Οι Last Drive μιλούν στη ROSA και στον Πέτρο Κατσάκο για όλα όσα τους σημάδεψαν και όλα αυτά με τα οποία οι ίδιοι σημάδεψαν μια γενιά και μια ολόκληρη μουσική εποχή
Πάνε 42 χρόνια από την εποχή που μία παρέα από τους Αμπελόκηπους δημιούργησε ίσως την πιο σημαντική αγγλόφωνη μπάντα στην ιστορία του ελληνικού ροκ. Οι Last Drive πήραν το όνομά τους από το αγαπημένο τους κοκτέιλ και έκαναν το πρώτο τους live στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1983. Σε λίγες μέρες αποχαιρετούν το κοινό τους με 5 αποχαιρετιστήρια live από την σκηνή του Gagarin και σήμερα μιλούν στη ROSA για όλα όσα τους σημάδεψαν και όλα αυτά με τα οποία οι ίδιοι σημάδεψαν μια γενιά και μια ολόκληρη μουσική εποχή. Τέσσερις φίλοι έτοιμοι να ζήσουν για άλλη μια φορά ένα όνειρο που ξεκίνησε όταν ήταν παιδιά και έγινε αφορμή να γίνουν ένα με μια παράξενη «φυλή» από ξεχωριστούς ανθρώπους με τους οποίους συνεχίζουν να μοιράζονται αγάπη. Μιλούν για το τότε, μιλούν για το σήμερα αλλά και το αύριο που οι Last Drive θα έχουν περάσει στην ιστορία αλλά “τα τραγούδια ελπίζουμε ότι δεν θα πάψουν να ακούγονται γιατί έχουν δική τους ζωή πια”.
Είμαι ένας από τους πιτσιρικάδες της δεκαετίας του 80 που όταν βγήκα από το το δισκάδικο κρατώντας στα χέρια μου το «Underworld Shakedown» είχα την σιγουριά ότι μετείχα κι εγώ με τον τρόπο μου σε ένα – πρωτόγνωρο για τα μουσικά δεδομένα της εποχής – κίνημα που ξεπερνούσε τον ήχο και τον στίχο μιας μπάντας που ερχόταν να αλλάξει εκείνη τη γενιά. Εσείς το νιώσατε, το εισπράξατε αυτό που προσφέρατε;
Και μόνο το γεγονός ότι σήμερα, από τόσα χρόνια μετά τη στιγμή που πρωτάκουσες το Shakedown μας παίρνεις συνέντευξη, είναι μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Έτσι το εισπράττουμε, αλληλεπιδρώντας με ανθρώπους που ξέρουμε ότι μας συνδέουν δεσμοί που γεννήθηκαν και δυνάμωσαν μέσα στον χρόνο. Είμαστε κομμάτι εκείνης της γενιάς και της αντίστοιχης σκηνής και ό,τι κάναμε ξεπήδησε μέσα από τα κοινά μας βιώματα, όπως και τα βιώματα των προηγούμενων που μεταφέρθηκαν σε μας μέσα από μουσική, αφηγήσεις, μνήμες και στάσεις. Είμαστε παραπάνω από ευγνώμονες για αυτό το ταξίδι: Ξεκίνησε χωρίς σχέδιο και αποδείχθηκε η πιο συναρπαστική, αλλοπρόσαλλη, καθοριστική βόλτα της ζωής μας. Πιτσιρίκια, μέσα στην άγνοιά μας, με όχημα το θράσος μας, ήρθαμε σε επαφή με τη μαγεία της ζωής, που για μας ήταν το ροκ εν ρολ. Ψηλαφήσαμε δυνατότητες που άλλες εκπληρώθηκαν και άλλες όχι, άλλες φορές τα καταφέραμε και άλλες φάγαμε τα μούτρα μας, αλλά τουλάχιστον κάναμε ό,τι μπορούσαμε σύμφωνα με αυτά που πιστεύαμε και ήμαστε. Οι Drive υπήρξαν η αποκρυστάλλωση των εφηβικών ονείρων μας, ένας τρόπος να συγκροτήσουμε τους εαυτούς μας μέσα από τη δουλειά, την τύχη και τα λάθη. Ένας καθρέφτης για να δούμε τις αδυναμίες και τα προτερήματά μας. Ανακαλύψαμε πλευρές μας που δεν ξέραμε ότι υπήρχαν, βρήκαμε πίστη στις όποιες δυνάμεις μας και καταλάβαμε πώς λειτουργεί ο κόσμος μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις όταν κάνει κάτι που αγαπάς.
Φωτογραφία: Μαριαλένα Λεονταράκη (1986) Επίσης, σε προσωπικό επίπεδο, ήταν το σημείο αναφοράς που στήριξε τον καθένα μας σε δύσκολες φάσεις της ζωής του, όταν πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει. Γι’ αυτό και ξέρουμε ότι η σχέση μας θα συνεχίσει να έχει αυτή τη δύναμη. Μάθαμε να ανεχόμαστε ο ένας τις παραξενιές του άλλου καθώς είμαστε εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, εισπράξαμε πράγματα που μόνο η φιλία, η μουσική και η τομή τους, ένα ροκ εν ρολ συγκρότημα, μπορούν να δώσουν: Σύμπνοια, δύναμη, αλληλεγγύη, ορίζοντες και ένα ολόκληρο πλαίσιο επαφής με τους ανθρώπους που τους βλέπεις για πρώτη φορά αλλά δεν είστε ξένοι. Η ιστορία των Last Drive στις συνθήκες που έγινε, είναι μια ιστορία γενναιοδωρίας: Από το συγκρότημα προς τον κόσμο, φυσικά από τον κόσμο προς το συγκρότημα αλλά και από άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν δίπλα μας, εμπνεύστηκαν από την όλη κατάσταση και πρόσφεραν την τέχνη τους: ηχολήπτες, τεχνικοί, φωτογράφοι, γραφίστες, ντι τζέι, φανζινάδες, ραδιοφωνικοί παραγωγοί και πολλοί άλλοι που γνωρίζουν αυτοί ποιοι είναι, αν ξεκινούσαμε να τους αναφέρουμε δεν θα έφτανε ολόκληρη η συνέντευξη.
Οι LastDrive γεννήθηκαν σε μια εποχή σημαδεμένη από γεγονότα που καθόρισαν την τότε νέα γενιά. Ποιά ήταν τα γεγονότα που σημάδεψαν εσάς τότε, και πόσο επηρέασαν την ταυτότητα και τον χαρακτήρα μιας μπάντας που πάντα τολμούσε να τοποθετηθεί;
Ξεκινήσαμε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, μέσα σε ένα διαρκές κρεσέντο αστυνομικής βίας με στόχο την «παρεκκλίνουσα» νεολαία. Ούτε που θυμόμαστε πόσες φορές είχαμε ξενυχτήσει στα τμήματα για «εξακρίβωση», πιτσιρικάδες ακόμα, προτού φτιάξουμε τους Drive, αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουμε τις γελοίες ειρωνείες ή τη βία του κάθε «οργάνου», παιδιά δεκαπέντε και δεκάξι χρονών. Θέλουν να σε τρομάξουν, να σε αδρανοποιήσουν μέσα από τον φόβο όσο είσαι μικρός, αυτό κάνουν πάντα. Από εκείνη την εποχή, στα πρώτα βήματα της μπάντας, ξεχωρίζει στις δικές μας εμπειρίες η δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά, οι «Επιχειρήσεις Αρετή», τα γεγονότα του ’85, τα Χημεία, οι πορείες που ακολούθησαν. Ένα χρόνο αφότου ξαναφτιαχτήκαμε το 2007, η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου σημάδεψε μια άλλη γενιά. Και μέχρι σήμερα αυτή η διανομή κρατικού θανάτου συνεχίζεται σαν να μην έχει περάσει μια μέρα.
Πόσο “πολιτικοί” ήταν οι LastDrive που δεν έλειπαν ποτέ και είχαν πάντα συμμετοχή σε έντονου κοινωνικού χαρακτήρα συναυλίες;Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, ήταν το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε. Ο δικός μας τρόπος να υπάρξουμε ακέραιοι. Αυτό που έχει αξία είναι πως σε τέτοιες συναυλίες όσοι ανεβαίνουν στη σκηνή δεν κάνουν κάτι παραπάνω από αυτούς που τη στηρίζουν με την παρουσία τους ή αυτούς που παίρνουν την πρωτοβουλία να τη στήσουν. Αυτό το σημείο τομής – του να απαιτείς κάτι καλό μαζί με άλλους και να στηρίζεις αυτό το αίτημα συμμετέχοντας σε μια συλλογική μουσική πράξη είναι μια δήλωση από μόνη της. Όμως τουλάχιστον στους δικούς μας κύκλους την εποχή που ξεκινούσαμε δεν υπήρχε κάποια αίσθηση «παραδείγματος», κανείς δεν πίστευε ότι κατείχε την απόλυτη αλήθεια που οι άλλοι θα ακολουθούσαν επειδή έβλεπαν εκείνον να την υπηρετεί. Ήταν περισσότερο σαν μια ομάδα ανθρώπων που ήξερε τι ήταν σωστό σαν από συλλογική διαίσθηση ας πούμε, και πίστευε ότι έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Μας έκανε αυτό «πολιτικό» γκρουπ; Μάλλον δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σημασία είχε να προκύπτουν αποτελέσματα. Να βγαίνουν τα έξοδα, να νιώθει ο άλλος τη στήριξη, να μπαίνει ένα μικρό μουσικό ανάχωμα στο κοινωνικό σκοτάδι που έφερε η κρίση, στον ρατσισμό, τον φασισμό και τα παρακλάδια τους. Παράλληλα, συναυλίες τέτοιας μορφής ειδικά τη δεκαετία του ’80 έδωσαν την ευκαιρία σε πολλές μπάντες «εκτός των τειχών» να ανέβουν στη σκηνή, κάτι που δεν ήταν και τόσο εύκολο τότε.
Φωτογραφία: Δημήτρης Μυλωνάς (2011)Επιπλέον, η συμμετοχή μας σε συναυλίες αλληλεγγύης ή κοινωνικής αφύπνισης μας «έδενε» ακόμα περισσότερο με μία αίσθηση κοινού σκοπού, καθώς για να συμμετάσχουμε κάπου έπρεπε να υπάρχει πλήρης ομοφωνία μέσα στο συγκρότημα. Και φυσικά δεν το κάναμε μόνο εμείς, υπάρχουν γενιές μουσικών που έπαιζαν και παίζουν σε συναυλίες με κοινωνικό περιεχόμενο στην Ελλάδα, πράγμα που έχει τη σημασία του. Στα χρόνια που υπάρχουμε, η χώρα μας –και, σε μιαν άλλη συζήτηση, και ολόκληρος ο πλανήτης– γνώρισε έναν ριζικό και βίαιο μετασχηματισμό, τα δημόσια αγαθά έγιναν απαγορευμένοι καρποί, η ανθρώπινη ζωή απαξιώθηκε. Και τώρα περάσαμε στην ανάδυση ενός νέου, θεσμοποιημένου πλέον εκφασισμού, σε μια βαρβαρότητα που μοιάζει δίχως επιστροφή. Όμως, επειδή μιλάμε για ανθρώπινη ιστορία σίγουρα δεν είναι, όσο μαύρα και να δείχνουν τα πράγματα. Στο πέρασμα των χρόνων νιώσατε ποτέ την ανάγκη να επανατοποθετηθείτε μουσικά ώστε να παραμείνετε επίκαιροι ή είχατε μια σίγουρη και σταθερή ρότα που πιστεύατε πως έπρεπε να υπηρετείτε;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν συζητήσαμε διεξοδικά για την κατεύθυνση της μπάντας. Μας άρεσε να ακούμε μουσική, παλιά και καινούργια πράγματα από το ροκ εν ρολ αλλά και πέρα απ’ αυτό, βλέπαμε κινηματογράφο, διαβάζαμε λογοτεχνία και οι επιρροές περνούσαν στο δημιουργικό μας πεδίο∙ παίζαμε και αν αυτό που έβγαινε μας ικανοποιούσε, το εξελίσσαμε, συνήθως χωρίς πολλές κουβέντες. Αν με κάποιο τρόπο μερικές ιδέες δεν «κολλούσαν», απλά τις προσπερνούσαμε.
Φωτογραφία: Δημήτρης Μυλωνάς (1993)Γενικά, δεν μιλούσαμε για κατευθύνσεις, ούτε υπεραναλύαμε τις μουσικές ιδέες ο ένας του άλλου κατά τη γένεσή τους. Όταν το πράγμα ρέει, δεν υπάρχει λόγος να το συζητάς. Σίγουρα στο στούντιο το «ψειρίζαμε» περισσότερο με ιδέες και ανατροπές, αλλά κι εκεί ο καθένας ήταν ελεύθερος να φέρει αυτό που πίστευε ότι εξυπηρετούσε το ακαθόριστο αλλά υπαρκτό όραμα της μπάντας και οι υπόλοιποι το σέβονταν πάντα. Είμαστε ως επί το πλείστον αυτοδίδακτοι μουσικοί, παιδιά του πανκ ροκ της δεκαετίας του ’70 κι έτσι οι Last Drive ήταν το «σχολείο» μας∙ στις αρχές δεν κατείχαμε το τυπικό λεξιλόγιο, απλώς εξερευνούσαμε τις δυνατότητές μας φτιάχνοντας πράγματα που ξάφνιαζαν κι εμάς τους ίδιους∙ κυνηγούσαμε ας πούμε την επόμενη έκπληξη, αυτός ήταν ο στόχος. Ποιές θα λέγατε πως είναι οι πλέον καθοριστικές στιγμές της σαραντάχρονης παρουσίας σας και ποιά είναι τα live που θα χαρακτηρίζατε αξέχαστα;
Είναι πολύ δύσκολος ένας τέτοιος απολογισμός. Το ζητούμενο σε όλο αυτό που κάναμε ήταν η υπαρξιστική «στιγμή» ας πούμε, το να είσαι παρών με τους δικούς σου όρους: Υπάρχουν κάποια ορόσημα τα οποία μπορούμε να αναφέρουμε, επειδή έμοιαζαν να εκπληρώνουν αυτές τις δυνατότητες για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω, στο μέτρο του εφικτού: Η πρώτη φορά που ταξιδέψαμε εκτός Αθήνας, στη Θεσσαλονίκη το 1984, η πρώτη φορά που ανεβήκαμε σε σκηνή του εξωτερικού, στο Αμβούργο, το 1987, η ηχογράφηση του Timeστο Βερολίνο λίγες μέρες πριν πέσει το τείχος, η συναυλία στο κατειλημμένο Πολυτεχνείο -γύρω στο ’90- υπό καταρρακτώδη βροχή, οι συναυλίες της επανασύνδεσής μας το 2007, η γιορτή για τα 30 χρόνια μας, όταν βρεθήκαμε στη σκηνή με τους αγαπημένους φίλους και συνοδοιπόρους, η περίοδος με τις ακουστικές εμφανίσεις μας όταν προσεγγίσαμε αλλιώς τα τραγούδια, η πρώτη φορά που παίξαμε σε πόλεις που είχαν ορίσει το φαντασιακό μας, όπως η Βαρκελώνη ή το Λονδίνο. Αλλά, εκ των υστέρων, αυτές ήταν κομβικές στιγμές που τις αναφέρουμε επειδή υπήρξαν αφετηρίες για νέες περιόδους του γκρουπ ή εκπλήρωναν κάποια όνειρά μας. Πολλές στιγμές που μας καθόριζαν περνούσαν απαρατήρητες, ήταν μια συλλογική αίσθηση για την οποία μπορεί να μη μιλήσαμε ποτέ. Ένα ταξίδι με την μπάντα σε μια κρίσιμη προσωπική στιγμή. Μια στιγμή στο στούντιο όπου ήξερες ότι το πράγμα είχε φτάσει στην καλύτερη δυνατή μορφή του.
Επίσης, οι άνθρωποι που βρέθηκαν δίπλα μας και μας βοήθησαν με την παρουσία τους: Ο Peter Zaremba από τους Fleshtones –ήμαστε φανς της μπάντας αυτής και ξαφνικά δούλευε μαζί μας τα τραγούδια του Heatwave– ο Paul B. Cutler στο BloodNirvana και το FuckheadEntropy… Όταν είχαμε τελειώσει το BloodNirvana, είχαμε άγχος για το πώς θα πάει, αν θα είχε απήχηση, ο Paul μας είχε πει: Παίδες, μην σκάτε. Σε έναν άνθρωπο αν «μιλήσει» ο δίσκος, η δουλειά έχει γίνει. Αυτή η αντίληψη μας έδεσε και με τους Dead Moon, το ότι δεν έχει σημασία ο βαθμός της απήχησης που έχεις, αλλά ο χαρακτήρας της σχέσης σου με τον κάθε άνθρωπο που σε ακούει. Αυτοί οι «υπέροχοι απόκληροι» από το Πόρτλαντ που μας τίμησαν με τη φιλία τους, έγιναν για μας παράδειγμα ψυχικού σθένους και ακεραιότητας. Όπως και οι μουσικοί από την ελληνική σκηνή με τους οποίους μας δένουν σχεδόν αδελφικοί δεσμοί και μοιραστήκαμε μαζί τους τα ίδια όνειρα και τις ίδιες δυσκολίες. Σε όλους αυτούς χρωστάμε ένα κομμάτι αυτού που είμαστε.
Είναι κάποιας μορφής δικαίωση ή επιβράβευση η διεθνής καριέρα και ποια ήταν η δική αίσθηση όσον αφορά την παρουσία των LastDrive στο εξωτερικό;
Ήταν σίγουρα μια επικύρωση γι’ αυτό που κάναμε και τόνωσε την αυτοπεποίθησή μας καθώς αισθανθήκαμε μέλη μιας ευρύτερης κοινότητας. Αυτό όσο αφορά την ανταπόκριση που είχαν οι δίσκοι μας, κάτι που ξεκίνησε με το UnderworldShakedown και συνεχίστηκε με τις κυκλοφορίες των επόμενων άλμπουμ σε Ευρώπη και Αμερική. Στις περιοδείες, όταν ξεκινούσαμε τα ταξίδια με την μπάντα τη δεκαετία του ογδόντα, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, οι περιοδείες κλείνονταν με υπεραστικά τηλεφωνήματα και το ταχυδρομείο. Η επικοινωνία δεν ήταν τόσο εύκολη, καμία σχέση με σήμερα. Μπορεί να έφτανες να παίξεις κάπου και η συναυλία να είχε ακυρωθεί κι εσύ απλά να μην είχες τρόπο να το μάθεις. Τελικά καταλαβαίνεις ότι αυτός είναι τελικά ο δικός σου παράδεισος, να τριγυρνάς από μέρος σε μέρος, να παίζεις, άλλες βραδιές καλά, άλλες όχι τόσο, να γνωρίζεις ανθρώπους, να γουστάρεις και την άλλη μέρα να μπαίνεις ξανά στο βαν και να ταξιδεύεις και πάλι για την επόμενη πόλη. Η ζωή στον δρόμο. Αργότερα, μετά την επανασύνδεση, οι πόλεις έξω ήταν γεμάτες από τα παιδιά από την Ελλάδα που είχαν φύγει έξω εξαιτίας της κρίσης, και τα πράγματα ήταν πιο στρωτά, από πολλές απόψεις.
Φωτογραφία: Μαριαλένα Λεονταράκη (1987)Νομοτέλεια πως όλα τα πράγματα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνουν ή αυτοπροστασία από ενδεχόμενο εκφυλισμό; Και τα δύο. Και επίσης μία αίσθηση ότι κάποια πολύ όμορφα πράγματα δεν χρειάζεται πάντα να κλείνουν με πικρή γεύση, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο, καθώς ένα τέλος κουβαλάει πάντα μαζί του μια θλίψη. Ή, τέλος πάντων, αν πρέπει να υπάρξει αυτή η θλίψη, ας υπάρξει μαζί με τη χαρά, τη φιλία και την ικανοποίηση. Ήταν κάτι που συζητούσαμε ψύχραιμα από την εποχή του τελευταίου μας δίσκου, λίγο πριν την καραντίνα, με μια αίσθηση πληρότητας γι’ αυτό το ταξίδι. Το ροκ εν ρολ που παίζουμε απαιτεί υψηλή ενέργεια και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι μπορούμε να τη διατηρούμε στο διηνεκές. Θα μπορούσαμε να το μετασχηματίσουμε σε κάτι άλλο, αλλά δεν μας ενδιαφέρει να το κάνουμε με το ίδιο όνομα. Αυτό βέβαια δεν είναι κάποιος γενικός κανόνας, ισχύει μόνο για τους Drive∙ γι’ αυτούς μπορούμε να μιλήσουμε, άλλες μπάντες μπορεί να το βλέπουν διαφορετικά, κι αυτό είναι απολύτως θεμιτό και έγκυρο. Έχει να κάνει με το πώς αντιμετωπίζεις τα πράγματα σε σχέση με ένα νέο πλαίσιο.
Πόσο εύκολο είναι να πεις αντίο σε τόσες χιλιάδες ανθρώπους που από την στιγμή που σας γνώρισαν σας ακολουθούν πιστά σε κάθε σας βήμα;
Σίγουρα δεν είναι εύκολο, υπάρχει ένταση, αλλά δεν ισχύει και ακριβώς ότι λες αντίο. Οι σχέσεις που δημιουργήσαμε μέσα στα χρόνια, τόσο μεταξύ μας όσο και με το Tribe, δεν πρόκειται να χαθούν. Τα τραγούδια ελπίζουμε ότι δεν θα πάψουν να ακούγονται –έχουν δική τους ζωή πια– και όλη αυτή η εμπειρία πιστεύουμε ότι δεν θα χάσει την αξία της για όσους την μοιράστηκαν. Αλλά και να την χάσει, πάλι δεν τρέχει τίποτα. Η ζωή προχωράει. Μόνο ένα πράγμα μας στενοχωρεί, ότι υπάρχουν φίλοι που στην πορεία «έφυγαν» και δεν θα μπορούν να είναι μαζί μας τώρα. Σε αυτούς αφιερώνουμε τις συναυλίες μας.
Τι να περιμένουμε τον Μάρτιο στο Gagarin;
Μια ακόμα ροκ εν ρολ γιορτή, αυτό ξέρουμε να κάνουμε.
Πως φαντάζεστε ο καθένας το μέλλον του μετά τους LastDrive και τι θα κρατήσετε ως πολυτιμότερη ανάμνηση από αυτά τα 40 χρόνια;
Κανείς μας δεν σκέφτεται το μέλλον του δίχως δημιουργία, δίχως προχώρημα αλλά και δίχως τον άλλον. Δεν είναι η πρώτη φορά που θα ζήσουμε χωρίς να παίζουμε στους Drive, το κάναμε για καιρό πριν την επανασύνδεση του 2007 και ό,τι δημιουργήσαμε μέσα σε εκείνα τα χρόνια διατηρεί την αξία του για μας. Η πιο πολύτιμη ανάμνηση… δύσκολο. Ίσως οι στιγμές που αγκαλιαζόμαστε πριν βγούμε στη σκηνή, τέσσερις φίλοι έτοιμοι να ζήσουν για άλλη μια φορά ένα όνειρο που ξεκίνησε όταν ήταν παιδιά και έγινε αφορμή να γίνουν ένα με μια παράξενη «φυλή» από ξεχωριστούς ανθρώπους με τους οποίους συνεχίζουν να μοιράζονται αγάπη. Και αυτό δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψει ποτέ.
THE LAST DRIVE – A FAREWELL TO THE TRIBE
Τώρα ένας μεγάλος κύκλος κλείνει, η ενέργεια της μηχανής μετασχηματίζεται και δίνει τις στροφές της σε άλλες ανάγκες, σε άλλα όνειρα, σε πολυεπίπεδα εγχειρήματα. Έτσι συμβαίνει στη ζωή, αυτό είναι το λογικό και όμορφο, να προχωράμε.
Βαθιά ανάγκη όλων των μελών είναι ένα ευχαριστώ στο Tribe, ένας χαιρετισμός σε ό,τι έγινε και σε ό,τι θα ακολουθήσει. Ραντεβού στο Gagarin…
Αγάπη | Σεβασμός | Φιλία | Αλληλεγγύη
Παρασκευή 14 Μαρτίου
Σάββατο 15 Μαρτίου
Τετάρτη 19 Μαρτίου
Παρασκευή 21 Μαρτίου
Σάββατο 22 Μαρτίου
GAGARIN 205
Πηγή: rosa.gr






