
ΦΥΛΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΦΥΛΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ LEVI-STRAUSS CLAUDE



Ποιος είναι, άραγε, ο Μεγάλος Ίσκιος που ακολουθεί τους Τσιγγάνους σε κάθε τους βήμα, από την εποχή του ευτυχισμένου βασιλιά Μπαράμ, στην Περσία του 5ου αιώνα, μέχρι σήμερα, στις όχθες του μεγάλου ποταμού που τον λένε Δούναβη; Στα δώδεκα εικονογραφημένα παραμύθια του βιβλίου καταγράφεται το μακρύ ταξίδι των Τσιγγάνων από την Ινδία και την Περσία μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι περιπλανήσεις τους σ’ όλα τα μέρη της Γης και οι απίθανες περιπέτειές τους. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια συμβολή του Δικτύου Drom, των Γιατρών του Κόσμου και των Εκδόσεων Πατάκη στην αυτογνωσία της τσιγγάνικης φυλής. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

(…) Οι συγγραφείς του τόμου μιλούν από ανθρωπολογική σκοπιά για τις περιπέτειες της ετερότητας στη σημερινή Ελλάδα. Μέσα από το θολό τοπίο που περιγράφουν, αναδεικνύεται το πορτρέτο μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής κοινωνίας που διατρέχουν οι αντίρροπες δυνάμεις της κοινωνικής αδράνειας και της πολιτισμικής διαφοροποίησης. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
Το παρόν σημείωμα δεν φιλοδοξεί να καταγράψει διεξοδικά τη βιβλιογραφία, ελληνική και ξένη, για το φασισμό. Στοχεύει κυρίως να γνωρίσει τον αναγνώστη με τις πιο βασικές, ελληνόγλωσσες κυρίως πηγές για το θέμα. Παρουσιάζονται κλασικές μαρξιστικές πηγές και έργα από την πιο πρόσφατη αστική ιστοριογραφία, ενώ καταχωρούνται και ορισμένες εργασίες για τη σύγχρονη ακροδεξιά και το νεοφασισμό.Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επίστρατων» του Δ. Γούναρη και του Ι. Μεταξά οργάνωναν το πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών.[1]
Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό».[2]
[Στη φωτογραφία: Το Ανάθεμα κατά του Βενιζέλου το 1916.Η Ελλάδα βρισκόταν στον αστερισμό ενός απόλυτου διχασμού. Τη στιγμή που οι Έλληνες της Ανατολής καταδιώκονταν από τους νεότουρκους στις πατρίδες τους και κατέφευγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα , την ίδια στιγμή εξαπέλυαν εναντίον τους (ως βενιζελικών) θανατηφόρα πογκρόμ οι «Επίστρατοι» των Μεταξά και Γούναρη στην Αθήνα]
Η αρχική μαζική εγκατάσταση Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα θα σημειωθεί κατά τρία κύματα: κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας στον Πόντο (1916-1918), μετά την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από τη Νότια Ρωσία τον Ιούνιο του 1919 και μετά την εκκένωση του Καρς και Αρνταχάν και τη δημιουργία ενός σημαντικού ελληνικού προσφυγικού ζητήματος στη Νότια Ρωσία.[3] Χιλιάδες απ’ αυτούς θα έρθουν στην Ελλάδα την περίοδο 1919-1920. Η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στις ανταποκρίσεις της εποχής είναι κακή: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους, Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»[4].

Τα περισσότερα κράτη πιστεύουν ότι έχουν αρχαία καταγωγή, ένα ιστορικό υπόβαθρο που βοηθά να δημιουργήσουν μιαν ισχυρή εθνική ταυτότητα και περηφάνεια. Εντούτοις, λίγα από τα κράτη που αναγνωρίζουμε σήμερα χρονολογούνται πριν από τον δέκατο ένατο αιώνα. «Το να αλλοιώνεις την ιστορία κάποιου», είπε ένας παλαιότερος ειδικός επί του θέματος, «αποτελεί μέρος του να είσαι έθνος». Αυτό το βιβλίο, που προέρχεται από τη θαυμάσια σειρά διαλέξεων που έδωσε ο Καθηγητής Hobsbawm στο Queen’s University of Belfast το 1985, επιχειρεί να ανιχνεύσει την ιστορία των εθνών και του εθνικισμού κατά τους δύο τελευταίους αιώνες και προσπαθεί να προσεγγίσει την μεταβαλλόμενη ιστορική φύση και σημασία του. (. . .) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ

(. . .) Αν έχει νόημα να αναζητούμε ένα μέλλον της ανθρώπινης χειραφέτησης, σήμερα όσο ποτέ είναι απαραίτητο να διδαχτούμε από τους τρόπους που η ανάγκη όσο και τα όνειρα των ανθρώπων γεννούν μετέωρους χώρους της ετερότητας, καθώς εξερευνούν μικρές και μεγάλες ρήξεις στην τυποποιητική περίμετρο της ζωής τους. Στη δυνατότητα η κατοίκηση να συμβαίνει όχι μόνο στους ασφαλείς χώρους του οικείου αλλά και στους μετέωρους χώρους του έτερου ίσως να κρίνεται το μέλλον. Η αναρώτηση για το χώρο γίνεται έτσι μια αναρώτηση πολιτική. Και στις μορφές του χώρου όπου πλάθονται διαφορετικές σχέσεις με την ετερότητα μπορεί να ανιχνευτούν διαφορετικές προοπτικές για την ανθρώπινη κοινωνία. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

. . . Οι δυσκολίες και τα προβλήματα ένταξης των μεταναστών μπορεί να διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα και από κοινωνία σε κοινωνία, επειδή και οι ίδιες οι μεταναστευτικές ομάδες παρουσιάζουν διαφορετικά εθνικά, γλωσσικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, έχουν όμως κοινό παρανομαστή τις σχέσεις που διαμορφώνονται με την κοινωνία υποδοχής και τον βαθμό εξάρτησης αυτής της σχέσης από το βασικό μέσο επικοινωνίας, τη γλώσσα. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Οι μετανάστες στην Ελλάδα της αλλαγής του αιώνα συχνά υποδεικνύονται ως αίτιοι (συνήθως αρνητικοί) μιας σειράς φαινομένων της σύγχρονης κοινωνίας. Την ίδια στιγμή στο τραπέζι τίθεται το ζήτημα-αίτημα της αναγνώρισής τους ως υποκειμένων όχι μόνο δικαιωμάτων, αλλά και λόγου. Αυτός ο συλλογικός τόμος με περισσότερες από τριάντα παρεμβάσεις ανασυνθέτει και εμπλουτίζει τη συζήτηση για -και με- τους μετανάστες: από τον επιστημονικό λόγο και το λόγο των μεταναστών και των κοινοτήτων τους μέχρι εκείνο των κινημάτων αλληλεγγύης. Δεν μπορεί έτσι παρά να οδηγήσει στον αναπροσδιορισμό των όρων αυτής της συζήτησης. Με κριτική διάθεση, ανατροπές και ενστάσεις απέναντι στις κυρίαρχες προσεγγίσεις, αναδεικνύει τους μετανάστες σε πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα της ελληνικής πραγματικότητας. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)