Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Child and Family Studies διαπίστωσε ότι οι γονικές συμπεριφορές απέναντι στους ΛΟΑΤΚΙ+ νέους επιδεινώθηκαν σταθερά για σχεδόν δύο δεκαετίες, αποτέλεσμα που “εξέπληξε” τους κορυφαίους ερευνητές της έκθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική αύξηση της αποδοχής προς τα queer άτομα τα τελευταία χρόνια.
Ένα από τα πλέον άγνωστα σημεία του μικρασιατικού δράματος υπήρξε η απαγόρευση εξόδου των ελληνικών και των υπόλοιπων χριστιανικών πληθυσμών από την κυβέρνηση Γούναρη – Πρωτοπαπαδάκη.
Αλβανοί αλλάζουν ονόματα και θρήσκευμα για να επιβιώσουν στην Ελλάδα
Συγκροτούν σε ποσοστό 51% τον μεγαλύτερο μεταναστευτικό πληθυσμό της χώρας. Στην Ελλάδα μεγαλώνει πλέον η τρίτη γενιά Αλβανών. Σε αντίθεση με τη γενικευμένη αντίληψη ότι οι Αλβανοί, περίπου 500.000 σε όλη την επικράτεια, έχουν ενσωματωθεί αρμονικά στην ελληνική κοινωνία, η οποία υποτίθεται πως έχει γίνει πιο δεκτική απέναντί τους, πολλοί ακόμα δεν νιώθουν καμία αποδοχή, συχνά έρχονται αντιμέτωποι με θεσμικό ρατσισμό, υφίστανται ακόμα άρνηση βασικών δικαιωμάτων τους και αρκετοί σκέφτονται να επιστρέψουν στην πατρίδα τους ή σε τρίτη χώρα, αν δεν το έχουν ήδη πράξει μέσα στη δεκαετία της κρίσης.
Ακόμη και για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες στην Ελλάδα οι δυσκολίες δεν τελειώνουν. Πολλοί αντιμετωπίζουν την απειλή της φτώχειας και της έλλειψης στέγης, χωρίς ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας.
Η Αμάλ κουρνιάζει σε μια γωνιά της Θεσσαλονίκης. «Αμάλ» είναι η αραβική λέξη για την «ελπίδα». Ωστόσο η Αμάλ από τη Συρία, στα 62 της χρόνια, δεν τρέφει πλέον πολλές ελπίδες. «Φοβάται την αστυνομία», λέει ο 30χρονος Πάουλ Έσερ, κοινωνικός λειτουργός από τη Γερμανία, ο οποίος παλαιότερα συνεργαζόταν με τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση ΝΑΟΜΙ στη Θεσσαλονίκη και σήμερα προσπαθεί να βοηθήσει την Αμάλ, σε εθελοντική βάση, από κοινού με την επικεφαλής της ΝΑΟΜΙ Δωροθέα Βακάλη. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που η Αμάλ μπορεί να καταρρεύσει από έναν δυνατό θόρυβο, από ανδρικές φωνές ή από την αίσθηση ότι αυτοκίνητα περνούν σε απόσταση αναπνοής. Εκείνες τις στιγμές είναι σαν να επιστρέφει στον πόλεμο που έζησε στην ιδιαίτερη πατρίδα της, στην πόλη Αλ Χασακά της Συρίας. Εκεί έχασε τον άνδρα της και τους τέσσερις γιους της. Εκεί υπέστη βιασμούς και βασανισμούς από τους στρατιώτες του Ισλαμικού Κράτους. Η ίδια είναι χριστιανή και βαθιά θρησκευόμενη. Από το 2018 έχει αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας στην Ελλάδα.
«Δεν γνωρίζει πια πώς έφτασε εδώ…», λέει ο Νιχάντ Ιμπραχήμ, Παλαιστίνιος που ζει στη Θεσσαλονίκη από τη δεκαετία του ’80 και εργάζεται ως ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής. Όπως ο Πάουλ Έσερ και η Δωροθέα Βακάλη, έτσι κι εκείνος φροντίζει την Αμάλ σε εθελοντική βάση. Όπως εξηγεί, η γυναίκα έχει υποστεί σοβαρά ψυχολογικά τραύματα από όλα όσα έχει βιώσει. Γι αυτό, η καθημερινότητά της είναι δύσκολη: «Έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και κάθε τόσο μεταφέρεται στο παρελθόν, το οποίο έχει απωθήσει. Τότε μπορεί να καταρρεύσει στον δρόμο, κάποια φορά είχε πέσει θύμα κλοπής σε μία τέτοια περίσταση». Από τη συμπεριφορά της φαίνεται ότι κατάγεται από πλούσια οικογένεια. Ο Νιχάντ Ιμπραχήμ λέει ότι έχει συναντήσει στη Θεσσαλονίκη γειτόνισσες της Αμάλ, οι οποίες κατάγονται από την ίδια πόλη στη Συρία και από αυτές γνωρίζει ότι η οικογένειά της είχε ιδιαίτερη επιρροή. Η ίδια η Αμάλ ελάχιστα θυμάται από όλα αυτά. Πάνω απ΄όλα χρειάζεται σταθερότητα, ώστε να ξεχάσει τα τραύματά της και να αποκαταστήσει τη μνήμη της. Αλλά αυτό ακριβώς δεν μπορεί να της προσφέρει η Ελλάδα.
Οι δυσκολίες στην αποδοχή της αίτησης ασύλου
Από το 2017 τη φροντίδα της Αμάλ έχει αναλάβει η διεθνής ΜΚΟ Intersos στα πλαίσια του προγράμματος στέγασης ΕΣΤΙΑ. Πρόκειται για ευρωπαϊκό πρόγραμμα, το οποίο χρηματοδοτεί την ανεύρεση κατοικίας και την κοινωνική προστασία για τους αιτούντες άσυλο, ενώ τους βοηθά να αποκτήσουν πρόσβαση στο σύστημα υγείας και στην εκπαίδευση. Αλλά αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η δική της, επισημαίνει ο Γιώργος Γιοβανούδης, συντονιστής του παραρτήματος Ελλάδας της Intersos. Όπως λέει, η Αμάλ έχει αλλάξει πέντε σπίτια μέσα σε δύο χρόνια, καθώς κάποιοι ιδιοκτήτες της έκαναν έξωση, σε κάποιες περιπτώσεις δεν λειτούργησε η συμβίωση με άλλους πρόσφυγες, ενώ ορισμένες κατοικίες αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ένα άτομο με ειδικές ανάγκες.
Ο Γιώργος Γιοβανούδης λέει ότι πολλοί αντιμετωπίζουν ψυχικά προβλήματα ή θέματα υγείας. Συνολικά η οργάνωσή του μεριμνά για 1.683 ανθρώπους, εκ των οποίων οι 500 στη Θεσσαλονίκη, όπου όμως είναι διαθέσιμοι μόνο έξι κοινωνικοί λειτουργοί και ένας ψυχολόγος. Πρόσθετα προβλήματα προκαλεί στην ΜΚΟ και στους προστατευόμενούς της ένας κανονισμός της ελληνικής κυβέρνησης, που προβλέπει ότι όσοι λαμβάνουν άσυλο θα πρέπει να εγκαταλείψουν το πρόγραμμα και την κατοικία που αυτό τους διασφαλίζει. Στα τέλη Ιουλίου τερματίζεται το συμβόλαιο της Αμάλ για το σπίτι της, καθώς και η μηνιαία οικονομική στήριξη των 150 ευρώ που λαμβάνει σήμερα. Κανονικά θα είχε αφήσει το σπίτι από τα τέλη Ιουνίου, αλλά η ΜΚΟ κατάφερε να εξασφαλίσει μία παράταση στο αρμόδιο υπουργείο. Όπως λέει ο Γιώργος Γιοβανούδης, δεν είναι κάτι καινούριο το ότι πρέπει να αποχωρήσουν από το πρόγραμμα όσοι λαμβάνουν άσυλο, αλλά αυτό που έχει αλλάξει τον τελευταίο καιρό είναι η πίεση που ασκείται: «Παλαιότερα προβλεπόταν μία προθεσμία καταγγελίας έξι μηνών για να αποχωρήσουν από το πρόγραμμα, αλλά τώρα αυτή η προθεσμία έχει μειωθεί στον ένα μήνα. Αυτό προκαλεί τρομακτικές δυσκολίες, ιδιαίτερα σε εποχές πανδημίας». Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), η οποία συντονίζει το πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ, μέχρι τις 22 Ιουνίου είχαν δηλωθεί στο πρόγραμμα 22.586 άνθρωποι, από τους οποίους οι 6.432 είχαν ήδη αναγνωριστεί ως πρόσφυγες. Όλα αυτά σημαίνουν πολλή δουλειά για τον Γιώργο Γιοβανούδη και την Intersos. Προσπαθούν να βοηθήσουν τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, αλλά όπως λέει ο ίδιος, δεν είναι εύκολο γιατί είναι πολλοί αυτοί που έχουν ανάγκη: «Θα έχουμε κύμα εξώσεων. Οι άνθρωποι αυτοί, που χρειάζονται προστασία, δεν έχουν τον απαραίτητο χρόνο για να κατανοήσουν τι συμβαίνει και τι πρέπει να κάνουν…»
Μία υπόθεση πάνω από τις δυνάμεις της Ελλάδας
Αναγνωρισμένοι πρόσφυγες δυσκολεύονται να ενταχθούν στην αγορά εργασίας
Η θετική απάντηση στην αίτηση ασύλου μπορεί να προκαλέσει και προβλήματα, ιδιαίτερα για όσους έχουν μεγάλη ανάγκη προστασίας. Θεωρητικά, για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες υπάρχει το πρόγραμμα στέγασης ΗΛΙΟΣ, το οποίο προβλέπει και την παροχή βοήθειας για την εκμάθηση ελληνικών, καθώς και για την ένταξη στην αγορά εργασίας. Ωστόσο είναι τεράστια η ζήτηση, ενώ συνεχώς μειώνεται η διάθεση των ιδιοκτητών να παραχωρήσουν τα σπίτια τους στους πρόσφυγες. Πολλοί κινδυνεύουν πλέον να μείνουν στον δρόμο. Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για ανθρώπους με σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως η Αμάλ. Αλλά τα προβλήματα δεν τελειώνουν εδώ, λέει ο Γιώργος Γιοβανούδης: «Υπάρχουν πολλές γυναίκες που μένουν μόνες τους ή με ανήλικα παιδιά. Που θα βρουν δουλειά; Κι αν βρουν, θα αφήσουν τα παιδιά μόνα τους; Γιατί τότε θα παραβίαζαν την υποχρέωση επιμέλειας των παιδιών, μόνο και μόνο γιατί θα πήγαιναν να εργαστούν, για να επιβιώσουν». Γι αυτές τις περιπτώσεις, επισημαίνει ο Γιώργος Γιοβανούδης, θα πρέπει να υπάρξει ένα δίκτυ προστασίας, το οποίο όμως δεν προβλέπεται στο ελληνικό νομικό πλαίσιο.
Η Βιβή Πασχαλίδου, δικηγόρος στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (GRC) επισημαίνει ότι οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες έχουν σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με τους Έλληνες πολίτες, αλλά μόνον θεωρητικά. Και αυτό γιατί, όπως επισημαίνει, το ελληνικό κράτος έχει αμελήσει να οργανώσει εγκαίρως προγράμματα ενσωμάτωσης των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία, δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα προγράμματα για την εκμάθηση ελληνικών και χωρίς γνώση της ελληνικής γλώσσας είναι σχεδόν αδύνατο γι αυτούς τους ανθρώπους να βρουν κατοικία ή δουλειά: «Υπάρχει μία οικονομική υποστήριξη, είναι η ίδια που προβλέπεται και για τους Έλληνες πολίτες, αλλά είναι μάλλον συμβολική και δεν λύνει το πρόβλημα στη ρίζα του. Δεν βοηθάει ουσιαστικά έναν οικογενειάρχη με τρία και τέσσερα παιδιά. Δεν φτάνει ούτε για τα βασικά αγαθά, δεν φτάνει ούτε για τους Έλληνες».
Η δικηγόρος Βιβή Πασχαλίδου λέει ότι περιμένει ξεκάθαρα λόγια από τις Βρυξέλλες
Εδώ η πραγματικότητα συγκρούεται με την εθνική νομοθεσία, αλλά και με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Κάθε τόσο εκφράζεται κριτική για την προσφυγική πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση της Αθήνας. Ωστόσο οι Βρυξέλλες αποφεύγουν, δημοσίως τουλάχιστον, να απευθύνουν νουθεσίες. «Η Ελλάδα κινείται ανάλογα με τις αντιδράσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Πρόσφατα ο Έλληνας υπουργός Μετανάστευσης πήρε συγχαρητήρια από τις Βρυξέλλες για την καλή δουλειά που κάνει το ελληνικό κράτος», λέει η δικηγόρος Βιβή Πασχαλίδου, επικρίνοντας την Μονίκ Παριάτ, γενική διευθύντρια Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Κομισιόν.
Στην Ελλάδα συνήθως η οικογένεια αναπληρώνει την έλλειψη κοινωνικής προστασίας. Μόνο που οι πρόσφυγες δεν διαθέτουν παρόμοια στήριξη. Για την Αμάλ η μόνη στήριξη προέρχεται από τους τρεις εθελοντές που τη φροντίζουν. Τα φάρμακά της πληρώνονται από τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση ΝΑΟΜΙ. Γιατί η Ελλάδα δεν έχει εξασφαλίσει ιατρική περίθαλψη για τους πρόσφυγες, παρά τα 2,57 δισεκατομμύρια ευρώ που έχει εκταμιεύσει η ΕΕ από το 2015; Αυτό που θα επιθυμούσαν οι τρεις άνθρωποι που βοηθούν την Αμάλ, είναι να έρθει αυτή η γυναίκα στη Γερμανία, που διαθέτει τις απαραίτητες υποδομές. Να βρει την ηρεμία της και να πενθήσει τον άνδρα της και τους τέσσερις γιους της.
Ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στον καταυλισμό προσφύγων της Μόρια πραγματοποίησε ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, ένας από τους διασημότερους διανοούμενους της Ευρώπης.
Ο ίδιος μίλησε με πρόσφυγες, καταγράφοντας τον καθημερινό εφιάλτη τον οποίο βιώνουν. Ο Γάλλος φιλόσοφος καταγράφει όσα συγκλονιστικά είδε σε άρθρο με τίτλο «Λέσβος, η ντροπή της Ευρώπης» στο Paris Match, κάνοντας παράλληλα έκκληση στις πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ΕΕ προκειμένου να μπει ένα τέλος σ’ αυτό το απίστευτο δράμα. Θυμίζουμε ότι στη Μόρια βρέθηκε στο τέλος Μαΐου (σχετική ανάρτηση lesvosnews.net εδώ)
Αναλυτικά, το άρθρο του Μπερνάρ Ανρί Λεβί:
«Δεν μου έδωσαν σεντόνια. Γέννησα έτσι, χωρίς τίποτα, στη σκηνή μου, πάνω στο πλαστικό, αιμορραγώντας…». Με ποιους τα έχει; Με την ελληνική διοίκηση, που έχει οχυρωθεί πίσω από την περιφραγμένη περίμετρο; Με τις ΜΚΟ που βρίσκονται στην πιο άγρια ζώνη του στρατοπέδου, εκείνη που ξεχειλίζει και ανηφορίζει πάνω στους λόφους με τα ελαιόδεντρα, σέρνοντας μαζί της όλη τη δυστυχία του κόσμου; Με τους ακτιβιστές που αντιμετωπίζουν τους νεοφασίστες και που δεν ξέρουν από πού να αρχίσουν; Με τους Αφγανούς γείτονες, που δεν απάντησαν στις εκκλήσεις της για βοήθεια επειδή είναι Σουδανή;
Γεγονός είναι ότι η Φατίμα είναι μόνη της σήμερα στο καταφύγιο με το λευκό, αδιάβροχο πλαστικό. Το έξι μηνών μωράκι της κρέμεται στην πλάτη της, τυλιγμένο σε ένα T-shirt που γράφει «Καλωσήρθατε στη Λέσβο». Τα μεγαλύτερα αδέλφια του, οκτώ και δύο χρόνων, μοιάζουν να φοβούνται περισσότερο από το μωρό την παρουσία του φωτογράφου και του μεταφραστή. Σε φτωχά αραβικά, γεμάτα σιωπές και διακοπές, η Φατίμα αφηγείται την τρομερή της Εξοδο. Το στρατόπεδο στο Γκαζιαντέπ, κοντά στα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία… Τον άνδρα της που στάλθηκε πίσω στην Τουρκία, τρεις μέρες μετά την άφιξή τους στο νησί, με Zodiac που πληρώθηκε για δεύτερη φορά… Το μωρό που δεν έχει ακόμη καταγραφεί ως Ελληνας πολίτης, επομένως νομικά δεν υπάρχει… Η ίδια έγινε δεκτή κατ’ εξαίρεση, καθώς ήταν έγκυος.
Είναι τέλη Μαΐου και κάνει κρύο στο νησί. Η βροχή πέφτει κατά ριπάς και περνάει μέσα από τα ατελώς ενωμένα κομμάτια της σκηνής. Μια αποφορά υγρασίας, απλυσιάς και λυμάτων αναμειγνύεται με τη μυρωδιά από τα λαχανικά που βράζουν δίπλα στην είσοδο. Ο πρωτότοκος γιος σηκώνεται για να μετακινήσει την κατσαρόλα. Ενας αρουραίος περνάει ανάμεσα στα πόδια του, αλλά εκείνος δεν δίνει σημασία. Βρισκόμαστε στη Λέσβο, στο στρατόπεδο της Μόριας, σ’ ένα από τα πιο όμορφα νησιά της Ελλάδας, φορτωμένο με μύθους και Ιστορία. Σήμερα, εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της οδύνης.
Σε προηγούμενη επίσκεψή μου, μου είχε κάνει εντύπωση μια έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που ανέφερε ότι μία από τις ιδιαιτερότητες της Μόριας ήταν οι αυτοκτονίες παιδιών. Να ένα από αυτά. Είναι 12 χρόνων. Βρισκόμαστε στις παρυφές του στρατοπέδου, σ’ αυτή την άγρια ζώνη που τη λένε «ζούγκλα». Εδώ κατέληξαν ορισμένοι από τους Σύρους πρόσφυγες με τους οποίους ο Ερντογάν απειλούσε, τον περασμένο Μάρτιο, να κατακλύσει την Ευρώπη. Σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, με εξαίρεση κάποιες στιγμές που στρέφεται προς τον θείο του, ο μικρός έχει τα μάτια του καρφωμένα στο έδαφος. Δάσκαλος στο Ιντλίμπ της Συρίας, ο θείος είναι ο άνθρωπος που του έσωσε τη ζωή κι εκείνος που μας αφηγείται την ιστορία του.
Ολα ξεκίνησαν από τον τρόμο μπροστά σ’ αυτή τη νέα ζωή χωρίς μέλλον. Τι κάνουμε εδώ, αναρωτιόταν το παιδί; Γιατί δεν μπορούμε να πάμε στη θάλασσα, που βρίσκεται τόσο κοντά μας; Γιατί ενώ ακόμη και στην πατρίδα, όπου μας βομβάρδιζαν, με πήγαινες σχολείο, εδώ καθόμαστε άπραγοι για μέρες, ατενίζοντας τις τουρκικές ακτές; Θα είμαστε άραγε για πάντα αιχμάλωτοι; Κι ύστερα, σιγά σιγά, το παιδί σταμάτησε να μιλάει. Σταμάτησε να παίζει. Περνούσε τις μέρες του στο κρεβάτι ή στην ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα όπου κάθομαι κι εγώ τώρα. Τέρμα το ποδόσφαιρο. Καμία όρεξη για φαγητό, αϋπνίες… Κι ένα πρωί, την ώρα που ο θείος βρισκόταν στην ουρά για το ψωμί της ημέρας, ένας γείτονας είδε να τρέχει αίμα στο αυλάκι της απορροής. Ετρεξε. Το παιδί είχε ανταλλάξει ένα κουτί μπισκότων ανθρωπιστικής βοήθειας που μάζευε επί μία εβδομάδα με ξυραφάκια. Εκοψε τον καρπό του. Εχω δει πολλά στρατόπεδα προσφύγων στη ζωή μου. Σπάνια όμως συνάντησα τόση θλίψη όσο εδώ.
Η έλλειψη νερού
Στη Μόρια, η μεγάλη τραγωδία είναι το νερό. Το νησί, ας το ξαναπούμε, είναι υπέροχο. Καταπράσινο. Ευλογημένο από τους θεούς και από τις βροχές. Αλλά σ’ αυτές εδώ τις καταραμένες εκτάσεις, δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό. Ούτε πηγάδια. Ούτε δεξαμενές, απ’ ό,τι είδα. Μόνο κάτι λίγα ντους. Κάποιες παροχές νερού, λιγότερες από είκοσι, όπου οι άνθρωποι κάνουν ουρές όλη την ημέρα για να γεμίσουν από ένα πλαστικό μπουκάλι ο καθένας. Ενα μπουκάλι ανά κάθε άτομο ανά εικοσιτετράωρο, μου λέει ένας εκπρόσωπος της αφγανικής κοινότητας. Ναι, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, καθένας από αυτούς τις 19.000 πρόσφυγες δεν έχει παρά μόνο ένα λίτρο νερού κάθε μέρα για να πιει, να πλυθεί, να ξυριστεί και να μαγειρέψει. Κάποιες μέρες, όταν κόβεται το τρεχούμενο νερό, δεν έχουν ούτε αυτό το ένα λίτρο και πρέπει να κάνουν οικονομία μέχρι την επόμενη. Κάθε σταγόνα είναι πολύτιμη.
Θέλω να το ξανακούσω για να το πιστέψω. Μου το επιβεβαιώνει ο αρχηγός μιας οικογένειας Χαζάρων, ο οποίος έχει πιάσει τη διπλανή σκηνή με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους, και μου δείχνει, σαν αποδεικτικά στοιχεία, τέσσερις αλφαδιασμένες μπουκάλες με νερό. Είναι μεσημέρι και οι μπουκάλες είναι ήδη μισοάδειες. Πηγαίνω στην πιο κοντινή παροχή νερού για να δω με τα μάτια μου. Βρίσκεται σε ένα ξέφωτο, στα ερείπια καλυβιών που έχουν γκρεμιστεί. Καμιά πενηνταριά γυναίκες βρίσκονται εκεί, κάνοντας ουρά. Κάθε μια κρατάει από ένα πλαστικό μπουκάλι. Κάποιες φορές δύο ή τρία μπουκάλια, εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι αντιστοιχούν σε οικογένεια. «Φαίνεται ότι σας εκπλήσσει», μου λέει, σε τέλεια γαλλικά, μια νεαρή από την Αλγερία, που περιμένει τα χαρτιά της εδώ και δεκατρείς μήνες. «Αλλά ναι, είμαι κι εγώ φιλόσοφος. Θαυμάζω τον Καμύ και τον Καμέλ Νταούντ. Κι έχω μια αποκάλυψη για εσάς: πέρα από το νερό, μας λείπει και το σαπούνι».
Οι μισητές κόκκινες, οι μαύρες και οι μαγικές μπλε σφραγίδες
Αλλά το χειρότερο, το πιο φρικτό, είναι οι τουαλέτες. Τι να περιμένουμε όταν ένα παλιό στρατόπεδο με πρόβλεψη για 800 φαντάρους κατέληξε να φιλοξενεί 3.000 πρόσφυγες, οι οποίοι έχουν γίνει σήμερα κοντά 20.000; Υπάρχει η τρύπα της οικογένειας, πίσω από τη σκηνή, όταν το έδαφος προσφέρεται και ο υπόλοιπος κόσμος είναι μακριά. Υπάρχουν οι σκηνές, όπου μπαίνουν ένας ένας και στέκονται πάνω από μια τρυπημένη σανίδα, κάτω από την οποία βρίσκεται μια τάφρος, χωρίς σύστημα αποχέτευσης. Κι ύστερα, υπάρχουν οι δημόσιες τουαλέτες, ας πούμε οι «επίσημες», φτιαγμένες είτε από την ελληνική διοίκηση είτε από ΜΚΟ, και οι οποίες προκαλούν την αγανάκτηση αυτών των ανθρώπων που στερούνται ακόμη κι εδώ την πιο στοιχειώδη ιδιωτικότητα. Η έντονη αποφορά με κυνηγάει μέχρι τη διπλανή αλάνα, όπου για να ξεχαστώ λίγο κλωτσάω μία μπάλα με κάποια από τα παιδιά του καταυλισμού. Την ίδια ώρα, ουρές σχηματίζονται πιο πέρα. Ουρές κι άλλες ουρές, λες και οι κάτοικοι της Μόριας δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να στέκονται παρατεταγμένοι σε ουρά. Υπάρχουν κάποιοι που δυσανασχετούν, σπρώχνουν και ζητούν να τελειώνει η διαδικασία. Υπάρχουν άλλοι που βρίσκονται εκεί προληπτικά, χωρίς να χρειάζονται κάτι επειγόντως, αλλά γιατί μέσα στην αβάσταχτη ανία, ο μόνος τρόπος να περάσει ο χρόνος είναι να στέκεται κανείς στην ουρά για όλα και για τίποτα, όλη τη μέρα. Είναι να τρελαίνεται κανείς. Εξευτελισμός. Βασανιστήριο. Την ώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη ασχολείται με υγειονομικά θέματα, η Μόρια έχει γίνει τόπος μόλυνσης, διαφθοράς και δυσοσμίας. «Anus mundi».
Το μόνο θαύμα σε αυτό το κλίμα είναι ότι δεν σημειώνονται περισσότερες δολοφονίες και βίαιες πράξεις. Τα βράδια, αφού η αστυνομία αποσυρθεί στους στρατώνες της, πολλά ακούγονται για συγκρούσεις μεταξύ Σουδανών και Σύρων, Αφγανών και Ιρακινών, Αφγανών με Αφγανούς και όλων αυτών εναντίον μιας χούφτας Κονγκολέζων –κάποιοι μουσουλμάνοι, άλλοι χριστιανοί– που θεωρούνται από όλους οι κολασμένοι των κολασμένων. Αλλοι μιλάνε για έναν έφηβο, ο οποίος δέχθηκε μαχαιριές από κάποιον που ήθελε να κλέψει τη σχολική του σάκα, αν και δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω το περιστατικό. Κάποιοι διηγούνται την ιστορία ενός Αφγανού Παστούν, ο οποίος παρενόχλησε μία γυναίκα από την κοιλάδα Παντσίρ, εν μέσω Ραμαζανιού. Μου περιγράφουν την καταδίωξη του δράστη, τη μαχαιριά που του κατάφεραν στο πόδι, τη γάγγραινα, το κώμα. Λίγες ημέρες αργότερα, τον θάνατό του, χωρίς ιατρική φροντίδα, αφού το στρατόπεδο είχε τεθεί σε καραντίνα λόγω COVID-19. Μετά τη διακομιδή του, το νοσοκομείο της Μυτιλήνης αρκέστηκε να διαπιστώσει τον θάνατό του.
Το εκπληκτικό, όμως, είναι ότι η ζούγκλα αυτή δεν είναι εντελώς ζούγκλα. Δεν πρόκειται για εμπόλεμη ζώνη, όπου όλοι μάχονται εναντίον όλων, παρά τον φόβο και το αίσθημα ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τους θεούς, τους Ελληνες και τον κόσμο όλο, παρά τα θλιβερά γκράφιτι, που λένε «Δεν είμαστε ζώα» και «Ευρώπη, γιατί μας ξέχασες;». Μεταξύ των ανθρώπων αυτών, που η μοίρα έριξε σε αυτό το νησί, η ανθρωπιά αρνείται επίμονα να σβήσει και οι κινήσεις αλληλεγγύης αποδεικνύουν ότι η ζωή συνεχίζεται.
Βρισκόμαστε στο κεντρικό τμήμα του στρατοπέδου, με τις μόνιμες κατασκευές, όπου οι υπάλληλοι των υπηρεσιών μετανάστευσης έχουν τα γραφεία τους και όπου εδρεύουν αυτοί που διαχειρίζονται τον τραγέλαφο. Σκληραγωγημένοι απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία, αποφασίζουν για τη διαβάθμιση των δυστυχισμένων. Στον πάτο της κλίμακας, η επίφοβη κόκκινη σφραγίδα, που σημαίνει την επ’ αόριστον αναμονή στη Μόρια. Στην κορυφή, οι σπάνιες και μαγικές μπλε σφραγίδες, που επιτρέπουν τη μετακίνηση προς την ενδοχώρα και ανάμεσα στις δύο, η μαύρη σφραγίδα των ανηλίκων ή των ανίατων αρρώστων, που ονομάζονται «Ευάλωτοι» και ίσως κάποια μέρα –χάρη στη μεσολάβηση αδρά αμειβόμενων και άριστα δικτυωμένων τοπικών δικηγόρων– αποκτήσουν το δικαίωμα εξόδου από το Καθαρτήριο, περνώντας από το κόκκινο στο μπλε.
Οι ακρότητες των «υπερασπιστών»
Ηθελα να βρω και τους φασίστες. Οπως όλοι οι αναγνώστες του Paris-Match, είχα δει τις εικόνες ντόπιων που απωθούσαν με τα καμάκια τις λέμβους που έφθαναν από την Τουρκία και ήθελα να ξέρω τι μπορεί να σκέφτεται κάποιος που κάνει κάτι τέτοιο. Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ. Τη συνάντηση την οργάνωσε ο περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου Κωσταντίνος Μουτζούρης στην αίθουσα με τα μπρούτζινα όπου, υποθέτω, συνεδριάζει το περιφερειακό συμβούλιο. Να τοι, λοιπόν, καθισμένοι φρόνιμα ο ένας δίπλα στον άλλο, καθένας μπροστά στο μικρόφωνό του, καμιά εικοσαριά επιφανείς, κάποιοι ψαράδες, άλλοι έμποροι ή καθηγητές, που δεν έχουν άλλο πράγμα στο μυαλό τους παρά μόνο τους μετανάστες. Και αρχίζουν. Για τον εξισλαμισμό του νησιού. Για εκκλησίες που βεβηλώθηκαν. Για διείσδυση του Ισλαμικού Κράτους. Για συνωμοσία του Τζορτζ Σόρος. Για τις κόρες και τις συντρόφους τους που δεν μπορούν πια να βγουν τα βράδια γιατί ορδές ξένων θέλουν να τις βιάσουν. Και, τέλος, το κλου. Ο συνταξιούχος ξενοδοχοϋπάλληλος Κώστας Αλβανόπουλος διηγείται, σαν να επρόκειτο για ηρωική ενέργεια, πως είδε μια βάρκα να περιμαζεύει ναυαγούς και πως όταν διαπίστωσε ότι δεν είχε ελληνική σημαία, ότι ο καπετάνιος ήταν Γερμανός και ότι η ακτοφυλακή δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει την αποβίβαση των «εισβολέων», «έγινε έξαλλος» και πήρε τα πράγματα στα χέρια του, απωθώντας τη λέμβο. Είναι υπερήφανος για ό,τι έκανε; Βεβαίως. Παρότι υπήρχε ο κίνδυνος να πνίξει παιδιά; Φυσικά. Περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αυτοαποκαλούμενων υπερασπιστών του νησιού, που διώκονται επειδή έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές; Ναι. Αλλά αφού πρόκειται για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής, αξίζει να πάει κανείς στο δικαστήριο. Ναυτία.
Πώς αντιδρά κανείς σε τέτοιο όνειδος; Δυστυχώς, δεν αντιδρά. Απλά περιμένει να μιλήσει η Δικαιοσύνη. Προσπαθούμε να κρατήσουμε μέσα μας, για να μην απελπιστούμε τελείως, κάποιες ωραίες εικόνες. Το πρόσωπο της συμβολαιογράφου Γεωργίας Ρασβίτσου, που με συνόδευσε στο ρεπορτάζ. Με τη σιλουέτα σιλφίδας βγαλμένης από μυθιστόρημα του Λόγγου, του αρχαίου Λέσβιου βάρδου, είναι μια από τις τελευταίες που διασώζουν το πνεύμα αδελφοσύνης και φιλοξενίας με το οποίο έγιναν δεκτοί οι πρώτοι πρόσφυγες στη Σκάλα Συκαμνιάς πριν από πέντε χρόνια, δηλαδή πριν από έναν αιώνα, σαν χιλιάδες Ευρώπες στην πλάτη φτερωτών ταύρων. Κρατάω τη χάρη του Ιησουίτη αδελφού Μορίς Ζουαγιέ, που δεν πτοήθηκε από την εγκληματική πυρκαγιά που τον Μάρτιο έκανε στάχτη σχολείο προσφύγων σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τη Μόρια και έφτιαξε, με τα ίδια του τα χέρια, ένα καινούργιο σχολείο σε ένα από τα πιο άθλια σημεία του καταυλισμού, σε μια πλαγιά από παλέτες και συμπιεσμένα μπάζα. Το καινούργιο σχολείο είναι έτοιμο να ανοίξει και οι τάξεις, διάσπαρτες σε τρία επίπεδα, θα είναι οι τρεις ενάρετοι κύκλοι της κολάσεως. Και τέλος, καθώς έπεφτε η νύχτα και ο καταυλισμός ετοιμαζόταν να κλείσει και να αναδιπλωθεί στις ανοιχτές πληγές και στους κινδύνους του, δεν θα ξεχάσω την ποιητική εμφάνιση του Κόκο Γούμπα και των τριών μεταναστών με τις υπέροχες φωνές, που έμοιαζαν με τον Φέλα, τον Αλφα Μπλόντι και τον Μπομπ Μάρλεϊ. Τους βρήκαμε ανάμεσα στους πλανόδιους πωλητές που είχαν αραδιάσει στην άσφαλτο φρυγανιές, αναψυκτικά και τσιγάρα, τα οποία πωλούνταν ένα ένα. Ηταν εκεί για τα παιδιά που κάθονταν σε κύκλο γύρω τους; Εδιναν συναυλία στο κοινό του καταυλισμού; Ή αποχαιρετούσαν τους καλοπροαίρετους επισκέπτες από τη Γαλλία τραγουδώντας, με χαμόγελο και δάκρυα στα μάτια, «μην κλαίτε, μην κλαίτε»;
Η απομονωμένη συνοικία των γυναικών
Ο διευθυντής του στρατοπέδου πάει να μας δείξει, πίσω από τις αποθήκες, αυτό που ονομάζει τη συνοικία των γυναικών. Πρόκειται για έναν ημιυπαίθριο διάδρομο, προστατευμένο από μεταλλικό πλέγμα, που οδηγεί σε μικρούς κοιτώνες. Ξαφνικά, πλήθος οργισμένων γυναικών ξεπροβάλλει, με υψωμένες γροθιές, κραυγάζοντας. Οι περισσότερες από αυτές είναι Αφρικανές και φορούν ρούχα γυμναστικής. «Είναι εδώ για σας, αλλά δεν θέλουν να φωτογραφηθούν», τραυλίζει ο διευθυντής, που έχει πανιάσει. Τίποτα από όσα λέει δεν ισχύει. Μας κάνουν νόημα να πλησιάσουμε και σαν εντυπωσιακές Ερινύες ή κάποιες θεότητες της καταιγίδας από τον Ομηρο και τον Ησίοδο, αρχίζουν να ουρλιάζουν: «Moria no good! Moria no good!». Πανικός. Επέμβαση των υπαλλήλων του στρατοπέδου, που προσπαθούν να απομακρύνουν τις γυναίκες. Αφιξη διμοιρίας των ΜΑΤ, την οποία πείθουμε να αποχωρήσει μαζί μας. Ποιες είναι αυτές οι γυναίκες; Γιατί αυτός ο απομονωμένος χώρος; Είναι άραγε «ανύπαντρες», που χρήζουν «προστασίας»; Δεν ξέρω. Απομακρύνομαι απογοητευμένος.
Εφερα μαζί μου μάσκες από το Παρίσι και τετράδια, καθώς και κουτιά παρακεταμόλη. Ισως το έκανα από κομφορμισμό, για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου για υποταγή στους υγειονομικούς κανόνες και από πεποίθηση ότι η COVID-19 λαμβάνει στη Μόρια διαστάσεις Αποκάλυψης. Οι ολοκαίνουργιες όμορφες μπλε μάσκες μου έγιναν αμέσως θέμα συζήτησης στο νησί.
Ομάδες παιδιών παρατηρούν από την προηγούμενη μέρα την κόκκινη βαλίτσα που παραδώσαμε στα μέλη των ΜΚΟ. Μόλις πηγαίνουμε να την πάρουμε για να ανέβουμε μέχρι το ξέφωτο, δύο Σύροι μέλη της αντικαθεστωτικής οργάνωσης Λευκά Κράνη που στρατολογήθηκαν για να επιτελέσουν καθήκοντα εποπτείας, μας ζητούν να μοιράσουμε εκεί την «πραμάτεια». Πρώτα τα τετράδια, που παραλαμβάνονται από τους πρόσφυγες σε καθεστώς σχετικής ηρεμίας και μετά το φάρμακα. Την ώρα, όμως, που το πλήθος βλέπει τον «θησαυρό» με τις αστραφτερές μάσκες, ο χαμός αρχίζει. Σπρώξιμο, τρέλα. Η αναταραχή απειλεί να καταλήξει σε γροθιές. «Οχι όλοι μαζί. Ενας ένας. Μία μάσκα σε κάθε παιδί, μία μόνο. Δεν θα φτάσουν για όλους», φωνάζει ο ένας Σύρος.
Το μόνο που καταφέρνει είναι να αυξήσει την αναταραχή. Η ώρα είναι κατάλληλη για την επικράτηση του πιο δυνατού, όποιου σπρώχνει πιο αποτελεσματικά και πηδάει πιο ψηλά. Βρίσκομαι στη μέση του πλήθους και κοντεύω κι εγώ να πέσω κάτω. Σηκώνω το πακέτο πάνω από το κεφάλι μου και τους φωνάζω να ηρεμήσουν. Δεν πρόκειται για μοιρασιά, αλλά για γιορτή. Καλύτερα από γιορτή, πρόκειται για «χάπενινγκ».
Αφού παραδώσω και την τελευταία μάσκα σε ένα παιδί, ο Σύρος μου λέει ότι στη Μόρια έχει δει όλες τις ασθένειες του κόσμου. Διάρροιες, διφθερίτιδα, σπάνιες και άγνωστες αρρώστιες. Αλλά, έτσι είναι… Ελάχιστα έως καθόλου κρούσματα κορωνοϊού. Πρέπει να γελάσουμε ή να κλάψουμε; Προτιμώ να παρακολουθήσω τα παιδιά, που σπεύδουν να φορέσουν τις καινούργιες μάσκες, λες και ήταν μάσκες του καρναβαλιού».
Την ώρα που η εξέγερση στις ΗΠΑ μπαίνει στην τρίτη εβδομάδα, αυξάνεται η ανησυχία ότι τακτικές της αστυνομίας θα μπορούσαν να προκαλέσουν επιδείνωση της πανδημίας του νέου κοροονοϊού, η οποία έχει ήδη άνισο αντίκτυπο μεταξύ Αφροαμερικανών και λευκών.
Σχεδόν 1.300 γιατροί, νοσοκόμοι και εμπειρογνώμονες της δημόσιας υγείας προειδοποιούν ότι η χρήση δακρυγόνων και σπρέι πιπεριού θα επιταχύνει την εξάπλωση του Covid-19, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της αστυνομικής βαρβαρότητας και του ρατσισμού συνεχίζουν αμείωτες, μετά τη δολοφονία του Τζοτζ Φλόιντ.
Με αναφορά που έστειλαν μέσα στην εβδομάδα στις αρμόδιες αρχές ζητούν να σταματήσουν οι αστυνομικοί τη ρίψη χημικών, στην οποία προχώρησαν επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα προκειμένου να διαλύσουν τα πλήθη των διαδηλωτών στη Μινεάπολη, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια και πολλές άλλες αμερικανικές πόλεις.
Σε ανοιχτή επιστολή οι υπογράφοντες τονίζουν πως το πρώτο μέλημα οφείλει να είναι η σταθερή στήριξη όσων προσπαθούν ναννα ξεριζώσουν τον ρατσισμό από τους θεσμούς και προτείνουν συγκεκριμένες οδηγίες για τη στήριξη της δημόσιας υγείας, επειδή ο Covid-19 εξαπλώνεται μέσω σταγονιδίων σάλιου ή βλέννας.
Τα δακρυγόνα και το σπρέι πιπεριού εκτός από βήχα, φέρνουν επίσης δάκρυα, παραγωγή σάλιου και εκροή βλέννας, επισημαίνει ο καθηγητής Πίτερ Τσιν-Χονγκ, που συμμετείχε στην σύνταξη της αναφοράς.
Εκτός από τον κίνδυνο πολλαπλασιασμού του ιού λόγω των παραπάνω παραγόντων ο γιατρός προσθέτει πως τα χημικά μπορεί να ερεθίσουν τη μύτη, το στόμα και τους πνεύμονες, προκαλώντας φλεγμονή, η οποία ενδέχεται να αποδυναμώσει την ικανότητα του ανθρώπινου οργανισμού να αντιστέκεται στη μόλυνση.
Διαδηλωτές ρίχνουν γάλα στα μάτια μιας γυναίκας στις 25 Μαΐου / Αp photo
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η μεγάλη και βαθιά ανησυχητική χρήση χημικών εναντίον πολιτών σε όλη τη χώρα φαίνεται να είναι άνευ προηγουμένου, αλλά επισημαίνουν την ανάγκη να μην διαλύονται οι «διαμαρτυρίες υπό το πρόσχημα της διατήρησης της δημόσιας υγείας».
Στην Ουάσιγκτον, οι αρχές παραδέχτηκαν πως εξαπέλυσαν «μπάλες πιπεριού» κατά ειρηνικών διαδηλωτών, ώστε να «ανοίξουν» το δρόμο για τον Ντόναλντ Τραμπ, ώστε να ποζάρει για φωτογραφίες μπροστά από μια εκκλησία, δίπλα στον Λευκό Οίκο.
Δημοσιογράφοι ανακάλυψαν ένα χρησιμοποιημένο άδειο κάνιστρο με ελαιορητίνης (OC), που προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα. Σε πολλά άλλα περιστατικά ανά την χώρα, αστυνομικοί χρησιμοποίησαν oρθοχλωροβενζαμαλονονιτρίλη (CS).
Σύμφωνα με τον καθηγητή αναισθησιολογίας, Έρικ Τζορντ, οι ουσίες OC και CS και οι «μπάλες πιπεριού», που δεν προορίζονται για θανατηφόρα πυρομαχικά, έχουν σχεδιαστεί για να χρησιμοποιούνται με φειδώ, σε ανοιχτούς ανοιχτούς χώρους, και «μόνο αν οι διαδηλωτές έχουν έναν τρόπο να φύγουν». «Εκθέτουν τους ανθρώπους σε πολύ υψηλότερα επίπεδα αυτών των χημικών ουσιών από το προβλεπόμενο και δεν είναι σαφές ποιες είναι οι συνέπειες στην υγεία», υπογραμμίζει ο ίδιος.
Δύο κοπέλες δεν μπορούν να αναπνεύσουν σε πορεία στις 30 Μαΐου / Ap photo
Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Αραβικής Άνοιξης το 2010, οι διαδηλωτές ανέφεραν τραυματισμούς στους πνεύμονες, αφού εκτέθηκαν σε υψηλές ποσότητες δακρυγόνων. Μικρές μελέτες στη Χιλή και το Μπαχρέιν συνέδεσαν την έκθεση σε χημικά με αποβολές εμβρύων. Επίσης, έρευνα του 2014 διαπίστωσε ότι οι στρατιωτικοί που είχαν εκτεθεί στην CS είχαν υψηλότερο κίνδυνο να προσβληθούν από αναπνευστικές ασθένειες, όπως η γρίπη και η πνευμονία.
«Ο ψεκασμός με δακρυγόνα είναι σαν κάποιος να καπνίζει στους πνεύμονές σου. Είναι όπως οποιαδήποτε άλλη ρύπανση, που μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους των αναπνευστικών ασθενειών», δηλώνει ο Τζον ΧονγκσΧονγκ Guardian.
Στην ανοιχτή επιστολή τους οι ειδικοί προτρέπουν την αστυνομία να αποφεύγει τη σύλληψη και την κράτηση διαδηλωτών σε περιορισμένους χώρους, όπως φυλακές και αστυνομικά φορτηγά, όπου ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού είναι υψηλότερος.
Καπνός από δακρυγόνα στη Μινεάπολη στις 31 Μαΐου / Ap photo
Ο Τσιν-Χονγκ σημειώνει πως ο ίδιος και οι συνάδελφοί του γνωρίζουν καλά ότι θύματα του νέου κορονοϊού πέφτουν δυσανάλογα οι μη λευκοί. «Οι ίδιες κοινότητες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να πεθάνουν από τον ιό διατρέχουν επίσης μεγαλύτερο κίνδυνο να πεθάνουν στα χέρια αστυνομικών». «Ο ρατσισμός είναι μια μολυσματική ασθένεια. Ο ρατσισμός είναι απειλή για τη δημόσια υγεία », λέει.
Ειδικοί δημόσιας υγείας και υπερασπιστές των πολιτικών δικαιωμάτων έχουν ταχθεί εδώ και πολύ καιρό κατά της χρήσης δακρυγόνων, που μπορούν να αποβούν θανατηφόρα, ειδικά για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με υποκείμενα νοσήματα, όπως το άσθμα. Άλλωστε, διάφορες διεθνείς συνθήκες και η Σύμβαση της Γενεύης έχουν απαγορεύσει τη χρήση τους σε διεθνείς πολεμικές επιχειρήσεις.
Αξιωματούχοι σε ορισμένες πόλεις των ΗΠΑ συμφώνησαν να περιορίσουν τη χρήση. Την Παρασκευή, ο δήμαρχος του Σιάτλ ανακοίνωσε μορατόριουμ 30 ημερών σχετικά με τη ρίψη δακρυγόνων κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων. Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, ζήτησε νέα πρότυπα σε επίπεδο πολιτείας για τον έλεγχο του πλήθους από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Τέλος, ομοσπονδιακός δικαστής στο Ντένβερ εξέδωσε εντολή για τον περιορισμό της χρήσης χημικών από την αστυνομία σε βάρος ειρηνικών διαδηλωτών.
Κατά τη διάρκεια κινητοποίησης στη Μινεάπολη στις 31 Μαΐου / Ap photoΠηγή:https://www.efsyn.gr
Με μια απίστευτης αλαζονείας και απύθμενου πολιτικού θράσους απόφασή της, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη διόρισε στην θέση του προϊσταμένου διεύθυνσης της νεοσύστατης Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού ένα πρόσωπο που κατηγορείται για πέντε κακουργηματικές πράξεις.
Συγκεκριμένα, με υπουργική απόφαση της 29ης Μαΐου 2020, η Λίνα Μενδώνη διορίζει προϊστάμενο στην νευραλγική και ευαίσθητη αυτή θέση τον Κωνσταντίνο Κίσσα, ένα από τα 17 στο σύνολό τους πρόσωπα σε βάρος των οποίων η Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς έχει ασκήσει ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος για πέντε αδικήματα: της πλαστογραφίας, της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, της απιστίας, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα μαύρου χρήματος) και της εγκληματικής οργάνωσης.
Πρόκειται για μία από τις πολλές δικαστικές εκκρεμότητες γύρω από την πολύκροτη υπόθεση του “αμαρτωλού” Ταμείου Αλληλοβοήθειας Υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο νεοδιορισθείς πλέον προϊστάμενος της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού, φέρονται να ενέχονται σε υπόθεση με πλαστογραφημένες αιτήσεις για δάνεια και οικονομικά βοηθήματα, χωρίς σχετικές αιτήσεις των δικαιούχων, με αποτέλεσμα, κατά το κατηγορητήριο, τα χρήματα να τα καρπώνονται οι ποινικά ελεγχόμενοι.
Αξίζει να σημειωθεί, πως τέσσερεις μόνο ημέρες πριν από τον επίμαχο διορισμό, η Λίνα Μενδώνη είχε υποχρεωθεί να απαντήσει στη Βουλή σε ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Χριστόφορου Βερναρδάκη γιατί δεν έχει ακόμη προχωρήσει, ως πειθαρχικώς προϊσταμένη τους, στην άσκηση πειθαρχικών διώξεων κατά των 17 υπαλλήλων, όπως επιτάσσει το άρθρο 114 παρ. 6 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα.
Η υπεκφυγή της υπουργού, όχι απλώς στη απάντηση της προς τον ερωτώντα βουλευτή αλλά και ως προς την ουσία της μη άσκησης των πειθαρχικών της καθηκόντων, με πρόσχημα την μη ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας για την υπόθεση, λαμβάνει πλέον άλλες διαστάσεις. Διότι, γίνεται φανερό πως όταν έδινε την απάντησή της η Λίνα Μενδώνη είχε είδε δρομολογήσει τον διορισμό του ενός από τους κατηγορουμένους στην θέση του προϊσταμένου διεύθυνσης της νεοσύστατης Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Ακόμη και αν δεχτεί κανείς την επιχειρηματολογία της υπουργού για την μη παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ακόμη και προσμετρώντας κανείς πως προφανώς ισχύει και για το εν λόγω πρόσωπο, όπως και για κάθε κατηγορούμενο, το τεκμήριο της αθωότητας, είναι δυνατόν να μην γίνεται αντιληπτό ότι πολιτικά είναι ανεπίτρεπτος ένας τέτοιος διορισμός; Ποιο είναι το μήνυμα που στέλνει εντός και εκτός υπουργείου Πολιτισμού η Λίνα Μενδώνη με την ενέργειά της αυτή;
Μάλιστα, λίγες ημέρες νωρίτερα, με άλλη της αιφνιδιαστική απόφαση, που συζητήθηκε λόγω της απομάκρυνσης από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο του μοναδικού εναπομείναντος μέλους που είχε καταψηφίσει την απόφαση απόσπασης των αρχαιοτήτων στο σταθμό Βενιζέλου της Θεσσαλονίκης, η Λίνα Μενδώνη διόρισε τον Κωνσταντίνο Κίσσα και μέλος του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του υπουργείου Πολιτισμού!
Είναι απορίας άξιον αν αυτές οι κινήσεις της κ. Μενδώνη είναι σε γνώση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, που το τελευταίο διάστημα δείχνει να έχει επιστρατευτεί και ο ίδιος στην εντατική επικοινωνιακή προσπάθεια ανασυγκρότησης της δημόσιας εικόνας της υπουργού του, συνοδεύοντας της τόσο στην επίσκεψη στο εργοτάξιο της Εθνικής Πινακοθήκης, όσο και στην πρώτη μετά την καραντίνα πρόβα του Εθνικού Θεάτρου.
Όπως είναι άξιον απορίας και το αν ο συγκεκριμένος διορισμός τελεί σε γνώση του διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, Άγγελου Μπίνη, στον οποίο δεν κοινοποιείται το έγγραφο διορισμού, αλλά με τον οποίο η υπουργός Πολιτισμού συνυπέγραψε μόλις στις 21 Μαΐου 2020 την υπ. αριθμ. ΥΠΠΟΑ/ΓΡΥΠ/237518/6051 απόφαση σύστασης της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΦΕΚ 2024/Β΄/26.05.2020).
Ας σημειωθεί εδώ πως το πρώτο δελτίο τύπου που εξέδωσε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας υπό την διοίκηση του Άγγελου Μπίνη, τον Οκτώβριο του 2019, αφορούσε ακριβώς την υπόθεση των διώξεων για την υπόθεση του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των Υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού. “Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας”, σημειωνόταν εκεί, “διασφαλίζει τη θεσμική συνέχεια της διοίκησης και ενισχύει τη δημόσια λογοδοσία ενδυναμώνοντας τον ελεγκτικό μηχανισμό με διευρυμένο πλαίσιο αρμοδιοτήτων και καινοτόμες μεθοδολογίες ελέγχων και ερευνών”, ενώ τα δημοσιεύματα της περιόδου έκαναν λόγο για συμβολική κίνηση “επικύρωσης” των διώξεων και κατάρριψης του ισχυρισμού περί “πολιτικών σκοπιμοτήτων”, ισχυρισμό που επαναλαμβάνουν έως σήμερα όχι μόνο τα εμπλεκόμενα στελέχη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στο Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και η ίδια η Λίνα Μενδώνη.
Τη στιγμή που η κυβέρνηση αυτοαποθεώνεται για τη διαχείριση του προσφυγικού και απορρίπτει τις όποιες μαρτυρίες και στοιχεία ως «τουρκική προπαγάνδα», διεθνή ΜΜΕ δημοσιεύουν μαρτυρίες θυμάτων που αποδομούν το αφήγημα του Μαξίμου και του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
Νέα στοιχεία καταγράφουν ότι οι ελληνικές αρχές απελαύνουν παράνομα πρόσφυγες στα τουρκικά σύνορα. Η Deutsche Welle, μαζί με διεθνή ομάδα ερευνητών, ταυτοποίησε και συνάντησε ορισμένα από τα θύματα που εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Τουρκία.
Ο προσφυγικός καταυλισμός Μακρονήσου (τέλη 1922-αρχές 1923) NATIONAL GEOGRAPHIC
Χιλιάδες Πόντιοι βρήκαν τον θάνατο τη δεκαετία του 1920 στα «λοιμοκαθαρτήρια» και τα ξερονήσια της Ελλάδας. Επισήμως προσμετρώνται στα θύματα της «γενοκτονίας» που η πολιτεία θα γιορτάσει, όπως κάθε χρόνο, την ερχόμενη Τρίτη. Στην πραγματικότητα, θύτης τους υπήρξε ο ελληνικός ρατσισμός – και η Μακρόνησος του 1922, η πρώτη Αμυγδαλέζα.
Δεν χρειάζεται βέβαια να δεχτεί κανείς το νεοπαγές θεώρημα περί «γενοκτονίας» για να διαπιστώσει πως ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός του Πόντου υπέφερε πολλά στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου και του μικρασιατικού πολέμου.
Από τους 400.000 Ρωμιούς που κατέγραψαν στην περιοχή η απόρρητη υπηρεσιακή στατιστική των ελληνικών προξενείων το 1910-12 και η επίσημη «Μαύρη Βίβλος» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περίπου το ένα τέταρτο χάθηκε μέσα σε μια δεκαετία ως αποτέλεσμα των σφαγών, των βασανιστικών εκτοπίσεων, της πολύνεκρης επιδημίας ισπανικής γρίπης που σάρωσε όλη την Ευρώπη (και τον Πόντο) το 1918, αλλά και των δραματικών συνθηκών της προσφυγιάς και της εγκατάστασής τους στη νέα πατρίδα.
Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans
Αναμφισβήτητα τραυματική, αυτή η εμπειρία κάθε άλλο παρά ενιαία υπήρξε για όλο τον ποντιακό πληθυσμό.
Οι διαθέσιμες αφηγήσεις της πρώτης προσφυγικής γενιάς φιλοτεχνούν αντίθετα μια αρκετά αντιφατική εικόνα: σε αντίθεση με τη γενικευμένη εξολόθρευση των Αρμενίων, η μοίρα των Ελληνοποντίων ποίκιλλε σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και συχνά καθορίστηκε από την κοινωνική τάξη, τις οικονομικές δυνατότητες ή τις επαγγελματικές δεξιότητες καθενός ξεχωριστά.
Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans
Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans
Το αυθαίρετο τσουβάλιασμα αυτών των βιωμάτων σ’ ένα (δημοφιλές αλλά παραπειστικό) ενιαίο σχήμα συνέβαλε βέβαια καθοριστικά στην εξάλειψη του παραδοσιακού διάχυτου ρατσισμού σε βάρος των Ποντίων, μέσω της ανάδειξης των τελευταίων σε κατεξοχήν «μαρτυρική» υποομάδα του νεοελληνικού έθνους, ελάχιστα όμως εξυπηρετεί την ουσιαστική γνώση του συλλογικού μας παρελθόντος.
Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans
Σκηνές από τη διαβίωση των Ποντίων προσφύγων στη Μακρόνησο, λίγους μήνες μετά τις πρώτες εκατόμβες: οικογενειακή μπουγάδα, ζύγισμα της καθημερινής μερίδας σιτηρών, ενθουσιασμός για μια μπουκάλα πόσιμο νερό, συνωστισμός για την παραλαβή τροφίμων από αμερικανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οι κηδείες φίλων και συγγενών και το αυτοσχέδιο νεκροταφείο του νησιού αποτελούσαν την άλλη όψη της «εξυγίανσης»
Drexel University Legacy Center/Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η συστηματική αποσιώπηση μιας κρίσιμης πτυχής της ποντιακής τραγωδίας: της εκατόμβης των προσφύγων μετά την άφιξή τους στην ελληνική επικράτεια, εκατόμβης που προκλήθηκε από έναν συνδυασμό παραγόντων (άθλιες συνθήκες διαβίωσης, μαζικός στρατωνισμός αρρώστων και μη σε «λοιμοκαθαρτήρια», εγκληματική εκμετάλλευση των προσφύγων από μερίδα της γηγενούς κοινωνίας, αδιαφορία ή και ανοιχτή εχθρότητα των τοπικών αρχών και κοινωνιών) με κοινή συνισταμένη την ξενοφοβία και τον ρατσισμό.
Η λήθη αυτή δεν υπήρξε καθόλου τυχαία. Ενώ οι σφαγές και οι εκτοπίσεις που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο του ελληνοτουρκικού και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εύκολα εγγράφονται σ’ ένα μαρτυρολογικό εθνικό αφήγημα, όπου οι «κακοί» βρίσκονται στην αντίπερα εθνική όχθη, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα πολυάριθμα θύματα της αδιαφορίας, της αναλγησίας ή της εχθρότητας του ελληνικού κράτους και των τότε υπηκόων του απέναντι στους νεοφερμένους «τουρκόσπορους».
Πόσο μάλλον αφού, όπως διαπιστώνουμε από τις εφημερίδες των ημερών, η στάση της ελλαδίτικης κοινωνίας απέναντι στους μελλοντικούς συμπολίτες της δεν διέφερε καθόλου από τη σημερινή ρατσιστική τρομολαγνεία γύρω από την (κοινωνική ή/και υγειονομική) «επικινδυνότητα» των κυνηγημένων προσφύγων που οι συρράξεις της Εγγύς Ανατολής ξεβράζουν στα ακρογιάλια του Αιγαίου.
Ενας λόγος παραπάνω λοιπόν να θυμίζουμε σήμερα πώς ακριβώς έγιναν δεκτοί οι κυνηγημένοι Πόντιοι «αδελφοί» στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 1920. Χάρη στο αναντικατάστατο έργο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, διαθέτουμε άλλωστε μια πρώτης τάξης πηγή πληροφόρησης γι’ αυτή την υποδοχή: τον πιο πρόσφατο τόμο της μνημειώδους σειράς «Εξοδος», που εκδόθηκε προ διετίας και περιλαμβάνει αυτοβιογραφικές αφηγήσεις προσφύγων από την ενδοχώρα του Πόντου, όπως αυτές καταγράφηκαν από τους ερευνητές του ΚΜΣ κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
Το ταξίδι του θανάτου
Το πρώτο δεδομένο είναι πως η περιπέτεια των προσφύγων κάθε άλλο παρά τέλειωνε με την απομάκρυνσή τους από την εμπόλεμη ζώνη. Το μαρτυρούν οι περιγραφές για μαζικούς θανάτους εν πλω, αλλά και στις ενδιάμεσες υποχρεωτικές επισταθμίες.
Το ταξίδι από τη Σαμψούντα μέχρι την Πόλη, αφηγείται π.χ. η Σοφία Χατζίδου από το Χατζίκιοϊ του Μπακίρ-Μαντέν, «διήρκεσε πέντε μέρες. Σ’ όλο αυτό το διάστημα μας θέριζε η δίψα. Τραβούσαμε νερό από τη θάλασσα και το βράζαμε για να πιούμε. Συνέχεια πέθαιναν στο βαπόρι, τους ρίχνανε στη θάλασσα τους πεθαμένους» (σ. 95). «Χριστούγεννα του 1922 και Φώτα του 1923 ήμαστε στο Τιρέμπουλους της Συρίας, παραλιακή πόλη», θυμάται πάλι ο Αναστάσιος Βαρυτιμίδης από το Εντιρέκ της Νεοκαισάρειας. «Μας θέριζε η αρρώστια. Είχε πέσει τύφος και χολέρα. Μας βάλανε όλους σ’ ένα πλοίο και μας κρατήσανε στη θάλασσα σαράντα μέρες καραντίνα. Από κει μας πήγανε στο Μπαϋρούτ. Μάιος του 1923 ήτανε, μπήκαμε σ’ ελληνικό πλοίο και ήρθαμε Ελλάδα» (σ. 287). Κατά την ίδια διαδρομή, συμπληρώνει ο Ηλίας Μωυσιάδης από το Αλτίνογλου Τσιφλίκ, «στο πλοίο μέσα πεθαίνανε οι άρρωστοι και τους ρίχνανε στη θάλασσα» (σ. 353).
Μαζικοί θάνατοι αποδεκάτιζαν τους πρόσφυγες και κατά τον μεταβατικό στρατωνισμό τους στο Σελιμιέ της Κωνσταντινούπολης: «Για καραντίνα το είχανε, ένας μεγάλος κισλάς [στρατώνας] ήτανε. Τι είδανε τα μάτια μας εκεί μέσα και πώς βγήκαμε ζωντανοί! Το συσσίτιο ήτανε ένα μαύρο ζουμί με μαϊμούδια μέσα και καμιά φορά έβλεπες και κανένα φασόλι. Η αρρώστια κι ο θάνατος δε λέγονταν. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι, χάμω στις πλάκες, μ’ ανθρώπους που πεθαίνανε. Τους πεθαμένους κάθε μέρα πενηνταριές και κατοσταριές τους βγάζανε με καροτσάκι και τους ρίχνανε σ’ ένα μεγάλο λάκκο σε μια ερημιά. Ο Θεός έβαλε το χέρι του και βγήκαμε ζωντανοί, όσοι γλιτώσαμε» (σ. 270, μαρτυρία του Ιπποκράτη Πετρίδη, από τη Νεοκαισάρεια). Παρόμοιες περιγραφές συναντάμε και στις καταθέσεις άλλων επιζώντων (σ. 55, 57, 307 & 363).
Καραντίνα και κρεματόρια
Αλλά και μετά την αποβίβασή τους στο ελληνικό έδαφος, νέες δοκιμασίες απομόνωσης και θανατικού περίμεναν τις καραβιές των ξεριζωμένων. Επίσημη αιτιολογία, η ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας από τις αρρώστιες που ενδεχομένως μετέφεραν οι επήλυδες. Δεν επρόκειτο βέβαια για ελληνική ευρεσιτεχνία, αλλά για προληπτικό μέτρο με διεθνή εφαρμογή, που εκείνη την εποχή ρυθμιζόταν από τη σχετική Σύμβαση του Παρισιού (17.1.1912). Οι συνθήκες όμως της έμπρακτης υλοποίησής του, στην Ελλάδα του 1922-23, οδήγησαν σε πραγματικές εκατόμβες.
«Ηρθαμε στη Θεσσαλονίκη, στο Καραμπουρνού», αφηγείται χαρακτηριστικά η Ευρυδίκη Γαλανού, από τα Ιμερα της Τραπεζούντας. «Ενα μήνα μείναμε στην καραντίνα. Υποφέραμε από αρρώστιες. Κάθε μέρα κάποιον έθαβαν. Μια μάνα έθαψε έξι παιδιά της» (σ. 406). Ο συντοπίτης της Χαράλαμπος Τσαχουρίδης, που έζησε τρεις μήνες στον ίδιο χώρο, συμπληρώνει ότι «πολλοί πέθαιναν από τύφο, λόγω του υπάρχοντος συνωστισμού. Εις όλο το διάστημα της λειτουργίας της καραντίνας απέθανον περί τις είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες. Την ημέρα πέθαιναν ογδόντα έως εκατό» (σ. 408). Τα ίδια και στο λοιμοκαθαρτήριο του Αϊ-Γιώργη, στο Κερατσίνι: «Μας κουρέψανε όλους, άντρες, γυναίκες και παιδιά και περάσανε τα ρούχα μας από τον κλίβανο. Κι άλλοι πεθάνανε εκεί» (σ. 353).
Διαφωτιστικότερη απ’ αυτές τις λακωνικές αναφορές αποδεικνύεται η διήγηση του Ιωάννη Παναγιωτίδη από το Γαριπάντων της Αργυρούπολης, που δεν διστάζει να θίξει δύο θέματα ταμπού – τη ληστρική συμπεριφορά των ντόπιων απέναντι στους πρόσφυγες και, κυρίως, την εξευτελιστική μεταχείριση των πτωμάτων τους, που μετατράπηκαν σε καύσιμη ύλη:
«Στον Αγιο Γεώργιο, που υπηρέτησα ως υπάλληλος, πολλοί κλέφτες από τον Πειραιά έρχονταν με καΐκια στην καραντίνα και έκλεβαν ρουχισμό και άλλα πράγματα. Ανοιγαν στα απολυμαντήρια τα δέματα κι έκλεβαν μηχανές, χαλιά και άλλα. Ερχόταν ένα βαπόρι φορτωμένο με πρόσφυγες και πράγματα. Κατέβαζαν τους ανθρώπους και τους οδηγούσαν αμέσως στα απολυμαντήρια: κόψιμο τα μαλλιά αντρών και γυναικών και ίδια για τα λουτρά. Τα πράματα έμεναν. Τα κατέβαζαν και τα στοίβαζαν κάτω από μια στέγη του απολυμαντηρίου και τα απολύμαιναν.
Το πλοίο »Θέμις» που έφερε τέσσερις χιλιάδες Ποντίους απ’ τον Καύκασο, όλοι πέθαναν. Από αρρώστιες πέθαναν. Και εξόν που πέθαναν, ο Αγιος Γεώργιος είχε γεμίσει και δε μπορούσαν να τους κατεβάσουν. Τους είχαν μέσα στο πλοίο. Οσοι πέθαιναν δεν τους κατέβαζαν. Τους έκαιγαν στο φούρνο για κάρβουνο. Οσοι απόμειναν τους κατέβασαν. Τρεις μήνες στάθηκε το »Θέμις» και δεν τους κατέβασαν. Ο Αϊ-Γιώργης ήταν γεμάτος, η Μακρόνησος γεμάτη» (σ. 395-6).
Ενα αποκαλυπτικό δημοσίευμα των ημερών επιβεβαιώνει την έκταση του θανατικού: «Οι μέχρι σήμερον μεταναστεύσαντες πρόσφυγες» μέσω Ρωσίας, διαβάζουμε, «ανέρχονται εις 14 χιλιάδας περίπου. Εκ τούτων οι επί του ατμοπλοίου »Κίος» αφιχθέντες απεστάλησαν εις την Μακρόνησον, ένθα εγένοντο αι απαιτούμεναι εγκαταστάσεις. Οι δε εκ των πρώτων αφίξεων 8.600 κρατούνται εν τω λοιμοκαθαρτηρίω του Αγ. Γεωργίου και επί ατμοπλοίων. Επειδή δεν ελήφθησαν εγκαίρως τα απαιτούμενα υγειονομικά μέτρα της αραιώσεως, της απομονώσεως, της επιβαλλομένης καθαριότητος και διαίτης, επί των 8.600 προσφύγων ήδη έχουσιν αποθάνει περί τους χιλίους διακοσίους εντός πεντήκοντα μόνον ημερών» («Εμπρός», 21.7.1922, σ. 2).
Η προσπάθεια διαφυγής από αυτήν την κόλαση εξελισσόταν συνήθως σε φαύλο κύκλο, όπως εξηγεί ο Αλκιβιάδης Αφεντουλίδης από το Παρασκευάντων της Αργυρούπολης: «Φέρνουν [στη Μακρόνησο] ένα ρωσικό πλοίο, το »Βίτιμ». Μας φορτώνουν σ’ αυτό, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, και μας φέρνουν στην Αλεξανδρούπολη. Στην Αλεξανδρούπολη ήρθε ένας γιατρός και δεν άφησε να αποβιβαστούμε. Είπε να ρίξουμε άγκυρα στα βαθιά. Τέσσερις μέρες μείναμε εκεί. Φωνάζαμε. Ηρθαμε στην ανάγκη να κάψουμε τα σανίδια απ’ τ’ αμπάρι για να βράσουμε στα σαμοβάρια μας τσάι, να βράσουμε στις χύτρες φασόλια. Οσοι πέθαιναν τους καίγαμε κάτω στα καζάνια για να μη δίνουμε ντόρο και μας κάνουν καραντίνα. Την Πέμπτη μέρα γύρισε πίσω στον Πειραιά το καράβι. Αλλοι διακόσιοι πενήντα άνθρωποι πέθαναν. Τους μισούς τους κάψαμε και τους άλλους τους ρίξαμε στη θάλασσα! […] Μωρά δεν έμειναν. Πέθαναν σχεδόν όλα. Με καΐκι μάς έφεραν φαγητό απ’ τη Σαλαμίνα. Ορμούσαμε πάνω στο φαγητό σαν άγριοι» (σ. 486-7).
Οι ανεπιθύμητοι
Η δεύτερη εικόνα που προκύπτει από τις αφηγήσεις των προσφύγων και τα δημοσιεύματα των ημερών είναι η εχθρική αντιμετώπισή τους από μεγάλη μερίδα των τοπικών κοινωνιών. «Σ’ όλα τα μέρη δυσκολία βρίσκαμε. Ασκημα και ξένα μας φαίνονταν. Μιλούσαμε τούρκικα, δεν μας καταλαβαίνανε και μας βρίζανε κιόλας, οι ντόπιοι», θυμάται χαρακτηριστικά ο Αναστάσιος Καραγκιαούρογλου από την περιοχή του Λαντίκ (σ. 147), ενώ η Σοφία Χατζίδου από το Χατζίκιοϊ του Γκιουμούς Μαντέν επισημαίνει την υλική βάση αυτής της δυσφορίας: «Η πρώτη σκάλα που πιάσαμε στην Ελλάδα ήταν η Λευκάδα.
Δε μας χώνευαν καθόλου εκεί. Λέγανε: –»Δε βούλιαζε καλύτερα το πλοίο σας να πνιγείτε κι εσείς μαζί! Τρώτε το ψωμί μας». Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε λιγοστό ψωμί. Το μοιράζανε με δελτίο. Μπορεί να είχαν δίκιο. Είχαμε όμως κι εμείς δίκιο. Στον τόπο μας δε μας έλειπε τίποτε. Γιατί να υποφέρουμε τώρα;» (σ. 95).
Τη στάση των ντόπιων επηρέαζαν όχι μόνο υλικοί παράγοντες, αλλά και ιδεολογικοί. Χαρακτηριστική η διάκριση των χωριών της Κεφαλονιάς που συναντάμε στην αφήγηση του Σταύρου Λαζαρίδη από το Σουλεϊμάνκιοϊ του Βεζίρ Κιοπρού: «Το μεν Φισκάρδο, ως κέντρον φιλελευθέρων πολιτών, μας υποδέχτηκε, μαζί με τα χωριά, και μας εφιλοξένησαν στα σπίτια τους μέχρι της φυγής μας από κει για τη Μακεδονία. Τουναντίον δε η Σάμη και δη στην Αγία Ευθυμία (Πηλάρο) ήσαν μισοπρόσφυγες [κατά το »μισέλληνες»]. Μας αποκαλούσαν τουρκόσπορους και όταν αποβιβαστήκαμε στη Σάμη άλλους ύβρισαν και άλλους εχλεύασαν. Τον δε εφοπλιστή Βερωτή που μας έφερε τον ύβρισαν κι αυτόν που μας έφερε» (σ. 110).
Πάνω απ’ όλα όμως, η έλευση των βασανισμένων Ποντίων εκλαμβανόταν ως υγειονομική απειλή. Αποκαλυπτική η στιχομυθία τής 22.6.1922 στη Βουλή, όπως καταγράφεται στο «Εμπρός» της επομένης, με τίτλο «Ο κίνδυνος εκ των πασχόντων προσφύγων»:
«Ο κ. Τσουκαλάς ερωτά την Κυβέρνησιν τίνα μέτρα έλαβε διά το ζήτημα των εν Λοιμοκαθαρτηρίω Αγίου Γεωργίου της Σαλαμίνος προσφύγων εκ Ρωσσίας, εφ’ όσον πρόκειται περί της υγείας των κατοίκων της πόλεως της Σαλαμίνος και απάσης της Ελλάδος, γνωστού όντως ότι υπάρχουσι πολλοί πάσχοντες και θνήσκοντες εκ χολέρας και εξανθηματικού τύφου. Επομένως απόλυτος και επίγουσα ανάγκη επιβάλλει την λήψιν άμεσων μέτρων και δήλωσιν της Κυβερνήσεως ίνα καθησυχάσει το δημόσιον φρόνημα.
Ο κ. Αναστασόπουλος λέγει ότι, ως πληροφορείται, ο κ. υπουργός των Εσωτερικών λαμβάνει η έλαβεν μέτρα σύντονα προς άρσιν του κινδύνου κατά της υγείας των Σαλαμινίων αλλά και κατά της υγείας των πόλεων Πειραιώς και Αθηνών. Η ανακοίνωσις των μέτρων του κ. Υπουργού ίσως θα μας απαλλάξη της περαιτέρω συζητήσεως.
Ο [υπουργός Εσωτερικών] κ. Στράτος λέγει ότι η Κυβέρνησις ευρέθη προ ημερών απέναντι ενός αληθούς αιφνιδιασμού όταν ήρχισαν να καταπλέουν εκ του Ευξείνου ατμόπλοια κομίζοντα πρόσφυγας Ελληνας εκ Ρωσσίας οι οποίοι ουδόλως ανεμένοντο. Οι πρόσφυγες αυτοί ανήλθον εις 8.600 περίπου. […]
Εκ των ελθόντων ζώντων εις το λοιμοκαθαρτήριον προσφύγων 466 ήσαν ασθενείς, εξ ων 80 ύποπτοι χολέρας και 136 εκ δυσεντερίας, τα άλλα ήσαν συνήθη νοσήματα. Εκείνα τα νοσήματα τα οποία ήσαν τα επικίνδυνα ήτο η χολέρα και ο εξανθηματικός τύφος, και κατεβλήθη μεγάλη προσοχή ίνα μη μεταδοθούν. Και ευτυχώς δύναμαι να καυχηθώ ότι, παρ’ όλον τον φόβον των περιοίκων, ουδέν συνέβη. […] Ολα τα μέτρα της απομονώσεως ελήφθησαν μετά πάσης αυστηρότητος. Οτι δε επέτυχον τα μέτρα ταύτα, απόδειξις είναι ότι ουδέν συνέβη το δυσάρεστον εις όλην την περιοχήν».
«Ουδέν το δυσάρεστον» –για τους ντόπιους, φυσικά. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, όπως έχουμε ήδη δει, αποδεκατίζονταν από τις αρρώστιες. Οπως όμως συμβαίνει και με τους σημερινούς ομολόγους τους, η δική τους μοίρα άφηνε αδιάφορη την ελληνική κοινωνία.
Επιστέγασμα των μέτρων που πάρθηκαν για την «προστασία» των ντόπιων από τους πρόσφυγες υπήρξε η νομοθετική απαγόρευση της εισόδου των τελευταίων στην Ελλάδα. Με τον Ν.2870 της 18/20.7.1922, που θεσπίστηκε ένα μήνα πριν από την αναμενόμενη κατάρρευση του μετώπου, απαγορεύτηκε ρητά «η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφόσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων» κι προβλέφθηκαν βαριές ποινές για τους «λαθροδιακινητάς». Το ελληνικό κράτος και οι εθνικιστές του παρέδωσαν έτσι τους ελληνορθόδοξους Μικρασιάτες στο μαχαίρι των κεμαλικών, εξίσου κυνικά όπως η σημερινή ισλαμόφοβη Ευρώπη ρίχνει τους απελπισμένους Ιρακινούς και Σύρους πρόσφυγες βορά στους φονταμενταλιστές του ISIS.
Η άλλη Μακρόνησος
Ως λύση για τη διαχείριση της προσφυγικής «απειλής», η κυβέρνηση Γούναρη θα μετατρέψει σε ειδικό «χώρο υποδοχής» τη Μακρόνησο. Το ξερονήσι, που έγινε αργότερα θλιβερά διάσημο ως τόπος βίαιης «αναμόρφωσης» των πολιτικών κρατουμένων, είχε ήδη άσχημη προϊστορία. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1912-13 είχε χρησιμοποιηθεί ως στρατόπεδο συγκέντρωσης Τούρκων αιχμαλώτων, πολλές εκατοντάδες από τους οποίους άφησαν τα κόκαλά τους εκεί, αποδεκατισμένοι από τον τύφο.
Λίγο αργότερα μετατράπηκε από τους Αγγλο-Γάλλους συμμάχους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σε χώρο εκτόπισης Ρώσων φαντάρων που θεωρούνταν ύποπτοι για μπολσεβικισμό. Με ειδική απόφαση του υπουργικού συμβουλίου (9.6.1922) για «το ζήτημα της εγκαταστάσεως των προσφύγων, απεφασίσθη όπως εγκατασταθούν όλοι εις Μακρόνησον» και, «μετά την απολύμανσίν των και την εξυγίανσιν [να] τοποθετηθούν εις διάφορα μέρη» («Εμπρός», 10.6.1922).
Η επιλογή δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οπως επισημαίνει στις αναμνήσεις της μια Αμερικανίδα γιατρός που εργάστηκε εκεί για την περίθαλψη των προσφύγων το 1923, το Μακρονήσι «είχε μόνο ένα σημείο υπέρ αυτού ως σταθμός καραντίνας: δίχως εξωτερική συνεργασία, ήταν αδύνατο να το σκάσει οποιοσδήποτε ήταν ανίκανος να κολυμπήσει οκτώ μίλια» (Esther Pohl Lovejoy, «Certain Samaritans», Ν. Υόρκη 1927, σ. 196).
Για τους νέους τροφίμους αυτής της ανοιχτής φυλακής, η «εξυγίανσις» ισοδυναμούσε με την τελική φάση του δράματος:
► «Μας κατέβασαν στη Μακρόνησο, Αύγουστο μήνα. Μείναμε σαράντα μέρες στην καραντίνα. Ηταν επιδημία. Το βράδυ δεν είχες τίποτα και το πρωί σηκωνόσουν άρρωστος. Πέθαινε κόσμος. Μερικοί που μπαίναν στο νοσοκομείο γινόταν καλά και όταν βγαίναν έξω δεν είχαν να φάνε και πέθαιναν» (σ. 384, Σοφία Παντελίδου από την Αστρα της Αργυρούπολης).
► «Μόλις πλησιάσαμε τη Σαλαμίνα, μαζί με πέντε-έξι πλοία φορτωμένα, απ’ τη Σαλαμίνα μας φώναξαν: -»Εϊ! Πού έρθετε! Εμείς εχάθαμε!». Μας εσήκωσαν απ’ τη Σαλαμίνα. Δεν μας ξεφόρτωσαν. Μας έφεραν στη Μακρόνησο. Μας έβαλαν σε κάτι θάμνους μέσα, με τα πράματά μας. Σκάψαμε κάτι έρημα μέρη, στήσαμε τέντες. Εστησαν κάτι σανίδια, μας έλουσαν, μας κούρεψαν. […] Νερό δεν είχαμε. Ξερό είναι το νησί. Τα παιδιά φώναζαν. Ζητούσαν νερό. Βρήκαμε κάτι γλυφές πηγές. Μας τροφοδοτούσε ο Γιαννουλάτος. Ανέλαβε και έστησε σκηνές, μαγειρεία. Από εφτάμιση χιλιάδες άτομα πέθαναν οχτακόσιοι από πείνα και αρρώστειες. Χολέρα, τι ήταν, δεν ξέρω. Μας τάισαν κατσικίσιο κρέας και αρρωστήσαμε. Μια γυναίκα βγήκε απ’ τον τάφο, όπου τη θάψανε. Δεν είχε πεθάνει» (σ. 486, Αλκιβιάδης Αφεντουλίδης απ’ το Παρασκευάντων της Αργυρούπολης).
Θησείο ,1924NATIONAL GEOGRAPHIC
►«Την αρρώστια στη Μακρόνησο την αποχτήσαμε. Ζούσαμε μες στη βρώμα, στην πείνα και τη δίψα. Νερό δεν υπήρχε στάλα στο νησί. Μια μαούνα μάς έφερνε από το Λαύριο νερό κι εκείνο γλυφό και λιγοστό. Μας τάιζαν βρωμερά μακαρόνια, ελιές σκουλικιασμένες, χαλασμένες ρέγγες κι έπεσε τύφος. Και νερό πουθενά. Κάποτε έκανε τρεις μέρες η μαούνα να φέρει νερό. Λιποθυμούσε ο κόσμος απ’ τη δίψα. Μας τάιζαν και αλμυρές ρέγγες, χαλασμένες και… καταλαβαίνεις. Οι εργολάβοι που μας τροφοδοτούσαν μας έφερναν αυτές τις χαλασμένες τροφές και έπιασε τον κόσμο τύφος. Η διοίκηση της καραντίνας τα έβλεπε αυτά αλλά δεν μιλούσε, ούτε συνελάμβανε τους εγκληματίες εργολάβους τροφοδότες. Εκείνοι πλούτισαν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Πάτησαν πάνω στα πτώματά τους. […] Ξέχασα να σου πω ότι κάπου-κάπου έρχονταν έμποροι με ιστιοφόρα και πουλούσαν λαθραία σε μας ψωμί. Σπείρα σωστή ήταν. Ενα ψωμί το πουλούσαν μια λίρα χρυσή, ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα ρολόι» (σ. 371, Ιγνάτιος Ορφανίδης από τον Αϊ-Εννες της Νίβενας).
Το ύστατο μέσο
Για να γλιτώσουν απ’ αυτή την κόλαση, οι έγκλειστοι της Μακρονήσου κατέφυγαν τελικά στο ύστατο μέσο κάθε απελπισμένου – την εξέγερση: «Μια ομάδα νέων, μαζί και γω, δημιουργήσαμε μια επιτροπή. Πήγαμε στον Ελευθεριάδη, τον διευθυντή του λοιμοκαθαρτηρίου, και παρουσιαστήκαμε μπροστά του. Ζητήσαμε να βγούμε ανεξάρτητοι. Ανεξάρτητος είναι όποιος βγει απ’ το λοιμοκαθαρτήριο με δικά του έξοδα και η κυβέρνηση δε θα είχε καμιά υποχρέωση απέναντί του. Ο πρόσφυγας πάλι δεν θα είχε κανένα δικαίωμα. Πολλοί, για να σωθούν, ζητούσαν να βγουν ανεξάρτητοι, αλλά η διοίκηση και πάλι δεν άφηνε. Ηθελαν σου λέω να μας εξοντώσουν.
Αλλά εμείς, η νεολαία του Πόντου και του Καυκάσου, πήραμε πέτρες και ξύλα και φοβερίσαμε ότι θα κάψουμε το λοιμοκαθαρτήριο. »Ή θα τα κάψουμε όλα ή θα μας δώσετε χαρτιά να πάμε έξω», του είπαμε. Ετσι αναγκάστηκε να μας δώσει άδεια εξόδου» (σ. 371-2).
Εχοντες και διαφεύγοντες
Τα κολαστήρια του Καραμπουρνού, του Αϊ-Γιώργη και της Μακρονήσου δεν ήταν για όλους τους Ποντίους. «Μεταβαίνοντες εις Ελλάδα», διαβάζουμε στις χειρόγραφες αναμνήσεις του Ιωάννη Αβραμίδη από την Ατρα της Αργυρούπολης (1935), «εγνωρίζομεν εκ των προτέρων ότι η Ελλάς είναι μικρόν κράτος και δεν θα αντεπεκρίνετο εις την συντήρησιν των πολλών προσφύγων, οι οποίοι συνέρρευσαν εκεί. Δεν είχομεν τα απαιτούμενα διά να μεταβαίνομεν εις άλλας πλουσίας χώρας, όπως έκαμαν πολλοί και μετέβησαν άλλοι εις Γαλλίαν και άλλοι εις Αμερικήν» («Εξοδος». τ. Γ’, σ. 391).
Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος αναφέρει ότι κατά την εκτόπιση του 1921 οι φάλαγγες των εκτοπισμένων συμπατριωτών του βάδιζαν «χωρίς φορτηγά ζώα (εκτός τινών πλουσίων)» (σ. 387).
Διαβάστε:
► Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Εξοδος. Τόμος Γ’. Μαρτυρίες από τις επαρχίες του μεσόγειου Πόντου (Αθήνα 2013). Το τρίτο μέρος της συγκλονιστικής συλλογής προσφυγικών μαρτυριών που κατέγραψαν οι ερευνητές του Κέντρου κατά τις πρώτες κυρίως μεταπολεμικές δεκαετίες, υπό την καθοδήγηση της εθνολόγου Μέλπως Μερλιέ. Οι προηγούμενοι τόμοι περιέλαβαν μαρτυρίες από τα παράλια της Ιωνίας (1980) και τη μικρασιατική ενδοχώρα (1982). Αναμένονται άλλοι δύο, με υλικό από τα παράλια του Πόντου.
► Esther Pohl Lovejoy, Certain Samaritans (Ν. Υόρκη 1927, εκδ. The Macmillan Company). Απομνημονεύματα μιας Αμερικανίδας γιατρού που εργάστηκε για την περίθαλψη των προσφύγων της Μακρονήσου. Ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό από το «νησί της καραντίνας» εν έτει 1922.
► Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922 (Αθήνα 2007, εκδ. Βιβλιόραμα). Η βίαιη διαμόρφωση των σύγχρονων «εθνικά αμιγών» κρατών της Βαλκανικής και της Μικρασίας. Ειδικό κεφάλαιο για τα γεγονότα του Πόντου και τη σχετική δημόσια συζήτηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα.
Δημοσιεύουμε διασκευή άρθρου του σ. Κριστιάν Πιστόρ, μέλους του «Σοσιαλιστικού Κόμματος του Αγώνα» (PSL-LSP) – αδελφής οργάνωσης του «Ξ» στο Βέλγιο, από το σάιτ της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής – ISA.
Η καραντίνα που επιβλήθηκε στα μέσα Μάρτη στον Λίβανο σταμάτησε ένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων που είχε ξεκινήσει τον περασμένο Οκτώβρη και είχε πυροδοτηθεί από μια σειρά νέων φόρων που αποτελούσαν μέρος ενός μεγάλου πακέτου μέτρων λιτότητας.
Οι κινητοποιήσεις ήταν εξαιρετικά μαζικές, καθώς υπολογίζεται ότι σε κάποια φάση σχεδόν 2 εκατομμύρια άνθρωποι –περίπου το 30% του πληθυσμού της χώρας– ήταν στους δρόμους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το κίνημα κατάφερε να βάλει στην άκρη τους διαχωρισμούς ανάμεσα στις διάφορες θρησκευτικές ομάδες (Χριστιανούς και Μουσουλμάνους και τις διάφορες υποδιαιρέσεις τους).
Καθώς το κίνημα εξελίσσονταν και μαζικοποιούνταν, τα αιτήματά των διαδηλωτών γίνονταν πιο αιχμηρά, απαιτώντας την πτώση της κυβέρνησης και αναγκάζοντας τελικά τον πρωθυπουργό σε παραίτηση. Ο ρόλος της νεολαίας ήταν καταλυτικός, καθώς με τη δυναμική της κρατούσε το κίνημα ζωντανό και μαχητικό. Ωστόσο, η έλλειψη δομών και ηγεσίας από πλευράς κινήματος, όπως και η απουσία μαχητικών και ανεξάρτητων από το κατεστημένο οργανώσεων της εργατικής τάξης, ήταν οι βασικοί παράγοντες που δεν επέτρεψαν στο κίνημα να κάνει πιο αποφασιστικά βήματα.
Η οικονομική κρίση βαθαίνει
Απ’ τον Νοέμβρη του 2019, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε ότι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε συνθήκες φτώχειας θα αυξηθεί από το 30% στο 50% μέσα στο 2020. Στις αρχές του χρόνου η ανεργία έφτανε το 46%, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Λιβάνου, ενώ 2 στους 3 εργαζόμενους ήταν χαμηλόμισθοι.
Όλα αυτά συνέβαιναν πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού και την καραντίνα, η οποία επιδείνωσε την κατάσταση.
Ο Λίβανος έχει την υψηλότερη αναλογία προσφύγων στον κόσμο, σε σχέση με τον πληθυσμό του, με τους Σύριους πρόσφυγες να αποτελούν το ένα τέταρτο των περίπου 6 εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας. Το 97% των προσφύγων εργάζονται «μαύρα», ενώ αυτή η «ανεπίσημη οικονομία» υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί στο 55% της οικονομίας του Λιβάνου. Αυτό το γεγονός καθιστά τους πρόσφυγες εξαιρετικά εκτεθειμένους στην φτώχεια, την πείνα και βέβαια στον ιό.
Στο τραπεζικό τομέα η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλύτερη, καθώς δισεκατομμύρια δολάρια των πλουσίων έχουν «φύγει» για το εξωτερικό παρά τους ελέγχους συναλλάγματος (capital controls) με τους φτωχούς να μην έχουν πρόσβαση στις μικρο-καταθέσεις τους σε συνάλλαγμα και τη λιβανέζικη λίρα να πέφτει λόγω του πληθωρισμού. Αυτές οι συνθήκες έχουν προκαλέσει την οργή του κόσμου ενάντια στις τράπεζες, όπως θα δούμε και παρακάτω.
Με το δημόσιο χρέος να έχει φτάσει στο 170% του ΑΕΠ –ένα από τα υψηλότερα του κόσμου– στις 9Μάρτη η κυβέρνηση του Λιβάνου δήλωσε αδυναμία να ξεπληρώσει ένα δάνειο ύψους 1,2 δισ. δολαρίων.
Το ΔΝΤ εκτιμάει ότι η οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 12% το 2020, ενώ το 2019 έκλεισε επίσης με ύφεση 6,5%. Με την πανδημία και την καραντίνα, απλά επιδεινώθηκε η ήδη πολύ κακή κατάσταση της οικονομίας.
Τους τελευταίους μήνες η λιβανέζικη λίρα έχασε τα δύο τρίτα της αξίας της. Αυτό οδήγησε σε έκρηξη των τιμών των αγαθών (καθώς η οικονομία του Λιβάνου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, βλ. «παράρτημα»), με αποτέλεσμα μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα μένοντας χωρίς εισόδημα λόγω της καραντίνας.
Η καραντίνα
Στις 15 Μάρτη ξεκίνησε η «καραντίνα». Απαγορεύτηκαν οι συγκεντρώσεις, η κυκλοφορία τη νύχτα και έκλεισαν οι επιχειρήσεις που δεν ήταν απαραίτητη η λειτουργία τους. Στις 23 Απρίλη άνοιξαν κάποια μαγαζιά ενώ η κυβέρνηση συμβούλεψε τους πολίτες να παραμείνουν σπίτι μέχρι τα μέσα Μάη.
Παρ’ όλο που τα επίσημα στοιχεία για 911 κρούσματα και 26 θανάτους παραμένουν σχετικά χαμηλά, η πραγματική εξάπλωση του κορονοϊού εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερη, καθώς δεν γίνονται επαρκείς έλεγχοι.
Η κυβερνητική υπόσχεση για βοήθεια στις φτωχές οικογένειες δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ούτε πάρθηκαν μέτρα ενάντια στις εξώσεις. Το μόνο μέτρο που πάρθηκε ήταν αυτό της αναστολής πληρωμής φόρων. Οπότε απέμεινε στις κοινωνικές οργανώσεις που βασίζονται σε δωρεές να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια.
Μέχρι τα τέλη Απρίλη υπολογίζονταν από την κυβέρνηση ότι το 75% του πληθυσμού είχε ανάγκη από βοήθεια (σε τρόφιμα και άλλα αγαθά) για να επιβιώσει, ενώ το ποσοστό αυτό για τους πρόσφυγες έφτανε στο 90%.
Η κατάσταση αυτή οδήγησε αρκετούς ανθρώπους σε πράξεις απελπισίας, καθώς καταγράφηκαν απόπειρες αυτοκτονίας ενώ στα τέλη Μάρτη έγινε viral η εικόνα ενός οικοδόμου ο οποίος ήθελε να πουλήσει τον νεφρό του για να μην πετάξουν την οικογένειά του στο δρόμο.
Η επανεμφάνιση της εξέγερσης
Τα πρώτα στοιχεία της επανεμφάνισης του κινήματος διαμαρτυρίας φάνηκαν στις 21 Απρίλη, με ειρηνικές διαμαρτυρίες-αυτοκινητοπομπές που διοργανώθηκαν σε όλη τη χώρα, οι οποίες τηρούσαν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης.
Το σκηνικό της 26ης Απρίλη όμως ήταν εντελώς διαφορετικό, όταν μερικές εκατοντάδες νέοι και νέες κατέβηκαν στους δρόμους της Τρίπολης, της 2ης μεγαλύτερης πόλης του Λιβάνου. Ήταν μια κινητοποίηση που πρακτικά «έσπασε» την απαγόρευση κυκλοφορίας, κάτι που προκάλεσε την επίθεση της αστυνομίας και συγκρούσεις με τους διαδηλωτές.
Η αστυνομία πέρα από ξύλο και χημικά, έκανε και χρήση πραγματικών πυρών, με αποτέλεσμα ένας 26χρονος να σκοτωθεί.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιος κόσμος που παρακολουθούσε τα γεγονότα από τα μπαλκόνια του, ήταν με τις κατσαρόλες στο χέρι, σε ένδειξη στήριξης της νεολαίας.
Τα βασικά αιτήματα των διαδηλωτών έχουν να κάνουν με την φτώχεια και την πείνα, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και την πτώση της κυβέρνησης, ενώ στρέφονται και ενάντια στις τράπεζες.
Μετά από τέσσερεις μέρες συγκρούσεων μεταξύ διαδηλωτών και των δυνάμεων ασφαλείας, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υιοθετήσει ένα οικονομικό σχέδιο διάσωσης. Ελπίζει να εξασφαλίσει ένα δάνειο 10 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ, παράλληλα με την αποδέσμευση των 11 δισ. που υπάρχουν ως υπόσχεση από το 2018. Αυτό βέβαια δεν πρόκειται να συμβεί πριν ληφθούν σημαντικά οικονομικά μέτρα.
Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το ΔΝΤ, δεν είναι προφανώς προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας. Για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ένα από τα μέτρα αφορά στην καθιέρωση σταθερής ισοτιμίας της λιβανέζικης λίρας με το δολάριο, η οποία θα έχει σαν αποτέλεσμα να διατηρήσει τις τιμές των αγαθών στα σημερινά εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Το ΔΝΤ βέβαια δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι είναι ακριβώς αυτή η τεράστια αύξηση των τιμών που έχει γίνει ζήτημα ζωής και θανάτου για την πλειοψηφία του πληθυσμού!
Ένα σημάδι απ’ το μέλλον;
Ακόμα και πριν το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού, η παγκόσμια οικονομία ήταν ήδη σε κρίσιμο σημείο και όλοι οι οικονομικοί αναλυτές συμφωνούσαν ότι επίκειται μια νέα διεθνής ύφεση. Αυτό το οποίο δεν ήταν σίγουρο, ήταν η αφορμή. Η πανδημία πυροδοτεί αυτές τις εξελίξεις, αλλά προκαλεί και νέους τριγμούς στην οικονομία ως, τέτοια.
Ο Λίβανος ήταν μια από τις σχεδόν 20 χώρες που στο δεύτερο μισό του 2019 συγκλονίστηκαν από μαζικά κινήματα διαμαρτυρίας και εξεγέρσεις. Χιλή, Γαλλία, Χονγκ Κονγκ, Ιράκ ήταν μόνο μερικές από αυτές. Η πανδημία του κορονοϊού αφενός έβαλε ένα «φρένο» σε αυτήν την ορμή, αφετέρου συνετέλεσε στο να χειροτερεύσουν ακόμα περισσότερο οι συνθήκες για τις οποίες βγήκε ο κόσμος μαζικά στους δρόμους και η οικονομική ύφεση η οποία έχει ήδη ξεκινήσει αναμένεται να κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να αναμένουμε μία «γραμμική» εξέλιξη των πραγμάτων (δηλαδή ότι η κρίση και τα αναμενόμενα μέτρα λιτότητας θα σημαίνουν αυτόματα την εμφάνιση εξεγέρσεων) όμως το γεγονός ότι το «μέτωπο» του Λιβάνου παραμένει ενεργό, αποτελεί μια «ένδειξη».
Κινητοποιήσεις υπάρχουν και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής αυτήν την περίοδο, όπως για παράδειγμα η απεργία 3.500 ανθρακωρύχων στο Ιράν για αύξηση μισθών και ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των ορυχείων.
Σε όλες τις χώρες, αλλά ιδιαίτερα στις χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως ο Λίβανος, είναι επιτακτική ανάγκη να χτιστούν ανεξάρτητες οργανώσεις της εργατικής τάξης, σωματεία κλπ, οι οποίες να ενώνουν όλα τα κομμάτια του πληθυσμού, ανεξάρτητα από θρησκευτικούς ή εθνικούς διαχωρισμούς και να παίξουν ηγετικό ρόλο στα κινήματα που αναπτύσσονται. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι και η κοινωνία χρειάζονται τις δικές τους πολιτικές οργανώσεις, εξοπλισμένες με ένα επαναστατικό πρόγραμμα για την ανατροπή των επιθέσεων λιτότητας και τελικά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών και το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.