
Το ζήτημα της αιτιοκρατίας (ντετερμινισμού)(2), σε αντιπαράθεση με την πιθανοκρατική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων αποτελεί ουσιαστικό πεδίο προβληματισμού της επιστήμης, κάτι που μπορεί να επιβεβαιώσει και ο «Στοχαστής» του Auguste Rodin (1880).
Η επικρατούσα αντίληψη του παρόντος εκπαιδευτικού συστήματος σχετικά με την πρόοδο της επιστημονικής γνώσης έχει σαφώς ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά. Κατά κανόνα, παρουσιάζεται σαν μία αυτόνομη πνευματική διεργασία, εντελώς αποσυνδεδεμένη από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου συντελείται. Αυτή η μεταφυσική εικόνα για την εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών βρίσκει ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος στις θετικές επιστήμες, όπου η επιστημονική πρόοδος απεικονίζεται σαν μία ευγενής αναζήτηση της «αλήθειας», καθοδηγούμενη αποκλειστικά από τις εσωτερικά καθορισμένες μεθόδους του επιστημονικού πεδίου και της ορθότητας των προτάσεων στις οποίες αυτή η πνευματική πορεία καταλήγει. Στην πραγματικότητα όμως, η εξέλιξη των επιστημών συντελείται από ανθρώπους κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές συνθήκες και επηρεάζονται από αυτές όπως και οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα.
Η κρίση στις φυσικές επιστήμες κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Κατά τη διάρκεια του πρώτου τέταρτου του 20ου αιώνα συντελέστηκε μία πραγματική επανάσταση στη Φυσική. Οι πειραματικές και θεωρητικές μελέτες στην κλίμακα του ατόμου και των υποατομικών σωματιδίων οδήγησαν στην δημιουργία της κβαντικής φυσικής ή αλλιώς γνωστή ως κβαντομηχανική (ΚΜ), που αποτέλεσε μια βαθιά τομή στην αντίληψη του Φυσικού κόσμου και της ίδιας της επιστημονικής σκέψης. Πρωτοπόροι στην ανάπτυξη αυτής της επαναστατικής θεωρίας ήταν Γερμανοί ερευνητές όπως οι Αλμπερτ Άινσταϊν, Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, Μαξ Μπορν και Πασκουάλ Γιόρνταν. Αντίθετα με την κλασική (Νευτώνεια) Φυσική, όπου η γνώση των νόμων αλληλεπίδρασης των συστατικών ενός φυσικού σώματος/συστήματος και της αρχικής κατάστασης -θέσης και ταχύτητας- επαρκούν για την ακριβή πρόβλεψη της θέσης και ταχύτητας για όλους τους χρόνους, η ΚΜ δίνει μόνο την δυνατότητα υπολογισμού της πιθανότητας (και όχι της βεβαιότητας) να βρεθεί ένα φυσικό σύστημα σε μια ορισμένη κατάσταση.