Ομάχα: Όταν ο όχλος κυνηγούσε τους «βρωμοέλληνες»

Ομάχα: Όταν ο όχλος κυνηγούσε τους «βρωμοέλληνες»

του Δημήτρη Αναστασόπουλου

Την 21η Φεβρουαρίου του 1909, έγινε το πογκρόμ ενάντια στους Έλληνες μετανάστες στην Ομάχα. Είχε προηγηθεί η δολοφονία ενός Αμερικανού αστυνομικού από έναν Έλληνα.

Το απόγευμα της Κυριακής της 21ης Φεβρουαρίου του 1909, ένα πλήθος χιλίων περίπου κατοίκων της Νότιας Ομάχα συγκεντρώθηκε σε ένα οικόπεδο κοντά στο Δημαρχείο. Καθώς περνούσε η ώρα μαζεύονταν όλο και περισσότεροι για να ακούσουν τον Χένρι Σ. Μέρφι, τον πρώην εισαγγελέα της πόλης, ιρλανδικής καταγωγής. Αυτός έβγαλε ένα πύρινο λόγο κατά των Ελλήνων.

«Είναι καιρός οι κάτοικοι αυτής της πόλης να αναλάβουν πρωτοβουλία ώστε να την απαλλάξουν από τη μάστιγα των Ελλήνων. Να απαιτήσουμε από τις επιχειρήσεις της πόλης να σταματήσουν να προσλαμβάνουν άτομα ελληνικής καταγωγής», είπε μεταξύ άλλων.

Ο επόμενος ομιλητής, ο Τζον Νάιτινγκεϊλ, υπερθεμάτισε προσθέτοντας ότι: «Οι αυτοαποκαλούμενοι Έλληνες δεν έφεραν μόνο την παρανομία και τη βία στην πόλη, αλλά μαζί με την αχρειότητα και την αισχρότητα πάσχουνε και από ασθένειες όπως η σύφιλη. Οι αρχές οφείλουν να τους απαγορεύσουν να εργάζονται σε επιχειρήσεις που συσκευάζουν ή παράγουν τρόφιμα».

Καθώς νύχτωνε, οι συγκεντρωμένοι –ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά– έφτασαν τους τρεις χιλιάδες και, επηρεασμένοι από τα κηρύγματα των ομιλητών, όρμησαν προς την ελληνική παροικία της Νότιας Ομάχα, κρατώντας δαυλούς, ρόπαλα και περίστροφα. Οι Έλληνες σοκαρίστηκαν από την ξαφνική επίθεση και προσπάθησαν να αποφύγουν τον όχλο· κάποιοι χτυπήθηκαν με ρόπαλα, άλλοι δέχτηκαν καταιγισμό από πέτρες. Κάποιος πυροβόλησε προς τους επιτιθέμενους με δίκανο και τα σκάγια –για κυνήγι πουλιών– τραυμάτισαν ελαφρά δύο παιδιά. Ο πυροβολισμός εξαγρίωσε το πλήθος, που άρχισε να εισβάλλει στα καταστήματα των Ελλήνων και να τα λεηλατεί, ενώ επιθέσεις δέχτηκαν και άλλης εθνικότητας μετανάστες, Πολωνοί, Βούλγαροι, Ούγγροι, Ιταλοί που βρέθηκαν τυχαία στην περιοχή των ταραχών.

Ο αρχηγός της τοπικής Αστυνομίας, Τζον Μπριγκς, δήλωσε στον τύπο μετά το πογκρόμ ότι δεν είχε αντιληφθεί την σοβαρότητα της κατάστασης γι’ αυτό και η αστυνομία δεν επενέβη εγκαίρως. Ο δήμαρχος Φρανκ Κούτσκι, αφού επισκέφτηκε το αστυνομικό τμήμα και τον σταθμό της Πυροσβεστικής, κλείστηκε στο σπίτι του μένοντας αμέτοχος, ενώ οι ταραχές γενικεύονταν. Η αλήθεια είναι ότι η αστυνομία είχε μόνο είκοσι άτομα προσωπικό και θα ήταν αδύνατον να επιβάλει την τάξη. Από την άλλη, αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες αποκάλυψαν ότι πολλοί αστυνομικοί συμμετείχαν στις ταραχές.

Καθώς η νύχτα έπεφτε, ο όχλος άρχισε να πυρπολεί τα σπίτια όπου διέμεναν οι Έλληνες. Ο αρχηγός της Αστυνομίας, αδυνατώντας να σταματήσει τους ταραξίες, μετέτρεψε το αστυνομικό τμήμα σε άσυλο για τους κυνηγημένους μετανάστες. «Το τμήμα γέμισε με κακόμοιρους ξένους, μισοντυμένους, ξυπόλητους, δαρμένους από τον όχλο, που χωρίς να ξέρουν λέξη αγγλικά για να ζητήσουν κάτι, δέχονταν στωικά τις πρώτες βοήθειες» έγραφε η Omaha World Herald.

Όσο για τον όχλο, όλη τη νύχτα στους δρόμους της ελληνικής παροικίας «έσπαγε βιτρίνες, έκλεβε ό,τι έβρισκε, έπινε το αλκοόλ από τα λεηλατημένα σαλούν, έδερνε όποιον έβλεπε και κάποια στιγμή πυροβόλησε στα πόδια έναν αξιοσέβαστο πολίτη που τους εκλιπαρούσε να σταματήσουν τις καταστροφές», όπως επισημαίνει το ίδιο ρεπορτάζ.

φσφ

Το πρωί της Δευτέρας και αφού η Πυροσβεστική είχε σβήσει τις φωτιές, κατέφτασε η Εθνοφυλακή, σύμφωνα με την εντολή που είχε δώσει ο κυβερνήτης της Πολιτείας της Νεμπράσκα, o Δημοκρατικός Άστον Σ. Σάλενμπεργκερ. Η τάξη αποκαταστάθηκε, η ηρεμία επικράτησε στους δρόμους, αλλά η ελληνική παροικία είχε υποστεί τεράστιες ζημιές. Σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε, οι αποζημιώσεις που έπρεπε να δοθούν από τον Δήμο κυμαίνονταν από 35.000 έως 280.000 δολάρια. Από αυτά τα χρήματα δόθηκαν κάπου 60.000 στα θύματα και κυρίως στους ιδιοκτήτες των πυρπολημένων κατοικιών που ήταν Αμερικάνοι, καθώς τα δικαστήρια δέχτηκαν πως ο Δήμος δεν είχε ευθύνη για την έκταση και την βιαιότητα των ταραχών. Όσοι συνελήφθησαν να λεηλατούν και να καταστρέφουν, κάπου εικοσιπέντε άτομα, αφέθησαν ελεύθεροι για «να μην οξυνθεί κι άλλο το κλίμα».

Έτσι οι περισσότεροι Έλληνες και ειδικά αυτοί που δούλευαν στην βιομηχανία επεξεργασίας και συσκευασίας κρέατος, εγκατέλειψαν τη Νότια Ομάχα, αναζητώντας πιο φιλικές προς τους μετανάστες πόλεις. Σύμφωνα με την ανακοίνωση των ιδιοκτητών των επιχειρήσεων που από την αρχή καταδίκασαν το πογκρόμ, την δουλειά τους εγκατέλειψαν κι άλλοι μετανάστες, Ρουμάνοι, Αυστριακοί, Ούγγροι, «πολλοί κι αναντικατάστατοι εργαζόμενοι».

Προετοιμάζοντας το πογκρόμ

fsdf

«Ο Εντ Λόουερι, αστυνομικός της Νότιας Ομάχα, πυροβολήθηκε θανάσιμα από έναν Έλληνα». Αυτός ήταν ο κύριος τίτλος της Omaha World Herald το Σάββατο της 20ης Φεβρουαρίου του 1909. Σύμφωνα με το άρθρο ο ‘Εντουαρντ Λόουερι, ένας από τους πιο ικανούς κι αγαπητούς αστυνομικούς της πόλης, ιρλανδικής καταγωγής και πατέρας δύο παιδιών, κλήθηκε να συλλάβει έναν Έλληνα, τον Τζον Μασουρίδης, ο οποίος είχε συνάψει ανάρμοστες σχέσεις με μία δεκαεφτάχρονη αμερικανίδα, τη Λίλιαν Μπριζ. Η καταγγελία είχε γίνει από τους γείτονες της δεκαεφτάχρονης. H Μπριζ δίδασκε αγγλικά σε όσους μετανάστες ήθελαν να μάθουν τη γλώσσα για τέσσερα δολάρια τον μήνα.

Ενώ ο αστυνομικός και ο συλληφθείς μετανάστης κατευθύνονταν στο τμήμα, ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί και ο αστυνομικός έπεσε νεκρός, ενώ ο Μασουρίδης τραυματίστηκε. Στην κατάθεσή του αργότερα, ο Μασουρίδης ισχυρίστηκε πως, καθώς περπατούσαν, σκέφτηκε να απαλλαγεί από το περίστροφο που είχε πάνω του, για να μην καταστεί ύποπτος και για άλλα αδικήματα. Το έπιασε κάτω από το σακάκι και προσπάθησε να το αφήσει να πέσει. Ο αστυνομικός είδε την κίνηση, διέκρινε το όπλο, αμέσως τράβηξε το δικό του περίστροφο, τον πυροβόλησε κι ο Μασουρίδης ανταπέδωσε τον πυροβολισμό, καθώς βρισκόταν σε άμυνα.

Σύμφωνα με τον Τζον Μπίτζες, τον ελληνικής καταγωγής καθηγητή Ιστορίας σε διάφορα Γυμνάσια της πόλης κι επισκέπτη καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα, που απεβίωσε το 2010, αφήνοντας αρκετό υλικό για την ιστορία της πόλης και την ελληνική κοινότητα, ο Μασουρίδης δεν ήταν υπόδειγμα νομοταγούς πολίτη. Η καταγωγή του ήταν από ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα, «όπου οι κάτοικοι ήταν περήφανοι και βίαιοι καθώς ζούσαν σε έναν άγονο τόπο όπου κανένας κατακτητής δεν πάτησε το πόδι του, πίστευαν ότι ήταν οι απόγονοι του Λεωνίδα και των Τριακοσίων και ήταν οι πρώτοι που σήκωσαν το λάβαρο της επανάστασης του 1821 κατά των Οθωμανών», οδηγώντας μας να συμπεράνουμε ότι ήταν από τη Μάνη.

Έφτασε στις ΗΠΑ το 1906, όταν πια ήταν τριανταέξι χρονών και είχε αφήσει πίσω του μία γυναίκα και τέσσερα παιδιά. Δεν ήξερε αγγλικά, διάβαζε και έγραφε μετά βίας ελληνικά, αλλά περιπλανήθηκε στις ΗΠΑ, δούλεψε στα ορυχεία στο Σάνραϊζ του Γουαϊόμινγκ με το αδερφό του Γκαστ και μαζί βρέθηκαν στην Νότια Ομάχα, με σκοπό να ανοίξουν ένα κατάστημα που θα ήταν οπωροπωλείο και ζαχαροπλαστείο. Όταν ο αδερφός του εγκατέλειψε τις ΗΠΑ το 1908 για να μετοικήσει την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Τζον άρχισε να απασχολεί την αστυνομία ως σεσημασμένος, καθώς παλιότερα είχε συλληφθεί για παράνομο τζόγο. Και σε λίγους μήνες ακολούθησε το περιστατικό με τον νεκρό αστυνομικό.

Μετά την δολοφονία, ο Μασουρίδης μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα τραυματισμένος, ενώ απ’ έξω συγκεντρώθηκαν κάπου πεντακόσια άτομα, ζητώντας εκδίκηση για τον δολοφονημένο αστυνομικό. Ο σερίφης φοβήθηκε μήπως τον λιντσάρουν μέσα στο τμήμα και τον έστειλε με ασθενοφόρο στις φυλακές της Ομάχα. Οι συγκεντρωμένοι κυνήγησαν το ασθενοφόρο έφιπποι, έριξαν και μερικούς άστοχους πυροβολισμούς, αλλά τελικά εγκατέλειψαν την προσπάθεια.

Στην πρώτη δίκη του τον Μάιο του 1909, ο Μασουρίδης κρίθηκε ένοχος για την δολοφονία και καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Άσκησε έφεση και έναν χρόνο μετά το δικαστήριο δέχτηκε τον ισχυρισμό του περί αυτοάμυνας, αλλά και τις ενστάσεις του συνηγόρου του για τις παρατυπίες των αρχών κατά τη διερεύνηση του συμβάντος. Τελικά τον καταδίκασε σε δεκατέσσερα χρόνια φυλάκισης. Μετά από πεντέμισι χρόνια στην φυλακή της Νεμπράσκα, ο Μασουρίδης αποφυλακίστηκε και με εντολή του Κυβερνήτη της Πολιτείας απελάθηκε από τις ΗΠΑ.

Την άλλη μέρα οι τοπικές εφημερίδες ήταν γεμάτες άρθρα αξιωματούχων της πόλης για τους «βρωμοέλληνες». Η Daily News υποστήριζε ότι: «Η αποκαλούμενη ελληνική παροικία μαστίζεται από ελεεινές συμμορίες βρωμοελλήνων που επιτίθενται στις γυναίκες μας, βρίζουν τους διαβάτες, παίζουν ζάρια μπροστά στις τρώγλες τους και δείχνουν κατάφωρα την περιφρόνησή τους προς τους νόμους και τις αρχές της πόλης». Ενώ η ανάλυση της Omaha Bee ήταν πιο διεισδυτική: «Το πρόβλημα με τους Έλληνες», έγραφε, «είναι ότι είναι φτηνοί εργάτες, ζούνε φτωχικά σε μικρές ομάδες, συχνά φέρονται με αδιανόητο θράσος, αγνοούν τους νόμους της δημοκρατίας μας, δεν προσπαθούν να ενσωματωθούν όπως για παράδειγμα οι μετανάστες από τη Βόρεια Ευρώπη». Όπως το συνόψισε η Daily News, «οι Έλληνες αποτελούν απειλή για τον Αμερικανό εργάτη, όπως και οι Ιάπωνες, οι Ιταλοί κι όλοι οι άλλοι νέοι μετανάστες».

Οι απεργοσπάστες Έλληνες

Στη Νότια Ομάχα στις αρχές του αιώνα είχαν συγκεντρωθεί πολλές επιχειρήσεις επεξεργασίας και συσκευασίας κρέατος. Οι συνθήκες στις οποίες δούλευαν οι εργάτες ήταν εξοντωτικές. Οι εργοδότες δεν σέβονταν την ομοσπονδιακή νομοθεσία σχετικά με το ωράριο, ούτε τις συλλογικές συμβάσεις.

Όταν το 1904 οι εργάτες αποφάσισαν να απεργήσουν με αιτήματα για αύξηση των μισθών και τήρηση του ωραρίου, οι εργοδότες αντεπιτέθηκαν, προσλαμβάνοντας απεργοσπάστες από τους μετανάστες που έρχονταν στις ΗΠΑ κατά κύματα. Οι περισσότεροι ήταν Ιάπωνες, αλλά υπήρχαν κι αρκετοί Έλληνες ανάμεσά τους. Η απεργία απέτυχε, αλλά οι εργάτες αναγκάστηκαν να δουλεύουν δίπλα στους απεργοσπάστες, τους «ανήθικους και αντι-αμερικάνους». Τότε ξεκίνησαν και τα πρώτα άρθρα ενάντια στους ξένους που δέχονταν φτηνά μεροκάματα και έπαιρναν τις δουλειές των Αμερικανών.

Φυσικά οι Έλληνες μετανάστες από την πλευρά τους δεν είχαν ιδέα τι είδους πρόβλημα δημιουργούσαν στους Αμερικανούς εργάτες. Ζούσαν σε μία άλλη καθημερινότητα, απομονωμένοι στην παροικία τους. Εκεί, στα καφενεία και τα ζαχαροπλαστεία Ελλήνων ιδιοκτητών, πίνανε ελληνικό καφέ, διάβαζαν ελληνικές εφημερίδες όπως η Atlantis και η Greek Star (που εκδίδονταν στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο), καυγάδιζαν για την πολιτική ζωή στην Ελλάδα, παίζανε χαρτιά και δεν τους ενδιέφερε να μάθουν αγγλικά ή να ασχοληθούν με την πολιτική και κοινωνική ζωή στις ΗΠΑ. Ήθελαν μόνο να συγκεντρώσουν χρήματα για να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους.

Από τις δύο χιλιάδες περίπου που έμεναν στη πόλη, οι περισσότεροι ήταν νέοι άντρες που ζούσαν τέσσερις και πέντε μαζί σε ένα δωμάτιο για να κάνουν οικονομία. Συνήθως δέχονταν οποιαδήποτε χειρωνακτική δουλειά, με χαμηλό μισθό και οι εργοδότες τούς προτιμούσαν γιατί είχαν την φήμη ότι ήταν υπάκουοι και εργατικοί. Και φυσικά ήταν εξαιρετικά καχύποπτοι απέναντι στους ντόπιους και τις αρχές, που τους θεωρούσαν κατώτερους ως πολίτες.

Η συμπεριφορά τους ήταν φυσικά αιτιολογημένη. «Οι μετανάστες που έφτασαν στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ από την Νότια Ευρώπη ήταν φτωχοί, αγράμματοι και το σκούρο χρώμα του δέρματός τους τους έκανε ανεπιθύμητους σε πολλά μέρη» είχε πει σε συνέντευξη της η Έλεν Παπανικόλας. H ελληνικής καταγωγής ιστορικός, γνωστή εδώ από την βιογραφία της Μια Ελληνική Οδύσσεια στην Αμερικάνικη Δύση, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία, είχε μιλήσει και αυτή για το πογκρόμ της Ομάχα.

«Ο πατέρας μου, που είχε έρθει κι αυτός το 1906, δούλεψε ως απεργοσπάστης. Οι Έλληνες δεν ήξεραν καν τι είναι η απεργία, μόνο κάποιοι ναυτεργάτες και γουναράδες προσπαθούσαν να συνδικαλιστούν. Οι περισσότεροι μετανάστες ήταν από αγροτικές περιοχές που φόρεσαν πρώτη φορά παπούτσια όταν πήγαν στον στρατό. Και να προσθέσουμε ότι τα συνδικάτα που διοικούνταν από Ιρλανδούς δεν τους δέχονταν ως μέλη τους, αλλά και δεν τους βοηθούσαν να καταλάβουν τι σημαίνει σύμβαση εργασίας ή ωράριο, τα απλά δηλαδή εργασιακά δικαιώματα».

Κάπως έτσι οι Έλληνες –όπως και άλλοι μετανάστες, οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες΄- ήταν ένα ευέλικτο εργατικό δυναμικό, που θεωρούσαν ότι ο διευθυντής της επιχείρησης ήταν ο αφέντης τους. Οι Αμερικανοί πίστευαν ότι αυτοί οι ξένοι έπαιρναν εντολές από μυστηριώδη κέντρα εξουσίας πέρα από τον ωκεανό, ώστε κάποια στιγμή όταν θα γίνονταν πολλοί θα αψηφούσαν τους νόμους και θα αποπλανούσαν τα κορίτσια τους, καταστρέφοντας τη λευκή προτεσταντική Αμερική. «Στην περίπτωση του πογκρόμ στη Νότια Ομάχα», συνέχιζε η ιστορικός, «συνέβησαν και τα δύο. Ένας σκουρόχρωμος ξένος κυκλοφορούσε με μία λευκή και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες σκότωσε έναν ντόπιο αστυνομικό. Οπότε οι Αμερικανοί θεώρησαν ότι οι φόβοι τους έγιναν πραγματικότητα, πρώτα πανικοβλήθηκαν, έπειτα εξοργίστηκαν και τέλος έκαψαν την ελληνική παροικία κι έδιωξαν τους μετανάστες – τους βρωμοέλληνες».

Πηγή: insidestory.gr

33