ΕΡΕΥΝΕΣ

Ετοιμάζουν χειραγώγηση μέσω ιστορίας για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Λατινοποιούν την κοινωνία, είναι ανάγκη της πολιτικής ελίτ η πειθαρχία της κοινωνίας, υποστηρίζει ο Γιώργος Μαργαρίτης,  καθηγητής σύγχρονης Ιστορίας και συγγραφέας, στον 98.4.
Μιλά για μία επώδυνη διαδικασία για τους πολίτες, τους οποίους επιχειρούν να υποτάξουν με το δόγμα περί νόμου και τάξης , όπως κι ιδεολογική επίθεση στα πιστεύω τους.

Ταυτόχρονα εξήγησε πως κατά τη γνώμη του μέσα από προγράμματα και δραστηριότητες για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης θα επιχειρηθεί η πλαστογράφηση κι η ενοχοποίηση της επαναστατικότητας των Ελλήνων ως Έθνος.

Πηγή:https://iskra.gr

του Παντελή Μπουκάλα

Να ’λεγες ότι επί ΣΥΡΙΖΑ είχαν αφοπλιστεί και τους απαγορευόταν διά ροπάλου η χρήση ροπάλων, ασπίδων, βομβίδων και δακρυγόνων κατά των διαδηλωτών, θα καταλάβαινες το τωρινό πάθος τους για επανασύσφιγξη των σχέσεών τους με το πλήθος. Αλλά και στη συριζαϊκή «μεσοβασιλεία», που διέσπασε την κομματοπαράδοτη «κανονικότητα», κανονικότατα επιδίδονταν οι ένστολοι στην τέχνη της ξυλοκοπικής. Κανένα σύνδρομο στερήσεως δεν τους ταλαιπώρησε.

Μπορεί να άλλαζαν οι υπουργοί, αλλά τα όργανα έμεναν ανεπηρέαστα, πιστά στο καθήκον. Εναν σκοπό έχουν μάθει να παίζουν, κι αυτόν παίζουν. Οποιος κι αν διευθύνει την ορχήστρα. Και τον σεβασμό τους προς τα περήφανα γερατειά συνέχισαν λοιπόν να δείχνουν, λούζοντάς τα στο δακρυγόνο, και όποιον πετύχαιναν ξεκομμένο στις πορείες τού άλλαζαν τον αδόξαστο. Μάλιστα, με το που τέλειωναν το θεάρεστο έργο τους, πρόσφεραν ευγενικά στους ξυλοκοπηθέντες ένα ωραίο βιβλιαράκι γεμάτο ξυλοτυπίες. Στις σελίδες του είχαν συγκεντρώσει τις δριμύτατες ανακοινώσεις του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και του πρώτου Συνασπισμού, και της ΕΑΡ, και του ΚΚΕ εσωτερικού) περί αφοπλισμού της αστυνομίας και καταργήσεως των ΜΑΤ.

Μολαταύτα, όλα δείχνουν ότι από το καλοκαίρι και μετά αποχαλινώθηκαν. Σαν να αποφάσισαν να πάρουν κάποιου είδους ρεβάνς, τώρα με τη νέα κυβέρνηση, που τους επιτρέπει να μπουκάρουν παντού, στα πανεπιστήμια, σε σπίτια, στην Ευελπίδων, σε λίγο και στις εκκλησίες, σε όσες δεν έχουν ήδη καταληφθεί από «λαθροτζιχαντιστές». Πάντα υπέρ αποκαταστάσεως του νόμου και της τάξεως. Δεν είναι μόνο ότι δέρνουν πια και για την πλάκα τους όποιον βρεθεί στον σαρωτικό δρόμο τους. Εχουν κόψει και τον χαλινό της γλώσσας τους. Και βρίζουν. Ακατάσχετα. Κι ας τους γράφουν οι κάμερες και τα κινητά. Και; Μήπως έπαψαν να βγάζουν τα διακριτικά τους; Ή μήπως έχουν να φοβηθούν τίποτε από τις θρυλικά φαρισαϊκές ΕΔΕ;

Αμολάνε λοιπόν όλα τα σεξιστικά που έχει αποστηθίσει η μαγκιά τους και δείχνουν να το απολαμβάνουν όπως τα πιτσιρίκια όταν πρωτοβλαστημάνε και νιώθουν πια μεγάλα και ελεύθερα. Κάπου θα διάβασαν φαίνεται ότι έτσι πολεμούσαν μια φορά κι έναν καιρό. Πρώτα αλληλοβρίζονταν οι αντίπαλοι κι ύστερα έπαιρναν φωτιά τα καριοφίλια – ή τα τόξα, ακόμα πιο παλιά. Οι ένστολοί μας βλέπουν σαν εχθρό την κοινωνία. Ετσι έμαθαν. Ετσι τους έμαθαν, από τον έναν «εκδημοκρατισμό των σωμάτων ασφαλείας» στον άλλον. Μισός αιώνας μεταπολίτευση, πλην η αστυνομική νοοτροπία μοιάζει ανεξέλικτη.

Πηγή:https://www.kathimerini.gr

«Εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια αυτό που χαρακτηρίζει την Ελλάδα είναι η αξία της φιλοξενίας» είπε στο www.kozani.tv ο Ομότιμος Καθηγητής Παιδαγωγικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργος Τσιάκαλος

μιλώντας για την φιλοξενία προσφύγων σε περιοχές της ενδοχώρας.

 

Οι αντιδράσεις αυτή τη φορά είναι κατά πολύ μικρότερες από αυτές στην αρχή της προσφυγικής κρίσης το 2015

και ευτυχώς οι «ειδήσεις» για «αντιδράσεις» από τοπικές κοινωνίες ήταν από ελάχιστους κατοίκους.

Πηγή:http://ptolemaida.tv

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο σημαντικών προσφυγικών μετακινήσεων και το ελληνικό κράτος και η κοινωνία καλούνται να υποδεχθούν προσωρινά ή μόνιμα και να εντάξουν ομάδες ανθρώπων με ποικίλα χαρακτηριστικά, σε μία στιγμή που στις δυτικές κοινωνίες η ξενοφοβία εντείνεται και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνει ορισμένες αμφιλεγόμενες μεταναστευτικές και προσφυγικές πολιτικές. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, η κατανόηση του προσφυγικού φαινομένου στο ιστορικό του βάθος αποτελεί μία από τις ουσιαστικότερες προϋποθέσεις για την καταπολέμηση της ξενοφοβίας. Η νηφάλια αντιμετώπιση και η διαμόρφωση κριτικής στάσης απέναντι στη δαιμονοποίηση των

«ξένων» που στηρίζεται σε στερεότυπα, πολιτισμικές ιεραρχήσεις, αποσιωπήσεις ή εξιδανικεύσεις είναι πολύ σημαντικές για την κοινωνική συνοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία σε συνεργασία με το Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών συγκέντρωσαν και παρουσιάζουν σε ψηφιακή μορφή ιστορικά τεκμήρια για τις προσφυγικές μετακινήσεις προς την Ελλάδα κατά τον 19ο και 20ό αιώνα προκειμένου να συμβάλλουν τόσο στην πληρέστερη κατανόηση της διαμόρφωσης του πληθυσμού της χώρας μέσα στο χρόνο όσο και του σύγχρονου προσφυγικού φαινομένου.

Η παρουσία προσφύγων ωθεί τις κοινωνίες και τις πολιτικές οντότητες να διερωτηθούν για τον ξένο που κινδυνεύει και την ευθύνη τους για την προστασία του, τις καλεί να έρθουν αντιμέτωπες με ζητήματα μέριμνας, ανήκειν, ιδιότητας του πολίτη, δημοκρατίας. Η ιστορία της προσφυγιάς αφορά συνεπώς τη μελέτη της προστασίας που προσφέρουν κοινότητες ή πολιτικές οντότητες σε ομάδες ή άτομα που χωρίς να αποτελούν μέλη τους καταφεύγουν σε αυτές. Διερευνά, δια μέσου της κατηγορίας του πρόσφυγα, τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες και τα κράτη οργανώνουν και διαπραγματεύονται τη στάση τους απέναντι στον ξένο που βρίσκεται σε ανάγκη, την προστασία, το πολιτικό ανήκειν και τα δικαιώματα και αναλύει τις μεταβαλλόμενες νοηματοδοτήσεις του όρου πρόσφυγας στο δημόσιο λόγο και στο δίκαιο.

Παρακολουθεί το μετασχηματισμό των καθεστώτων προστασίας και αρωγής, την εξέλιξη του ανθρωπιστικού λόγου και έργου, τη δημιουργία και την πορεία των ιδιωτικών, κρατικών και διεθνών φορέων παροχής προστασίας και αρωγής, τους τρόπους διαμόρφωσης και εφαρμογής πολιτικών και τις αλλαγές τους, τη θεσμοθέτηση της κατηγοριοποίησης και τη διαφοροποίηση στο χρόνο των κατηγοριών των ανθρώπων που κρίνονται ότι αξίζουν προστασίας και αρωγής. Τέλος, η ιστορία της προσφυγιάς εξετάζει επίσης και τους τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι οι πρόσφυγες υπερβαίνοντας περιορισμούς και αξιοποιώντας ευκαιρίες συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση των κοινωνιών και των πολιτικών σχηματισμών στους οποίους προσφεύγουν και στη διαμόρφωση και το μετασχηματισμό καθεστώτων προστασίας και αρωγής.

Με αυτό το σκεπτικό, το ανθολόγιο τεκμηρίων για τους πρόσφυγες και την υποδοχή τους στην Ελλάδα (1821-1989) παρουσιάζει πηγές που αφορούν την προστασία που προσέφεραν οι αρχές και η κοινωνία τόσο σε ομάδες ή άτομα που κατέφυγαν από άλλα μέρη σε περιοχές που ήταν υπό ελληνική διοίκηση, όσο και άλλες που αφορούν τους εκτοπισμένους στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας. Αποτελεί ένα εργαλείο για τη μελέτη της προστασίας και της αρωγής

που προσφέρθηκε από τις διοικητικές αρχές και την κοινωνία, καθώς και από ξένους ή διεθνείς ανθρωπιστικούς φορείς, προς τους εισερχόμενους στις υπό ελληνική διοίκηση περιοχές πρόσφυγες από το 1821 έως το 1989. Υπογραμμίζεται ότι δεν περιλαμβάνει πηγές για τις προσφυγικές μετακινήσεις από την ελληνική επικράτεια προς άλλους τόπους, ούτε για το σύνολο των μεταναστεύσεων του 19ου και του 20ού αιώνα..

Πηγή:http://refugeesingreece.gr

Από την Επανάσταση μέχρι το ΔΝΤ μερικές χρεοκοπίες δρόμος

Το 2021, που το (πολιτικό) σύστημα και η Γιάννα Αγγελοπούλου θα (μας) γλεντήσουν για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, το ελληνικό χρέος θα γράφει (πάνω – κάτω) 150% του ΑΕΠ. Από το γεγονός και μόνο ότι το 2010 το χρέος που μας οδήγησε στη χρεοκοπία και τον σκληρό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο ήταν στο 120%, δηλαδή κατά 30 μονάδες χαμηλότερο, προκύπτει, για όσους σκέφτηκαν, ανέθεσαν και οργανώνουν τα πανηγύρια, ένα ερώτημα: Ποια ανεξαρτησία γιορτάζουμε, ρε παιδιά;

Θα είχε ίσως ενδιαφέρον αν η συμπλήρωση των 200 ετών από το ξεκίνημα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους αξιοποιούνταν για μια ειλικρινή αποτίμηση του παρόντος του. Αυτή η ειλικρινής αποτίμηση, ωστόσο, προϋποθέτει μια οδυνηρή βόλτα, με ανοιχτά τα μάτια, στις σελίδες της Ιστορίας. Αυτή η αναψηλάφηση του παρελθόντος είναι βέβαιο ότι δεν θα διεγείρει τη διάθεση για πανηγύρια σαν αυτό που σχεδιάζει η Γιάννα Αγγελοπούλου και οι φίλοι της στα πολιτικά σαλόνια, αλλά θα βοηθήσει στην κατανόηση του παρόντος και των πιθανότατων κινδύνων του κοντινού μέλλοντος…

Τον Μάιο του 1919, έναν αιώνα μακριά από σήμερα και 98 χρόνια μετά την έναρξη του Αγώνα του 1821, ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τη Σμύρνη. Ήταν η κορύφωση της μεγάλης ιδέας που οι κοτζαμπάσηδες της εποχής πούλαγαν στο πόπολο φιλοτεχνώντας την εικόνα της «ισχυρής Ελλάδας» για την… Ψωροκώσταινα. Ωστόσο η πραγματική εικόνα τότε, έναν αιώνα μετά την Επανάσταση του 1821, που ο στρατός της Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» έμπαινε στη Σμύρνη, ήταν μιας χώρας:

  • Που ακόμα χρώσταγε τα πανωτόκια των δανείων της ανεξαρτησίας.
  • Που η αστική της τάξη υπήρχε για να πρακτορεύει εμπορικά και άλλα συμφέροντα των ξένων μεγάλων αφεντικών – δανειστών.
  • Που το πολιτικό της προσωπικό λειτουργούσε ως υπάλληλος ξένων (κατά κύριο λόγο των αγγλικών) κυβερνήσεων.
  • Που ήταν πιόνι για τα παιχνίδια των ισχυρών στη σκακιέρα της περιοχής.

Δανεική «ανεξαρτησία»

Τον Σεπτέμβριο του 1922, εκατόν ένα χρόνια από την Επανάσταση του 1821, η Ελλάδα πληρώνει με τη Μικρασιατική καταστροφή το βαρύ τίμημα για τη συμμετοχή της ως πιονιού στη διανομή των ιματίων του Οθωμανού «μεγάλου ασθενούς». Παρ’ όλα αυτά δεν ξόφλησε. Χρωστούσε ακόμη τα δάνεια της ανεξαρτησίας που τα λαμόγια και οι κοτζαμπάσηδες εκείνης της εποχής ξεκοκάλισαν μέχρι το τελευταίο γρόσι.

Ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας της εξάρτυσης που φορά η χώρα περάστηκε στις 20.1.1824, όταν το Σίτι του Λονδίνου δάνεισε στην κλίκα των φαναριωτών και των κοτζαμπάσηδων που είχαν πάρει το πάνω χέρι στην επανάσταση 800.000 λίρες.

Στην πραγματικότητα, το δάνειο «έκλεισε» στο 59% της ονομαστικής του αξίας. Δηλαδή οι τοκογλύφοι «φιλέλληνες» έγραψαν τοκισμένο χρέος 800.000 και έδωσαν μόνο 472.000 λίρες. Το δάνειο αυτό, είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και διάρκεια 36 χρόνια, και για την αποπληρωμή του υποθηκεύτηκαν όλα τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα από αλυκές, τελωνεία, ιχθυοτροφεία.

Τελικά έπειτα από «λοιπά έξοδα» και τη διανομή των μιζών από αυτό το δάνειο έφτασαν στην επαναστατημένη Ελλάδα 298.000 λίρες, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να κερδίσουν οι κοτζαμπάσηδες και οι υπόλοιποι της αριστείας εκείνης της εποχής (Κουντουριώτης, Κωλέττης, Μαυροκορδάτος) την εμφύλια διαμάχη με τους καπετάνιους του Αγώνα που μαινόταν στην Πελοπόννησο.

Έναν χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1825, η Επαναστατική Επιτροπή συνομολογεί πάλι στο Λονδίνο νέο δάνειο δύο εκατομμυρίων χρυσών λιρών. Το δάνειο έκλεισε στο 55% της ονομαστικής του αξίας, για να καλυφθούν οι επισφάλειες των Άγγλων πιστωτών, οι οποίοι αυτή τη φορά ανέλαβαν και τη διαχείρισή του! Με πιο απλά λόγια, τα 2.000.000 μειώθηκαν σε 1,1 εκατ., ενώ η έντοκη υποχρέωση παρέμενε για το σύνολο του ποσού. Αλλά ακόμα και από αυτά τα 1,1 εκατ. προκαταβλήθηκαν, τότε: για τόκους διετίας 200 χιλ. λίρες, για την εξαγορά ομολογιών του προηγούμενου δανείου 212 χιλ., για το μεσιτικό κόστος 68.000, για συμβολαιογραφική αμοιβή 14.000 και για δαπάνες των Ελλήνων μεσαζόντων 15.500 λίρες.

Από τα απομεινάρια του δανείου οι Βρετανοί πιστωτές και ταυτόχρονα διαχειριστές του δανείου παρήγγειλαν στις ΗΠΑ έναντι 156.000 λιρών την κατασκευή δύο φρεγατών. Από αυτές παρελήφθη μία κι αυτή μετά το τέλος της επανάστασης, καθώς η δεύτερη πουλήθηκε για να ολοκληρωθεί η πρώτη. Κι από τις 123.000 λίρες που διοχετεύθηκαν στην Αγγλία για την αγορά έξι πολεμικών πλοιαρίων κατασκευάστηκε μόνο ένα σχετικά αξιόπλοο, το πλοίο «Καρτερία», που και αυτό έφτασε στις ελληνικές θάλασσες αργά, όταν είχε πέσει το Μεσολόγγι και ο Ιμπραήμ απειλούσε να πνίξει στο αίμα της την Επανάσταση.

Τελικά απ’ αυτά τα 2 εκατομμύρια, αφού αφαιρέθηκαν οι σχετικές μίζες, οι προκαταβολές για πλουσιοπάροχες αργομισθίες κ.λπ., έφτασαν στην Ελλάδα μόλις 190.000 λίρες, τις οποίες η αριστεία της εποχής (Μαυροκορδάτοι, Κωλέττηδες και δεν συμμαζεύεται) αξιοποίησε για να παραμερίσει με τη δύναμη των όπλων από το προσκήνιο τους καπετάνιους του Αγώνα, να εξαφανίσει κάθε απαίτηση του λαού που πολέμησε τους Τούρκους για «μερίδιο». Κάπως έτσι τελικά διαμορφώθηκαν οι βάσεις ενός ξενόδουλου καθεστώτος που με διάφορες παραλλαγές (απόλυτη μοναρχία, συνταγματική βασιλεία, κοινοβουλευτική «δημοκρατία») ασκούσε την επιστασία διοίκησης της χώρας για λογαριασμό των ξένων προστατών και δανειστών.

Αιώνια πανωτόκια

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξόφληση αυτών των δανείων της ανεξαρτησίας, την οποία οι σημερινοί κοτζαμπάσηδες μας καλούν να γιορτάσουμε με τελετάρχη τη Γιάννα Αγγελοπούλου, έγινε δυνατή 100 χρόνια μετά τη σύναψή τους και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή στην οποία οδήγησε τη χώρα το υποτελές πολιτικό – οικονομικό σύστημα.

Κάτι που επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνάμε – εν όψει μάλιστα και των πανηγυριών που ετοιμάζονται για τα 200 χρόνια της ανεξαρτησίας – είναι ότι τα δάνεια της ανεξαρτησίας που ξοφλήθηκαν 100 χρόνια μετά τη σύναψή τους δεν ήταν τα μόνα. Υπήρχαν κι αυτά του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη του 1893 (τρία χρόνια πριν από την πραγματοποίηση της πρώτης Ολυμπιάδας στην Αθήνα – οποία σύμπτωσις!), τα οποία αφού επέβαλαν στη χώρα την παρουσία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου αποπληρώθηκαν έναν αιώνα αργότερα, περί τα τέλη του 1970! Και ακολούθησαν κι άλλα, αυτά μετά τη χρεοκοπία του 1935 και πάει λέγοντας…

Επαναλαμβανόμενη… φάρσα

Όσα συνοπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι, έχουμε την εντύπωση, αρκετά για να φωτίσουν σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόμαστε σήμερα, μετά τη χρεοκοπία του 2010, το ΔΝΤ, τα μνημόνια, τους θηριώδεις δανεισμούς και την αιώνια (στην κυριολεξία) εμπράγματη εγγυοδοσία. Όλα αυτά δηλαδή που εμφανίζονται από τους σημερινούς κοτζαμπάσηδες ως κανονικότητα άξια μάλιστα να εορταστεί με πανηγύρια.

Αν ωστόσο όλα αυτά δεν είναι επαρκή για να προκαλέσουν κάποιον ανησυχητικό προβληματισμό για το κοντινό μέλλον, ας ρίξουμε μια ματιά στις απατηλές ψευδαισθήσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Ας θυμηθούμε τους πανηγυρικούς για την «ισχυρή Ελλάδα» των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη, τότε που με «δημιουργικές λογιστικές» και αριστοτεχνικά όσο και πανάκριβα τρικ της Goldman Sachs η χώρα λαθρ-επιβιβάστηκε στο τρένο με τα δανεικά ευρώ τα οποία, με μαγικό τρόπο (μεγάλα έργα, Ολυμπιάδες, εξοπλιστικά προγράμματα με μίζες), επέστρεφαν στους δανειστές της.

Επικίνδυνο παρόν

Κι αν ακόμη κι αυτά δεν είναι αρκετά ως ανησυχητικά σημάδια ενός ιστορικού μοτίβο που οδηγεί σε μεγάλες περιπέτειες, κατά πολύ πιο οδυνηρές απ’ όσες συνεπάγεται μια οικονομική καταστροφή, ας ρίξουμε μια ματιά στο παρόν των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αρκεί η τελευταία πενταετία…

Μέσα σ’ αυτήν την πενταετία η Τουρκία έχει κεφαλαιοποιήσει σε διπλωματικό επίπεδο ό,τι κατάφερε να κερδίσει τη νύχτα της κρίσης των Ιμίων χάρη στην αδράνεια της ελληνικής κυβέρνησης και του ρόλου της Ουάσιγκτον. Το Αιγαίο, πέρα από τα 6 μίλια από τις ηπειρωτικές ακτές της χώρας, είναι «γκρίζα ζώνη». Οι αναβαθμισμένες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις προβάλλουν καθημερινά τις αξιώσεις της Άγκυρας αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία ακόμη και επί κατοικημένων (από Έλληνες) νησιών. Με την τακτική της η Άγκυρα προωθεί στην πράξη την άποψη πως τα νησιά στο Ανατολικό Αιγαίο, όπως το Καστελόριζο και η Κάρπαθος, ως «ειδικές περιπτώσεις» δεν έχουν δικαίωμα σε ΑΟΖ, καθώς απλώς επικάθονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα. Η τουρκική αποφασιστικότητα έχει ήδη δημιουργήσει τετελεσμένα και στην κυπριακή ΑΟΖ, καθώς τουρκικά γεωτρύπανα «τρυπούν» σε κυπριακά θαλάσσια οικόπεδα χωρίς να συναντούν την παραμικρή ουσιαστική αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα.

Μάχη για τον μπεζαχτά

Απέναντι σ’ όλα αυτά, οι σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες μάχονται, όπως και οι πρόγονοί τους πριν από 100 ή 200 χρόνια, για τον μπεζαχτά της εξουσίας αναζητώντας την εύνοια των ξένων προστατών και δανειστών. Και όταν καταφέρνουν να καθίσουν στην καρέκλα της εξουσίας ακολουθούν με ακρίβεια το manual των ένδοξων προπατόρων τους, κανονίζοντας δουλειές (με μίζες), όπως τουλάχιστον οι περιπτώσεις των δύο πρώην υπουργών Άμυνας (Τσοχατζόπουλου και Παπαντωνίου) μας επέτρεψαν να δούμε…

Έχοντας αποδεχτεί απόλυτα τον ρόλο του υποτελούς και με επίγνωση της απόλυτης αδυναμίας του να σταθεί έστω και ως μαριονέτα στην εξουσία, το πολιτικό προσωπικό αναζητά την προστασία των ξένων αφεντικών προσφέροντας γη και ύδωρ…

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 συμπίπτουν – σε γενικές γραμμές – με την πρόσφατη υπογραφή της «νέας» ελληνοαμερικανικής συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας. Με αυτήν τη συμφωνία, προϊόν «διαπραγμάτευσης» των δύο τελευταίων ελληνικών κυβερνήσεων (ΣΥΡΙΖΑ – Ν.Δ.), η «ανεξάρτητη» Ελλάδα προσφέρει αμερικανικές βάσεις στην Κρήτη, τη Λάρισα, τον Βόλο, την Αλεξανδρούπολη αλλά και όπου αλλού χρειαστεί η Ουάσιγκτον. Με τέτοια νταλαβέρια το πολιτικό της σύστημα φιλοδοξεί πως έχει εξασφαλίσει την αναγκαία προστασία (του)…

Η συνταγή είναι γνωστή από παλιά. Στη Ρώμη οι αυτοκράτορες υπονόμευαν το όποιο αίτημα για δημοκρατία και δικαιοσύνη προσφέροντας στην πλέμπα άρτο και θεάματα. Στη σημερινή Αθήνα το ξεροκόμματο της ημιαπασχόλησης μπορεί να είναι δυσεύρετο, αλλά το θέαμα προσφέρεται σε μεγάλες ποσότητες από τους μηχανισμούς χειραγώγησης, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο λεγόμενος πνευματικός κόσμος, ο οποίος εξασφαλίζει το παντεσπάνι του βάζοντας πλάτη στη συντήρηση του συστήματος που τρέφει πλουσιοπάροχα τους σημερινούς κοτζαμπάσηδες.

Κι όταν προκύπτει η ανάγκη για την ενίσχυση της έντασης της αποχαύνωσης, η οποία έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα λόγω της κατάρρευσης του εκπαιδευτικού συστήματος και της εξάρθρωσης των πολιτιστικών μηχανισμών και διεργασιών, τότε έρχεται η ώρα για την ενίσχυση της… δόσης και των happenings της Γιάννας…

Πηγή:http://www.topontiki.gr

Χρίστος Καραγιαννίδης

«Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»
Αριστείδης Στεργιάδης
(ύπατος αρμοστής Σμύρνης), καλοκαίρι 1922

Η Αθηνά γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στην περιοχή της Σαμψούντας, ανάμεσα σε πολλά αδέρφια κι αδερφές. Μεγάλωσε κι έζησε μέχρι τα εφηβικά της χρόνια στην πατρίδα, όπως συνήθιζε να λέει, μέχρι που αναγκάστηκε με βίαιο τρόπο να εγκαταλείψει σπίτι και οικογένεια, καθώς οι εκκαθαριστικές και εξαιρετικά φονικές έφοδοι του τουρκικού στρατού δεν άφηναν άλλα περιθώρια για να ζήσει κάποιος σε κείνα τα μέρη. Έγινε προσφυγοπούλα ακριβώς στην ενηλικίωσή της. Χωρίς να γνωρίζει τις τύχες της υπόλοιπης οικογένειας, χωρίς να ξέρει πού θα καταλήξει.

Η πορεία της μέχρι να φτάσει στη Δράμα, που έμελε να είναι η μόνιμή της εγκατάσταση, ήταν βασανιστική και κράτησε μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως υπουργών».

Νόμος 2870 Ιούλιος 1922

Μετά τις κακουχίες που πέρασε στη διαδρομή εξόδου από την Τουρκία, αλλά και κατά τη μεταφορά της προς την Ελλάδα, συνάντησε τις ίδιες ή και χειρότερες συνθήκες, όταν πάτησε το πόδι της στην ελληνική επικράτεια. Εκμετάλλευση και εξευτελιστική συμπεριφορά από τους ντόπιους, χυδαία αντιμετώπισή τους ως μιάσματα και φορείς βρωμιάς και διαφόρων ασθενειών.

«Εκεί ήτανε το μεγάλο δράμα των γονιών μου, γιατί με το μωρό στην αγκαλιά η μαμά μου […] πηγαίνανε στα ξενοδοχεία και ρωτούσανε αν υπάρχει κρεβάτι, αν υπάρχει δωμάτιο και τους λέγανε “τσ!”, ούτε όχι δεν λέγανε, “τσ!” κάναν με τη γλώσσα τους και αυτό ήτανε. Εζήτησε λέει ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα και του είπανε δεν έχουμε. Γιατί μας θεωρούσανε παράσιτα. Ηρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το ψωμί μας, έτσι λέγανε».

Τασία Χρυσάφη Ακερμανίδου.

Η Σαΐα γεννήθηκε επίσης στην περιοχή της Σαμψούντας, στο Τοϊγάρ, και έζησε εκεί μέχρι την εφηβεία της, όταν και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει βίαια το χωριό.

Ακολούθησε, με τη βία, ένα τάγμα εξόντωσης (όπως ονομάζονταν οι ομάδες προσφύγων που περπατούσαν μέχρι τελικής πτώσης υπό την απειλή των Τούρκων στρατιωτών) φτάνοντας μέχρι τα σύνορα της Συρίας.

Στο Χαλέπι ως πρόσφυγα την περιέθαλψαν Σύριοι πολίτες και τη μετέφεραν στη Λαττάκεια, απ’ όπου πήρε το καράβι προς τον Πειραιά.
Αυτή η πορεία κράτησε πάνω από έναν χρόνο. Στην Ελλάδα ίδια αντιμετώπιση και ίδια εκμετάλλευση από τους ντόπιους.

Οι προσφυγοπούλες αυτές, όπως και όλοι οι πρόσφυγες εκείνων των σκοτεινών χρόνων που γλίτωσαν από την καταστροφή στον Πόντο και ήρθαν στην Ελλάδα, αντιμετωπίστηκαν βάναυσα και εξευτελιστικά από τους ντόπιους και την τότε κυβέρνηση. Τα αρχεία, οι εφημερίδες εκείνης της εποχής, οι αφηγήσεις, μιλούν για μια αντιμετώπιση που ίσως σ’ εμάς που ζούμε σήμερα να φαίνεται αρκετά οικεία.

Κακουχίες, φτώχεια και πείνα που οδηγούσε τις περισσότερες φορές στον θάνατο.
«Όλη η πόλις μας έχει μεταβληθεί εις μιαν απέραντον υπαίθριον κατασκήνωσιν. Από της ακτής Αλκίμων μέχρι και πέραν του λιμένος των Αλών χιλιάδες αδελφών μας παραμένουν άστεγοι και δυστυχούντες […] τη δε κατάστασιν της πόλεως τραγικωτέραν. Ο Τινάνειος Κήπος, ο Αγ. Νικόλαος, η Ακτή Τζελέπη και παντού ένθα υπάρχουν κατασκηνώσεις προσφυγικαί παρουσιάζουσι μιαν απέραντον φρίκην».

Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου – Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά

Όπως διαβάζουμε και στο πολύ αναλυτικό κείμενο του Σταύρου Μαλαγκονιάρη στην «Εφσυν», «ο δείκτης των θανάτων ως προς τις γεννήσεις για την περίοδο 1923-1925 ήταν 3 προς 1, ενώ, σύμφωνα με υπολογισμούς της Κοινωνίας των Εθνών, 6.000 άτομα απεβίωσαν κατά μέσο όρο κάθε μήνα, μόλις τους πρώτους 9 μήνες μετά την άφιξή τους σε ελληνικό έδαφος» (Ριζοσπάστης, 15/11/2015).

Τι έγραφαν τότε οι εφημερίδες, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, οι πρόγονοι του Σκάι;

Ποια ήταν η άποψη των συντηρητικών πολιτικών που έβλεπαν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες να καταφθάνουν στην Ελλάδα;
«…οι Ναοί γέμουν προσφύγων και εξακολουθούν να είναι αι συχαμερώτεραι εστίαι μιασμάτων…».

Εφημερίδα “Σφαίρα” Νοέμβριος 1922

Η εφημερίδα «Καθημερινή» του κυρίου Βλάχου, με προσωπικό του κείμενο το 1928, δηλαδή 6 χρόνια μετά την έλευση των προσφύγων, γράφει:
«Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; […]. Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος».
Καθημερινή, 19/7/1928

Είχαμε, δηλαδή, όσα ακριβώς διαβάζουμε, ακούμε και βλέπουμε σήμερα. Η τραγική αντίφαση όμως είναι ότι πάρα πολλοί που σήμερα δεν μπορούν να «αντέξουν» την παρουσία των προσφύγων και των μεταναστών είναι δεύτερη ή και πρώτη γενιά απογόνων των προσφύγων του ‘22.
Η λήθη και η απουσία ιστορικής γνώσης οδηγούν πολλούς και πολλές να παίρνουν τη θέση των ανθρώπων που στο παρελθόν μεταχειρίστηκαν με σκαιό και εξευτελιστικό τρόπο τους παπούδες και τις γιαγιάδες τους.

Επιστρέφω, όμως, στην αρχή για να κλείσω με την Αθηνά και τη Σαΐα. Και οι δυο τους έμειναν, η μία στη Δράμα και ή άλλη στο Νικηφόρο, δημιουργώντας οικογένειες. Έζησαν πολλά χρόνια και βίωσαν όλη τη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας, με την Κατοχή, τη φτώχια και τις δύσκολες στιγμές του ταραγμένου 20ού αιώνα.

Οι δύο νεαρές κοπέλες που τα πέρασαν όλα αυτά είναι οι γιαγιάδες μου, κάτι που σημαίνει πως είμαι η δεύτερη γενιά προσφύγων που ζει στην Ελλάδα.
Κάτι που, επίσης, σημαίνει πως δεν μπορώ να αδιαφορήσω για τους κατατρεγμένους, για τους ανθρώπους που φεύγουν νύχτα με τα παιδιά τους από χώρες που ο δυτικός «πολιτισμός» με τις επιδιώξεις του τις ερημώνει.

Δεν μπορώ να αδιαφορήσω για τις μάνες που θαλασσοπνίγονται με τα παιδιά τους, γιατί οι ακροδεξιοί της Ευρώπης δεν θέλουν να «μολυνθούν» από τους ανθρώπους αυτούς.

Δεν μπορώ να μιλήσω για απόβαση προσφύγων, όπως κάνει η Καθημερινή σε δημοσίευμα της, γιατί και τότε, το 1922, όταν η Αθηνά και η Σαΐα περνούσαν απέναντι στην Ελλάδα, πάλι τα ίδια έγραφε αυτή η εφημερίδα.

Σαν να μη πέρασε μια μέρα.

Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι της γης οι κολασμένοι, κι όσο κλείνουμε τα μάτια στις αιτίες ή, ακόμα χειρότερα, όσο δεν κάνουμε κάτι για την επίλυσή τους, τόσο θα πληθαίνουν οι κολασμένοι που θα ζητούν από εμάς τη σωτηρία τους.

Πηγή:https://m.tvxs.gr

Είναι γνωστό το πογκρόμ του 1916 εναντίον των προσφύγων, που κατέφευγαν στην Ελλάδα για να γλιτώσουν από τη γενοκτονία των Τούρκων, αλλά και εναντίον των Ελλήνων των νέο-απελευθερωμένων περιοχών, όπως η Κρήτη. Η εγχώρια Κου Κλουξ Κλαν της εποχής εκείνης ήταν οι περίφημοι «Επίστρατοι». Οι παρακρατικοί αυτοί εκτέλεσαν μεταξύ 19 και 23 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου 20 πρόσφυγες κοντά στο φθισιατρείο «Σωτηρία» με την δήθεν κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ των αγγλογάλλων. Η τότε κυβέρνηση είχε δημιουργήσει στρατόπεδο προσφύγων στη Σούδα κατά το ανάλογο των σημερινών «κέντρων φιλοξενίας μεταναστών». Οι έγκλειστοι, που μεταφέρονταν από την Αθήνα, πέθαιναν κατά δεκάδες από διάφορες ασθένειες και πείνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κεντρικό σύνθημα του συλλαλητηρίου του 1923 στους στύλους του Ολυμπίου Διός ήταν «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες» και αφορούσε τους τραγικούς μικρασιάτες. Ο Γεώργιος Βλάχος, μάλιστα, τους χαρακτήρισε «προσφυγική αγέλη». Ομοίως απεχθής ήταν και η πρόταση του Ν. Κρανιωτάκη, εκδότη του «Πρωινού Τύπου», που ζητούσε εν έτει 1933 να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορούν κίτρινο περιβραχιόνιο(ανάλογο αυτού που φόρεσαν οι ναζί στους Εβραίους) ώστε να τους αποφεύγουν οι γηγενείς! Ακόμη και τα εργατικά σωματεία ήταν εναντίον των μεταναστών. Έτσι, το 1914 το Εργατικό Κέντρο Αθηνών με ψήφισμά του απευθυνόταν σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλάδας, και ζητούσε «να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζονται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…»! …

…η σύγκρουση με τους μετανάστες(εμφύλιος των «κάτω») είναι μία αρχαία μέθοδος για να μετατίθεται η σύγκρουση από την πρωταρχική αιτία της στη δευτερεύουσα. Η νομιμοποιητική βάση του «κοινωνικού πολέμου» είναι ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες, αυτοί που μας παίρνουν τις… δουλειές. Στην πραγματικότητα, το σύστημα χρησιμοποιεί τους μετανάστες σαν εξιλαστήριο θύμα, σαν ένα αποδιοπομπαίο τράγο για να κρύψει τη χρεοκοπία του… έχουμε μία αντιμετώπιση κατά το ανάλογο των ΗΠΑ. Εκεί η κυρίαρχη ελίτ, οι περίφημοι ληστοβαρώνοι –βιομήχανοι και τραπεζίτες- που δρούσαν στη βάση της «νόμιμης παρανομίας», αφού χρησιμοποίησαν τη Μαφία για να τσακίσουν τις απεργίες των εργατών και να διαλύσουν τα συνδικάτα με τις «ραπτομηχανές Σικάγου»(όπως έλεγαν τα αυτόματα όπλα των μαφιόζων), στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον της. Αυτό επεδίωξαν και στο Πέραμα κάποιοι εγχώριοι εφοπλιστές μέσω της ΧΑ… Στην Αμερική οι «νόμιμοι» ληστοβαρώνοι έβαλαν στο μάτι την επικερδέστατη αγορά της Μαφίας. Στην Ελλάδα, όπου η ΧΑ έχει μικτά χαρακτηριστικά(Μαφίας και Κου Κλουξ Κλαν) οι λόγοι είναι πρωτευόντως πολιτικοί. Και στις δύο χώρες οι θεσμοί(αστυνομία, πολιτοφυλακή, θρησκευτικές οργανώσεις) συνδέονται ως συγκοινωνούντα δοχεία με τις παρακρατικές οργανώσεις. Αλλά, όπως στις ΗΠΑ η Μαφία και η ΚουΚλουξΚλαν απορροφήθηκε από το σύστημα, έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα. Ενίοτε δε και ανάλογα με τις συνθήκες το «φασιστικό» φαινόμενο θα αφήνεται να εκδηλωθεί, αποκτώντας ξανά τα αυτόνομα και τρομοκρατικά χαρακτηριστικά του έτσι ώστε να αποτρέπει την αγανάκτηση του πληθυσμού να κινείται προς μία πραγματικά αντισυστημική κατεύθυνση. Όταν, όμως, θα τείνει να τεθεί εκτός ελέγχου, θα χτυπιέται στο κεφάλι. Τότε η κυρίαρχη τάξη θα παρουσιάζεται με το δήθεν αντιφασιστικό προσωπείο της, «ξεπλένοντας» τη φασιστική πρακτική της(ανεργία, εξαθλίωση, στέρηση ανθρώπινων δικαιωμάτων)…

Πηγή:http://artinews.gr

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Γιάννη Χλιουνάκη, «Παράταιρη Επανάσταση», ασχολείται με τα Δεκεμβριανά του 1944 και γενικότερα την κοινωνική σύγκρουση της περιόδου 1943-1945, και κυκλοφορεί τη Δευτέρα 21 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Τόπος.

Το Infowar εξασφάλισε την προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το βιβλίο «Παράταιρη Επανάσταση» και σας το παρουσιάζει εδώ:

Παράταιρη Επανάσταση εξώφυλλο

1
Ένας στοχασμός για την Επανάσταση

Μην αμελήσετε. Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία(1).

Δύσκολοι καιροί για την αριστερή, κριτική σκέψη. Καθώς το όραμα και το σχέδιο μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής παραμένουν έξω από τον ορίζοντα του συλλογικού φαντασιακού, καθώς οι ελπίδες που είχαν γεννηθεί μέσα στη δίνη της κρίσης διαψεύδονται οδυνηρά, καθώς η έρημος της παθητικής κοινωνικής δυσανεξίας απλώνεται, οι πηγές της έμπνευσης στερεύουν και τα πηγάδια δηλητηριάζονται. Είναι το σκηνικό της λεηλασίας του Παρελθόντος, της εργαλειακής χρήσης του από τους απολογητές του κοινωνικού status quo που με ευχαρίστηση καταδεικνύουν τις ολέθριες συνέπειες κάθε προσπάθειας –μάταιης έτσι κι αλλιώς– για την ανατροπή του.

Η προσέγγιση όσων διαδραματίσθηκαν στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’40 δε θα μπορούσε να ξεφεύγει από τη γενική τάση. Αντίθετα, με δεδομένο το βάρος των γεγονότων και τις συνέπειές τους στη μακρά διάρκεια, δίνει ένα υπόδειγμα.

Προφανώς η μεγάλη εκδοτική επιτυχία του γνωστού βιβλίου των Καλύβα – Μαραντζίδη Εμφύλια πάθη(2), όπως και η συνολική θορυβώδης παρουσία των συγγραφέων στη δημόσια σφαίρα δίνει συγκεκριμένη μορφή στο υπόδειγμα αυτό. Πρόκειται βέβαια για την ελληνική εκδοχή του διανοητικού ρεύματος που με το όνομα Αναθεωρητική Ιστορία και με ηγετική φυσιογνωμία τον καθηγητή Ερνστ Νόλτε(3) προώθησε μια (επαν)ερμηνεία της ιστορίας του εικοστού αιώνα σύμφωνα με την οποία οι τραγωδίες που τον σημάδεψαν έχουν τη ρίζα τους στην επαναστατική μπολσεβίκικη πρόκληση του 1917 που κινητοποίησε τα αμυντικά αντανακλαστικά ορισμένων ευρωπαϊκών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων(4). Η άποψη αυτή –μεταφορά στο πεδίο της Ιστορίας του σχήματος κατά το οποίο η ρίζα των οικονομικών προβλημάτων είναι το κόστος της εργασίας– προκάλεσε βέβαια μεγάλες αντιδράσεις που δεν εξαντλήθηκαν στο πλαίσιο της γνωστής «διαμάχης των ιστορικών». Από τις παρεμβάσεις στη σχετική συζήτηση που κινήθηκαν σε αριστερή κατεύθυνση και σε υψηλό επίπεδο σημειώνουμε εκείνες του Enzo Traverso(5) καθώς και τις επεξεργασίες που περιλαμβάνονται στον συλλογικό τόμο Ιστορία και Επανάσταση που πρόσφατα εκδόθηκε και στην ελληνική γλώσσα(6).

Ακολουθώντας κατά πόδας τον Νόλτε και τη σχολή του, οι εγχώριοι αναθεωρητές ιστορικοί δε δυσκολεύτηκαν να συγκροτήσουν το δικό τους ερμηνευτικό σχήμα σχετικά με την ταραγμένη δεκαετία του ’40. Ο πυρήνας της θέσης τους, το βασικό ερμηνευτικό κλειδί που προτείνουν είναι απλό και εύληπτο: Η βία της ΕΑΜικής πλευράς, προϊόν της επαναστατικής τριτοδιεθνιστικής κουλτούρας του ΚΚΕ και των απόκρυφων σχεδιασμών του για την κατάληψη της εξουσίας, ήταν ο καταλυτικός παράγοντας για τη δημιουργία εκείνων των αντισυσπειρώσεων που οδήγησαν στην εκτεταμένη συνεργασία με τους κατακτητές, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις και τελικά στη γενίκευση της εμφύλιας σύγκρουσης. Επιλέγουμε μια, χαρακτηριστική μέσα στην υποτιθέμενη αφέλειά της, διατύπωση ενός από τους ακόλουθους των Καλύβα-Μαραντζίδη:

Τι έπαθαν οι αποκαλούμενοι τότε «εθνικιστές» και από την άνοιξη του 1945 άρχισαν να καταδιώκουν τους αριστερούς; Ομαδική παράκρουση; Προφανώς όχι. Άρα κάτι έγινε πιο μπροστά. Τότε που οι θύτες και οι διώκτες του 1945 ήταν θύματα της εξουσίας και κυριαρχίας των κομμουνιστών(7).

Απλά πράγματα… που μάλιστα μπορούν να τεκμηριωθούν με πληθώρα πραγματολογικών δεδομένων. Κρίμα που ο ευφυής συγγραφέας δεν επεκτείνει τη διερώτησή του σχετικά με την «ομαδική παράκρουση» που κυρίευσε την εαμική πλευρά το 1943-1944.

Ποιο είναι όμως το σχήμα που επιδιώκουν να αποδομήσουν αυτοί οι αναθεωρητές ιστορικοί; Στο αφήγημα αυτό –που συγκροτείται μεταπολιτευτικά και στην περίοδο 1981-1985 σχεδόν θα ενσωματωθεί στον επίσημο κρατικό λόγο– δεσπόζουν, κατά τη γνώμη μας, οι παρακάτω παραδοχές:

i. Όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’40, περιγράφονται συμπεριληπτικά, με απόλυτα ικανοποιητικό τρόπο, από τον όρο Εθνική Αντίσταση. Πρόκειται για ένα μεγάλο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με πρωταγωνιστή την Αριστερά που έφερε τον ενωμένο λαό αντιμέτωπο με τους φασίστες κατακτητές και τους ελάχιστους άθλιους προδότες συνεργάτες τους. Η μεγαλοαστική τάξη, απούσα από το κίνημα αυτό, επιδόθηκε με την καθοδήγηση των Βρετανών, στη συστηματική διχαστική προσπάθεια υπονόμευσής του ώστε να εξασφαλίσει τη συνέχεια της κυριαρχίας της.

ii. Η Εθνική Αντίσταση ήταν κίνημα νικηφόρο. Προς το τέλος της περιόδου, οι λαϊκές δυνάμεις είχαν εξασφαλίσει συντριπτικό πλεονέκτημα. Το ΕΑΜ είχε 1,5 εκατ. μέλη, ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσε σχεδόν στο σύνολο της χώρας. Η τελική έκβαση του αγώνα ήταν αποτέλεσμα των πολλαπλών λαθών και ανεπαρκειών μιας ασυγχώρητης ηγεσίας.

Στο πλαίσιο της θεώρησης αυτής, το δίπολο Νίκη/Ήττα επικαλύπτεται από το αντίστοιχο: Εθνική-Λαϊκή Ενότητα/ Διχασμός και Εμφύλιος πόλεμος. Η επικάλυψη είναι ισχυρή και καθοριστική για τον τρόπο διαμόρφωσης της ατομικής και συλλογικής μνήμης και κατανόησης στην πλευρά της Αριστεράς.

Όποιος κι αν είναι ο «πυρήνας αληθείας» που περιέχει αυτή η θεώρηση, όσο σημαντικός κι αν υπήρξε ο ρόλος της στη συγκρότηση της αριστερής ταυτότητας σε δύσκολες εποχές, είναι σήμερα απόλυτη ανάγκη να αντικρίσουμε τις προβληματικές όψεις του. Η κατασκευή δεν αντέχει το βάρος των ιστορικών γεγονότων, πρώτα απ’ όλα την κλιμάκωση, από το δεύτερο μισό του 1943, της εμφύλιας σύγκρουσης με πλήθος ανθρώπων να εμφανίζονται έτοιμοι να πάρουν όπλα από τους Γερμανούς και να συνεργαστούν μαζί τους, ένα πλήθος που μεγαλώνει όσο η έκβαση του πολέμου ξεκαθαρίζει για όλους και η απελευθέρωση εμφανίζεται άμεσα επικείμενη. Είναι ακριβώς αυτό το χάσμα του κυρίαρχου αριστερού αφηγήματος από το οποίο αρπάζονται οι αναθεωρητές ιστορικοί για να οικοδομήσουν τα δικά τους σχήματα.

Η Αριστερά λοιπόν έχει πολύ σοβαρούς λόγους για να σταθεί με μεγαλύτερη προσοχή απέναντι στην πρόκληση της αναθεωρητικής ιστορίας και να μην αρκεστεί στην ανασκευή των ανακριβειών και την αποκάλυψη της ψευτιάς. Δε θα έπρεπε να έχουμε ανάγκη τη συνδρομή των Καλύβα – Μαραντζίδη και λοιπών για να κατανοήσουμε τη βαθύτατα διχαστική και συγκρουσιακή φύση του φαινομένου που ονομάστηκε –ακολουθώντας τον ευρωπαϊκό κανόνα– Εθνική Αντίσταση. Η άποψη που προσπαθεί να υποστηρίξει αυτή η εργασία, χωρίς βέβαια να διεκδικεί καμιά πρωτοτυπία, είναι συνοπτικά η παρακάτω:

i. Στο σκηνικό του πολέμου και της κατοχής, μέσα από την αντιστασιακή μήτρα ξεπηδά, από την άνοιξη του 1943, μια επαναστατική διαδικασία που γρήγορα απλώνεται και βαθαίνει. Ισχυρός βραχίονας της διαδικασίας αυτής είναι βέβαια ο ΕΛΑΣ, στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας. Λίκνο όμως και πρωταρχική πηγή δύναμης της επανάστασης είναι η μεγάλη πόλη και μάλιστα ο προσφυγικός συνοικισμός μέσα σ’ αυτήν. Από εδώ εκπέμπονται τα αλλεπάλληλα σεισμικά κύματα που, φτάνοντας στα βουνά των ανταρτών και συναντώντας εκεί την ξεχασμένη αγροτική κοινότητα, το σύστοιχο του προσφυγικού συνοικισμού, ενισχύονται και ανακλώνται για να επιστρέψουν στην εστία τους, ανατροφοδοτώντας τη συνολική διαδικασία.

ii. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, από το ’22 και μετά, τα πλατιά λαϊκά στρώματα θα φορτωθούν όλο το καταθλιπτικό βάρος μιας τεράστιας, συμπυκνωμένης εμπειρίας. Ο φριχτός ξεριζωμός, ο τραχύς αγώνας για την επιβίωση, η δημιουργία ισχυρών κοινοτικών δεσμών μέσα στους συνοικισμούς, η βίαιη περιπέτεια του Μεσοπολέμου, τα βιώματα του ελληνοϊταλικού πολέμου, της ήττας, της υποδούλωσης και της κατάρρευσης του κράτους, η κατακλυσμιαία εμπειρία της εξαθλίωσης και του λιμού τον τραγικό χειμώνα του 1941-1942, η αίσθηση της εγκατάλειψης από άρχοντες και βασιλιάδες, η τεράστια κοινωνική πόλωση μέσα στις συνθήκες της Κατοχής, όλα τούτα σωρεύουν ένα τεράστιο εύφλεκτο υλικό που όταν συναντήσει τα πρώτα σκιρτήματα της αντιστασιακής δράσης, θα προκαλέσει μια έκρηξη ελπίδας, μια πλησμονή ελπίδας, την ακλόνητη πεποίθηση ότι το μεταπολεμικό μέλλον δε θα μοιάζει με το προπολεμικό παρελθόν. Αυτή η θολή αλλά πανίσχυρη ελπίδα εκφράστηκε μέσα από το στόχο-σύνθημα ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ!

iii. Σήμαιναν όλα τούτα συνειδησιακές ανασυγκροτήσεις, αποφάσεις και νέες εντάξεις, σε μαζικό επίπεδο. Πάνω απ’ όλα οδηγούσαν στη ρήξη των δεσμών της συνήθειας και των ιεραρχικών σχέσεων στη βάση των οποίων οργανωνόταν η καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων. Τι σήμαινε αλήθεια η απόφαση να «οργανωθεί» για τον εργάτη που έβλεπε το μισητό αφεντικό να πλουτίζει συνεργαζόμενο με τους κατακτητές; Τι σήμαινε για τον αγρότη, δεμένο στο μικροσκοπικό του κλήρο, με τη θηλιά των χρεών στο λαιμό και περιφρονημένο από τους πάντες, η επιλογή «να ανέβει αντάρτης»; Τι σήμαινε για τη νέα κοπέλα «να βγει από το σπίτι» για να πάει στην ΕΠΟΝ;

Ναι, πρόκειται για μια μεγάλη Επανάσταση. Ας μη διακήρυξε ποτέ το πρόγραμμά της, ας μην προβλήθηκε ως τέτοια από τους ίδιους τους ηγέτες και πρωταγωνιστές της, ας μην ταιριάζει η φυσιογνωμία και η εικονογραφία της με τα αρχετυπικά πρότυπα των επαναστατών.

Η Ελληνική Επανάσταση, δίπλα στη Ρώσικη και την Ισπανική είναι η τρίτη μεγάλη έφοδος στον ουρανό του ευρωπαϊκού εικοστού αιώνα. Αυτές τις θέσεις θα προσπαθήσουμε, στο μέτρο του δυνατού, να στηρίξουμε στη συνέχεια.

Είναι, θεωρούμε, προφανές ότι η αναθεωρητική προσπάθεια Καλύβα – Μαραντζίδη και λοιπών δε γίνεται «προς χάριν της ιστορικής αλήθειας», δε στοχεύει απλά στην κατεδάφιση κατεστημένων μύθων. Το κοινωνικά συγκρουσιακό δυναμικό του εαμικού αντιστασιακού κινήματος είναι δεδομένο και για τους αναθεωρητές ιστορικούς. Αποτελεί γι’ αυτούς τη «σκοτεινή πλευρά» της Ιστορίας και πρέπει να αποκτήσει αρνητικό αξιακό πρόσημο αφού ζούμε στον «καλύτερο δυνατό κόσμο». Ας δώσουμε το λόγο στους ίδιους, για να διατυπώσουν αυτό που, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί τον πυρήνα της άποψής τους:

Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Αντίσταση τελικά ωφέλησε ή έβλαψε τη χώρα… Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο όφελος της Αντίστασης καταγράφεται στο συμβολικό επίπεδο.

Το γεγονός ότι η Ελλάδα κατάφερε να συνεχίσει τον αγώνα μετά την ήττα του 1941 αποτελεί στοιχείο εθνικής υπερηφάνειας και τιμής. Η ύπαρξη της εξόριστης κυβέρνησης στη διάρκεια του πολέμου έδωσε στη χώρα διπλωματική και θεσμική συνέχεια, καθιστώντας τη μέρος του συμμαχικού κόσμου και επιτρέποντάς της να σταθεί δίπλα στους νικητές μετά το τέλος του πολέμου.

Από την άλλη η αντίσταση στο εσωτερικό ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων σε δύσκολες στιγμές και τροφοδότησε με καινούριες αξίες τη νέα γενιά…

Στην οπτική αυτή, οι ελληνικές αντιστάσεις στο σύνολό τους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, δεξιά και αριστερά, ένοπλα και ειρηνικά, πολιτικά και «απολιτικά», κληροδότησαν στις μελλοντικές γενιές σημαντικές αξίες που λειτουργούν ως ηθικά σημεία αναφοράς στη συλλογική συνείδηση του ελληνικού έθνους.

Στρατιωτικά και επιχειρησιακά όμως επιβάλλεται να είμαστε περισσότερο συγκρατημένοι. Ακόμα και οι ιστορικοί εκείνοι που έχουν εκθειάσει τη σημασία της δράσης του ΕΛΑΣ αναγνωρίζουν ότι η ένοπλη αντίσταση δεν έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο που συχνά της αποδίδεται. Παραδέχονται, για παράδειγμα, ότι «η στρατηγική σημασία της γέφυρας του Γοργοποτάμου ήταν περίπου ασήμαντη. Η επίδρασή της στον πόλεμο της Βόρειας Αφρικής, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι στρατιωτικά εφόδια για τις εκεί δυνάμεις του Άξονα περνούσαν ποτέ από τη γραμμή αυτή, δεν μπορούσε να είναι πραγματική» και εντέλει ομολογούν ότι «στην τελική έκβαση του πολέμου, το ειδικό βάρος της ελληνικής Αντίστασης, του ΕΛΑΣ, ελάχιστα καθοριστικό ήταν». Οι λίγες χιλιάδες γερμανικές απώλειες, αποτέλεσμα κυρίως της αντάρτικης δράσης τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, όταν σχεδόν όλα είχαν κριθεί στα βασικά μέτωπα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, δεν αποτέλεσαν ουσιαστική προσφορά και με κανέναν τρόπο δεν ισοσκελίζουν, ούτε καν πλησιάζουν σε απόσταση, τις ελληνικές απώλειες: μόνο τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής οι Γερμανοί υπολόγισαν πως είχαν σκοτώσει σε «μάχη» ή σε αντίποινα περισσότερους από 18.000 Έλληνες, στην πλειονότητά τους αμάχους, ενώ οι νεκροί από γερμανικής πλευράς υπολογίστηκαν μεταξύ 2-4.000. Οι ζημιές στις υποδομές της χώρας υπήρξαν τεράστιες και πολλές προ κλήθηκαν από την ίδια την Αντίσταση. Η χώρα εξάλλου δεν απελευθερώθηκε χάρη στην Αντίσταση, όπως συχνά λέγεται. Οι Γερμανοί αποχώρησαν μόνο όταν έγινε σαφές ότι αν παρέμεναν κι άλλο θα τους απέκοπταν οι προελαύνοντες Σοβιετικοί. Το γεγονός μάλιστα ότι η Κρήτη απελευθερώθηκε πλήρως στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, παρά το ότι η αντίσταση εκεί υπήρξε ιδιαίτερα δραστήρια, δεν είναι διόλου τυχαίο. Επιπλέον, και αντίθετα πάλι με ό,τι πιστεύεται από πολλούς, ιδιαίτερα η ένοπλη αντίσταση ενίσχυσε τη συνεργασία με τους κατακτητές αντί να την περιορίσει και ταυτίστηκε με έναν εμφύλιο πόλεμο που οδήγησε σε νέες μεταπολεμικές εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ υπονόμευσε την πολιτική και οικονομική ανόρθωση της χώρας και δηλητηρίασε την πολιτική ζωή για δεκαετίες. [σ.σ. πες το και μας έσκασες!] Την πραγματικότητα αυτή δεν μπορούμε να την αρνηθούμε παρά μόνο αν επιλέξουμε την αγιογραφία έναντι της ιστορίας(8).

Νηφάλιος και νοικοκυρεμένος απολογισμός! Τι κρίμα που δεν βρεθήκαμε… ας πούμε, στη Δανία(9). Κι εκεί υπήρξε Κατοχή και Αντίσταση. Όμως αυτή δεν έβλαψε την κρατική υπόσταση και τις υποδομές της χώρας, δεν κατέγραψε αρνητικό ισοζύγιο στις ανθρώπινες απώλειες και κυρίως δεν υπονόμευσε την κοινωνική ειρήνη, δεν δίχασε το λαό. Εδώ όμως…

Σε κάθε περίπτωση, ένας ουσιαστικός αντίλογος στο εγχείρημα του εγχώριου ιστορικού αναθεωρητισμού δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να επικεντρώνει μόνο στην ανασκευή ανακριβειών και στην αποκάλυψη ψεμάτων(10) αλλά πρέπει να στοχεύει τον πυρήνα της αναθεωρητικής λογικής. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μας, η θεώρηση των δρώντων υποκειμένων, των αγωνιστών εκείνης της Επανάστασης ως παθητικών ενεργούμενων, σαγηνευμένων ή τρομοκρατημένων από ένα πανίσχυρο, πανταχού παρόν, με ενιαία και αμετάβλητη θέληση κόμμα. Είναι εύκολο βέβαια να παρατεθεί μια πληθώρα γεγονοτολογικών αναφορών και αρχειακών πηγών που φαίνεται να στηρίζουν τη θεώρηση αυτή. Πώς όμως μπορεί να ερμηνεύσει λογικά το γεγονός ότι ένα τέτοιο κόμμα, ξεκινώντας το καλοκαίρι του 1941 από μια κατάσταση έσχατης αδυναμίας και αποδιοργάνωσης κατάφερε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκτήσει αυτήν την τόσο μεγάλη δύναμη; Σε τελική ανάλυση: τι ήταν αυτό που βάραινε περισσότερο στις αποφάσεις και τις στάσεις των ανθρώπων, ο φόβος του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ ή η ελπίδα για μια καινούρια ζωή;

Παραπέρα: Αν οι δυνάμεις, υλικές και ηθικοπολιτικές, εκείνων των επαναστατών ήταν ανεπαρκείς απέναντι στο κολοσσιαίο εγχείρημα που αναλάμβαναν, ποιο είναι το περιεχόμενο του σημερινού κριτικού στοχασμού σχετικά με την ανεπάρκεια αυτή; Το μετεμφυλιακό και μεταπολιτευτικό αφήγημα της Αριστεράς περιείχε βέβαια πλήθος από «ηρωικά»-μυθολογικά στοιχεία, στο σύνολό του όμως απέπνεε ένα ισχυρό ανορθωτικό μήνυμα, σε δύσκολες μάλιστα εποχές. Η σούπα που προσφέρουν οι σύγχρονοι αναθεωρητές ιστορικοί, στο σερβίτσιο της επιστημοσύνης και της αντικειμενικότητας, προσφέρει μόνο τη χαύνωση της πεποίθησης ότι κάθε προσπάθεια ανάπλασης του κόσμου είναι μάταιη και ολέθρια.

Ανατρέχουμε λοιπόν στο παρελθόν στην προσπάθεια να συγκροτήσουμε ένα στοχασμό για την Επανάσταση, για να δώσουμε σχήμα και μορφή σε μια έννοια που σήμερα διαρκώς θολώνει, αποκτώντας ένα σχεδόν υπερβατικό χαρακτήρα. Η κάθοδος της Επανάστασης από τον Ουρανό της υπερβατικής στερεοτυπίας στη Γη της πραγματικής κατάστασης, της δεδομένης ιστορικής συγκυρίας, η «εκκοσμίκευσή» της(11) είναι ένα επιτακτικό καθήκον. Προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στο καθήκον αυτό αναζητώντας τη βοήθεια της Ιστορίας, κίνηση αναγκαστική, στις σημερινές ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες. Ακολουθώντας τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, πιστεύουμε ότι η αναμνημόνευση των ηττημένων και των αγώνων τους είναι ουσιαστικό στοιχείο της επαναστατικής σκέψης και πρακτικής.

Η αναμνημόνευση δεν είναι βέβαια λατρευτική πράξη και αγιογράφηση. Η ελληνική Επανάσταση θέτει, με το δικό της τρόπο, όλα τα προβλήματα που έθεσαν τα μεγάλα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος και έχουν σχέση με τη δυναμική της Εξουσίας. Ο στοχασμός πάνω στα προβλήματα αυτά δεν αφορά βέβαια μόνο την κατανόηση του παρελθόντος αλλά έχει μια αυτονόητη σημασία για το μέλλον.

1. Μιχάλης Κατσαρός: «Κατά Σαδδουκαίων», στη συλλογή Μείζονα ποιητικά, εκδόσεις Τόπος, 2018.
2. Στάθης Ν. Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης: Εμφύλια πάθη. 23 + 2 νέες ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, Μεταίχμιο, 2015.
3. Ας μην αδικήσουμε τον Φρανσουά Φυρέ που με τις εργασίες του για τη Γαλλική Επανάσταση συμπρωταγωνίστησε με τον Νόλτε στη συγκρότηση του ρεύματος αυτού.
4. Ερνστ Νόλτε: Ο ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος 1917-1945, πρώτη έκδοση 1997, ελληνική έκδοση: Τροπή, 2015.
5. Enzo Traverso: Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, 2013. Η Ιστορία ως πεδίο μάχης, εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, 2015. 6. Mike Haynes & Jim Wolfreys (επιμ.), Ιστορία και Επανάσταση, Angelus Novus, 2018.
7. Σάκης Μουμτζής: Η κόκκινη βία 1943-1946, Επίκεντρο, 2013.
8. Στάθης Ν. Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σελ. 128-131.
9. Για την κατοχική πραγματικότητα της Δανίας, του αντιδιαμετρικού, κατά μια έννοια, της Ελλάδας, βλέπε: Mark Mazower: Η αυτοκρατορία του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, 2009, σελ. 236 -242, 266-7, 365, 485, 509, 517.
10. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται βέβαια η έκδοση του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ: 23+ παθιασμένα ψέματα για τον ένοπλο λαϊκό αγώνα 19411949, Σύγχρονη Εποχή, Ιούλης 2016. Δυστυχώς μια ουσιαστική συζήτηση για τα προβλήματα της Επανάστασης δεν είναι στις δυνατότητες και κυρίως στις επιθυμίες του κόμματος που ήταν επικεφαλής της στο παρελθόν και που την ευαγγελίζεται για το μέλλον.
11. Ντανιέλ Μπενσαΐντ: «Επαναστάσεις, μεγάλες, ακίνητες, αμίλητες», στο Ιστορία και Επανάσταση, επιμ. Μάικ Χέινς & Τζιμ Γούλφρις, Angelus Novus, 2018, σελ. 438. 

Πηγή:https://info-war.gr

 

Προσφυγικό: η νέα πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, συνέχιση αλλά και κλιµάκωση των ρατσιστικών πολιτικών της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων
Του Μάριου Αυγουστάτου
∆εν έχουµε πια καµία δικαιολογία να λέµε «δεν ξέραµε – δεν γνωρίζαµε», κατά πως ισχυρίστηκαν πολλοί Γερµανοί για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κι εξόντωσης. To ΚΥΤ Μόριας είναι ένας χώρος στον οποίο ζουν 13.500 άτοµα, σε σκηνές και κοντέινερ, ενώ έχει σχεδιαστεί για 2.500. Λογική συνέπεια: οι συνθήκες διαβίωσης είναι χαοτικά τραγικές και απάνθρωπες. Για ένα πιάτο φαί, µπορεί να περιµένουν µέχρι και 6 ώρες. Ήδη παιδιά σ’ αυτές τις συνθήκες παρουσιάζουν σύνδροµο «παραίτησης», µια πολύ σοβαρή ψυχική ασθένεια που χτυπά κυρίως παιδιά και εφήβους µε µετατραυµατικό σοκ, ενώ πολλά απ’ αυτά παίζουν πάνω σε βουνά σκουπιδιών. Το 35% των ανθρώπων που είναι φυλακισµένοι στα νησιά είναι παιδιά – έξι στα δέκα είναι κάτω των 12 ετών και περίπου το 20% εξ αυτών είναι ασυνόδευτα. Ο πρόσφατος θάνατος της Φεριντέ Ταγίκ στην πυρκαγιά της 29ης Σεπτέµβρη δεν ήταν ατύχηµα, ήταν δολοφονία. Με πολιτικούς υπεύθυνους την ΕΕ, σε αγαστή συνεργασία µε τις κυβερνήσεις Τσίπρα και Μητσοτάκη.
Η 29η Σεπτέµβρη στη Μόρια
Περίπου στις 5 το απόγευµα της Κυριακής 29 Σεπτέµβρη ξέσπασαν στη Μόρια δύο πυρκαγιές. Το ένα µέτωπο περίπου 400 µ. έξω από το κέντρο κράτησης και το δεύτερο εσωτερικά µέσα σε κοντέινερ. Η δεύτερη φωτιά αποδίδεται, σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις του ανακριτικού της Πυροσβεστικής, σε βραχυκύκλωµα στα καλώδια της οροφής του κοντέινερ. Την ώρα που µαινόταν η φωτιά, η αστυνοµία έσπευσε να… ρίξει δακρυγόνα στους πρόσφυγες, των οποίων η οργή ξεχείλιζε απέναντι σε ό,τι εξέφραζε στα µάτια τους το ελληνικό κράτος, όπως το πυροσβεστικό όχηµα που έµπαινε συνοδευόµενο από τα ΜΑΤ – απ’ ό,τι µας λένε οι ίδιοι οι εργαζόµενοι στο ΚΥΤ της Μόριας. Σαν να µην έφτανε η τραγωδία, ο Κ. Μπογδάνος, ένας από τους ακροδεξιούς «λαγούς» της Ν∆, απέδιδε την πυρκαγιά στην ύπαρξη… Τούρκων πρακτόρων εντός του καταυλισµού και ο Θάνος Πλεύρης το ερµήνευσε ως θέµα «εθνικής ασφάλειας» και µίλησε για… υποκινητές που ευθύνονται για τους θανάτους. Η «άµεση ανταπόκριση» της κυβέρνησης στην τραγωδία ήταν να στείλει ένα C130 µε τρεις διµοιρίες ΜΑΤ και να εξαγγείλει αλλαγές στο σύστηµα ασύλου, µε ρυθµίσεις τρισχειρότερες από όσες ισχύουν ήδη.
Με τη βούλα της ΕΕ
Επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στα τέλη Ιούλη του 2015 ξεκίνησε επίσηµα η λειτουργία της Μόριας ως του πρώτου Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης – ΚΥΤ (hot spot) στη Λέσβο. Ο επίτροπος Μετανάστευσης και Ιθαγένειας ∆ηµ. Αβραµόπουλο να δηλώνει τότε πως «αυτό σηµατοδοτεί ότι λειτουργεί ολοκληρωµένα το σχέδιο καταγραφής και ταυτοποίησης των προσφύγων» και πως «έχουµε ακόµη πολύ δρόµο να διανύσουµε για την εφαρµογή hot spots και σε άλλες περιοχές, για την έναρξη των µετεγκαταστάσεων και τη βελτίωση των επιστροφών των παράτυπων µεταναστών». Οι µετεγκαταστάσεις σε άλλες χώρες της ΕΕ λίγο αργότερα έλαβαν τέλος. Η Μόρια και τα υπόλοιπα άθλια hot-spots των νησιών όµως µακροηµέρευσαν για να υλοποιήσουν τη συµφωνία ΕΕ – Τουρκίας του Μάρτη του 2016, που συνυπέγραψε η προηγούµενη κυβέρνηση µε στόχο την αποτροπή νέων προσφυγικών αφίξεων. Ήταν η εποχή του «βοήθα Παναγιά να τηρήσει ο Ερντογάν τη Συµφωνία µε την ΕΕ», όπως χαρακτηριστικά δήλωνε ο αρµόδιος υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Μουζάλας. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, χιλιάδες αιτήσεις ασύλου υποβάλλονταν και κρίνονταν και στις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Στη Γερµανία π.χ., ακόµη και µετά τους περιορισµούς (µετά την αρχική Συνθήκη του ∆ουβλίνου το 1993), δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έφταναν στα σύνορα και δήλωναν ότι ζητούν άσυλο. Στα διεθνή αεροδρόµια υπήρχαν χώροι υποδοχής ακριβώς γι’ αυτόν το σκοπό, µε τη λογική των hot spots της Ελλάδας, που συχνά περιλάµβαναν ακόµη και σχολείο για τα ανήλικα παιδιά. Το ίδιο ίσχυε για όλα τα διεθνή αεροδρόµια της Ευρώπης. Οι περισσότεροι από αυτούς τους χώρους υπάρχουν ακόµη, όµως τώρα πια συνήθως είναι άδειοι.
Κατασκευάζοντας την Ευρώπη-ρατσιστικό «φρούριο»
Η ΕΕ µε τις συνεχείς προσαρµογές του κανονισµού ∆ουβλίνο (1-3) και µε επισφράγισµα τη συµφωνία του Μάρτη του ‘19 µετατράπηκε σε φρούριο, µε ερµητικά κλειστά εσωτερικά σύνορα, για ανθρώπους που είτε δικαιούνται άσυλο για οποιοδήποτε λόγο είτε µεταναστεύουν χωρίς να είναι πολίτες της ΕΕ ή να έχουν βίζα. Το µόνο που απέµενε για όσους/ες αναζητούν στην ΕΕ µια καλύτερη ζωή είναι οι «παράνοµες» είσοδοι (δηλαδή ο δρόµος από τον Έβρο, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο) και οι «παράνοµες µετεγκαταστάσεις», δηλαδή ο δύσκολος δρόµος από την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία προς την κεντρική και βόρεια Ευρώπη.
Πολλές χιλιάδες νεκροί πρόσφυγες στη θάλασσα και από τις κακουχίες ήταν ο φόρος αίµατος από την εφαρµογή αυτής της ρατσιστικής πολιτικής. Η λογική αυτής της πολιτικής είναι ότι οι πρόσφυγες και µετανάστες θα εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ευρώπη, εάν οι συνθήκες που θα βρουν εδώ θα είναι άσχηµες. Αφήνει βεβαίως στα κράτη-µέλη το δικαίωµα να την εφαρµόζουν µε τον τρόπο που εκείνα θεωρούν πιο κατάλληλο. Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, τεράστιο µερίδιο ευθύνης στην απανθρωπιά έχουν οι ελληνικές κυβερνήσεις.
Ελλάδα, αφιλόξενη χώρα
Ο Γ. Μουζάλας, µιλώντας ως αρµόδιος υπουργός στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ στις 12.2.2017, για να ορίσει το πλαίσιο της (αντι)προσφυγικής πολιτικής σύµφωνα µε σχετική Οδηγία της ΕΕ χρησιµοποίησε τρεις λέξεις: αποτελεσµατικά, αναλογικά, αποτρεπτικά. Την ίδια άποψη είχε εκφράσει σε συνέντευξή στις 24.8.2015 ο τότε υπουργός Προ.Πο. Γ. Πανούσης: «η Ελλάδα θα έπρεπε να ασκεί και αποτρεπτική πολιτική στο µεταναστευτικό». Τα προηγούµενα χρόνια, ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. επί Σαµαρά, είχε πει «να τους κάνουµε το βίο αβίωτο», ενώ ο Αθ. Πλεύρης της Ν∆: «πρέπει να περνάνε χειρότερα εδώ από τις χώρες τους, η κόλαση πρέπει να φαντάζει παράδεισος σε σχέση µε αυτό που θα ζουν εδώ». Για τον Όρµπαν, πρωθυπουργό της Ουγγαρίας αποτρεπτικό είναι το µέτρο της φυλάκισης των προσφύγων. Στην Ελλάδα τον ίδιο ρόλο παίζουν οι συνθήκες διαβίωσης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, και πολύ περισσότερο σ’ εκείνα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Πολύ χαρακτηριστική, η αιτιολογική παράγραφος της προκήρυξης για την «Κατασκευή Προαναχωρησιακού Κέντρου Κράτησης στη νήσο Κω» (8.2.2017): «Η κατασκευή δοµών κράτησης θα λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς την δηµιουργία νέων µεταναστευτικών ροών».
Η Ευρώπη διατύπωσε αντιρρήσεις (στα λόγια) για τις φυλακίσεις στην Ουγγαρία, όπως επίσης για την κατασκευή του φράχτη στον Έβρο και βέβαια… έµεινε στα λόγια. Όµως, καµιά επίσηµη αντίρρηση δεν διατύπωσε ποτέ για την κατάσταση στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Άλλωστε, η συµφωνία ΕΕ – Τουρκίας – Ελλάδας προβλέπει ρητά το µέτρο του γεωγραφικού περιορισµού στα νησιά, έως ότου τελεσιδικήσει το αίτηµα ασύλου των προσφύγων – κάτι που µπορεί να πάρει από µήνες έως χρόνια.
Εξεγέρσεις
Σε όλο το διάστηµα της λειτουργίας του ΚΥΤ Μόριας, έχουν γίνει πάµπολλες εξεγέρσεις και διαδηλώσεις, µικρότερες και µεγαλύτερες. Πιο πρόσφατη ήταν εκείνη της 1ης Οκτώβρη, όταν 800 πρόσφυγες επιχείρησαν να πραγµατοποιήσουν πορεία προς την πόλη της Μυτιλήνης, αλλά εµποδίστηκαν από την αστυνοµία και σταµάτησαν µερικές εκατοντάδες µέτρα µακριά από την δοµή. Εκεί έκαναν καθιστική διαµαρτυρία, φωνάζοντας συνθήµατα και ζητώντας την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, την µεταφορά τους στην Αθήνα και την απονοµή δικαιοσύνης για τα γεγονότα της 29ης Σεπτέµβρη. Την ίδια µέρα το απόγευµα έγινε συγκέντρωση και πορεία από τοπικές συλλογικότητες. Οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Σαπφούς και πορεύτηκαν διαµέσου της προκυµαίας στην Αγορά της Μυτιλήνης, ενώ µικρή στάση πραγµατοποιήθηκε έξω από το πλοίο της Frontex του Ηνωµένου Βασιλείου VALIANT, όπου ακούστηκαν συνθήµατα εναντίον της πολιτικής της Ε.Ε. στο προσφυγικό.
Στις 4 Οκτώβρη έγινε διαµαρτυρία 300 ανήλικων και ασυνόδευτων προσφύγων που έσπασαν την πόρτα και προσπάθησαν να βάλουν φωτιά σε κάδους µε σκουπίδια, φωνάζοντας «Athens-Athens». Ενδεικτικά αναφέρουµε και κάποιες παλιότερες εξεγέρσεις: εκείνη του Μάρτη του 2018, που είχε πυροδοτηθεί από απόπειρα αυτοκτονίας µε πτώση από στύλο της ∆ΕΗ (κι ακολούθησαν άλλες δύο), µε αποτέλεσµα την σκληρή καταστολή και τη ρίψη χηµικών. Την εξέγερση του Ιούλη του 2017 -µε αφορµή την απόρριψη ασύλου Αϊτινού, τη σύλληψη και απέλασή του στην Τουρκία- µε συγκρούσεις µε την αστυνοµία και µαζική καταστολή. Το 2016 είχαν επίσης ξεσπάσει εξεγέρσεις των προσφύγων για διάφορες αφορµές, κυρίως διαµαρτυρόµενοι για την πολύµηνη κωλυσιεργία της εξέτασης των αιτηµάτων ασύλου και τον εγκλωβισµό τους.
Είναι πλέον µαθηµατικά βέβαιο ότι εξεγέρσεις θα ξεσπούν και στο µέλλον, όσο συντηρείται και κλιµακώνεται η ρατσιστική φυλάκιση των προσφύγων σε άθλιες συνθήκες στα νησιά του Αιγαίου.
Ρατσιστική Ν∆ και «αντιπολίτευση» ΣΥΡΙΖΑ
Οι διαδοχικές τραγωδίες στη Μόρια και τα υπόλοιπα νησιά αποτέλεσαν αφορµή για την επικίνδυνη κλιµάκωση της καταστολής στα θαλάσσια και χερσαία σύνορα µε στρατιωτικά µέσα. Κλιµάκωση της καταστολής προβλέπεται και στο εσωτερικό της χώρας, µε τη γενίκευση της φυλάκισης, που γίνεται ο κανόνας για τις συνθήκες «φιλοξενίας» προσφύγων και µεταναστών.
Με το νοµοσχέδιο για το άσυλο που εξήγγειλε η κυβέρνηση, συρρικνώνονται σε βαθµό εξαφάνισης τα όποια δικαιώµατα είχαν µείνει όρθια από τις προηγούµενες κυβερνήσεις. Αυτό σηµατοδοτούν οι εξαγγελίες για στέρηση του δικαιώµατος αίτησης ασύλου από όσους δεν έχουν το λεγόµενο προσφυγικό προφίλ (λες και το ποιος είναι πρόσφυγας το κρίνει ο Μητσοτάκης και όχι η Υπηρεσία Ασύλου), για αλλαγή των κριτηρίων «ευαλωτότητας» που είχε επιχειρήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ και ισοδυναµούν µε περισσότερο εγκλωβισµό στα νησιά, για σύνθεση των επιτροπών προσφυγών αποκλειστικά από δικαστές, για απέλαση όσων προσφύγων δεν συµµορφώνονται προς τας υποδείξεις.
Οι οικονοµικοί λόγοι που επικαλούνται οι ακροδεξιές φωνές όχι απλά δεν ισχύουν, αλλά ισχύει ακριβώς το αντίθετο: πάνω από 3 δισ. ευρώ της ΕΕ έχει διαχειριστεί µέχρι σήµερα η Ελλάδα για το προσφυγικό. Τα χρησιµοποιεί κυρίως για να φτιάχνει στρατόπεδα, να κάνει απελάσεις, να αγοράζει σκάφη του Λιµενικού που κάνουν περιπολίες, θερµικές κάµερες, drones και λοιπά µέσα «αποτροπής». Αν τα ίδια χρήµατα επενδύονταν στη στέγαση προσφύγων στις πόλεις σε διαµερίσµατα, σήµερα οι 70-100.000 πρόσφυγες που ζουν στη χώρα θα είχαν αξιοπρεπή στέγαση, διαβίωση, ιατροφαρµακευτική κάλυψη και ισότιµη εκπαίδευση για τα παιδιά τους.
Η Ν∆ παίρνοντας τη σκυτάλη από την κυβέρνηση Τσίπρα, πάει παραπέρα τις αντιπροσφυγικές – αντιµεταναστευτικές πολιτικές κάνοντας µεγάλη προσπάθεια να µετατοπίσει τη συζήτηση. Πήραν το µάθηµά τους από την επικοινωνιακά αποτυχηµένη -εκ του αποτελέσµατος- προπαγάνδα µε τις εκκαθαρίσεις των καταλήψεων, µε τις φωτογραφίες των προσφύγων, παιδιών και µανάδων να κάνουν τον γύρο του κόσµου, και άλλαξαν γραµµή. Πλέον υποστηρίζουν ότι ο κύριος όγκος των αφίξεων αφορά οικονοµικούς µετανάστες και όχι πρόσφυγες, εννοώντας ότι ο κύριος όγκος δεν είναι πρόσφυγες από τη Συρία. Σε αυτή τη βάση ο Μητσοτάκης προσπαθεί να υποστηρίξει ότι δεν είναι ένα θέµα ανταπόκρισης στην ανθρωπιστική ανάγκη αρωγής σε πρόσφυγες, αλλά ένα ευρύτερο πρόβληµα «παράνοµης µετανάστευσης». Εκτιµά ότι η κοινωνία θα δεχτεί πιο εύκολα τη νέα πιο σκληρή γραµµή εάν την περάσει ως γραµµή αντιµετώπισης της «µετανάστευσης» και όχι του «προσφυγικού». Αυτό πατάει στην εκτίµηση ότι µεγάλο µέρος της κοινωνίας θεωρεί τη µετανάστευση πρόβληµα ενώ εξακολουθεί να βλέπει τους πρόσφυγες µε µεγαλύτερη συµπάθεια. Ακολουθεί την πεπατηµένη των κεντροδεξιών και σοσιαλφιλελεύθερων κοµµάτων της Ευρώπης που έχουν µετατοπιστεί σε σκληρή αντιπροσφυγική γραµµή, υποστηρίζοντας ότι µε αυτό τον τρόπο ανακόπτουν την άνοδο της -µε τη βούλα- ακροδεξιάς. Στην πράξη κάνουν ακριβώς το αντίθετο: τροφοδοτώντας µε θεσµικό ρατσισµό την κοινωνία, πριµοδοτούν τους αυθεντικούς ακροδεξιούς και φασίστες.
Ο ΣΥΡΙΖΑ απλά δεν «δικαιούται να οµιλεί», όταν επί 4 χρόνια υιοθέτησε και εφάρµοσε τις πολιτικές «αποτροπής», έστησε Μόριες και έχει την πολιτική ευθύνη για πνιγµούς αθώων. αντιπολίτευσης του είδους «εµείς είχαµε 8.000 στη Μόρια κι εσείς τους κάνατε 13.000». Έχοντας τέτοια προϋπηρεσία», δεν του µένει άλλο παρά να ασκεί µια αντιπολίτευση της κακιάς ώρας και του τύπου «µε εµάς στη Μόρια ήταν 8.000 κι εσείς τους κάνατε 13.000»…
Ο αγώνας συνεχίζεται
Το αποτέλεσµα των µέτρων της κυβέρνησης θα είναι ακόµα περισσότεροι και συχνότεροι θάνατοι και χειροτέρευση των συνθηκών ζωής όλων µας: προσφύγων, µεταναστών και Ελλήνων εργαζοµένων. Τα µέτρα που ήδη ανακοινώθηκαν δίνουν τη χαριστική βολή στο θεµελιώδες κατοχυρωµένο εδώ και δεκαετίες δικαίωµα του ασύλου. Ο στόχος τους είναι να γεµίσουν τη χώρα ερµητικά κλειστές φυλακές για πρόσφυγες και µετανάστες µε απάνθρωπες συνθήκες παράλληλα µε την εξαθλίωση όλων µας, εξυπηρετώντας την ίδια ώρα τα µεγάλα οικονοµικά συµφέροντα της LAMDA Development στο Ελληνικό, της Eldorado Gold στις Σκουριές, και άλλων ευαγών καπιταλιστικών ιδρυµάτων.
Το αντιρατσιστικό κίνηµα, από την πλευρά του, παρ’ όλη τη γενικευµένη απογοήτευση από την κεντρική πολιτική σκηνή µετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, έδωσε αγωνιστικό «παρών» µε πολλές και µαζικές κινητοποιήσεις. Κεντρικά σε Αθήνα – Θεσσαλονίκη, στα νησιά και σε άλλες πόλεις. Το αίτηµα να κλείσουν τα κολαστήρια στρατόπεδα συγκέντρωσης, ήταν και παραµένει θεµελιώδες.
Όµως όλα αυτά δεν άρκεσαν και δεν αρκούν. Επιβάλλεται να ανοίξουµε τη συνολική συζήτηση στις γειτονιές και σε µαζικούς κοινωνικούς χώρους και να οργανώσουµε πιον αποτελεσµατικά τις κινητοποιήσεις. Χρειάζεται το κίνηµα στο σύνολό του, µαζί µε τα εργασιακά, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα περιβαλλοντικά και όλα τα υπόλοιπα «µέτωπα», να παλέψει για ίσα δικαιώµατα σε πρόσφυγες και µετανάστ(ρι)ες, καλύτερη ζωή για όλους. ∆εν δεχόµαστε το γεωγραφικό περιορισµό στα νησιά, την προαποφασισµένη (µη) προσφυγική ιδιότητα, πόσο µάλλον να νοµιµοποιούνται απελάσεις, επαναπροωθήσεις και δολοφονίες – όπως της Φεριντέ, που ένα πρωί έφτασε πάνω σε µια πλαστική βάρκα στη Λέσβο µετά από 40 χρόνια πολέµου στο Αφγανιστάν και κάηκε ζωντανή. Επιµένουµε στη διεκδίκηση αξιοπρεπούς στέγης και ζωής για τους πρόσφυγες, απόδοσης ασύλου και νοµιµοποίησης όλων των µεταναστών. Είναι όλοι ταξικά αδέρφια µας, σύµµαχοι στον κοινό αγώνα ενάντια στη φτώχεια, τον πόλεµο και το φασισµό.

Οι κινητοποιήσεις του Σεπτέµβρη όπως η διαδήλωση στη ∆ΕΘ και οι διαδηλώσεις καταδίκης της βίαιης εκκένωσης καταλήψεων στέγης για τους πρόσφυγες, της επετείου του θανάτου του Π. Φύσσα και του Ζακ Κωστόπουλου, αλλά και η πρόσφατη µε αφορµή το θάνατο της Φεριντέ στη Μόρια, δείχνουν το δρόµο. Ενωτικά και µαζικά, ντόπιοι, πρόσφυγες και µετανάστες, θα διεκδικήσουµε αυτά που µας έχουν πάρει όλα τα προηγούµενα χρόνια.

Πηγή: https://www.redtopia.gr

Σαν σήμερα αφήνει την τελευταία του πνοή. Στις 15 Οκτωβρίου του 1987, ένοπλοι ένστολοι, με επικεφαλής τον στενότερο συνεργάτη του, Μπλεζ Καμπαορέ, εισέβαλαν στο προεδρικό γραφείο, στην πρωτεύουσα Ουαγκαντούκου, και τον εκτέλεσαν με δυο σφαίρες στην καρδιά. Ο Σανκάρα πρόλαβε να πει «μα, Μπλεζ, είσαι ο καλύτερός μου φίλος, σε αποκαλώ αδελφό…».

Ποιος ήταν ο Τόμας Σανκάρα;

Ο Τομά Σανκάρα ηγήθηκε επαναστατικού κινήματος, έγινε πρόεδρος της χώρας του και υποσχέθηκε πράγματα αδιανόητα για μια μικρή, φτωχή αφρικανική χώρα: δύο γεύματα την ημέρα και πέντε λίτρα πόσιμο νερό για κάθε οικογένεια.