Η ταξική διάσταση του μεταναστευτικού και η Αριστερά

Η ταξική διάσταση του μεταναστευτικού και η Αριστερά

Συνέντευξη του Αποστόλη Καψάλη 

Ο Αποστόλης Καψάλης είναι ερευνητής στο ΙΝΕ ΓΣΕΕ και επίκουρος Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήµιο, όπου διδάσκει εργασιακές σχέσεις και µεταναστευτική πολιτική. Με αφορµή τη ρύθµιση της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τριετή νοµιµοποίηση µεταναστών, παραχώρησε αυτή την συνέντευξη στο site redtopia.
Την συνέντευξη πήρε ο Θανάσης Κούρκουλας.

Πώς αποφάσισε η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας, η πιο αντιµεταναστευτική, αντιπροσφυγική κυβέρνηση, να κάνει έστω αυτή την λειψή ή προβληµατική τρίχρονη νοµιµοποίηση; Είναι σαν να  ανατρέπει όλη την επιχειρηµατολογία της µέχρι τώρα.

∆εν είναι σαν να την ανατρέπει, την ανατρέπει έργω και λόγω. Είναι µια 360 µοιρών αναστροφή πορείας σε σχέση µε την αντιµεταναστευτική, αντιπροσφυγική ρητορική της. Άλλωστε, τις µεγαλύτερες νοµιµοποιήσεις µεταναστών ποσοτικά αλλά και τις πιο εύκολες διοικητικά τις κάνουν συνήθως δεξιές και κεντροδεξιές κυβερνήσεις. Το ίδιο συνέβη στην Ιταλία παλιότερα, όπου είχαµε συµµετοχή και ακροδεξιών κοµµάτων. Η µεγαλύτερη νοµιµοποίηση έγινε επί κυβέρνησης Μπόσι – Φίνι, τα ονόµατα είναι από µόνα τους ενδεικτικά για το τι είδους κυβέρνηση ήταν. Από την πανδηµία και ύστερα, παρατηρούµε αλλαγή στάσης από πολλές συντηρητικές κυβερνήσεις σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο.

Γιατί συµβαίνει αυτό, που -σύµφωνα µε τη θεωρία- επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της Ελλάδας; Επειδή το ζήτηµα των µεταναστευτικών ροών είναι σε πολύ µεγάλο βαθµό ζήτηµα κοινωνικής πολιτικής και απασχόλησης, οι πιέσεις που δέχονται οι κυβερνήσεις από τις εργοδοτικές ενώσεις και η ανάγκη τους να απολογηθούν σε αυτές είναι δυστυχώς ισχυρότερες και αµεσότερες από αυτές που δέχονται από τα κινήµατα και την Αριστερά. ∆εν είναι εποµένως τυχαίο ότι από το ‘90 και µετά µεγάλου εύρους και εύκολες διοικητικά νοµιµοποιήσεις µεταναστών έχουν γίνει στην Ευρώπη από συντηρητικές κυβερνήσεις και µάλιστα από κυβερνήσεις που έχουν ακραίο συντηρητικό λόγο ή και τάση µέσα στο ίδιο το κόµµα τους. Η Νέα ∆ηµοκρατία είναι ένα τέτοιο κόµµα. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και άλλες χώρες κάνανε µαζικές νοµιµοποιήσεις µεταναστών, άλλοτε υπό το πρόσχηµα της αντιµετώπισης των συνεπειών της πανδηµίας και του covid, άλλοτε ευθέως για να καλύψουν τις ανάγκες αγροτών σε εργατικά χέρια, µε κλαδικό ή ακόµη και µε υπερκλαδικό πρόσηµο. Άρα δεν είναι κάτι που πρέπει να µας ξενίζει. Θυµίζω ότι η τελευταία κανονική, δεδηλωµένη νοµιµοποίηση στην Ελλάδα έγινε το 2005 – 2007 επί Νέας ∆ηµοκρατίας, ενώ η τελευταία «κρυφή» νοµιµοποίηση, δηλαδή η διευκόλυνση διατήρησης της νοµιµότητας και της πρόσβασης στην νοµιµότητα µέσα από «εξαιρετικούς λόγους» έγινε το 2014 επί δεξιάς µνηµονιακής κυβέρνησης από τον ακροδεξιό µάλιστα Σαµαρά.

∆εν είναι λοιπόν κάτι που συµβαίνει πρώτη φορά ούτε στην Ευρώπη ούτε στην Ελλάδα. Γιατί συνέβη τώρα και γιατί µε αυτά τα χαρακτηριστικά;

Είναι προφανές ότι η Ελλάδα αντιµετωπίζει για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της ένα αντίστροφο πρόβληµα, αυτό της αποµετανάστευσης. Η Ελλάδα παρά το γεγονός ότι το 2015 – 2016 µπήκε σε µια αναγκαιότητα ρύθµισης του φαινοµένου εισόδου προσφύγων, ήδη από το 2010 – 2011 αντιµετωπίζει το πρόβληµα της αποµετανάστευσης, δηλαδή της εξόδου από τη χώρα Ελλήνων αλλά και µόνιµα εγκατεστηµένων µεταναστών και των οικογενειών τους. Παρά το «φεγγάρι» από το 2015 έως το 2017 που υπήρξε µαζική διέλευση, επί της ουσίας, 2 εκατ. ανθρώπων, από τους οποίους ίσως έχουν µείνει το πολύ 100.000, το µεγάλο πρόβληµα είναι η αποχώρηση 700.000 περίπου ανθρώπων από το 2011 έως το 2022. Έχουµε τα συγκρίσιµα στοιχεία της απογραφής του 2011 και της απογραφής του 2022 (η οποία δεν έγινε το 2021 λόγω της πανδηµίας). Από τους 700.000 ανθρώπους που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, στη συντριπτική πλειονότητα νέοι σε παραγωγική ηλικία, οι µισοί περίπου είναι Έλληνες. Οι άλλοι µισοί είναι µετανάστες που είχαν εγκατασταθεί εδώ χρόνια και µάλιστα κυρίως Αλβανοί, που είναι οι πλέον ενταγµένοι, οι πρωτοπόροι του 1989-1990.

Με αυτό τον τρόπο πρέπει να εξηγήσουµε την ανάγκη της κυβέρνησης να κάνει την υπαναχώρηση στην αντιµεταναστευτική ρητορική της: Η Ελλάδα δεν είναι ένας τόπος που αξίζει να µείνεις. Να ζήσεις από τη δουλειά σου µε αξιοπρέπεια, να συνταξιοδοτηθείς από αυτήν µε µια βιωσιµότητα. Άρα λοιπόν, για λόγους πολλούς που έχουν να κάνουν µε τα εργασιακά δικαιώµατα, τις απορρυθµίσεις στην αγορά εργασίας, το αντιασφαλιστικό νοµοσχέδιο Κατρούγκαλου και ό,τι αυτό συνεπάγεται, όλη αυτή την µνηµονιακή λαίλαπα πριν και µετά το τυπικό τέλος των µνηµονίων, η Ελλάδα καθίσταται µια χώρα αβίωτη για τα χαµηλά και µεσαία στρώµατα. Βλέπουµε σήµερα τι γίνεται µε την ακρίβεια, την ασφάλιση, την πρόσβαση στην υγεία. Ένας που έχει υψηλές προσδοκίες για τον εαυτό του, αξιοπρέπεια ή όνειρα -µε ή χωρίς πτυχία- και παράλληλα έχει και τη δυνατότητα, είτε οικονοµική είτε κοινωνική είτε οικογενειακή να φύγει, φεύγει. Είναι τεράστιο το νούµερο των 700.000 ανθρώπων που έχουν φύγει από τη χώρα. Και αφαιρούµε τις γεννήσεις και τους θανάτους. Άρα λοιπόν µέσα σε αυτή τη µνηµονιακή µονιµότητα στις εργασιακές σχέσεις και ευρύτερα στην κοινωνική πολιτική, η Ελλάδα χάνει το εργατικό της δυναµικό. Εποµένως, στην Ελλάδα αυτή τη στιγµή δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι ενόψει της νέας ανοιξιάτικης περιόδου στους κλάδους αιχµής (τουρισµός, επισιτισµός, αγροτικός τοµέας κ.λπ.) από τον Μάρτιο του 2024 θα υπάρχει έλλειψη ίσως και 400.000 εργαζοµένων.

Πού πάει αυτός ο κόσµος που φεύγει από εδώ για να δουλέψει;

Βόρεια Ευρώπη και Αµερική. Όχι µόνο γιατί είναι δυναµικές οικονοµίες και µπορούν και απορροφούν εργατικό δυναµικό αλλά και γιατί, µε αφορµή την πανδηµία -που κάποιοι µάλιστα µίλησαν για επιστροφή του κεϊνσιανισµού ή του µετακεϊνσιανισµού- η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ δύσκολη συγκυρία σχετικά µε τη δηµογραφική γήρανση γενικότερα και µε την έλλειψη εργατικών χεριών. Ανταγωνίζονται την Ελλάδα στην προσέλκυση εργατικών χεριών µε νοµιµοποιήσεις σαν αυτές που έκαναν την περίοδο της πανδηµίας, µε καθεστώτα απαλλαγµένα από γραφειοκρατίες, µε οικογενειακή ένταξη οµαλή και βεβαίως πολύ καλύτερους όρους, αµοιβές και συνθήκες εργασίας από ό,τι στην Ελλάδα. Άρα το κοµµάτι των Ελλήνων φεύγει γιατί δεν µπορεί να ζήσει εδώ αξιοπρεπώς, γιατί δεν µπορεί να ζητάει από τους γονείς του συνέχεια χρήµατα· και το κοµµάτι των µεταναστών φεύγει για τους υπόλοιπους λόγους: πηγαίνουν προς χώρες που είτε είναι πιο ευνοϊκές ως προς το µεταναστευτικό ή προς χώρες που είναι καλύτερες σε σχέση µε τα εργασιακά.

Καταλαβαίνει εποµένως κανείς γιατί η Ελλάδα αντιµετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβληµα αποµετανάστευσης. Πρόκειται µάλιστα για τάση που δεν αναµένεται να αναχαιτιστεί άµεσα. Στην καλύτερη περίπτωση θα µείνει σταθερή. Κι οι ελλείψεις θα παραµένουν -αν δεν ενταθούν- σε όλους τους κλάδους της οικονοµίας.

Τι περιλαµβάνει αυτή καθαυτή η ρύθµιση της νοµιµοποίησης στη βάση της απόδειξης της τριετούς διαµονής στη χώρα; Στη Βουλή θα έπρεπε να ψηφιστεί από την Αριστερά;

Παρά το γεγονός ότι τα κινήµατα έχουν διαµορφώσει τις δικές τους προτάσεις, νοµίζω είναι αυτονόητο ότι θα έπρεπε να ψηφιστεί ως ένα πρώτο απαραίτητο βήµα για να λυθεί ένα τεράστιο πρόβληµα. Σε σχέση µε τους όρους και τις προϋποθέσεις, η ρύθµιση είναι πάρα πολύ απλή. Η τριετία στην πραγµατικότητα τελειώνει το 2027. Ξεκίνησε τώρα, την πρώτη Γενάρη, επειδή µετράει όµως τρία χρόνια από την υποβολή βάζει µέσα ανθρώπους που είναι στη χώρα µέχρι το τέλος του 2024 για τέσσερα χρόνια. Η απόδειξη της διαµονής στην χώρα γίνεται πανεύκολα, µε την ίδια ακριβώς υπουργική απόφαση περί εξαιρετικών λόγων του Αντώνη Σαµαρά, άρα δεν έχουµε πρόβληµα µε την απόδειξη διαµονής στη χώρα. Μπορεί κάποιος να χρησιµοποιήσει τα πάντα, µια σύλληψη από την αστυνοµία, ένα χαρτί ∆ΕΚΟ, µια κλήση, λογαριασµό κινητής τηλεφωνίας και δεν χρειάζεται να έχει κάτι τέτοιο κάθε µήνα, αρκούν 3-4 χαρτιά για κάθε χρόνο.

Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τούτη η καµπάνια µαζικής νοµιµοποίησης είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε την απασχόληση. Πρέπει να βρεθεί πάλι εργοδότης, αυτό το είχαµε ξεχάσει από το 2010 και µετά. Το επανέφερε η κυβέρνηση τώρα, για να δικαιολογηθεί στις ακροδεξιές φωνές. Η νοµιµοποίηση του Σαµαρά το 2014 είναι πιο «αριστερή» από την τωρινή. Έχει πλάκα που ο Σαµαράς έπαιξε τον ρόλο του ακροδεξιού αντίβαρου, αλλά δεν του θύµισε κανείς τη νοµιµοποίηση που έκανε το 2014 και τους «εξαιρετικούς λόγους» (όποιος είχε εφτά χρόνια, έπαιρνε άδεια διαµονής χωρίς να έχει απαραίτητη βεβαίωση από εργοδότη). Περίπου 10.000 άνθρωποι τον χρόνο από µόνοι τους, χωρίς κανέναν εργοδότη, έπαιρναν άδεια διαµονής από το 2014 µέχρι σήµερα. Τώρα η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι επαναφέρουν ως προϋπόθεση τον εργοδότη ως απόλυτο ρυθµιστή της διαδικασίας νοµιµοποίησης. Είναι µια εργασιοκεντρική νοµιµοποίηση µεταναστών που βρίσκονται στη χώρα χωρίς χαρτιά. Υποχρεώνει τους µετανάστες να πείσουν τον εργοδότη να νοµιµοποιήσει την εργασιακή σχέση. Εκεί είναι δύσκολα τα πράγµατα, γιατί είχαν καλοµάθει µερικοί στα «µαύρα» µεροκάµατα και να µην ασφαλίζουν τους εργαζόµενους. Τρία πράγµατα λοιπόν θα συµβούν. Αν βρεις εργοδότη µε µια υπεύθυνη δήλωση ότι θέλει να σε προσλάβει, παίρνεις το οκ να καταθέσεις για την άδεια διαµονής και να περιµένεις να εκδοθεί. Η άλλη περίπτωση είναι να βρεις εργοδότη ο όποιος να µην θέλει να σε νοµιµοποιήσει και η τρίτη είναι να µη βρίσκεις εργοδότη. Μπορεί να έχουµε και εικονικές προσλήψεις διευκόλυνσης, παρά το γεγονός ότι έχουν προβλεφθεί σε άλλο άρθρο σοβαρές ποινές σε περίπτωση που εντοπιστεί ότι τον έχει προσλάβει ο Α και δουλεύει για τον Β διότι τον απέλυσε ο Α και δεν το δήλωσε. Αυτό θα πετάξει αρκετό κόσµο έξω.

Επίσης θα έχουµε κι’ άλλου είδους ευτράπελα, γιατί αυτή τη στιγµή έχουµε δεκάδες χιλιάδες εκκρεµείς ανανεώσεις αδειών διαµονής έτσι κι αλλιώς. Το σύστηµα έχει κρασάρει. Εν δυνάµει περίπου 100.000 µε 120.000 άνθρωποι περιµένουν να πάρουν άδεια διαµονής. Με τη βεβαίωση κατάθεσης δεν απελαύνεσαι, δεν είσαι όµως και νόµιµος. Θα δηµιουργηθούν µεγάλες γκρίζες κατηγορίες «ηµινόµιµων» µεταναστών.

Υπάρχουν συνέπειες για το ασφαλιστικό σύστηµα;

Το θέµα και µε αυτή τη νοµιµοποίηση είναι ότι η νόµιµη διαµονή δεν συνεπάγεται νόµιµη απασχόληση. Μπορεί δηλαδή κάποιος να σε προσλάβει κανονικά και να σου κολλάει 10 ένσηµα το µήνα. ∆εν συνεπάγεται δηλαδή άµεση αναζωογόνηση των ασφαλιστικών ταµείων. Εν πάση περιπτώσει όµως, νοµικά θα υπάρχει δυνατότητα να ασφαλίζεσαι.

Το πρόβληµα είναι ότι η ρύθµιση αυτή προκειµένου να εξασφαλίσει κάποια εργατικά χέρια στους εργοδότες, λύνει ένα από τα δέκα προβλήµατα της έλλειψης εργατικών χεριών. Τα άλλα εννιά δεν τα λύνει. Τι σηµαίνει αυτό; Ότι θα έχει µερική επιτυχία, γιατί όλοι οι άλλοι παράγοντες που ωθούν τους µετανάστες να µη µένουν στη χώρα θα διατηρηθούν: οι εργασιακές συνθήκες, οι αµοιβές, οι όροι απασχόλησης, τα δικαιώµατα, οι ελευθερίες, ο ρατσισµός. Επίσης υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβληµα που δηµιούργησε ο νόµος Κατρούγκαλου. Με τη διάταξη στο άρθρο 7 τιµωρεί τα χρόνια που δεν έχεις άδεια διαµονής µε πρόστιµο µείωσης του ποσού της εθνικής σύνταξης. Για παράδειγµα, ένας άνθρωπος που δεν µπορούσε να έχει άδεια διαµονής από το ’90 έως το ’99, έχει µια «τρύπα» µίας δεκαετίας και επίσης περικόπτεται η σύνταξή του κατά 10/40. Επίσης πρέπει να έχεις συµπληρώσει 20 χρόνια νόµιµης διαµονής στην χώρα. Αν δεν αποδεικνύεις 20 χρόνια νόµιµης διαµονής στη χώρα, δεν παίρνεις καθόλου σύνταξη. Αν είσαι άντρας που ήρθες από την Αλβανία, µπορείς να έχεις 25 χρόνια, στην καλύτερη περίπτωση. Οι γυναίκες δεν παίρνουν σύνταξη γιατί δεν κυνηγούσαν την ασφάλιση, ήταν ασφαλισµένες από τον άντρα τους. Για έναν άντρα Αλβανό µε 25 χρόνια νόµιµης διαµονής θα είναι άθλος να πάρει µόλις 360 € αθροιστικά σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) και καλείται να ζήσει µε αυτή. Αν έχει 21 χρόνια, θα πάρει 320 ευρώ. Αν έχει 19 χρόνια νόµιµης διαµονής στην χώρα, δεν θα πάρει καθόλου σύνταξη. Αυτό λοιπόν λειτουργεί σαν σοβαρό αντικίνητρο, οπότε αν κάποιος είναι σήµερα 40 ετών, σκέφτεται να µετοικήσει στην Ιταλία, γιατί τέτοιες παρανοµίες σε βάρος των εργατών µεταναστών που έκανε ο Κατρούγκαλος δεν κάνει ούτε η Μελόνι. Σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ολλανδία ή η Γερµανία και η προοπτική αξιοπρεπούς συνταξιοδότησης είναι υπαρκτή και προγράµµατα εκµάθησης της εθνικής γλώσσας είναι σε εφαρµογή και οι όροι εργασίας και ασφάλισης αξιοπρεπείς.

Αφού είναι τόσο µεγάλη η πίεση της αποµετανάστευσης και των εργοδοτών που ζητάνε απεγνωσµένα εργατικά χέρια σε διάφορους τοµείς, θα έπρεπε κανονικά να ανεβαίνουν τα µεροκάµατα, να καλυτερεύουν οι συνθήκες εργασίας, να µειώνονται τα ωράρια. Τι ακριβώς συµβαίνει εδώ;

Πράγµατι, ξέρουµε ότι σε περίπτωση υψηλής ανεργίας, µνηµονίων, περιστολής δικαιωµάτων χάνουµε δικαιώµατα. Αφού τώρα «παρακαλάνε» οι εργοδότες να δουλέψουµε, γιατί δεν κερδίζουµε τίποτα; Εδώ λοιπόν θα λέγαµε ότι η µεγάλη δυστυχία των µεταναστών εργαζοµένων στην Ελλάδα είναι ότι η Αριστερά είναι αναντίστοιχη των ιστορικών της καθηκόντων και το µεταναστευτικό κίνηµα σχεδόν απόν. Είναι µια πραγµατικότητα η οποία θα πρέπει να µας απασχολήσει ιδιαίτερα. Το βλέπουµε αυτό και για τους Έλληνες εργαζόµενους και για τους µετανάστες. Πρόκειται για παθογένειες που έχουν το κίνηµα και η Αριστερά ήδη πριν από το 2010. Η ανεργία πέφτει, οι εργοδότες καλούν την κυβέρνηση να κάνει νοµιµοποίηση, να κάνουν διµερείς συµβάσεις µε το Μπαγκλαντές και µε την Αίγυπτο για να φέρουν κόσµο, κυνηγάνε τη Γεωργία, την Ινδία, το Βιετνάµ για 10 ανθρώπους, για 20 ανθρώπους, για 500 ανθρώπους και το εργατικό δυναµικό εδώ τους γυρνάει την πλάτη. Οι αντικειµενικές δυνατότητες για να αναπτυχθεί γενικότερα το εργατικό κίνηµα αλλά και ειδικότερα ένα µεταναστευτικό διεκδικητικό πλαίσιο είναι οι ευνοϊκότερες των τελευταίων 20 ετών, όµως η ανεπάρκεια των κινηµάτων και της Αριστεράς είναι ιστορικών διαστάσεων. Προφανώς η αφωνία στα θέµατα αυτά δεν είναι η ασθένεια.

Ας ξεχάσουµε προς στιγµήν τους µετανάστες. Αυτή τη στιγµή θα έπρεπε να γίνεται υπερπροσπάθεια για να έχουµε συλλογικές συµβάσεις. Είµαστε στον πάτο της Ευρώπης και σε αυτούς τους δείκτες. Το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές συµβάσεις στην Ελλάδα είναι περίπου στο 10% µε 15%. [Στη Ρουµανία είναι περίπου στο 40 µε 50%. Και στο µέσο όρο της Ευρώπης είναι στο 65%. Χρειάζεται να βρεθεί ένας τρόπος επανάκτησης µέρους των χαµένων δικαιωµάτων της τελευταίας δεκατετραετίας. Το µνηµόνιο έχει πια 14 χρόνια στην πλάτη µας.

Είναι όλο αυτό µια πρόκληση για τα συνδικάτα και για τις αντιρατσιστικές και φιλοµεταναστευτικές οργανώσεις;

Στην Ευρώπη, αν το δει κανείς γενικότερα, οι κοινωνικές/ φιλεργατικές πολιτικές των συντηρητικών κυβερνήσεων στο περιβάλλον της πανδηµίας σε µεγάλο βαθµό οφείλονται στην ανησυχία να µην ξεσηκωθεί ο εργατικός παράγοντας γιατί το είχαν δείξει τα Κίτρινα Γιλέκα, το είχαν δείξει οι κινητοποιήσεις σε άλλες χώρες ήδη πριν από την κρίση ή βεβαίως µε αφορµή την κρίση χρέους του 2008. Οι κυβερνήσεις προκατέλαβαν και προσπαθούσαν να προλάβουν αντιδράσεις και έδωσαν χρήµατα. Η Ελλάδα δυστυχώς είναι «φωτεινή εξαίρεση», γιατί στο πλαίσιο της πανδηµίας εµφανίστηκαν αντεργατικές πολιτικές. Πρέπει να µας απασχολήσει πολύ σοβαρά το θέµα στο εργατικό κίνηµα.

Με τι προσανατολισµό πρέπει να αντιµετωπίσει το ζήτηµα το µεταναστευτικό/αντιρατσιστικό κίνηµα; 

Στο µεταναστευτικό κίνηµα έχει επικρατήσει η δικαιωµατική προσέγγιση, ο «δικαιωµατισµός», που κρύβει πολλούς κινδύνους. Αφού γεννήθηκες εδώ, πάρε ιθαγένεια. Αυτό δεν το αµφισβητεί κανείς. Η εγκατάλειψη ωστόσο της ταξικής προσέγγισης αποπροσανατολίζει το διεκδικητικό πλαίσιο και δεν µπορεί να δώσει απάντηση στα υπόλοιπα ζητήµατα που το κεφάλαιο και η κυβέρνηση εγείρουν. Η δικαιωµατική προσέγγιση λαµβάνει σαν τετελεσµένα τα απορρυθµισµένα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώµατα. Να πάρουν τα παιδιά των µεταναστών ιθαγένεια και να µην πνίγονται οι πρόσφυγες στην Πύλο και στα σύνορα. ∆εν διαφωνεί κανείς µε αυτές τις διεκδικήσεις. Οι πνιγµοί στη Μεσόγειο ωστόσο συνδέονται άρρηκτα µε τη στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εποχική, προσωρινή ή µιας χρήσης εργατική µετανάστευση για οικονοµικούς ή δηµογραφικούς λόγους. Γι’ αυτό δεν πρέπει να χάνεται η µεγάλη εικόνα και η ταξική ανάλυση των αντιµεταναστευτικών πολιτικών σε Ελλάδα και Ευρώπη. Για να πάρουµε άλλο παράδειγµα, αν περάσει το νοµοσχέδιο για τα οµόφυλα ζευγάρια, τελείωσαν οι διακρίσεις; Σίγουρα όχι. Άρα εδώ σήµερα πρέπει να επαναφέρουµε το µείζον: δεν γίνεται χωρίς εργατικό κίνηµα, χωρίς ταξική ανάγνωση της πραγµατικότητας. Οι δικαιωµατικές διεκδικήσεις είναι πολύ σηµαντικές, αλλά χρειαζόµαστε να απαντάµε και στα υπόλοιπα επίδικα κεφαλαίου και κυβερνήσεων. Πώς θα πειστεί µια συλλογικότητα µεταναστών να παλέψει ενάντια στον εργοδότη όταν δεν υπάρχει συνδικάτο που να τους στηρίξει. Πώς να ενεργοποιηθεί και σε ποια κατεύθυνση; Αν δεν υπάρξει σοβαρή εργατική-ταξική διεκδίκηση και στο µεταναστευτικό θα δούµε εργοδότες να πηγαίνουν πιο αριστερά από τις διεκδικήσεις των κινηµάτων και να βάζουν το θέµα πλέον πιο µακριά από το εύρος µιας φιλελεύθερης αντιπαράθεσης µε µια νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση…

Πηγή: redtopia.gr

40

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση