της Χρυσούλας ΠαπαγεωργίουΖούμε σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Η κυβέρνηση της χώρας, βουτηγμένη στα σκάνδαλα και τη διαφθορά, προσπαθεί να κάμψει τις αντιστάσεις του κόσμου χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά το δόγμα «νόμος και τάξη». Ταυτόχρονα, αν κάτι ορίζει μια ποιοτική διαφορά σε σχέση με αντίστοιχες παρελθοντικές καταστάσεις είναι ο αμοραλισμός και η βία που διακρίνει κάθε της κίνηση. Έχοντας στα χέρια της πολλαπλούς μηχανισμούς καταστολής η μηδενική ανοχή εξελίσσεται σε ολική επίθεση και εκφοβισμό. Όπου και αν κοιτάξουμε, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές μας αστυνομία και διορισμένοι πολιτικοί εντολοδόχοι χτυπάνε με κάθε τρόπο τον κόσμο.
Για άλλη μια φορά στο στόχαστρο μπαίνει και η γειτονιά και ο κόσμος των Εξαρχείων, με την ιδιαίτερη σημασία που έχουν αυτήν την περίοδο εξαιτίας τόσο των κοινωνικών αγώνων που παραμένουν ενεργοί όσο και της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου που πλησιάζει με την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και της δολοφονίας του μαθητή, Αλέξη Γρηγορόπουλου. Στοχοποίηση σχολείων, χυδαία δημοσιεύματα μερίδας των Μ.Μ.Ε. για προσπάθεια «μπαχαλοποίησης της καθημερινότητας, όπως ονόμασαν τους αγώνες μας για τη διάσωση των ελεύθερων δημόσιων χώρων της περιοχής ενάντια στον εξευγενισμό και την τουριστικοποίηση, τρομοκρατία. Σκληρά βίαιες επιθέσεις εξελίσσονται σε δρόμους της γειτονιάς μας, όχι μόνο με τη χρήση χημικών, αλλά και με ξύλο. Ταυτόχρονα, μια απλή καθημερινή βόλτα για νέους ανθρώπους συνοδεύεται αρκετές φορές από παρενοχλήσεις των μόνιμα πια εγκατεστημένων δυνάμεων καταστολής.
Αφορμή για αυτήν την ανακοίνωση/καταγγελία έγινε μια προσωπική εμπειρία, που, όμως, δεν είναι καθόλου μεμονωμένη.
Την Τρίτη, 4/11, μόλις το παιδί μου είχε τελειώσει το μάθημα μουσικής και έφευγε από τη σχολή που πηγαίνει, επιλέγοντας, όπως είναι λογικό, να περπατήσει από τον πεζόδρομο της οδού Μεσολογγίου, προκειμένου να με συναντήσει λίγο παραπάνω και να επιστρέψουμε μαζί σπίτι μας, δέχτηκε τον έλεγχο αστυνομικών που επέβαιναν σε μηχανάκι. Πιο συγκεκριμένα, 4 μηχανάκια διέσχισαν, όπως επικίνδυνα συνηθίζουν, τον πεζόδρομο της οδού Μεσολογγίου. Και ενώ τα 3 προχώρησαν, το 4ο σταμάτησε. Οι δύο αστυνομικοί που επέβαιναν, φορώντας κράνη και full face, κάνοντας την εικόνα τους ακόμα πιο επιθετική, ρώτησαν το ανήλικο παιδί (σε λίγες μέρες κλείνει τα 13) τι κουβαλάει στην τσάντα του και πού πηγαίνει. Η τσάντα ήταν η θήκη της κιθάρας. Τους απάντησε ότι είχε την κιθάρα και τα βιβλία του και ότι επιστρέφει από μάθημα. Δεν πείστηκαν, φαίνεται, και ζήτησαν να την ανοίξει και να τους δείξει, κάτι το οποίο και έκανε με ψυχραιμία. Ευτυχώς φάνηκε να ικανοποιήθηκαν από τον «αποτελεσματικό» αυτόν έλεγχο, τον άφησαν να συνεχίσει, έφυγαν και οι ίδιοι. Το παιδί αμέσως με πήρε τηλέφωνο, τον βρήκα και γυρίσαμε μαζί.
Όπως γίνεται κατανοητό, κανείς τους δεν μπήκε στη διαδικασία ούτε να με ειδοποιήσει, καθώς είναι ανήλικος, ούτε φυσικά να εξηγήσει για ποιον λόγο τους φάνηκε ύποπτος… Για εμένα η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Ο σκοπός ήταν ο εκφοβισμός τόσο του ίδιου όσο και ο δικός μου.
Το παραπάνω γεγονός δεν είναι το μοναδικό. Τον τελευταίο καιρό ανήλικα παιδιά αντίστοιχης ηλικίας έχουν πέσει θύματα ανάλογων περιστατικών. Και αυτά είναι τα λιγότερα βίαια, αν αναλογιστούμε ότι παιδιά δημοτικού έφαγαν χημικά στον λόφο Στρέφη ή έξω από τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο παρελθόν όπου δυνάμεις της αστυνομίας είχαν εγκατασταθεί έξω από σχολείο της περιοχής μας ή ακόμα και τις ώρες προσέλευσης στα σχολεία, τα ΜΑΤ έκλειναν δρόμους και έκαναν επιθέσεις στους γονείς τους και τους/τις γείτονες/ισσές τους που υπερασπίζονταν την πλατεία Εξαρχείων.
Και βέβαια κανείς από αυτούς που λαμβάνουν αυτές τις φοβερές αποφάσεις δεν αναλογίστηκε ποτέ τι εγγράφει στο μυαλό και τον συναισθηματικό κόσμο μωρών, παιδιών, εφήβων το να αποτελεί καθημερινή εικόνα η ύπαρξη ένστολων και πάνοπλων δυνάμεων σε κάθε τους στιγμή, πηγαίνοντας σχολείο, προπόνηση, βόλτα, σε παιδικό πάρτι.
Πριν από λίγα χρόνια μια μητέρα είχε πει σε έναν αστυνομικό «Εγώ θέλω το παιδί μου, αν δεν είμαι παρούσα και χρειάζεται βοήθεια, να μπορεί να απευθυνθεί σε εσένα γιατί δουλειά σου είναι να το προστατεύεις, όμως, σε φοβάται και σε μισεί ταυτόχρονα.» Αυτή η φράση σε συνδυασμό με αυτό που εγώ ασυναίσθητα είπα στο παιδί μου πριν από καιρό «Μην πας εκεί να πάρεις σουβλάκι, έχει αστυνομία» καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος και την τραγικότητα της κατάστασης.
Η συζήτηση που κυριαρχεί μεταξύ μας το τελευταίο χρονικό διάστημα διακατέχεται από έναν σοβαρό φόβο. Η συμπεριφορά της αστυνομίας που προφανώς και έχει συγκεκριμένες πολιτικές εντολές είναι ανεξέλεγκτη και το αποτέλεσμα θα είναι απρόβλεπτο και ίσως τραγικό.
Δεν έχω να ζητήσω ακριβώς κάτι με τη συγκεκριμένη καταγγελία. Άλλωστε ό,τι ζητώ και πιστεύω αποτελούσε και θα αποτελεί πάντα αντικείμενο συλλογικής διεκδίκησης. Αν κάτι έχω να πω, όμως, είναι ότι μαζί με την ανησυχία που μεγαλώνει, φουντώνει και η διάθεση και η πρακτική του αγώνα.
Υπάρχει ένα τεράστιο πολιτισμικό χάσμα αυτήν τη στιγμή. Από τη μια, είναι αυτοί που δεν νοιάζονται για τίποτα και για κανέναν, παρά μόνο για το αδηφάγο κέρδος, πατώντας επί πτωμάτων κυριολεκτικά και μεταφορικά. Από την άλλη, όμως, υπάρχει και ένας όμορφος κόσμος, που με τις δυσκολίες και τις αδυναμίες του, δεν το βάζει κάτω, παλεύει για έναν καλύτερο και δίκαιο κόσμο για όλους και όλες μας. Η ιστορία δείχνει ότι πάντα εμείς, ο όμορφος κόσμος, κερδίζουμε στο τέλος!
47






