Στη Λισαβόνα, με αφορμή την ολοκλήρωση της ανακαίνισης του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (MAC/CCB), η διοίκηση του μουσείου αποφάσισε να ανατρέψει το παραδοσιακό πρωτόκολλο των εγκαινίων, που συνήθως φυλάσσεται για την πολιτική ηγεσία, τους πλούσιους δωρητές και την καλλιτεχνική ελίτ, επιλέγοντας να ανοίξει τις πόρτες του πρώτα για τους εργάτες που το έχτισαν. Οικοδόμοι, τεχνικοί, συντηρητές και βοηθοί εργαστηρίων, πολλοί εκ των οποίων είναι μετανάστες που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του κατασκευαστικού κλάδου στην Πορτογαλία, ξεναγήθηκαν στους νέους χώρους ως επίσημοι προσκεκλημένοι, βλέποντας το αποτέλεσμα του μόχθου τους μεταμορφωμένο σε χώρο πολιτισμού.
Η πρωτοβουλία αυτή στοχεύει στην ανάδειξη της «αόρατης» εργασίας που απαιτείται για τη δημιουργία κάθε μεγάλου δημόσιου έργου. Σε μια εποχή που οι εργαζόμενοι στα εργοτάξια αντιμετωπίζονται συχνά ως αναλώσιμα εξαρτήματα της εργολαβικής αλυσίδας, η απόδοση τιμής στους δημιουργούς του κτιρίου αποτελεί μια πράξη αναγνώρισης της υλικής βάσης πάνω στην οποία στηρίζεται ο πολιτισμός. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι που ίδρωσαν για να τοποθετήσουν τα θεμέλια και τα μάρμαρα έγιναν οι πρώτοι θεατές των εκθεμάτων, σπάει τους παραδοσιακούς κοινωνικούς φραγμούς που θέλουν τα μουσεία σύγχρονης τέχνης να είναι χώροι αποκλειστικά για τις ανώτερες τάξεις.
Ταυτόχρονα, η κίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν αναλογιστεί κανείς τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού στις κατασκευές, όπου το μεταναστευτικό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Η δημόσια πρόσκληση αυτών των ανθρώπων ως τιμώμενων προσώπων λειτουργεί ως απάντηση στον αποκλεισμό και την ξενοφοβία, υπενθυμίζοντας ότι οι πόλεις μας χτίζονται από τα χέρια εκείνων που συχνά η κοινωνία αρνείται να δει. Η Λισαβόνα έδειξε ότι ο πολιτισμός δεν ξεκινά από την τοποθέτηση του πρώτου πίνακα, αλλά από την πρώτη σκαλωσιά, και ότι η αξιοπρέπεια στην εργασία είναι η κορυφαία καλλιτεχνική αξία.
Η είδηση από την Πορτογαλία αποτελεί μια σπάνια στιγμή δικαίωσης για την εργατική τάξη και μια υπενθύμιση ότι οι υποδομές και τα μουσεία δεν ανήκουν στους επενδυτές, αλλά στους ανθρώπους που υλοποίησαν το έργο. Σε έναν κόσμο όπου οι εργάτες στοιβάζονται σε επισφαλή εργοτάξια χωρίς δικαιώματα, το να επισκέπτονται πρώτοι το έργο τους επιστρέφει την αξιοπρέπεια στον πραγματικό δημιουργό. Αυτό το «άνοιγμα» πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα για κάθε διεκδίκηση: ο πολιτισμός είναι κοινή περιουσία και οι εργαζόμενοι, ντόπιοι και μετανάστες, είναι οι νόμιμοι οικοδεσπότες του.






