Aυτό το κουτί κουβαλάει μια καταπληκτική ιστορία. Δε γίνεται να μην την πω, συνέβη πριν από λίγο. «Είσαι ο Γιώργος;» με ρωτάει στα αγγλικά, έχει μπει στο γραφείο και μου τείνει το χέρι να το σφίξω. «Εξαρτάται ποιός ρωτάει, μπορεί να είσαι κανένας τρελός που θέλει να με καθαρίσει» του απαντώ. Κοντούλης -στο δικό μου ύψος δηλαδή- φοράει πλατύγυρο μαύρο καπέλο, παππουδίστικα ρούχα, έχει μια πελώρια γενειάδα μαυρόασπρη σαν κουνάβι. Η φωνή του κάτι μου λέει, η σκουρόχρωμη επιδερμίδα και τα πράσινα μάτια που κάνουν τρομερή αντίθεση με όλα τα άλλα χαρακτηριστικά του. Πίσω του χαμογελάει με την ατάκα μου μια κυρία κοντοκουρεμένη, στην ίδια ηλικία εκεί στα εξήντα, που φοράει ένα μακρυ κεντητό φόρεμα κόκκινο και κίτρινο και κάτι υπέροχα σκουλαρίκια που ακουμπούν τους ώμους της. «Δε με θυμάσαι;». Του εξηγώ πως αν γνωριστήκαμε το 2015 σίγουρα δεν θα τον θυμάμαι, είχε περάσει τόσος κόσμος, να σε συγχωρεί. «Όχι, ακόμα πιο παλιά» μου λέει, «το 2012». Το μυαλό μου κάνει τούμπες να θυμηθεί «Με είχες βοηθήσει να κάνω μια μικρή έρευνα για κάτι τυριβόλια που έψαχνα». Η μαγική λέξη «τυριβόλια» ειπωμένη στα ελληνικά μου καθαρίζει τη σκέψη. Tούρκος ερασιτέχνης τυροκόμος έψαχνε τις χαμένες σχέσεις στην τέχνη της τυροκομίας μετά την καταστροφή. Έψαχνε τους δεσμούς και τους τρόπους. Είχε έρθει καλοκαίρι που γινόταν χαμός στο μαγαζί να με ρωτήσει αν ήξερα που θα βρει παραδοσιακά τυριβόλια από λυγαριά ή κάτι τέτοιο. Είχα κάνει τηλεφωνήματα, είχα στείλει μηνύματα και τελικά βρήκαμε ενώ είχε γυρίσει μάταια σχεδόν όλο το νησί. Έβγαλε μια κούτα γλυκά, αυτή που σας δείχνω από τη τσάντα του. «Εδώ και πέντε χρόνια περάσαμε δύσκολα στην Τουρκία. Δεν είχα ευκαιρία να έρθουμε να πούμε ευχαριστώ. ‘Ηρθαμε γιατί μπορεί να μην έχουμε ξανά την ευκαιρία. Με τα τυριβόλια σου έφτιαξα τόσα ωραία πράγματα. Ευχαριστώ». Διακριτικοί και οι δυο έβλεπαν την τόση δουλειά των ημερών, δεν ήθελαν να μείνουν. Δεν ήρθαν για να μείνουν, ήρθαν να πουν ευχαριστώ μετά από 5 χρόνια. Τους ρώτησα πεταχτά πως είναι η κατάσταση στην Τουρκία. Μου μίλησαν με λίγες, πολύ πικραμένες λέξεις για την καταπίεση της ελευθερίας εκεί, για μια κατάσταση πολύ δύσκολη, για μαγκωμένα πράγματα που πάνε όλο και πιο άσχημα. Σφίξαμε τα χέρια, αγκαλιαστήκαμε. Τους είπα οτι άγγιξαν την καρδιά μου με αυτο που έκαναν. Μου είπαν οτι το τυριά τους γινόταν τόσο καιρό όμορφα γιατί είχαν μέσα ελληνική καλοσύνη…Ένιωσα μια ζεστασιά στο στήθος.
Κοιτάξτε, υπάρχει πολύς κόσμος απέναντι που αξίζει. Πάρα πολύς, φίλοι δυνάμει, άνθρωποι ακέραιοι, γείτονες που περνάνε δύσκολα πλέον. Όλο και περισσότεροι πολιτικοί πρόσφυγες από Τουρκία περνάνε πλέον στα ελληνικά νησιά. Πριν λίγο καιρό είχαμε και μια οικογένεια που δεν τα κατάφερε. Η καταπίεση στην Τουρκία μεγαλώνει, οσοι σκέφτονται με σύγχρονο, αδέσμευτο τρόπο και θέλουν να ζουν μια εκκοσμικευμένη ζωή όλο και ζορίζονται. Έχουμε χρέος να σταθούμε κοντά στον κόσμο αυτόν. Εμείς θα σταθούμε αν μη τι άλλο, για αυτόν τον φίλο, τον ένα που γύρισε και είπε ευχαριστώ, χαλάλι θα τα ξανακάναμε όλα από την αρχή,. Κοπιάστε, περισσεύουν ακόμα 2-3 γλυκάκια. Σας υπόσχομαι, είναι τα πιο όμορφα του κόσμου.
Πηγή: fb Γιώργος Τυρίκος Εργάς






