Η παράδοση του Οκτώβρη του 1917

Η παράδοση του Οκτώβρη του 1917

Screenshot_63

Η Δεξιά ισχυρίζεται ότι η επανάσταση του 1917 ήταν ένα αντιδημοκρατικό πραξικόπημα που αποδεικνύει ότι οι επαναστάσεις οδηγούν στην τυραννία και ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στην κοινωνία όπου ζούμε σήμερα. Όμως, στα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, παρόμοια επιχειρήματα γίνονταν όλο και περισσότερο αποδεκτά και από ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, ενός τμήματος που πίστευε ότι το αποτυχημένο «σοβιετικό» κράτος ενσωμάτωνε την κληρονομιά της Επανάστασης του 1917. Κάποιοι κατάληξαν στο ότι το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι μερικές ήπιες μεταρρυθμίσεις του υπάρχοντος συστήματος, άλλοι ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να αλλάξουμε την κοινωνία, τρόπο που όμως δε θα προϋποθέτει την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Κάθε άλλο παρά αντιδημοκρατική, η Ρωσική Επανάσταση ήταν το πρώτο παράδειγμα στην ιστορία, όπου εργαζόμενοι πήραν στα χέρια τους τον έλεγχο της χώρας που ζούσαν. Η επανάσταση επομένως ανέδειξε την προοπτική ενός πολύ διαφορετικού και πολύ πιο δημοκρατικού είδους κοινωνίας. Η τραγωδία ήταν ότι αυτή η προοπτική δεν έγινε ποτέ πλήρως κατανοητή, γιατί μέσα σε λίγα χρόνια η επανάσταση είχε, ουσιαστικά, ηττηθεί. Η κατοπινή ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης αντιπροσωπεύει όχι τη συνέχιση της επανάστασης, αλλά την άρνηση όλων όσων εκπροσωπούσε η επανάσταση.

 
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το 1917 υπήρ­ξαν δύο επα­να­στά­σεις στη Ρωσία. Η πρώτη έγινε τον Φε­βρουά­ριο (Μάρ­τιο με το νέο ημε­ρο­λό­γιο) ως απο­τέ­λε­σμα της κα­τα­στρο­φι­κής συμ­με­το­χής της Ρω­σί­ας στον Α’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο και της ου­σια­στι­κής κα­τάρ­ρευ­σης της ρω­σι­κής οι­κο­νο­μί­ας. Το παλιό τσα­ρι­κό κα­θε­στώς σα­ρώ­θη­κε από μια με­γά­λη εξέ­γερ­ση ερ­γα­τών, αγρο­τών και στρα­τιω­τών, που ξέ­σπα­σε την Πα­γκό­σμια Ημέρα της Γυ­ναί­κας και με επι­κε­φα­λής τις ερ­γά­τριες της υφα­ντουρ­γί­ας στην Πε­τρού­πο­λη.
 
«Οι ερ­γα­ζό­με­νες γυ­ναί­κες», έγρα­ψε ένας αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας, «οδη­γη­μέ­νες στην από­γνω­ση από την πείνα και τον πό­λε­μο, πα­ρου­σιά­στη­καν σαν την κα­ται­γί­δα που κα­τα­στρέ­φει τα πάντα στο διάβα της με τη σφο­δρό­τη­τα των δυ­νά­με­ων της φύσης».
 
Αλλά ενώ το πα­λαιό κα­θε­στώς κα­τέρ­ρευ­σε, δεν συ­νέ­βη το ίδιο με την παλιά τα­ξι­κή δομή. Αυτό αντι­κα­το­πτρι­ζό­ταν στην προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση που συ­στά­θη­κε μετά την πτώση του τσά­ρου. Ο σκο­πός της ήταν να κι­νη­θεί προς την κα­τεύ­θυν­ση της πε­ριο­ρι­σμέ­νης συ­νταγ­μα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, όπως αυτής που υπάρ­χει σή­με­ρα στις χώρες του κα­πι­τα­λι­σμού. Οι μάζες θα μπο­ρού­σαν να συμ­με­τέ­χουν σε εκλο­γι­κές τε­λε­τές κάθε λίγα χρό­νια, αλλά η πραγ­μα­τι­κή εξου­σία θα πα­ρέ­με­νε στα χέρια της μι­κρής μειο­ψη­φί­ας που έλεγ­χε τον πλού­το της χώρας.
 
Για αρ­κε­τούς μήνες υπήρ­χε μια εύ­θραυ­στη ισορ­ρο­πία δυ­νά­με­ων. Στην ύπαι­θρο, όπου ζούσε η πλειο­νό­τη­τα του πλη­θυ­σμού της Ρω­σί­ας, εξα­θλιω­μέ­νοι αγρό­τες άρ­χι­σαν να κα­τα­λαμ­βά­νουν τις πε­ριου­σί­ες των γαιο­κτη­μό­νων και να τις μοι­ρά­ζο­νται. Στις πό­λεις, η πάλη διε­ξα­γό­ταν ανά­με­σα στις νέες τά­ξεις που είχαν ανα­δυ­θεί, ως απο­τέ­λε­σμα της προ­σπά­θειας της Ρω­σί­ας να ει­σέλ­θει στον 20ό αιώνα με τη γρή­γο­ρη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση: από τη μια πλευ­ρά οι κα­πι­τα­λι­στές, που έκα­ναν τε­ρά­στιες πε­ριου­σί­ες από τα με­γά­λα νέα ερ­γο­στά­σια, από την άλλη, μια μικρή αλλά εξαι­ρε­τι­κά ισχυ­ρή ερ­γα­τι­κή τάξη που είχε δη­μιουρ­γη­θεί στα ίδια αυτά ερ­γο­στά­σια.
 
Στην επα­νά­στα­ση του 1905, οι ερ­γά­τες, είχαν προ­κα­λέ­σει την πα­λαιά τάξη πραγ­μά­των, με μια σειρά μα­ζι­κών απερ­γιών, αλλά ήρθαν αντι­μέ­τω­ποι με έναν στρα­τό αγρο­τών που πα­ρέ­με­ναν πι­στοί στον τσάρο. Τα πρώτα χρό­νια μετά την ήττα της Επα­νά­στα­σης του 1905, το ρω­σι­κό κρά­τος υιο­θέ­τη­σε νέα, αυ­ξη­μέ­να μέτρα κα­τα­στο­λής. Αλλά οι ερ­γά­τες έμα­θαν από αυτήν την εμπει­ρία ότι ήταν ικα­νοί να δια­χει­ρι­στούν την κα­θη­με­ρι­νή λει­τουρ­γία της κοι­νω­νί­ας κα­λύ­τε­ρα από τους ηγε­μό­νες τους.
 
Στην Πε­τρού­πο­λη το 1905, ορ­γά­νω­σαν το δικό τους συμ­βού­λιο ερ­γα­τών, ή «σο­βιέτ», που απαρ­τι­ζό­ταν από αντι­προ­σώ­πους εκλεγ­μέ­νους από τους χώ­ρους ερ­γα­σί­ας σε ολό­κλη­ρη την πόλη. Το σο­βιέτ αρ­χι­κά ασχο­λή­θη­κε με τα οι­κο­νο­μι­κά ζη­τή­μα­τα, αλλά σύ­ντο­μα άρ­χι­σε να ορ­γα­νώ­νει πο­λι­τι­κές απερ­γί­ες για να υπε­ρα­σπι­στεί τους στα­σια­στές ναύ­τες που κιν­δύ­νευαν να εκτε­λε­στούν. Ο 26χρο­νος Λέων Τρό­τσκι, εκλεγ­μέ­νος επι­κε­φα­λής του σο­βιέτ της Πε­τρού­πο­λης το 1905, έδωσε την ακό­λου­θη πε­ρι­γρα­φή των δρά­σε­ων του σο­βιέτ:
 
Τα Σο­βιέτ είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το έμ­βρυο της επα­να­στα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης. Ορ­γα­νώ­νει πε­ρι­πό­λους στους δρό­μους για να εξα­σφα­λί­σει την προ­στα­σία των πο­λι­τών … Παίρ­νει τον έλεγ­χο … των τα­χυ­δρο­μεί­ων, του τη­λέ­γρα­φου και των σι­δη­ρο­δρό­μων. Κα­τα­βά­λουν προ­σπά­θεια να ει­σα­χθεί το οκτά­ω­ρο … Το πρώτο κύμα της επό­με­νης επα­νά­στα­σης θα φέρει τη δη­μιουρ­γία των Σο­βιέτ σε ολό­κλη­ρη τη χώρα.
 
Μετά τη Φε­βρουα­ρια­νή Επα­νά­στα­ση του 1917, τα σο­βιέτ εμ­φα­νί­στη­καν πα­ντού στη Ρωσία. Τους επό­με­νους μήνες ανα­πτύ­χθη­κε μια κα­τά­στα­ση «δυα­δι­κής εξου­σί­ας», ανά­με­σα στα σο­βιέτ και την προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση. Είτε οι προ­νο­μιού­χες τά­ξεις θα έπαιρ­ναν τον έλεγ­χο της πα­λαιάς κρα­τι­κής μη­χα­νής και τα σο­βιέτ τε­λι­κά θα συ­ντρί­βο­νταν, είτε τα σο­βιέτ θα σχη­μά­τι­ζαν το θε­μέ­λιο μιας νέας κοι­νω­νί­ας που θα κα­τέ­στρε­φε τον παλιό κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό και θα ανέ­τρε­πε την παλιά κυ­ρί­αρ­χη τάξη.
 
Η ρήξη ήρθε τον Οκτώ­βρη. Η προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση είχε απο­λέ­σει κάθε αξιο­πι­στία στα μάτια της με­γά­λης πλειο­ψη­φί­ας. Ήταν ανί­κα­νη να δώσει στους ερ­γά­τες και τους αγρό­τες αυτό που ήθε­λαν: ει­ρή­νη, ψωμί και γη. Αυτές ήταν οι συν­θή­κες που επέ­τρε­ψαν στο Κόμμα των Μπολ­σε­βί­κων, με την ηγε­σία του Λένιν και του Τρό­τσκι, να πρω­τα­γω­νι­στή­σει σε μια δεύ­τε­ρη επα­νά­στα­ση που εκτό­πι­σε την παλιά κυ­ρί­αρ­χη τάξη.
 
Τα σο­βιέτ απο­τέ­λε­σαν τη βάση για μια νέα επα­να­στα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση, που αντι­στοι­χού­σε σε ένα σύ­στη­μα πολύ πιο δη­μο­κρα­τι­κό από οποιο­δή­πο­τε άλλο είχε εμ­φα­νι­στεί προη­γου­μέ­νως ή από οποιο­δή­πο­τε άλλο υπάρ­χει σή­με­ρα. «Ποτέ άλ­λο­τε δεν υπήρ­ξε πο­λι­τι­κό σώμα με με­γα­λύ­τε­ρη ευαι­σθη­σία και πιο άμεση αντα­πό­κρι­ση στη λαϊκή θέ­λη­ση», έγρα­ψε ο Αμε­ρι­κα­νός δη­μο­σιο­γρά­φος Τζον Ριντ, που έγινε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας της δρά­σης των σο­βιέτ. «Και αυτό ήταν απα­ραί­τη­το, αφού σε και­ρούς επα­νά­στα­σης η λαϊκή θέ­λη­ση με­τα­βάλ­λε­ται πολύ γρή­γο­ρα».
 
Οι εκλεγ­μέ­νοι αντι­πρό­σω­ποι στα σο­βιέτ ήταν ανα­κλη­τοί και έπρε­πε να λο­γο­δο­τούν τα­κτι­κά στις μα­ζι­κές ερ­γα­τι­κές συ­νε­λεύ­σεις. Η μάζα του πλη­θυ­σμού λάμ­βα­νε μέρος στη δια­δι­κα­σία λήψης των απο­φά­σε­ων, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ δυ­να­τό στις κα­πι­τα­λι­στι­κές κοι­νω­νί­ες.
 
Την εποχή που οι μπολ­σε­βί­κοι πρω­το­στά­τη­σαν στην πρώτη σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση, πε­ρί­που ένας ερ­γά­της στους δέκα ήταν μέλος του κόμ­μα­τος. Με δε­δο­μέ­νη τη με­γά­λη υπο­στή­ρι­ξη στους μπολ­σε­βί­κους, δεν μας εκ­πλήσ­σει το γε­γο­νός ότι το πα­λαιό κα­θε­στώς κα­τέρ­ρευ­σε σαν πύρ­γος από τρα­που­λό­χαρ­τα. Ο Μάρ­τοφ, ηγε­τι­κό στέ­λε­χος των μεν­σε­βί­κων, κύ­ριων πο­λι­τι­κών αντι­πά­λων των μπολ­σε­βί­κων μέσα στην αρι­στε­ρά, έγρα­ψε τότε: «Κα­τα­λά­βε­τε, σας πα­ρα­κα­λώ, ότι αυτό που έχου­με μπρο­στά μας εντέ­λει είναι η νι­κη­φό­ρα εξέ­γερ­ση του προ­λε­τα­ριά­του ‒σχε­δόν ολό­κλη­ρο το προ­λε­τα­ριά­το υπο­στη­ρί­ζει τον Λένιν και προσ­δο­κά την κοι­νω­νι­κή του απε­λευ­θέ­ρω­ση μέσω της εξέ­γερ­σης».
 
Η επα­νά­στα­ση ξε­κί­νη­σε και κα­θο­δη­γή­θη­κε από την ορ­γα­νω­μέ­νη ερ­γα­τι­κή τάξη, τρα­βώ­ντας πίσω της, τις αγρο­τι­κές μάζες. Χωρίς την υπο­στή­ρι­ξη των εκα­τομ­μυ­ρί­ων αγρο­τών μέσα στον στρα­τό, οι ερ­γά­τες θα είχαν συ­ντρι­βεί, όπως το 1905. Επει­δή ο ξε­ση­κω­μός των ερ­γα­τών επέ­τρε­ψε στους αγρό­τες να κα­τα­λά­βουν και να κρα­τή­σουν τη γη, οι αγρό­τες δέ­χτη­καν τη νέα εξου­σία των σο­βιέτ και την ηγε­σία των μπολ­σε­βί­κων, που πλειο­ψη­φού­σαν πλέον στα σο­βιέτ.
 
Για πρώτη φορά στην ιστο­ρία οι ερ­γά­τες πήραν την κρα­τι­κή εξου­σία σε μια χώρα, και φά­νη­κε ότι ξη­μέ­ρω­νε μια νέα εποχή στην αν­θρώ­πι­νη ιστο­ρία. Ο Ιτα­λός επα­να­στά­της Αντό­νιο Γκράμ­σι, δια­κή­ρυσ­σε εκεί­νη την εποχή: «Η Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση είναι ο θρί­αμ­βος της ελευ­θε­ρί­ας … δη­μιουρ­γώ­ντας για τον εαυτό της ένα προς ένα τα όρ­γα­να που χρειά­ζε­ται η νέα κοι­νω­νι­κή ζωή».
 
Όταν πήραν την εξου­σία, οι μπολ­σε­βί­κοι αμέ­σως νο­μι­μο­ποί­η­σαν την κα­τά­λη­ψη της γης από τους αγρό­τες στην ύπαι­θρο και ανα­κοί­νω­σαν ότι τα ερ­γο­στά­σια θα ελέγ­χο­νταν από τους ερ­γά­τες. Για να κα­τα­στεί σαφές ότι οι απο­φά­σεις δεν ήταν απλές υπο­σχέ­σεις μιας ιδιο­τε­λούς ελίτ, ανα­κοι­νώ­θη­κε ότι οι κυ­βερ­νη­τι­κοί αξιω­μα­τού­χοι θα λάμ­βα­ναν τον μέσο μισθό του ει­δι­κευ­μέ­νου βιο­μη­χα­νι­κού ερ­γά­τη.
 
Η νέα κυ­βέρ­νη­ση κα­τάρ­γη­σε τη θα­να­τι­κή ποινή. Ανα­κοί­νω­σε το δια­χω­ρι­σμό του κρά­τους και της εκ­παί­δευ­σης από την εκ­κλη­σία και κα­θιέ­ρω­σε πλήρη θρη­σκευ­τι­κή ελευ­θε­ρία, τερ­μα­τί­ζο­ντας τη νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη κα­τα­πί­ε­ση των Εβραί­ων και των άλλων θρη­σκευ­τι­κών μειο­νο­τή­των. Η παι­δεία έγινε δω­ρε­άν για όλους και ξε­κί­νη­σε μια μα­ζι­κή εκ­στρα­τεία κατά του αναλ­φα­βη­τι­σμού. Οι χώρες της πα­λαιάς Ρω­σι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας απέ­κτη­σαν το δι­καί­ω­μα της αυ­το­διά­θε­σης. Όλη η παλιά νο­μο­θε­σία που είχε χρη­σι­μεύ­σει για την κα­τα­πί­ε­ση των γυ­ναι­κών ανα­τρά­πη­κε. Οι ίσες αμοι­βές κα­θιε­ρώ­θη­καν με νόμο. Οι γάμοι μπο­ρού­σαν να λυ­θούν ύστε­ρα από αί­τη­μα οποιου­δή­πο­τε από τους συ­ζύ­γους. Στα μη νό­μι­μα παι­διά δό­θη­καν ίσα δι­καιώ­μα­τα με τα παι­διά εντός γάμου. Όλοι οι νο­μι­κοί πε­ριο­ρι­σμοί για τις αμ­βλώ­σεις κα­ταρ­γή­θη­καν. Το κρά­τος προ­σέ­φε­ρε κοι­νω­νι­κή προ­στα­σία στις μη­τέ­ρες και στα παι­διά τους, ιδρύ­ο­ντας στέ­γες μη­τρό­τη­τας και δω­ρε­άν παι­δι­κούς σταθ­μούς. Το πιο ση­μα­ντι­κό, γυ­ναι­κεία τμή­μα­τα δη­μιουρ­γή­θη­καν σε όλες τις πε­ριο­χές της χώρας με σκοπό να ορ­γα­νώ­σουν τις γυ­ναί­κες για να παί­ξουν ενερ­γό ρόλο στην αλ­λα­γή της κοι­νω­νί­ας. Σύμ­φω­να με τον Βρε­τα­νό συγ­γρα­φέα Κόλιν Γουίλ­σον, «οι αγρό­τισ­σες τρα­γου­δού­σαν τρα­γού­δια που μι­λού­σαν για το πώς θα χώ­ρι­ζαν τους συ­ζύ­γους τους αν τις χτυ­πού­σαν».
 
Η ομο­φυ­λο­φι­λία έπαψε να θε­ω­ρεί­ται έγκλη­μα και όλες οι ερω­τι­κές πρα­κτι­κές αφαι­ρέ­θη­καν από τον ποι­νι­κό κώ­δι­κα. Ο διευ­θυ­ντής του Ιν­στι­τού­του της Μό­σχας για τη Σε­ξουα­λι­κή Υγιει­νή, δό­κτωρ Γκρι­γκό­ρι Μπάτ­κις, πε­ριέ­γρα­ψε τη νέα προ­σέγ­γι­ση:
 
Η σο­βιε­τι­κή νο­μο­θε­σία … δια­κη­ρύσ­σει την από­λυ­τη μη ανά­μει­ξη του κρά­τους και της κοι­νω­νί­ας σε σε­ξουα­λι­κά ζη­τή­μα­τα, εφό­σον δεν θί­γο­νται τα συμ­φέ­ρο­ντα κα­νε­νός. Όσον αφορά την ομο­φυ­λο­φι­λία, τη σο­δο­μία και διά­φο­ρες άλλες μορ­φές σε­ξουα­λι­κής ικα­νο­ποί­η­σης που η ευ­ρω­παϊ­κή νο­μο­θε­σία θε­ω­ρεί προ­σβο­λές των δη­μο­σί­ων ηθών, η σο­βιε­τι­κή νο­μο­θε­σία τις αντι­με­τω­πί­ζει ακρι­βώς όπως τη λε­γό­με­νη «φυ­σιο­λο­γι­κή» συ­νεύ­ρε­ση.
 
Η ζω­τι­κό­τη­τα της νέας κοι­νω­νί­ας αντι­κα­το­πτρι­ζό­ταν στην πολύ με­γά­λη καλ­λι­τε­χνι­κή δρα­στη­ριό­τη­τά της. Υπήρ­ξε άν­θη­ση των ει­κα­στι­κών τε­χνών, του θε­ά­τρου, του κι­νη­μα­το­γρά­φου και της λο­γο­τε­χνί­ας. Ο Βι­κτόρ Σερζ, αναρ­χο­συν­δι­κα­λι­στής που προ­σχώ­ρη­σε στο Κόμμα των Μπολ­σε­βί­κων λίγο μετά την επα­νά­στα­ση, πε­ριέ­γρα­ψε αυτές τις πλευ­ρές της άν­θη­σης στο βι­βλίο του Έτος Πρώτο της Ρω­σι­κής Επα­νά­στα­σης:
 
Με­γά­λη δίψα για γνώση προ­έ­κυ­ψε σ’ ολό­κλη­ρη τη χώρα και εμ­φα­νί­στη­καν πα­ντού νέα σχο­λεία, μα­θή­μα­τα ενη­λί­κων, πα­νε­πι­στή­μια και ερ­γα­τι­κές σχο­λές. Ανα­ρίθ­μη­τες νέες πρω­το­βου­λί­ες έφε­ραν στο προ­σκή­νιο τη δι­δα­σκα­λία ανή­κου­στων, εντε­λώς ανε­ξε­ρεύ­νη­των γνω­στι­κών πε­δί­ων. Αυτή την πε­ρί­ο­δο επί­σης τα μου­σεία εμπλου­τί­στη­καν με ιδιω­τι­κές συλ­λο­γές που είχαν δη­μευ­θεί: η εν λόγω δή­μευ­ση καλ­λι­τε­χνι­κού πλού­του έγινε με με­γά­λη τι­μιό­τη­τα και φρο­ντί­δα. Ούτε ένα έργο, ανε­ξαρ­τή­τως της ση­μα­σί­ας του, δεν χά­θη­κε.
 
Σε μια μόνο χώρα;
 
Τα βή­μα­τα που έγι­ναν τους πρώ­τους μήνες και τα πρώτα χρό­νια της επα­νά­στα­σης ήταν εντυ­πω­σια­κά. Ωστό­σο, όπως είχε επι­ση­μά­νει ο Μαρξ, οι άν­θρω­ποι δεν φτιά­χνουν την ιστο­ρία μέσα σε συν­θή­κες δικής τους επι­λο­γής. Οι προη­γού­με­νοι σο­σια­λι­στές δεν ανέ­με­ναν ότι οι ερ­γά­τες θα κα­τα­λάμ­βα­ναν την εξου­σία σε μια χώρα όπως η Ρωσία του 1917. Πε­ρί­με­ναν ότι η επα­νά­στα­ση θα γι­νό­ταν στις οι­κο­νο­μι­κά ανε­πτυγ­μέ­νες χώρες της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης και της Βό­ρειας Αμε­ρι­κής, όπου υπήρ­χε υψηλή πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα, προηγ­μέ­νη τε­χνο­λο­γία και ει­δι­κευ­μέ­νο ερ­γα­τι­κό δυ­να­μι­κό.
 
Αντί­θε­τα, η Ρωσία είχε μόλις αρ­χί­σει τη δύ­σκο­λη προ­σπά­θεια να βγει από τον Με­σαί­ω­να. Ο πό­λε­μος έκανε τα πράγ­μα­τα ακόμα χει­ρό­τε­ρα, καθώς είχε κα­τα­στρέ­ψει με­γά­λο μέρος της οι­κο­νο­μί­ας της χώρας, αφή­νο­ντας τους σι­δη­ρο­δρό­μους, τις επι­κοι­νω­νί­ες και τη βιο­μη­χα­νία να πα­ρα­παί­ουν. Το κα­λο­καί­ρι του 1918 είχε ξε­σπά­σει επι­δη­μία χο­λέ­ρας στην Πε­τρού­πο­λη και είχε εξα­πλω­θεί λιμός. Ταυ­τό­χρο­να, αντε­πα­να­στα­τι­κά στοι­χεία άρ­χι­σαν να βιαιο­πρα­γούν. Μια δο­λο­φο­νι­κή από­πει­ρα κατά του Λένιν τον άφησε βαριά τραυ­μα­τι­σμέ­νο.
 
Τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρό­τσκι ήταν σα­φείς ότι χωρίς διε­θνή υπο­στή­ρι­ξη η επα­νά­στα­ση δεν θα μπο­ρού­σε να επι­ζή­σει στη Ρωσία, όπου η ερ­γα­τι­κή τάξη απο­τε­λού­σε λι­γό­τε­ρο από το 2% του συ­νο­λι­κού πλη­θυ­σμού. Η ίδρυ­ση σο­σια­λι­στι­κών δη­μο­κρα­τιών σε ανε­πτυγ­μέ­νες χώρες όπως η Γερ­μα­νία και η Γαλ­λία ήταν ου­σιώ­δης. Αυτές θα μπο­ρού­σαν να στεί­λουν τρα­κτέρ και μη­χα­νή­μα­τα για να βοη­θή­σουν τη γρή­γο­ρη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση της Ρω­σί­ας. Δια­φο­ρε­τι­κά θα βά­θαι­νε η κρίση, θα εμ­φα­νί­ζο­νταν πε­ρισ­σό­τε­ρες ελ­λεί­ψεις και τε­λι­κά οι αγρό­τες θα έπαυαν να υπο­στη­ρί­ζουν το σο­βιε­τι­κό κρά­τος. Ο Λένιν έθεσε τα ζη­τή­μα­τα ψυχρά τον Μάρ­τιο του 1919: «Η από­λυ­τη αλή­θεια είναι ότι χωρίς την επα­νά­στα­ση στη Γερ­μα­νία θα χα­θού­με».
 
Η πίστη στη δυ­να­τό­τη­τα της διε­θνούς επα­νά­στα­σης δεν ήταν μια απλή φα­ντα­σί­ω­ση. Εκα­τομ­μύ­ρια ερ­γά­τες σε ολό­κλη­ρο τον κόσμο είχαν αντλή­σει έμπνευ­ση από το κου­ρά­γιο και το όραμα των μπολ­σε­βί­κων. Μια ηγε­τι­κή αγω­νι­στι­κή φυ­σιο­γνω­μία από τη Βρε­τα­νία έγρα­ψε αρ­γό­τε­ρα για τον αντί­κτυ­πο των γε­γο­νό­των της Ρω­σί­ας:
 
Τον Νο­έμ­βριο του 1917, όταν έφτα­σαν τα νέα για τη Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση, κάθε επα­να­στά­της ερ­γά­της ένιω­σε ρίγη συ­γκί­νη­σης … Ρί­χτη­κα σε οτι­δή­πο­τε είχε να κάνει με τη Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση, και η επί­γνω­ση ότι ερ­γά­τες σαν και μένα και σαν όλους τους άλ­λους γύρω μου είχαν πάρει την εξου­σία, είχαν νι­κή­σει την τάξη των αφε­ντι­κών, με κρα­τού­σε σε κα­τά­στα­ση αυ­ξα­νό­με­νου εν­θου­σια­σμού.
 
Στη Γερ­μα­νία και την Αυ­στρία, η μο­ναρ­χία κα­τέρ­ρευ­σε και δη­μιουρ­γή­θη­καν συμ­βού­λια ερ­γα­τών, στρα­τιω­τών και ναυ­τών. Στην Ουγ­γα­ρία, τη Βαυα­ρία, τη Φιν­λαν­δία και τη Λε­το­νία, ήρθαν για λίγο στην εξου­σία σο­βιε­τι­κές κυ­βερ­νή­σεις. Ο Οθω­μα­νός σουλ­τά­νος ανα­τρά­πη­κε. Στην Ιτα­λία υπήρ­ξε το κύμα των ερ­γο­στα­σια­κών κα­τα­λή­ψε­ων. Το ιρ­λαν­δι­κό εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό κί­νη­μα πο­λέ­μη­σε τον βρε­τα­νι­κό στρα­τό στα ίσα, και στην ίδια τη Βρε­τα­νία υπήρ­ξε μια τε­ρά­στια άνο­δος του ερ­γα­τι­κού ακτι­βι­σμού, με ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια να ιδρύ­ο­νται για λίγο στη Γλα­σκό­βη. Στη Βό­ρεια Αμε­ρι­κή υπήρ­ξαν γε­νι­κές απερ­γί­ες στο Σιάτλ και το Γουί­νι­πεγκ. Αλλά κα­νέ­να από αυτά τα κι­νή­μα­τα δεν ήταν τόσο ορ­γα­νω­μέ­νο ώστε να διεκ­δη­κή­σει την εξου­σία για λο­γα­ρια­σμό της ερ­γα­τι­κής τάξης. Που­θε­νά αλλού εκτός από τη Ρωσία δεν είχε χτι­στεί εκ των προ­τέ­ρων ένα πει­θαρ­χη­μέ­νο, επα­να­στα­τι­κό κόμμα όπως των μπολ­σε­βί­κων.
 
Η ήττα αυτού του πρώ­του κύ­μα­τος επα­να­στα­τι­κής δρά­σης που ακο­λού­θη­σε τη Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση, δεν σή­μαι­νε ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός βρι­σκό­ταν εκτός κιν­δύ­νου. Σε όλο τον κόσμο ιδρύ­θη­καν κο­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα που επι­δί­ω­καν την επα­να­στα­τι­κή κα­τά­λη­ψη της εξου­σί­ας, και το 1919 οι μπολ­σε­βί­κοι ίδρυ­σαν την Τρίτη (Κο­μου­νι­στι­κή) Διε­θνή (Κο­μι­ντέρν) για να τα ενώ­σουν. Η Κο­μι­ντέρν ζη­τού­σε την αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή συμ­μα­χία των εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών και αντια­ποι­κια­κών εξε­γέρ­σε­ων με τη Σο­βιε­τι­κή Ρωσία και με τα ερ­γα­τι­κά κι­νή­μα­τα που αντι­μά­χο­νταν τον κα­πι­τα­λι­σμό.
 
Ασφα­λώς δεν αρ­κού­σε να πε­ρι­μέ­νουν οι μπολ­σε­βί­κοι την επα­νά­στα­ση σε άλλες χώρες. Το 1918, εί­κο­σι δύο ξένοι στρα­τοί από χώρες όπως οι Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες, η Βρε­τα­νία και η Γαλ­λία, ει­σέ­βα­λαν στη Ρωσία και ενί­σχυ­σαν τον Λευκό Στρα­τό της απο­κα­θη­λω­μέ­νης κυ­ρί­αρ­χης τάξης. Η σο­βιε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση ανα­γκά­στη­κε να δια­θέ­σει όλους τους πό­ρους της για την άμυνα της ερ­γα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας.
 
Ο επα­να­στα­τι­κός Κόκ­κι­νος Στρα­τός, υπό την ηγε­σία του Τρό­τσκι, εντέ­λει νί­κη­σε τις δυ­νά­μεις της αντε­πα­νά­στα­σης, αλλά με τε­ρά­στιες αν­θρώ­πι­νες και υλι­κές απώ­λειες. Τον Μάη του 1919, η ρω­σι­κή βιο­μη­χα­νία είχε πε­ριο­ρι­στεί στο 10% του κα­νο­νι­κού της εφο­δια­σμού σε καύ­σι­μα. Η πα­ρα­γω­γή βιο­μη­χα­νι­κών αγα­θών είχε πέσει στο 13% του ήδη χα­μη­λού επι­πέ­δου του 1913. Εβδο­μή­ντα εννέα τοις εκατό του σι­δη­ρο­δρο­μι­κού συ­στή­μα­τος ήταν εκτός λει­τουρ­γί­ας. Πολλά βα­σι­κά κα­τα­να­λω­τι­κά αγαθά ήταν απρό­σι­τα.
 
Ο αριθ­μός των ερ­γα­τών στις πό­λεις έπεσε από 3 εκα­τομ­μύ­ρια σε 1,25 εκα­τομ­μύ­ρια. Χι­λιά­δες αφο­σιω­μέ­νοι μα­χη­τές της ερ­γα­τι­κής τάξης πέ­θα­ναν στον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Ο ιστο­ρι­κός Ε.Χ. Καρ ανα­φέ­ρει ότι η έλ­λει­ψη τρο­φί­μων οδή­γη­σε σε «μα­ζι­κή φυγή των βιο­μη­χα­νι­κών ερ­γα­τών από τις πό­λεις και επι­στρο­φή στην κα­τά­στα­ση του αγρό­τη». Μέχρι το 1921, η Πε­τρού­πο­λη είχε απο­λέ­σει το 57,5% του συ­νο­λι­κού της πλη­θυ­σμού και η Μόσχα το 44,5%.
 
Ό,τι είχε κερ­δί­σει η επα­νά­στα­ση κιν­δύ­νευε να το χάσει λόγω έλ­λει­ψης πόρων. Ο ιστο­ρι­κός Κέβιν Μέρφι έδει­ξε ότι σε ορι­σμέ­να ερ­γο­στά­σια οι ερ­γά­τες δια­τή­ρη­σαν σε ση­μα­ντι­κό βαθμό τον έλεγ­χο της πα­ρα­γω­γής μέχρι το 1927, κερ­δί­ζο­ντας τα­κτι­κές μι­σθο­λο­γι­κές αυ­ξή­σεις. Αλλά σε άλλα, η ερ­γα­τι­κή εξου­σία κα­τέ­λη­ξε να απο­τε­λεί αφη­ρη­μέ­νο σύν­θη­μα, ενώ τα σο­βιέτ έγι­ναν κάτι λίγο πα­ρα­πά­νω από χώροι συ­ζή­τη­σης. Από το 1919 και για πε­ρισ­σό­τε­ρους από δε­κα­ο­κτώ μήνες δεν έγι­ναν εκλο­γές στο Σο­βιέτ της Μό­σχας.
 
Μέσα στις δύ­σκο­λες συν­θή­κες του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου και των συ­νε­πειών του, οι μπολ­σε­βί­κοι ένιω­σαν υπο­χρε­ω­μέ­νοι να θέ­σουν εκτός νόμου τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα που επέ­κρι­ναν την επα­νά­στα­ση, ορι­σμέ­να εκ των οποί­ων είχαν τα­χθεί ανοι­χτά στο πλευ­ρό της αντε­πα­νά­στα­σης. Αυτή η διά­βρω­ση της δη­μο­κρα­τί­ας ήταν άμεσο απο­τέ­λε­σμα της πα­ρέμ­βα­σης των δυ­τι­κών κα­πι­τα­λι­στι­κών δυ­νά­με­ων. Οι αντε­πα­να­στα­τι­κές δυ­νά­μεις δεν μπό­ρε­σαν να συ­ντρί­ψουν το κρά­τος των ερ­γα­τών απέξω, αλλά είχαν δη­μιουρ­γή­σει τις συν­θή­κες για την πα­ρακ­μή του από μέσα, όπως φαι­νό­ταν από τις σο­βα­ρές και ενί­ο­τε βί­αιες εντά­σεις ανά­με­σα στην ερ­γα­τι­κή τάξη και την αγρο­τιά.
 
Την εποχή που πέ­θα­νε ο Λένιν, τον Ια­νουά­ριο του 1924, το Κόμμα των Μπολ­σε­βί­κων είχε αλ­λά­ξει πολύ σε σχέση με την ερ­γα­τι­κή ορ­γά­νω­ση που ήταν το 1917. Καθώς ατο­νού­σαν τα δη­μο­κρα­τι­κά σο­βιέτ, το κόμμα πέ­ρα­σε στον έλεγ­χο μιας γρα­φειο­κρα­τί­ας επαγ­γελ­μα­τιών αξιω­μα­τού­χων και οπορ­του­νι­στών. Το 1922, μόνο ένα μέλος στα σα­ρά­ντα ήταν στο κόμμα πριν από τον Οκτώ­βρη του 1917. Επι­κε­φα­λής αυτής της διευ­ρυ­νό­με­νης γρα­φειο­κρα­τί­ας ήταν ο Ιωσήφ Στά­λιν, που είχε παί­ξει έναν πε­ριο­ρι­σμέ­νο ρόλο στην Επα­νά­στα­ση του 1917, αλλά που είχε κα­τα­φέ­ρει να ανε­λι­χθεί στη θέση του γε­νι­κού γραμ­μα­τέα του κόμ­μα­τος. Τα πρώτα χρό­νια μετά το θά­να­το του Λένιν, ο Στά­λιν νί­κη­σε όλους τους αντι­πά­λους του και από, το 1928, είχε πλέον κυ­ριαρ­χή­σει.
 
Η νέα κομ­μα­τι­κή/κρα­τι­κή γρα­φειο­κρα­τία δεν εν­δια­φε­ρό­ταν πλέον για την πα­γκό­σμια επα­νά­στα­ση. Αντί­θε­τα, οι γρα­φειο­κρά­τες εν­δια­φέ­ρο­νταν κυ­ρί­ως για τα συμ­φέ­ρο­ντα του σο­βιε­τι­κού κρά­τους, και για τα δικά τους ως ηγε­τών του. Σε συ­νά­φεια με τα πα­ρα­πά­νω, ο Στά­λιν και οι υπο­στη­ρι­κτές του προ­έ­βα­λαν το δόγμα του «σο­σια­λι­σμού σε μια μόνη χώρα». Το κα­θή­κον των κο­μου­νι­στι­κών κομ­μά­των στις άλλες χώρες δεν ήταν να προ­ε­τοι­μά­σουν την επα­νά­στα­ση, αλλά να υπο­στη­ρί­ξουν τα συμ­φέ­ρο­ντα του ρω­σι­κού κρά­τους. Η Κο­μι­ντέρν με­τα­τρά­πη­κε σε όρ­γα­νο της εξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής του Στά­λιν και η εγκα­τά­λει­ψη της πα­γκό­σμιας επα­νά­στα­σης έγινε αυ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεία.
 
Τα τε­λευ­ταία ίχνη της επα­νά­στα­σης εξα­λεί­φθη­καν καθώς η χώρα ρί­χτη­κε στη βίαιη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση, στις πλά­τες της ερ­γα­τι­κής τάξης και της αγρο­τιάς. Η Ρωσία είχε γίνει ένα τε­ρά­στιο στρα­τό­πε­δο ερ­γα­σί­ας και τα ενα­πο­μεί­να­ντα μέλη της «πα­λιάς φρου­ράς» των μπολ­σε­βί­κων έπε­σαν θύ­μα­τα εκ­κα­θα­ρί­σε­ων. Αυτή η στα­λι­νι­κή αντε­πα­νά­στα­ση με­τέ­τρε­ψε τη Ρωσία σε χώρα όπου είχε εγκα­θι­δρυ­θεί ο κρα­τι­κός κα­πι­τα­λι­σμός, όπου η οι­κο­νο­μία βρι­σκό­ταν στην κα­το­χή του κρά­τους, αλλά το κρά­τος το έλεγ­χε μια νέα κυ­ρί­αρ­χη τάξη ‒που εκ­με­ταλ­λευό­ταν τους ερ­γά­τες με τον ίδιο τρόπο που τους εκ­με­ταλ­λεύ­ο­νταν οι ιδιώ­τες κα­πι­τα­λι­στές σε άλλα μέρη του κό­σμου.
 
Ο εκ­φυ­λι­σμός της Ρω­σι­κής Επα­νά­στα­σης δεν ήταν μο­νό­δρο­μος. Εάν η επα­νά­στα­ση είχε εξα­πλω­θεί από τη Ρωσία στις προηγ­μέ­νες βιο­μη­χα­νι­κές χώρες μετά το 1917, τότε η φρίκη της ηγε­μο­νί­ας του Στά­λιν θα μπο­ρού­σε να είχε απο­φευ­χθεί και οι ερ­γά­τες θα είχαν μπο­ρέ­σει να πά­ρουν την εξου­σία.
 
Ακόμα και μετά την υπο­χώ­ρη­ση του πρώ­του επα­να­στα­τι­κού κύ­μα­τος, υπήρ­χε εναλ­λα­κτι­κή. Ο Τρό­τσκι και η Αρι­στε­ρή Αντι­πο­λί­τευ­ση στη Ρωσία υπο­στή­ρι­ζαν ότι οι μπολ­σε­βί­κοι έπρε­πε να εξα­κο­λου­θή­σουν να πα­ρο­τρύ­νουν την επα­να­στα­τι­κή δράση σε άλλες χώρες. Αντ’ αυτού η Αρι­στε­ρή Αντι­πο­λί­τευ­ση συ­νε­τρί­βη, τα μέλη της εκ­διώ­χθη­καν από το κόμμα και φυ­λα­κί­στη­καν ή εξο­ρί­στη­καν. Πά­ντως, ο Τρό­τσκι και όσοι τον ακο­λού­θη­σαν δια­τή­ρη­σαν ζω­ντα­νή την υπό­θε­ση του επα­να­στα­τι­κού σο­σια­λι­σμού. Μας υπεν­θυ­μί­ζουν ότι ο δρό­μος που πήρε ο Στά­λιν ήταν ο ακρι­βώς αντί­θε­τος από εκεί­νον που πρό­τει­ναν ο Μαρξ και ο Λένιν.
 
Παρά την τε­λι­κή ήττα της Ρω­σι­κής Επα­νά­στα­σης, δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με τα επι­τεύγ­μα­τα των μπολ­σε­βί­κων. Πρέ­πει να τι­μού­με την επα­νά­στα­ση, αλλά, το πιο ση­μα­ντι­κό, να αντλού­με τα πολλά της δι­δάγ­μα­τα προ­κει­μέ­νου να δυ­να­μώ­σου­με σή­με­ρα την πάλη μας ενά­ντια στο κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα που απο­δει­κνύ­ε­ται όλο και λι­γό­τε­ρο ικανό να κα­λύ­ψει ακόμα και τις βα­σι­κό­τε­ρες ανά­γκες.
 
*Ο Φιλ Γκά­σπερ είναι κα­θη­γη­τής φι­λο­σο­φί­ας στο Μά­ντι­σον του Γου­ϊ­σκόν­σιν (ΗΠΑ), στέ­λε­χος της ορ­γά­νω­σης International Socialist Organization. Αρ­θρο­γρα­φεί συ­στη­μα­τι­κά στην στήλη «Critical Thinking» του πε­ριο­δι­κού International Socialist Review αλλά και σε σάιτ της αμε­ρι­κα­νι­κής Αρι­στε­ράς (socialistworker, Counterpunch, ZNet, MRzine).
πηγή:rproject.gr
254