Η Δόρα Στράτου το 1953 ίδρυσε το Σωματείο «Ελληνικοί Χοροί – Δόρα Στράτου», με σκοπό να σώσει από την λήθη τον παραδοσιακό χορό δημιουργώντας γι αυτόν ένα «ζωντανό μουσείο», το οποίο αργότερα επεκτάθηκε σε άλλες δραστηριότητες.
Η Δόρα Στράτου κατόρθωσε, αγοράζοντας συνεχώς επί 30 χρόνια παλιές φορεσιές από τα χωριά, να προικίσει το σωματείο με την μεγαλύτερη συλλογή της Ελλάδας: πάνω από 2.000 πλήρεις φορεσιές από όλες τις περιοχές, πολλά παραδοσιακά κοσμήματα, καθώς και ένας μεγάλος αριθμός αντικειμένων (παραδοσιακά υποδήματα, μάσκες, σπαθιά, μαντίλια, κουδούνια κλπ.). Παλιές φορεσιές σαν κι αυτές δεν υπάρχουν πλέον στα χωριά, ούτε μπορούν να ξαναγίνουν γιατί έχουν χαθεί τα υλικά και οι τεχνίτες.
Η συλλογή αυτή αποτελεί συγχρόνως την ιματιοθήκη του Θεάτρου, παρουσιάζει δηλαδή την ιδιομορφία σε σύγκριση με τις συλλογές των μουσείων ότι οι φορεσιές φοριούνται, ζουν στη σκηνή του Θεάτρου, με τα αντίστοιχα προβλήματα συντήρησης και φύλαξης. Μερικές φορεσιές είναι πάρα πολύ βαριές, άλλες είναι κεντημένες με χρυσή κλωστή, και συνοδεύονται από παραδοσιακά κοσμήματα. Περίπου 1.000 φορεσιές φοριούνται στις παραστάσεις κάθε καλοκαίρι. Ειδικευμένο προσωπικό βοηθά τους χορευτές να ντυθούν σωστά και φροντίζει για την αντιμετώπιση των φθορών, την αποθήκευση, το καθάρισμα κλπ.
Ενα άλλο κατόρθωμα της Δόρας Στράτου ήταν ότι, σε μια εποχή όπου όλοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έβρισκαν φυσικό να μαθαίνουν τους χορούς από κάποιον δάσκαλο – δηλαδή αλλοιωμένους – εκείνη έφερνε μέσα στο θέατρό της ομάδες χορευτών από τα χωριά. Εκείνοι παρουσίασαν στη σκηνή τους χορούς των παππούδων τους και τους έδειξαν στους χορευτές του συγκροτήματος, που έτσι τους χορεύουν μέχρι σήμερα.
Ετσι δημιουργήθηκε μια «σχολή» στην αντιμετώπιση του παραδοσιακού χορού, και το Θέατρο έγινε φυτώριο για αμέτρητους χορευτές που κατόπιν ανέλαβαν περιφερειακά συγκροτήματα και μεταλαμπάδευσαν την προσήλωση στην αρχική μορφή των χορών και στην σεμνή παρουσίασή τους.
Το ίδιο έγινε με τη μουσική. Το Θέατρο καλούσε τους καλύτερους οργανοπαίχτες από τα χωριά, που πολλοί έβγαιναν για πρώτη φορά από την περιοχή τους αλλά αναδείχτηκαν έτσι και έμειναν στην Αθήνα. Οι περισσότεροι γνωστοί τραγουδιστές και οργανοπαίχτες που εμφανίζονται σήμερα στη δισκογραφία δημοτικής μουσικής έχουν πρωτοεμφανιστεί στη «Δόρα Στράτου».
Αλλο καύχημα του συγκροτήματος είναι ότι δεν έχει ούτε δάσκαλο ούτε χορογράφο. Οι πραγματικοί δάσκαλοί του είναι οι παραδοσιακοί χορευτές που έδειξαν τους χορούς των παππούδων τους είτε στον τόπο τους είτε μέσα στο Θέατρο. Δεν υπάρχει μεγάλο χορευτικό συγκρότημα στον κόσμο με αυτό το χαρακτηριστικό. Οι χοροί παρουσιάζονται όπως χορεύτηκαν από τους φυσικούς φορείς τους, με τις ελάχιστες μόνο σκηνικές προσαρμογές. Οι νέοι χορευτές μαθαίνουν τους χορούς με τον παραδοσιακό τρόπο: αντιγράφουν το τοπικό ιδίωμα από πρωτοχορευτές του συγκροτήματος με πολύχρονη πείρα.
Στον ελληνικό παραδοσιακό χορό τα βήματα είναι σχετικά απλά, η ουσία βρίσκεται στο ύφος, το οποίο διαφέρει σημαντικά από τόπο σε τόπο και είναι δύσκολο να αποδοθεί. Ενας προικισμένος χορευτής πρέπει να χορέψει πολύ, με καλή μουσική και με χορευτές που κατέχουν το ύφος, για να εμποτιστεί με αυτό. Αυτός που σέρνει τον χορό έχει τον πιο σημαντικό ρόλο γιατί βρίσκεται σε επαφή με τους οργανοπαίχτες και ερμηνεύει το κομμάτι μεταδίδοντας στους άλλους το ιδιαίτερο χρώμα της εκτέλεσης.
Το θέατρο
Στο Λόφο Φιλοπάππου διαμορφώθηκε ένα θέατρο ειδικά για τη «Δόρα Στράτου», ένα κηποθέατρο 900 θέσεων με μόνιμο σκηνικό του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου. Απέναντι από την Ακρόπολη, μέσα στα πεύκα, στο κέντρο της Αθήνας αλλά μακριά από τους θόρυβους της σύγχρονης πόλης, είναι ο ιδανικός χώρος. Η σκηνή είναι ιδιαίτερα μεγάλη ώστε να επιτρέπει την ανάπτυξη των χορών σε κύκλο, όπως περίπου γίνεται στις πλατείες των χωριών και στα πανηγύρια. Δίπλα στο θέατρο κατασκευάστηκε μια κλειστή αίθουσα για τις πρόβες και τα μαθήματα.
Το συγκρότημα
Το βασικό χορευτικό συγκρότημα αποτελείται από 75 χορευτές, άντρες και γυναίκες νεαρής ηλικίας. Επιπλέον συμμετέχουν χορευτές καταγόμενοι από ειδικές περιοχές, όπως η Κρήτη ή ο Πόντος, καθώς και χορευτές που μετακαλούνται από άλλες περιοχές. Το κυρίως μουσικό συγκρότημα αποτελείται από 15 οργανοπαίχτες και τραγουδιστές, όπου προστίθενται πάλι οι μετακαλούμενοι για ορισμένες περιοχές.
Οι παραστάσεις
Η Δόρα Στράτου είχε στενές φιλικές σχέσεις με τους επιφανέστερους δημιουργούς και συνεργάστηκε μαζί τους για τη διαμόρφωση του θεάματος. Να μερικοί από αυτούς: Μανόλης Ανδρόνικος, Φοίβος Ανωγειανάκης, Σπύρος Βασιλείου, Δέσπω Διαμαντίδου, Κωνσταντίνος Δοξιάδης, Μάρκος Δραγούμης, Σίμων Καράς, Κάρολος Κουν, Δημήτρης Λουκάτος, Δημήτρης Μητρόπουλος, Γιάννης Τσαρούχης, Αντώνης Φωκάς, Μάνος Χατζηδάκης, Αγγελική Χατζημιχάλη, Δημήτρης Χορν. Σαν χορευτές πέρασαν από το συγκρότημα μεταξύ άλλων οι μετέπειτα σκηνοθέτες Κώστας Γαβράς και Κώστας Τσιάνος, η ενδυματολόγος Τατιάνα Γιανναρά και η λαογράφος Αλίκη Λάμπρου.
Εδωσε έμφαση στην ποιότητα – προσέχοντας την κάθε λεπτομέρεια με τον πιο σχολαστικό τρόπο – και στην πιστότητα, φροντίζοντας να μην απομακρυνθεί από το παραδοσιακό πρότυπο. Κατάλαβε ότι οι παραδοσιακοί χοροί διακρίνονται για την τελετουργικότητά τους και όχι για την κινησιακή τους θεαματικότητα. Αυτό είναι κάτι που λίγοι δάσκαλοι συγκροτημάτων έχουν καταλάβει, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.
Πηγη:http://www.dance-pandect.gr/pds_portal_gr/index.php?option=com_content&view=article&id=44&Itemid=56






