμμετείχα και στα συλλογικά πράγματα.

Με ρωτάει λοιπόν: «Προσεύχεσαι;». «Ναι» απαντώ, «προσεύχομαι».

– Και σε ποια γλώσσα προσεύχεσαι; Στα ελληνικά ή στα γύφτικα;

– Τι να σας πω τώρα, κύριε. Κάποιες φορές προσεύχομαι στα ελληνικά και άλλες φορές προσεύχομαι στα γύφτικα. Όπως μου έρχεται· πάντως προσεύχομαι.

Που ήταν και η αλήθεια, δηλαδή. Και μου λέει: «Γι’ αυτό δεν θα σε ακούσει ποτέ ο θεός και θα είσαι μια ζωή καταραμένη».

Ταράχτηκα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Ένας παπάς να λέει σε ένα παιδί ότι είναι καταραμένο έχει άλλη βαρύτητα από το να το πει ένας γείτονας, για παράδειγμα. Γιατί τον γείτονα μπορείς και να μην του δώσεις σημασία. Να τον αγνοήσεις και να πας παρακάτω. Αλλά άμα στο λέει αυτό ένας καθηγητής σου και μάλιστα παπάς δεν είναι το ίδιο. Εκείνη την ώρα έκανε κρακ η ψυχή μου.

«Αυτήν τη στιγμή» του λέω, «αμφισβητείτε όσα μας διδάσκετε τόσα χρόνια, από το δημοτικό μέχρι τη δευτέρα γυμνασίου». «Τι θες να πεις με αυτό;», μου κάνει.

«Εσείς μας διδάσκετε την παντογνωσία του θεού» συνεχίζω. «Άρα λοιπόν ο Θεός τα ξέρει όλα, εκτός από γύφτικα;». Άρχισε να ουρλιάζει: «Δημητρίου, έξω».

Βγήκε η Δημητρίου έξω, αλλά αυτήν τη φορά πήγε κάτω, στο γραφείο του διευθυντή. Ανέφερα το γεγονός και όταν χτύπησε το κουδούνι και ο καθηγητής βγήκε από την τάξη, τον επέπληξε ο διευθυντής μπροστά μου και του είπε πως δεν είναι σωστές εκφράσεις αυτές, πως δεν πρέπει να φέρεται έτσι στα παιδιά και πως όλοι είμαστε παιδιά του θεού.

Εμένα όμως αυτό δεν μου αρκούσε. Γιατί ο καθηγητής γελούσε. Και ήταν σαν να μου έλεγε: «Εντάξει τώρα, τι μου έκανες;».

Πήγα στο σπίτι, το είπα στη μητέρα μου –μια γυναίκα που παρότι αναλφάβητη η ίδια είχε δώσει μάχες για να παραμείνω στο σχολείο–, φτάσαμε στο Υπουργείο Παιδείας και κάναμε γραπτή καταγγελία. Και ο κύριος αυτός πριν τελειώσει η σχολική χρονιά έφυγε από το σχολείο και δεν δίδαξε ούτε σε άλλο σχολείο.

Το γεγονός ότι δεν ξαναδίδαξε σε σχολείο για μένα ήταν μια νίκη. Γιατί απέναντί του την άλλη φορά μπορεί να είχε ένα παιδί με αναπηρία, μπορεί να είχε ένα παιδί που θα ήταν μαύρο, μπορεί να είχε ένα παιδί μετανάστη.

Δεν ήθελα να έχει απέναντί του κανένα παιδί. Δεν άξιζε να διδάσκει αυτός ο άνθρωπος σε κανένα απολύτως παιδί.

Πηγή: https://shortstories.gr

111

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση