ΕΡΕΥΝΕΣ

Picture5Μερόπη Φράγκου, Αύγουστος 1967

 

Συντάκτης: Ν. Ράλλη

Από τις πρώτες ώρες της επιβολής δικτατορίας, οι μηχανισμοί των χουντικών έδρασαν ακαριαία, κάνοντας συλλήψεις αριστερών και αντιχουντικών αγωνιστών σε όλη τη χώρα.

Η Λέσβος δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ισα ίσα, η επέλαση των οργάνων της χούντας στο νησί ήταν άμεση, καθώς στο νησί η ΕΡΕ (το κόμμα της Δεξιάς) είχε πολύ μικρή δυναμική σε σχέση με την ΕΔΑ, που ήταν πρώτη δύναμη.

Ενδεικτικό είναι πως τις δύο πρώτες μέρες του πραξικοπήματος (Παρασκευή 21 και Σάββατο 22 Απριλίου 1967) έγιναν στη Μυτιλήνη και στα χωριά συλλήψεις περίπου διακοσίων στελεχών της ΕΔΑ και της Νεολαίας Λαμπράκη.

Μεταξύ αυτών ήταν και οι γονείς ενός κοριτσιού μόλις έξι ετών… που αποφάσισε να στείλει γράμμα στον τότε υπουργό Δημοσίας Τάξεως, ζητώντας τους γονείς της πίσω.

Πενήντα χρόνια μετά, η Μερόπη Φράγκου διηγείται στην «Εφ.Συν.» την ιστορία της, μια ιστορία που δυστυχώς αφορά πολλές παρόμοιες οικογένειες ανά την Ελλάδα.

Η Μερόπη θυμάται πολύ καλά εκείνη τη μέρα:

«Κάθε μέρα πριν πάνε στη δουλειά τους, οι γονείς μου, Χρήστος και Μαρία, άκουγαν ραδιόφωνο. Εκείνη τη μέρα, Μ. Παρασκευή ήταν, 21η Απριλίου 1967, δεν πρόλαβαν να το ανοίξουν. Με το που έγινε η δικτατορία, τους έπιασαν αμέσως. Για μας ήταν ξαφνικό, δεν το περιμέναμε, παρ’ όλο που και οι δύο μου γονείς ήταν οργανωμένοι στην Αριστερά. Το ΚΚΕ και αργότερα η ΕΔΑ είχαν μεγάλη δύναμη στη Λέσβο.

Τις πρώτες μέρες της δικτατορίας έπιασαν πολλούς αγωνιστές. Η πορεία τους ήταν προδιαγεγραμμένη: αφού τους αποσπούσαν βίαια από τις οικογένειές τους, τους μετέφεραν αρχικά στην Ασφάλεια και μετά στην Παιδαγωγική Ακαδημία (που ήταν κλειστή εκείνες τις μέρες λόγω Πάσχα – το ίδιο κτίριο είχαν χρησιμοποιήσει και οι ναζί κατακτητές ως στρατόπεδο κράτησης την περίοδο 1941-44). Αμέσως μετά, ακολουθούσε η εξορία (Γιούρα, Αϊ-Στράτης, Λέρος…) και στην καλύτερη των περιπτώσεων η φυλακή. Οι γονείς μου βίωσαν και τα δύο». 

Η Μερόπη Φράγκου στη μέση, γύρω στα 11 (1971-1972) με τους γονείς της (Χρήστος και Μαρία Φράγκου)

Η Μερόπη Φράγκου στη μέση, γύρω στα 11 (1971-1972) με τους γονείς της (Χρήστος και Μαρία Φράγκου)

✎ Ο πατέρας:

«Γεννημένος το 1919, από νωρίς είχε μπει στην Αντίσταση. Εκανε συνολικά 14 χρόνια εξορία. Ωστόσο η ιστορία του στον αγώνα αποτελεί ακόμη μυστήριο για μένα, καθώς για τη δράση του στην Κατοχή δεν μιλούσε ποτέ. Μα ούτε για τα βασανιστήρια στις εξορίες μιλούσε κι ας τον ρωτάγαμε συχνά. Συνήθως άλλαζε κουβέντα. “Ο,τι έγινε έγινε”, έλεγε.

Ο πατέρας μου είχε μια αδελφή που ήταν παπαδιά. Οταν έμεινα μόνη, με τους γονείς στην εξορία, η ίδια δεν θέλησε να αναμειχθεί καθόλου, δεν βοήθησε, δεν ασχολήθηκε. Ηταν παπαδιά και κράτησε τη στάση που κράτησε η Εκκλησία επί χούντας. Ο πατέρας, πριν τον συλλάβουν, είχε λευκοσιδηρουργείο: έφτιαχνε σκάφες, ντεπόζιτα νερού, μαγκάλια κ.λπ. Ηταν από τους πρώτους που εξορίστηκαν στα Γιούρα, από αυτούς που έχτισαν τα καταλύματα. Μετά, εξορία στον Αϊ-Στράτη, σχεδόν όλη την περίοδο που χρησιμοποιήθηκε το νησί, από το 1955 και μετά, ως τόπος εξορίας. Οταν γεννήθηκα το 1960, εκεί ήταν. Μετά Αίγινα, στη δικτατορία πάλι Γιούρα και Λέρο.

Για τις εξορίες μόνο ευτράπελα και καταστάσεις αστείες μας έλεγε, για να γελάσουμε. Μια ιστορία που θυμάμαι ήταν μια φορά που τους επισκέφτηκε ο Αρχιεπίσκοπος και τρώγανε μια σούπα με δύο δάχτυλα μαμούνια. Επίτηδες, για να δει τι έτρωγαν, πρόσφεραν ένα πιάτο στον Αρχιεπίσκοπο, να τον κεράσουν. Αυτός αηδίασε βέβαια και είπε “τι ωραίοι κύαμοι, αλλά δεν θέλω να σας τους στερήσω”. Κύαμοι είναι τα κουκιά…

Για τα βασανιστήρια το μόνο που είχε αναφέρει είναι για την παλιά Γυάρο, που τους έβαζαν με μια γάτα μες στο τσουβάλι και τους έριχναν στη θάλασσα και… όποιος επιζούσε τον μάζευαν απ’ τη θάλασσα – ή τη γάτα ή τον άνθρωπο. Από την άλλη, η εξορία ήταν και μεγάλο σχολείο, κυριολεκτικά. Ο πατέρας μου, για παράδειγμα, στην εξορία έλαβε μαθήματα από τους πιο μορφωμένους, έμαθε λογιστικά.

Μετά τις εξορίες, ο ίδιος γύρισε πιο επιφυλακτικός. Είδε πολλούς να αλλάζουν στάση. Και δεν αναφέρομαι σε όσους υπέγραψαν – αυτούς τους καταλάβαιναν κάπως, ήταν σκληρά εκεί, είχαν οικογένειες. Ακόμα και με συντρόφους του, που άλλοι βρέθηκαν μετά τη διάσπαση στο ΚΚΕ και άλλοι στο ΚΚΕ Εσωτ., δεν είχε πρόβλημα. Είχε μόνο με όσους άλλαξαν στάση ριζικά. Με αυτούς που όχι μόνο υπέγραψαν αλλά έγιναν πιο δεξιοί κι από τους δεξιούς. Αυτό τον είχε πολύ πικράνει. Ωστόσο, ήταν πολιτικοποιημένος και οργανωμένος έως το τέλος, πάντα συζητούσαμε πολιτικά, άκουγε όλες τις ειδήσεις, ήταν ενημερωμένος ώς το τέλος.

Πέθανε το 2009, σε ηλικία 90 ετών. Η μητέρα μου είχε πεθάνει 14 χρόνια πριν, το 1995. Από τότε ο πατέρας δεν βγήκε ποτέ από το σπίτι – ούτε στην μπροστινή αυλή, μόνο μια φορά που χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο. Ετσι αποφάσισε να την πενθήσει».

✎ Η μητέρα:

«Η μητέρα το 1967 ήταν 39 ετών και ήταν οργανωμένη στην ΕΔΑ (σ.σ. Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά). Η ίδια, το γένος Χαλβατζή, είχε πατέρα ναυτικό που ήταν οργανωμένος με το καΐκι του στο ΕΛΑΝ (σ.σ. το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό ήταν το αντιστασιακό ναυτικό που έδρασε σε διάφορες θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας την περίοδο της Κατοχής και διαλύθηκε μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας).

Είχε πάρει την οικογένεια και μένανε έξω από τον Βόλο, στη Γατζέα. Ηταν οικογένεια με τρία παιδιά, δύο αδελφές και έναν αδελφό. Αυτά τα παιδιά, που ήταν θεία και θείος για μένα, εγώ δεν τα γνώρισα ποτέ, πέθαναν από σακχαρώδη διαβήτη. Η θεία μου πέθανε λίγο μετά τον γάμο των γονιών μου. Οπότε, όταν οι χουντικοί πήραν τους γονείς μου, δεν είχα κανέναν συγγενή.

Εκείνη τη μέρα, την πρώτη της χούντας, ήρθαν θυμάμαι δυο-τρεις με πολιτικά στο σπίτι. Εγώ έπαιζα στην αυλή και με ρώτησαν πού είναι το σπίτι του κυρίου Φράγκου. Εγώ νόμιζα ότι ήταν πελάτες του μπαμπά και πήγα να τον φωνάξω. Ο μπαμπάς μόλις τους είδε κατάλαβε, θυμάμαι άλλαξε η έκφρασή του. “Κύριε Φράγκου, ακολουθήστε με” του είπαν.

Εκείνη την ώρα βγαίνει και η μητέρα να δει τι γίνεται. Και την πήραν κι εκείνη. “Θα πάρω και το παιδί, δεν έχω πού να τ’ αφήσω” είπε εκείνη και με πήρε μαζί.

Τότε μια γειτόνισσα, ξαδέλφη του πατέρα, η θεία Μαρία Σουβατζή, ζήτησε να με αφήσουν μαζί της. Η μαμά μου όμως με πήρε μαζί. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας και μας πήγαν στο Κιόσκι. Εκεί μ’ αφήσαν απέξω και πήραν τους γονείς μου – δεν τους ξαναείδα.

Εμεινα εκεί και περίμενα. Σαν παιδάκι, 6 χρόνων, τα είχα χαμένα και έκλαιγα. Εβλεπα γνωστούς να μπαίνουν και ζητούσα τους γονείς μου. Κάποια στιγμή ήρθαν οι αστυνομικοί και με πήραν με σκοπό να με πάνε στο ορφανοτροφείο.

Στον δρόμο, ο οδηγός λέει: “εγώ το παιδί δεν θα το πάω στο ορφανοτροφείο, θα το πάω σ’ αυτή την κυρία που είπε να το κρατήσει”. Εκανε κάτι καλό – δεν τον ξαναείδα από τότε να τον ευχαριστήσω.

Μετά από λίγο καιρό πήγα σε άλλη μια γειτόνισσα, ξεκίνησα και το σχολείο. Για λίγο καιρό έμεινα και στο αφεντικό της μαμάς, τον κ. Χωριανόπουλο. Σπουδαίος άνθρωπος, αριστερός. Ενώ δεχόταν -όπως και κάθε εργοδότης- αφόρητες πιέσεις να απολύσει κάθε αριστερό ή αντιφασίστα-αντιχουντικό εργαζόμενο, ο ίδιος (έφτιαχνε ορθοπεδικές ζώνες στον Αγιο Συμεών) όχι μόνο βοήθησε εμένα αλλά και κράτησε τη θέση για τη μητέρα μου τα δυόμισι χρόνια που ήταν φυλακή.

Αυτό ήταν σωτήριο για την οικογένεια, γιατί όταν επέστρεψε η μητέρα, ήμασταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Να φανταστείς, πάθαμε και οι δύο τύφο, καθώς το σπίτι ήταν κλειστό και η βρύση ήταν σε αχρηστία. Πού να μην είχε και δουλειά. Θα πεθαίναμε. Ετσι είναι – αν δεν τους εξόντωναν στις φυλακές και τις εξορίες, υπήρχε και το μετά…

Επί χούντας η μητέρα μου πήγε εξορία στη Γυάρο και μετά στις φυλακές της Αλικαρνασσού στην Κρήτη.

Μετά την Α’ Δημοτικού, έμεινα με τους νονούς μου, την Αδαμαντία και τον Κώστα Φασά, που τους χρωστάω πολλά. Με στήριξαν σαν δικό τους παιδί».

✎ Αναμνήσεις:

«Ολα αυτά με μεγάλωσαν απότομα. Στην εφηβεία, με φώναζαν “γριά σοφή”. Μα ήταν δύσκολα σαν ήμουν παιδί. Αυτό που προσπαθούσαν να κάνουν οι χουντικοί ήταν να κλονίσουν την πίστη του παιδιού προς τους γονείς του.

Μου έλεγαν ότι οι γονείς σου δεν έρχονται επειδή δεν σε αγαπάνε και γι’ αυτό δεν υπογράφουν. Κι εγώ τους απαντούσα “δεν θέλουν να προδώσουν, γι’ αυτό δεν υπογράφουν”.

Ηταν πολλά για να διαχειριστεί ένα εξάχρονο. Θυμάμαι ο κ. Χωριανόπουλος μου έδωσε το σακάκι που φορούσε η μητέρα στη δουλειά της. Το κρατούσα όλα τα χρόνια που έλειπε (πάνω από δύο) και το μύριζα. Εως σήμερα δεν έχω ξεχάσει τη μυρωδιά της αυτή. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια το φορούσα ακόμη.

Τόσο μου έλειπαν οι γονείς μου, που αποφάσισα να γράψω το γράμμα στον υπουργό, που το έχετε στα χέρια σας. Ημουν 7 ετών τότε. Φυσικά, ποτέ δεν πήρα απάντηση ούτε το αίτημά μου ικανοποιήθηκε.

Η μητέρα μου δεν είχε βασανιστήρια, είχε όμως εγκλεισμό και στερήσεις. Θυμάμαι που είχε οργανωθεί επισκεπτήριο, να πάμε τα παιδιά με καράβι να δούμε τους γονείς μας στη Γυάρο. Η μητέρα μου δεν δέχτηκε να πάω. Τότε με είχε στενοχωρήσει πολύ που δεν ήθελε να με δει. Μετά κατάλαβα: ήξερε ότι αν με έβλεπε, δεν θα άντεχε».

✎ Η ίδια:

«Σπούδασα Αρχιτεκτονική στη Ρουμανία από το 1978 μέσω κάποιων υποτροφιών που δόθηκαν στο ΚΚΕ Εσωτ. και τον “Ρήγα Φεραίο” και των βαθμών μου από το Λύκειο. Τώρα βρίσκομαι στη Λέσβο και εργάζομαι σε φορέα του υπουργείου Πολιτισμού.

Δε συμφωνώ με την άποψη όσων συγκρίνουν τη σημερινή κατάσταση με τη χούντα. Εχουμε επιτροπεία από την Ευρώπη, αλλά αυτό είναι διαφορετικό.

Στη Λέσβο, έχουμε και το μεγάλο θέμα με τους μετανάστες: μας βοηθά να μη χάνουμε την ανθρωπιά μας. Εχουμε βέβαια και ενεργούς φασίστες, καθώς και άλλους που τους βοηθούν με την παθητική τους στάση. Μα αυτοί πάντα υπήρχαν. Και τότε, μπορεί να μην είχαμε χουντικούς γείτονες, μα ανθρώπους που δεν παίρναν θέση.

Δεν ξέρω αν έχω αλλάξει από τότε, 50 χρόνια μετά. Σίγουρα έχω κρατήσει πράγματα που έμαθα τότε: πως στη ζωή μας ζούμε συλλογικά, συντροφικά, με συνεννόηση και αλληλοκατανόηση. Αυτό έμαθα από τους γονείς μου, αν και μοναχοπαίδι. Εμαθα να έχω γνώμη και να παίρνω θέση από μικρή, αλλά ταυτόχρονα να σέβομαι και τη γνώμη των άλλων».

Πηγή:http://www.efsyn.gr

 

Picture4

Η «αθώα» και «επιστημονική» αναμόχλευση του παρελθόντος, ελάχιστα αφορά το τότε.

Ο πρώτος, δημοσιογράφος, είχε ζητήσει ήδη από τον Απρίλιο του 2010, την αναστολή άρθρων του Συντάγματος, όπως εκείνα για την ελευθερία των συγκεντρώσεων και την προκήρυξη των απεργιών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η λαϊκή οργή μπροστά στον βαρύ λογαριασμό των πρώτων, μνημονιακών μέτρων. Η άλλη, βουλευτίνα Επικρατείας κυβερνώντος κόμματος, είχε διαπιστώσει ότι «οι πολιτικές του ΔΝΤ μόνο σε χώρες με δικτατορικά καθεστώτα περνούν και πετυχαίνουν χωρίς αντιδράσεις-ευτυχώς… ή δυστυχώς». Ο επόμενος, δημοσιογράφος και «ιστοριοδίφης», ισχυριζόταν ότι η ναζιστική Χρυσή Αυγή επιδίδεται σε «ακτιβισμούς» στο κέντρο της Αθήνας και συνάδελφός του με αποδοχές και σύνταξη διευθυντή μεγάλης, ελληνικής τράπεζας θεωρούσε ότι «η χώρα έχει ανάγκη μια σοβαρή Χρυσή Αυγή».

Τη σκυτάλη, πήρε πρώην πράσινος εκσυγχρονιστής υπουργός, που υποστήριζε ότι «χρειάζεται να επιβληθούν μεγάλες πειθαρχίες στην ελληνική κοινωνία», χωρίς να μπει στον κόπο να διευκρινίσει τον τρόπο-γινόταν έμμεσα κατανοητός. Έτερος Καππαδόκης, γαλάζιος αυτή τη φορά υπουργός, δήλωνε ότι εμπνεόταν από το παράδειγμα «του κυβερνήτη Μεταξά» – προφανώς ενθυμούμενος την ΕΟΝ, το «αντικομμουνιστικό και αντικοινοβουλευτικό κράτος», το ρετσινόλαδο, τις εκπαραθυρώσεις κομμουνιστών κρατουμένων ή την Ειδική Ασφάλεια και τα χαμόγελα με τον Γκαίμπελς.

Κατόπιν, ένας ψευδοφιλόσοφος, γυρολόγος τηλεοπτικών πάνελ και αποτυχημένων συνεδριάσεων ομαδικής ψυχοθεραπείας του κιτσαριού των ελλήνων νεόπλουτων, διατυμπάνιζε, συνεπικουρούμενος από πολιτικό «επικεφαλής» νούφαρων, ότι «η χούντα άφησε μηδέν χρέος». Στο μεσοδιάστημα, αρθρογράφοι, επικοινωνιολόγοι, δημοσιολόγοι, διάφοροι φελλοί και μαϊντανοί της κατηγορίας «ο χρήσιμος ηλίθιος της εβδομάδας» έγραφαν και μιλούσαν υπονομευτικά και απαξιωτικά για «τη Μεταπολίτευση, που μας έφτασε έως εδώ», τις «πληγές του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού», τα «όσα δεν έγιναν 40 χρόνια για να αναπτυχθεί η Ελλάδα, λόγω αριστερής, ιδεολογικής ηγεμονίας» και άλλα συναφή. Ενδιαμέσως και σε τακτά διαστήματα μηρυκάζεται η γνωστή καραμέλα περί «μεταπολιτευτικής βίας μόνο από την Αριστερά» από αρχηγούς μεγάλων κομμάτων, που κλείνουν πονηρά το εξουσιαστικό μάτι στα θολά και βρώμικα νερά της ακροδεξιάς ψήφου.

Και μετά… επανέκαμψε ο κάθε καψοκαλύβας, που πυρπολεί κατά το δοκούν τη σύγχρονη, ελληνική ιστορία, δήθεν από αυστηρά, επιστημονικό ενδιαφέρον-και σπεύδουν να τον υπερασπιστούν γι’αυτό όλοι ή σχεδόν όλοι οι προηγούμενοι. Δεν είναι εξάλλου, η πρώτη φορά-το κακό ξεκίνησε «ανώδυνα» κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν ο ελάχιστα κρυπτόμενος ενθουσιασμός από την κατάρρευση του «υπαρκτού» και την… επικράτηση του «τέλους της ιστορίας» έγινε η αφορμή για ένα γενικό ξεσάλωμα και ξήλωμα της ιστορίας και της πραγματικότητας καθεαυτής. Ήπια, ορισμένοι μίλησαν για «αναθεωρητισμό»-στην πραγματικότητα ήταν εκτεταμένη χάλκευση, με απώτερο σκοπό την παλινόρθωση της πιο αντιδραστικής εθνικοφροσύνης του μαυραγοριτισμού, του δωσιλογισμού, του ταγματασφαλιτισμού και της μακριάς, παρακρατικής χείρας, που έμενε μαύρη εφεδρεία στα σκοτεινά παρασκήνια του αστισμού. Αυτής που εξέθρεψε το μετεμφυλιακό κράτος(πάντα έτοιμο να κινητοποιήσει στα δύσκολα «έναν λοχία», όπως απαιτούσε υστερικά και ιστορική εκδότρια της εποχής, αρκεί να ήταν ο «δικός μας (τους) λοχίας»). Έτσι κύλησε η δεκαετία του ‘90 και τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, καθώς πάλευαν να σκάψουν τον λάκκο του κομμουνισμού και των ταξικών υποθέσεων και αναμετρήσεων. Και εκεί, που έσκαβαν τον λάκκο, όπως πχ στις περιπτώσεις των «άλλων» καπετανέων, έπεφταν οι ίδιοι μέσα-εντελώς μέσα, με το κεφάλι, όχι όπως στις αποτυχημένες δημοσκοπήσεις τους.

Ξεστρατίσαμε όμως. Το θέμα είναι γιατί «ξαφνικά» ενέσκηψε αυτή η φαγούρα για τη Χούντα και την αποκατάσταση μιας συγκεκριμένης αποτίμησής της, που συνδέεται ουσιωδώς, λόγω πρωταγωνιστών, ιδεολογίας και κοινωνικών και πολιτικών ρηγμάτων, πρώτα με την Κατοχή και την Αντίσταση και μετά με τον Εμφύλιο μέσα από το πρίσμα που επέβαλε ο παλινορθωμένος μετεμφυλιακός λόγος της εθνικοφροσύνης. Όπως ήδη από τον πρόλογο έχει διαπιστώσει ο μέχρις εδώ αναγνώστης, δεν υπάρχει τίποτα το «ξαφνικό» σε μια κατάσταση που άρχισε να ανθίζει και να απλώνει τα δηλητηριώδη πλοκάμια της σχεδόν ταυτόχρονα με την επιβολή των μνημονίων. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Διαβλέποντας την όξυνση της ταξικής αναμέτρησης, το τέλος μιας διαταξικής, πολιτικής στράτευσης στον χρεοκοπημένο γαλαζοπράσινο δικομματισμό, την απονομιμοποίηση των αστικών ηγεσιών σε όλο το φάσμα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής, καθώς και τον επανακαθορισμό των εργατικών στρωμάτων και των υποτελών τάξεων από και προς τα αριστερά, το ελληνικό αστικό μπλοκ εξουσίας αναζητά νέες νομιμοποιήσεις της παρουσίας του, νέες διεξόδους στα στρατηγικά αδιέξοδα της ΕΕ και της Ευρωζώνης και κυρίως νέες πειθαρχήσεις των μαζών μπροστά στο φάσμα μιας 40χρονης σχεδόν υπερλιτότητας, που θα αυξήσει ραγδαία τους παρίες αυτού του τόπου-και επομένως τη δυσαρέσκεια και το μαρξικό, ταξικό μίσος, το τόσο «ξορκισμένο» και…ξοφλημένο στη δεκαετία του 1990-η γλυκιά εκδίκηση του «τέλους στο τέλος της ιστορίας».

Με απλά λόγια, η «αθώα» και «επιστημονική» αναμόχλευση του παρελθόντος, ελάχιστα αφορά το τότε. Στην πραγματικότητα, αφορά το άμεσο μέλλον και τις επιλογές του αστισμού, που αναζητά νέους «λοχίες» για να επιβάλουν τις μεγάλες και αιματηρές «πειθαρχίες» στη πολλά υποσχόμενη για τα κέρδη των μεν και τις απώλειες των δε λιτότητα του εν πολέμω ευρισκόμενου καπιταλισμού στις επόμενες δεκαετίες, στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Πηγή:https://rproject.gr

Picture2

Noel Halifax

Όταν οι ομοφυλόφιλοι και οι Μαύροι Πάνθηρες ενώθηκαν

Τον Αύγουστο του 1970 ο Χιούι Νιούτον έγραψε στην εφημερίδα των Μαύρων Πανθήρων μια «Επιστολή προς τους Επαναστάτες Αδελφούς και Επαναστάτριες Αδελφές για την Απελευθέρωση των Γυναικών και την Απελευθέρωση των Ομοφυλοφίλων», υποστηρίζοντας ότι ήταν σύμμαχα επαναστατικά κινήματα και ζητώντας τη δέσμευση των Πανθήρων ότι θα υποστηρίξουν την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

Αυτό ήταν ασυνήθιστο για μια εποχή, όπως τη δεκαετία του 1970 κατά την οποία ο σταλινισμός και ο μαοϊσμός που κυριαρχούσαν στην αριστερά, ειδικά στις ΗΠΑ, έβλεπαν και οι δύο την ομοφυλοφιλία σαν μια αστική παρέκκλιση – ένα χόμπι για τις παρακμιακές ανώτερες τάξεις. Λοιπόν, πώς προέκυψε αυτό;

 
«Στο τρίτο δεκαήμερο του Ιούνη έφτασε ως εμάς η είδηση ότι σκοτώθηκε ο Διαμαντής. Στην αρχή δεν την πιστεύαμε. Τη θεωρούσαμε προπαγανδιστικό κόλπο. Πόσες φορές δεν κυκλοφορούσαν ψεύτικες ειδήσεις για θανάτους αγωνιστών! Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Δεν θέλαμε κιόλας να το πιστέψουμε. Μείναμε, όμως, άφωνοι όταν έπεσε στα χέρια μας μια εφημερίδα “Ακρόπολις”, που είχε τον Διαμαντή νεκρό. Όσο κι αν φρόντισε ο Γκούρας να την εξαφανίσει για να μην την δουν όλοι οι μαχητές που ήταν κοντά μας κι επηρεαστούν, το κακό είχε γίνει. Ο Διαμαντής είχε σκοτωθεί, ο κυβερνητικός στρατός κατάφερε να δώσει το μεγαλύτερο πλήγμα στο ΔΣ Ρούμελης, στο κίνημα της περιοχής μας. Γι’ αυτό και πανηγύριζε». Στις 21 του Ιούνη 1949 πέφτει νεκρός από βόλι ο θρυλικός Καπετάν Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου), υποστράτηγος, διοικητής της 2ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και στέλεχος του ΚΚΕ. Ο Διαμαντής υπήρξε λαογέννητος ηγέτης με τεράστιο κύρος σε δικούς κι εχθρούς. Ήταν ο διοικητής που αγαπούσαν  οι μαχητές και οι μαχήτριες του ΔΣΕ και ο λαός και που θαύμαζαν ―αν και τον έτρεμαν και τον μισούσαν―, οι πολιτικοί και στρατιωτικοί του αντίπαλοι. Οι στρατιωτικές μέθοδοι που εφάρμοσε ο καπετάνιος της Ρούμελης έγιναν αντικείμενο μελέτης στα επιτελεία του κυβερνητικού στρατού και μάθημα στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Ο θάνατός του συντάραξε τη Ρούμελη που τον έκλαψε απ’ άκρη σ’ άκρη και σκόρπισε θλίψη στους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ και στο λαό, που έχασαν έναν από τους πιο αγαπητούς ηγέτες τους. Ο Γιάννης Αλεξάνδρου, του Κομνά, γεννήθηκε το 1914 στην Κάτω Αγόριανη (Λιλαία) του νομού Φωκίδας, από αγροτική οικογένεια. Ο παππούς του Λουκάς Αλεξάνδρου, υπήρξε συμπολεμιστής του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς. Μόλις έβγαλε το γυμνάσιο οργανώθηκε στην Ένωση Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ). Θα γίνει μέλος του ΚΚΕ όντας φοιτητής της Νομικής στη Θεσσαλονίκη και θα συμμετέχει ενεργά και αγωνιστικά  στο φοιτητικό και λαϊκό κίνημα. Πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο και στην Κατοχή (1941) ήταν από τους πρωτεργάτες της οργάνωσης της Αντίστασης στο χωριό του και στην ευρύτερη περιοχή, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Στις αρχές του 1942 θα συναντηθεί με τον Άρη Βελουχιώτη που προσπαθεί να δώσει σάρκα και οστά στον ένοπλο αγώνα, και τον Ιούλη του ίδιου χρόνου θα βγει στον Παρνασσό, αποτελούμενη από ένοπλους αντάρτες, η περίφημη «8η Ομάδα». Της ομάδας  ηγείται ο καπετάν Διαμαντής. Χαρακτηριστικό της ευστροφίας και των ικανοτήτων του να αντιμετωπίζει τις δύσκολες καταστάσεις είναι το περιστατικό στο οποίο οφείλεται το αγωνιστικό του ψευδώνυμο «Διαμαντής», όπως το περιγράφει ο Γιώργης Μωραΐτης: «Πήγε σε μια παράνομη σύσκεψη στη Λαμία, προπολεμικά. Έπεσαν σε παρακολούθηση. Ξέφυγε. Στο κοντινό χωριό Κόμα καταφθάνουν οι χωροφύλακες. Στο καφενείο που κάθισε, έριξαν μια ματιά. Εσύ πώς λέγεσαι; ρώτησαν. Διαμαντής, απάντησε. Οι Διαμανταίοι είχανε καλό όνομα στο χωριό. Δεν τον γνώριζαν. Και γλίτωσε. Όταν βγήκε αντάρτης, το ανέσυρε από το παρελθόν και έγινε ο Καπετάν Διαμαντής». «Διαμαντή τον λέγανε, οι φασίστες έτρεμαν…» - Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής), ο θρυλικός καπετάνιος της Ρούμελης Μέσα από τη δράση της «8ης Ομάδας» θ’ αρχίσουν να ξεδιπλώνονται οι πολιτικές, οργανωτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Ο Διαμαντής θα συμμετέχει στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου αναλαμβάνοντας μια από τις πιο υπεύθυνες αποστολές και στη συνέχεια θ’ αναδειχτεί πολιτικός καθοδηγητής του Αρχηγείου ΕΛΑΣ Παρνασσίδας. Όταν ο ΕΛΑΣ θα γίνει ταχτικός στρατός, ο Διαμαντής θα βρεθεί στη θέση του καπετάνιου στο 34ο Σύνταγμα της 2ης Μεραρχίας, με χώρο ευθύνης κυρίως την Αττικοβοιωτία. Μετά από πολλές μάχες, τον Δεκέμβρη του ΄44, στην ένοπλη επέμβαση των Άγγλων, συμμετέχει με το Σύνταγμά του στη Μάχη της Αθήνας και υπερασπίζεται με ηρωισμό τον τομέα του Σανατορίου «Σωτηρία». Παίρνει το βαθμό του ταγματάρχη. Μετά την απαράδεκτη συμφωνία της Βάρκιζας αναγκάζεται καταδιωκόμενος να βγει στο βουνό. Εκεί, στον Παρνασσό, θα σχηματίσει το 1946 την πρώτη ομάδα ενόπλων της περιοχής και θα συμβάλλει στη συγκρότηση του ΔΣΕ στην Παρνασσίδα και στη Ρούμελη. Ως επικεφαλής του Αρχηγείου Παρνασσίδας, το 1947 θα δώσει σημαντικές μάχες (Αράχωβα, Λοκρίδα, Άμφισσα) και θα ελευθερώσει όλο τον ορεινό όγκο της Ρούμελης. Οι ικανότητές του και η δράση του μαθεύονται παντού. Το όνομά του προφέρεται από συναγωνιστές και εχθρούς με δέος. Οι αντίπαλοι τον φοβούνται, οι φασίστες τον τρέμουν. Το 1948 ο Καπετάν Διαμαντής αναλαμβάνει διοικητής της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ (πρώην Αρχηγείο Ρούμελης). Ονομάζεται συνταγματάρχης και στη συνέχεια υποστράτηγος. Από τη θέση αυτή αναδεικνύονται πλήρως οι στρατηγικές του ικανότητες και τα ηγετικά του προσόντα. Μαζί με τον Καπετάν Γιώτη, υποστράτηγο Χαρίλαο Φλωράκη,  διοικητή της 1ης Μεραρχίας, στις αρχές του 1949 καταλαμβάνουν το Καρπενήσι (στις 20-21 Γενάρη 1949 – ίσως η κορυφαία επιχείρηση του ΔΣΕ στη Ρούμελη), και το κρατούν για είκοσι μέρες. Ήταν επιτυχία μεγάλης πολιτικοστρατιωτικής σημασίας, που συνοδεύτηκε με παρασημοφορία τους από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση. Ο Διαμαντής είχε πολλά ψυχικά και ηθικά χαρίσματα. Ήταν ψύχραιμος, αποφασιστικός και υπομονετικός στα δύσκολα. Τέρας αντοχής, οδηγούσε τις ατέλειωτες πορείες από βουνό σε βουνό φορτωμένος, αν και διοικητής, το βαρύ οπλοπολυβόλο, χωρίς ν’ αγκομαχά ή να παραπονιέται, νηστικός και άυπνος. Ενθάρρυνε τους αδύναμους και υπήρχαν φορές που στερούταν ακόμα και την πενιχρή μερίδα του για να φάει κάποιος μαχητής ή μαχήτρια που λιγοθυμούσε. Να, πώς τον θυμάται ο Χαρίλαος, πολλά χρόνια αργότερα:  «Ο Διαμαντής ήταν καλόκαρδος και το χαρακτηριστικό του ήτανε το γέλιο. Ήτανε άνθρωπος που γελούσε» (βλέπε περισσότερα παρακάτω). Τον χαρακτήριζε η άκαμπτη επιμονή. Δεν σταματούσε, αν η αποστολή (μικρή η μεγαλύτερη δεν τη ξεχώριζε) δεν ολοκληρωνόταν. Έβρισκε πάντα τρόπους να ξεπερνάει τις μεγαλύτερες δυσκολίες και εμπόδια, χωρίς αυτά να φτάνουν προς τα κάτω (μαχητές) και κυρίως χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του. Ήταν σεμνός, απλός και καταδεχτικός με όλους. Ανιδιοτελής, δεν προέβαλλε τον εαυτό του, αναδείκνυε τα λάθη του, έκανε πρώτος αυτοκριτική μετά τη μάχη και παρακινούσε το ίδιο να κάνουν κι οι άλλοι. Μετά απ’ αυτά δεν είναι ν’ απορεί κανείς γιατί ο Καπετάν Διαμαντής είχε κατακτήσει, εκτός από την εμπιστοσύνη, και τις καρδιές των μαχητών του. Ισάξια και πάνω ίσως απ’ όλα τ’ άλλα, ο Διαμαντής ήταν ατρόμητος πολεμιστής και μεγάλος μάστορας της πολεμικής τέχνης. Δίνοντας  εκατοντάδες μάχες στον ΕΛΑΣ και στο ΔΣΕ έκανε πολλούς μεγαλογαλονάδες του κυβερνητικού στρατού ν’ αναγνωρίσουν το μεγαλείο της ευφυΐας του  και την υπεροχή του και ακόμα και αυτοί που, από εγωισμό, δεν το έκαναν ανοιχτά, από τις καταγραμμένες διαταγές τους στις πολεμικές  επιχειρήσεις φαίνεται ότι όχι απλά τον υπολόγιζαν μα και τον φοβούνταν. «Διαμαντή τον λέγανε, οι φασίστες έτρεμαν…» - Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής), ο θρυλικός καπετάνιος της Ρούμελης Ο Καπετάν Γιώτης (Χαρίλαος Φλωράκης) θυμάται: «Τον Διαμαντή τον γνώρισα το Μάρτη του 1943 στο Μαυρολιθάρι, που ήταν τότε εκπρόσωπος του ΕΑΜ στο Αρχηγείο Παρνασσίδας. Από την πρώτη στιγμή συνδεθήκαμε ιδιαίτερα και μου έκανε εντύπωση για την απλότητά του, όπως εντύπωση μου έκανε και η λιτότητα που τον διέκρινε στην εμφάνιση και στη διαβίωση. Στις σχέσεις του με τους αντάρτες έδινε όλα τα χαρακτηριστικά ενός λαϊκού ηγέτη. Από τότε ήταν στενή η συνεργασία μας, ως τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Ανήκαμε κι οι δυο στην 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, που, μετέπειτα εξελίχτηκε στη 2η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Ο Διαμαντής ήταν καλόκαρδος και το χαρακτηριστικό του ήτανε το γέλιο. Ήτανε άνθρωπος που γελούσε. Θα μου μείνει αξέχαστη μια σκηνή στις επιχειρήσεις του Δεκέμβρη 1944: »Στην επιχείρηση που έγινε ενάντια στους Εγγλέζους, οι οποίοι ήσαν εγκατεστημένοι στα ξενοδοχεία της Κηφισιάς, ένας αντάρτης σύνδεσμος του Διαμαντή βρήκε μια φορητή μικρή κινηματογραφική μηχανή. Ήρθε κι έδωσε τη μηχανή σε μένα και τη δερμάτινη θήκη της μηχανής στο Διαμαντή, γιατί η θήκη ήταν δερμάτινη και το δέρμα την εποχή εκείνη ήταν δυσεύρετο. Φυσικά, θα μου μείνουν αξέχαστα τα ξεκαρδιστικά γέλια του Διαμαντή για την τέτοια επιλογή του συνδέσμου του, ο οποίος εκτίμησε περισσότερο τη δερμάτινη θήκη από την ίδια τη μηχανή. »Με το Διαμαντή ξανανταμώσαμε αρχές του 1947 στη Γκιώνα. Στη συνέχεια περάσαμε στον Παρνασσό και από τότε συνεργαστήκαμε στενά μέχρι τον ηρωικό θάνατό του. Οργανώσαμε μαζί πολλές επιχειρήσεις ―την επιχείρηση Καρδίτσας, Καρπενησιού, Βάλτου και πολλές άλλες. Μου είναι δύσκολο να βρω κατάλληλες λέξεις να περιγράψω τα χαρίσματα και τις ικανότητες του Διαμαντή. Δεν μιλάω, φυσικά, για τις στρατιωτικές του ικανότητες και ιδιαίτερα για την ταχτική του αντίληψη. Αυτές έχουν αναγνωριστεί και από τους αντιπάλους. Θα αναφερθώ σ’ ένα χαρακτηριστικά γεγονός που μαρτυράει το ήθος και την κομματικότητα: »Ήτανε Απρίλης του ’47. Ήμασταν οι δυο μας στο χωριό Κολοκυθιά της ορεινής Παρνασσίδας, όταν ήρθε κάποιο διοικητικό στέλεχος μιας στρατιωτικής μονάδας κι έκανε παράπονα στο Διαμαντή για τον κομματικό υπεύθυνο της μονάδας, ότι είναι νέος κλπ. Ο Διαμαντής τον άκουσε και του είπε χαρακτηριστικά: Εμένα και ένα αετόπουλο να του έβαζε το κόμμα σαν καθοδηγητή, θα το δεχόμουνα…». «Διαμαντή τον λέγανε, οι φασίστες έτρεμαν…» - Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής), ο θρυλικός καπετάνιος της Ρούμελης Η αναγνώριση του αντιπάλου «Στο βιβλίο “Ο θάνατος ενός Ταξιάρχου” του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, που κυκλοφόρησε το 2001 (από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ») και στη σελίδα 56 αναφέρεται: Ό υποστράτηγος Ζαφειρόπουλος αλλά και ο ταξίαρχος Παναγιωτόπουλος, ημιεπίσημοι εκφραστές της άποψης του ΓΕΣ, επιχείρησαν να δικαιολογήσουν τη δυσερμήνευτη απραξία, αναφέροντας ότι δεδομένης της «αντιμετωπιζόμενης γνωστής και από το παρελθόν επιδεξιότητος, πονηρίας, δραστηριότητος και ευελιξίας του Διαμαντή και της παρατηρηθείσης κοπώσεως εις τας μονάδας της ΑΣΔΣΕ, αποφασίστηκε αναστολή της περαιτέρω καταδίωξης των ανταρτών, καθώς κρίθηκε ότι οι νέες συνθήκες επέβαλλαν προσαρμογήν διατάξεως και ολίγων ημερών ανάπαυσιν των μονάδων απολύτως αναγκαία εις αυτάς (σ.σ εννοεί το διάστημα αμέσως μετά το Λιδωρίκι)». Ενώ μιλάνε για αναστολή δίωξης, συνέχιζαν τη δίωξη του Διαμαντή και της μικρής δύναμης του, με μια ταξιαρχία, 10 τάγματα, αεροπορία και πυροβολικό. Σε άλλο σημείο του βιβλίου του ο υποστράτηγος Ζαφειρόπουλος χαρακτηρίζει τον Διαμαντή: «Έμπειρο και ικανό αρχηγό», ο δε ταξίαρχος Παναγιωτόπουλος, συνοψίζοντας τη δράση του Διαμαντή και της 2ης Μεραρχίας, επισημαίνει ότι: «Υπήρξεν αντίπαλος πείσμων, αποφασιστικός, πειθαρχών, αφοσιωμένος εις την αποστολήν του και απολύτως γνώστης του χώρου ενέργειας του», (σελ. 20). Ένας άλλος ταξίαρχος: Ό Αχιλλέας Δημοτάκης εξαίρει τη στάση του Διαμαντή απέναντι στον Μίμη (σ.σ. το Μαρκόπουλο), όσο καιρό τον είχε μαζί του. Μάλιστα αυτός ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αιμοβόρος (ο Διαμαντής), όπως τον παριστάνουν οι εφημερίδες” (γράφει ο Λεων. Καλλιβρετάκης στη σελίδα 80 του βιβλίου του). Αλλά και ο επικεφαλής όλων των κυβερνητικών δυνάμεων στη Ρούμελη, ο αντιστράτηγος Τσακαλώτος, σκληρός κι εγωιστής, απέφυγε να δώσει κάποιο χαρακτηρισμό για τις ικανότητες του Διαμαντή, αλλά στις διαταγές του προς τους επικεφαλής των τμημάτων του τόνιζε: «ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ και μόνον ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ»! Ήταν ο βασικός στόχος του, όταν οι δυο Μεραρχίες I και II κινήθηκαν ΝΑ του Καρπενησίου, το Φλεβάρη του 1949. Αναγνώριζε έτσι τη μεγάλη αξία του (σελ. 480 από τα Αρχ. Εμ. Πολ. ΓΕΣ).»* *** Στις 21 του Ιούνη 1949 ένα βόλι θα ρίξει στην αιματοποτισμένη  γη της Ρούμελης τον σταυραετό της. «Απλός σαν χωριάτης, σεμνός, σαν άγιος, αθόρυβος και αφανής, σαν ήρωας»… Το άψυχο κορμί του Διαμαντή θα πέσει στα χέρια τμήματος του κυβερνητικού στρατού. Στέκονται σαστισμένοι, δεν πιστεύουν ότι έχουν στα χέρια τους νεκρό τον θρυλικό Διαμαντή. Κάποιοι φανατισμένοι θα θελήσουν να του κόψουν το κεφάλι  για να το διαπομπεύσουν, μια συνηθισμένη πρακτική αυτών που ήθελαν να σώσουν την Ελλάδα απ’ τους κομμουνιστές. Τότε, δίχως σκέψη, ο διοικητής τους τους λέει: «Αφήστε τον. Μας ξεφτίλισε ζωντανός. Να μη μας ξεφτιλίσει και νεκρός». Το μικρό μας αφιέρωμα θα κλείσει με τα λόγια και λίγους στίχους του μαχητή του ΔΣΕ Αποστόλη Κουφάκη: «Διαμαντή τον λέγανε, οι φασίστες έτρεμαν. Βουνά και κάμποι ελεύθερα ανασαίνανε. Τον τραγουδάει ο Παρνασσός, τον μολογάει η Γκιώνα, τον καμαρώνουν τα Βαρδούσια. Είναι πάντα γελαστός. Η Λιάκουρα αφουγκράζεται, βουή σκεπάζει τα Βαρδούσια. Που ’ναι ο Διαμαντής; Τουφεκιές ακούγονται. Η Λιάκουρα αναστενάζει, καλεί τα παλληκάρια. Εδώ μαζί μας είναι, με τον Διάκο κουβεντιάζει. Ο σύντροφος Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου, από την Κάτω Αγόριανη Παρνασσίδας), διοικητής του Αρχηγείου Ρούμελης 2ης Μεραρχίας, ο σταυραετός της Ρούμελης, σκοτώθηκε στις 21/6/1949 βορειοανατολικά του Αη Γιάννη των Μαρμάρων Φθιώτιδας, απέναντι από την τοποθεσία Παπα τ’ Αλώνια, σε απόσταση 1.500 μέτρων από την εκκλησία. Τιμή και δόξα στον ατρόμητο αθάνατο στρατηλάτη. Ο αετός της Ρούμελης, λιοντάρι, τον έτρεμαν οι εχθροί και εθνοπροδότες. Από τους πρώτους, 1942-1949, παραδειγματικά μας δίδασκε στον αγώνα για Δημοκρατία, Σοσιαλισμό. Πρόσεχε τους αντάρτες σαν παιδιά του. Λαϊκός ηγέτης, αφοσιωμένος στον αγώνα και στον άνθρωπο, αγνός, ντόμπρος, απλός, σεμνός, συνεπής, ήρεμος, γελαστός, σωστός κομμουνιστής. Έζησα τρία χρόνια μαζί του και του χρωστάω, δίχως καμιά υπερβολή, μεγάλη ευγνωμοσύνη για όλα τα καλά που μου έδωσε. Αιώνια η μνήμη του.»   Βιβλιογραφία – πηγές: (1) Χρήστου Θεοχαράτου, «Χαρίλαος Φλωράκης και λαϊκό κίνημα (λόγος αναιρετικός)» Τόμος Α΄, εκδ. Τυποεκδοτική, Αθήνα 2001. (2) Γιώργη Μωραΐτη, στα 66 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή). Στον Ριζοσπάστη της 27 Ιούνη 1999 και στο περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, της ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ (τ. 166,  Απρίλης – Ιούνης 2015). *(3) Κώστα Δ. Πεντεδέκα: «88 Μονάδα χώρου. Διλοχία Γκούρα της ΙΙ Μεραρχίας του θρυλικού Διαμαντή», εκδ. ΕΝΤΟΣ (4) Γούσια (Γιώργη Βοντίτσιου): «ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ». Άρθρο στο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός», Ιούλης 1949 (δίτομη έκδοση του Ριζοσπάστη, Αθήνα 1996). (5) Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, της ΠΕΑΕΑ – ΔΣΕ (τ. 131,  Ιούλης – Σεπτέμβρης 2006). (6) Αποστόλη Κουφάκη: «Θυσίες για μια καλύτερη ζωή, το σοσιαλισμό.  Μαρτυρία ενός μαχητή του ΔΣΕ», εκδ. Α/συνεχεια, Αθήνα 2013.   Πηγή:http://www.katiousa.gr

Picture2

Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ
Αριθμός ρεκόρ προσφύγων, αιτούντων ασύλων και εκτοπισμένων παγκοσμίως, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Ο αριθμός αγγίζει τα 65.6 εκατομμύρια και παρουσιάζει αύξηση 300.000 σε σχέση με το 2015, μικρότερη σε σύγκριση με αυτή της περιόδου 2014-2015, κατά την οποία ο αριθμός άγγιξε τα πέντε εκατομμύρια.Ωστόσο, ο Ύπατος Αρμοστής για το προσφυγικό ζήτημα, Φιλίπο Γκράντι, τόνισε ότι και πάλι, οι αριθμοί μαρτυρούν την αποτυχία της διεθνούς διπλωματίας. «Η ειρήνη σε αυτό τον κόσμο φαίνεται να είναι αδύνατη», σχολίασε. «Οι προηγούμενες εμπλοκές συνεχίζονται και νέες βγαίνουν στην επιφάνεια, οδηγώντας στην βίαιη μετακίνηση ανθρώπων, κάτι που συμβολίζει τους πολέμους δίχως τέλος». Παράλληλα, ο Φιλίπο Γκράντι προειδοποίησε για το βάρος που πέφτει στις φτωχότερες χώρες του κόσμου, καθώς το 84% περίπου των εκτοπισμένων ζουν σε φτωχές ή μεσαίου εισοδήματος χώρες. «Πώς γίνεται να ζητήσω από χώρες σε Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία, με σαφώς λιγότερους πόρους, να απορροφήσουν εκατομμύρια προσφύγων, όταν οι πλουσιότερες αρνούνται να το κάνουν;» αναρωτήθηκε. Η Ύπατη Αρμοστεία δήλωσε ότι ελπίζει η τελευταία αυτή καταγραφή των συγκλονιστικών αριθμών εκτοπισμένων ανθρώπων, να παροτρύνει τις υγιείς χώρες να αναθωρήσουν. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η αποδοχή και φιλοξενία περισσότερων προσφύγων, αλλά η ουσιαστική επένδυση στην προώθηση της ειρήνης. Οι εκτοπισμένοι άνθρωποι παγκοσμίως σε αριθμούς: Υπάρχουν 65.6 εκατομμύρια εκτοπισμένοι παγκοσμίως- περισσότεροι από όσους ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συγκεκριμένα:

Screen Shot 2017-06-06 at 12.04.06 AMΤο 2016 περισσότεροι πρόσφυγες έφτασαν στην Ουγκάντα – συμπεριλαμβανομένου μισού εκατομμυρίου ανθρώπων μόνο από το Νότιο Σουδάν – από αυτούς που πέρασαν τη Μεσόγειο για να βρουν καταφύγιο στην Ευρώπη.

Παρόλα αυτά τα διεθνή μέσα ενημέρωσης αδιαφόρησαν για μια από τις μεγαλύτερες προσφυγικές κρίσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας, το επίκεντρο της οποίας βρίσκεται στην Αφρική και όχι στην Ευρώπη – όπως θέλουν να πιστεύουμε ορισμένοι.

Picture3

 

Η πρόσφατη απεργία courier και delivery φέρνει στην επιφάνεια ένα επάγγελμα που εδώ και διακόσια χρόνια αντικατοπτρίζει τις σχέσεις εργασίας και παραγωγής κάθε εποχής. Ακόμη και αν οι απεργοί… σιχαίνονται τη δημοσιότητα.

Το 1833 η εφημερίδα New York Sun δημοσίευσε την παρακάτω αγγελία: «Προς τους ανέργους: Αρκετοί άντρες μπορούν να βρουν απασχόληση πουλώντας αυτή την εφημερίδα». Ο πρώτος, βέβαια, που λέγεται ότι ανταποκρίθηκε και προσελήφθη δεν ήταν άντρας.

Ηταν ένα δεκάχρονο αγόρι που άκουγε στο όνομα Μπάρνι Φλάχερτι. Η ιστορία, ή τουλάχιστον ο αστικός μύθος της εποχής, θεωρεί τον Μπάρνι σαν το πρώτο paperboy ή newsboy, ένα δηλαδή από τα παιδιά που για τους επόμενους δυο αιώνες πουλούσαν εφημερίδες στους δρόμους ή τις μοίραζαν με τα ποδήλατά τους στους συνδρομητές.

Οταν ο Μπάρνι έπιασε δουλειά η παιδική εργασία ήταν όχι μόνο νόμιμη αλλά και «ηθική». Οπως μου εξηγούσε πριν από μερικά χρόνια ο Κορεάτης οικονομολόγος Χα Τζουν Τσανγκ, οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς γίνονταν πυρ και μανία αν κάποιος υποστήριζε ότι το κράτος έπρεπε να απαγορεύσει την απασχόληση ανηλίκων.

Το σκεπτικό τους, το οποίο διάνθιζαν με θεωρίες περί φυσικού δικαίου, έλεγε ότι αφού υπάρχουν παιδιά που θέλουν να εργαστούν και εργοδότες που θέλουν να τα προσλάβουν, το κράτος δεν έχει κανένα λόγο να παρέμβει.

Ο Μπέρνι ήταν ένας ντελιβεράς ή κούριερ των αρχών του 19ου αιώνα και όπως κάθε ντελιβεράς (από τον αγγελιοφόρο των θεών Ερμή μέχρι τους σημερινούς διανομείς της λεγόμενης διαμοιραστικής οικονομίας) αντικατόπτριζε τις εργασιακές συνθήκες αλλά και τις σχέσεις παραγωγής της εποχής του.

Οι ώρες και οι συνθήκες εργασίας, όπως επίσης και ο συνολικός αριθμός των διανομέων αναλογικά με τον απασχολούμενο πληθυσμό, προσφέρουν μια ιδιαίτερα αναλυτική εικόνα για τη συνολική κατάσταση της οικονομίας – με τον ίδιο τρόπο που ακόμη και το μικρότερο τμήμα ενός φράκταλ, στη Φυσική και στα Μαθηματικά, περιέχει τις πληροφορίες που συνθέτουν τη συνολική εικόνα.

Ενας οικονομολόγος θα εξηγούσε την αύξηση των ντελιβεράδων, αλλά και των καταστημάτων εστίασης στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα της «τριτογενοποίησης της οικονομίας» αλλά και της χαμηλής ελαστικότητας ζήτησης των τροφίμων – η ζήτηση τροφίμων δεν μπορεί να περιοριστεί συγκριτικά με άλλα προϊόντα και αρχίζει να καταλαμβάνει μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς.

Πιο απλά -αν και ελαφρώς απλουστευτικά- το να ανοίγουν περισσότερα σουβλατζίδικα που χρειάζονται περισσότερους ντελιβεράδες είναι δείγμα κρίσης και όχι ανάπτυξης σε μια οικονομία.

Στις πιο αναπτυγμένες οικονομίες οι ντελιβεράδες μετατράπηκαν σε πειραματόζωα της λεγόμενης διαμοιραστικής οικονομίας που καταπατά στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα: λειτουργώντας μέσω εφαρμογών όπως το deliveroo (αντίστοιχο της uber ή του airbnb) δεν θεωρούνται πλέον εργαζόμενοι αλλά αυτοαπασχολούμενοι και συνεπώς χάνουν τα επιδόματα αδείας, ασθενείας ή μητρότητας, αλλά και κάθε μορφή συλλογικής εκπροσώπησης και διεκδίκησης.

Οπως θα μπορούσαν να μας πουν όμως και τα paperboys στην Αμερική του 19ου αιώνα, εκεί που χτυπά η καρδιά της πιο βαριάς εκμετάλλευσης γεννιούνται και οι πιο δυνατές αντιστάσεις.

Στις 21 Ιουλίου του 1899 τα paperboys, που εργάζονταν σε δυο από τους μεγαλύτερους εκδότες της εποχής, τον Πούλιτζερ και τον Χιρστ, κατέβηκαν σε απεργία ζητώντας αύξηση μισθών και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Και μπορεί να μην ήταν η πρώτη απεργία τους αλλά ήταν αυτή που έμεινε στην ιστορία.

Οι ανήλικοι διανομείς κατέλαβαν για ημέρες τη γέφυρα του Μπρούκλιν προκαλώντας κυκλοφοριακή συμφόρηση στη Νέα Υόρκη. Τα πρωινά έσκιζαν τις εφημερίδες που έφταναν σε ορισμένα κιόσκια ενώ συχνά συγκρούονταν με τους (μεγαλύτερους σε ηλικία) απεργοσπάστες που προσλάμβανε ο Πούλιτζερ.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι σε λίγες ημέρες η κυκλοφορία της εφημερίδας Νew York World έπεσε από τα 360 στα 125 χιλιάδες φύλλα, αναγκάζοντας τον Πούλιτζερ και άλλους εκδότες να δεχτούν αρκετά από τα αιτήματα των απεργών.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα οι ντελιβεράδες που εργάζονται μέσω της πλατφόρμας Deliveroo στην Αγγλία πραγματοποίησαν μια από τις μεγαλύτερες και πιο επιτυχημένες απεργιακές κινητοποιήσεις στον χώρο της διαμοιραστικής οικονομίας, αναγκάζοντας την εταιρεία να αποσύρει προτάσεις που ισοδυναμούσαν με κατάργηση της κατώτατης εξασφαλισμένης αμοιβής που λαμβάνουν.

Στην Ιταλία, αντίστοιχες κινητοποιήσεις βρήκαν άμεσα συμπαράσταση από οργανώσεις και συλλογικές κουζίνες που εξασφάλιζαν δωρεάν γεύματα στους διανομείς που απεργούσαν.

Προχωρώντας στην αντεπίθεση, ομάδες διανομέων στην Αγγλία και την Καλιφόρνια επιχειρούν τώρα να δημιουργήσουν πλατφόρμες σαν το uber ή το deliveroo, οι οποίες θα ελέγχονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους, οι οποίοι ούτως η άλλως κατέχουν και τα μέσα παραγωγής, δηλαδή τα ποδήλατα, τα μηχανάκια και την εργατική τους δύναμη.

Οι ντελιβεράδες αποτελούσαν ανέκαθεν εικόνα της εξαθλίωσης που επιφυλάσσει κάθε οικονομικό σύστημα στους εργαζομένους. Μόνο που σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρεπόταν στη χειρότερη άμμο για τα γρανάζια του συστήματος.

 

Πηγή: http://www.pancreta.gr

Picture2

Γράφει η Ερμιόνη Φρεζούλη

Στα «ψιλά» του τύπου, ντόπιου και αθηναϊκού, πέρασε λίγες μέρες πριν δημοσίευμα που αφορά την κατάσταση στις φυλακές της χώρας. Οι φυλακές της Χίου φιγουράρουν μεταξύ των πλέον προβληματικών, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο σωφρονιστικό κατάστημα που βρίσκεται μέσα πλέον στην πόλη, φιλοξενούνται 46 άτομα παραπάνω. Η δυναμικότητα της φυλακής είναι για 82 άτομα, αλλά «φιλοξενούμε» 128. Δεν ξέρουμε πόσο πρόσφατα έγινε η καταμέτρηση και αν είναι πριν ή μετά από μια πραγματικά μεγάλη μεταγωγή που έγινε από την Αθήνα στη Χίο στα μέσα του Μάη.

darc3irwaaevtecΣε συγκέντρωση για τα αποκαλυπτήρια νέου μνημείου του ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες, o Ντόναλντ Τραμπ σπάζοντας τους κανόνες της διπλωματίας, αποφασισε να επιπλήξει τους Ευρωπαίους ηγέτες για την χρόνια αποτυχία τους να πληρώσουν, οπωσ είπε, για την ίδια τους την προστασία.

Ο Τραμπ κατέκρινε στην ομιλία του 23 από τα 28 μέλη για την αδυναμία τους να επενδύσουν αρκετά στην άμυνα των χωρών τους, αναγκάζοντας τους Αμερικάνους φορολογούμενους να πληρώσουν την… λυπητερή.

Picture2

«Mη βάφεσαι έτσι, δε θα σε λυπούνται». Τη φράση αυτή την άκουσα πριν χρόνια σε καταυλισμό προσφύγων. Ένας πολύπαθος ακτιβιστής κοιτούσε απελπισμένος μια κοπέλα που έβαζε ρουζ στα μάγουλα και τη νουθετούσε λίγο πριν πάει να δώσει συνέντευξη για το άσυλο. Μιλούσε με σοφία, κι ας ακούγεται απαράδεκτος.

Την εποχή εκείνη ορισμένοι «υπεύθυνοι» μετρούσαν το αν έχεις δικαίωμα σε άσυλο με βάση το πόσο βρώμικος, ατημέλητος και κατηφής παρουσιαζόσουν στην «επιτροπή» τους…

Μήπως και σήμερα, στο δρόμο καθημερινά το τζελ στα μαλλιά ενός εφήβου από το Αφγανιστάν, το κινητό στα χέρια ενός Ιρανού, το κραγιόν σε μια Σύρια δεν αποτελούν για πολλούς αποδείξεις αδιάσειστες πως «αυτοί δεν έχουν ανάγκη και μας κοροϊδεύουν».

Είναι αυτή η διαδικασία που μετατρέπει έναν άνθρωπο σε «πρόσφυγα». Δεν είναι μόνο τα όσα τράβηξες και έχεις να τραβήξεις, είναι και τα όσα στερεοτυπικά απαιτούν από εσένα οι άλλοι στις χώρες υποδοχής. Ως ξένος και αλλότριος έχεις το πολύ δικαίωμα να σέρνεσαι, να παρακαλάς και να κλαις. Το να χαμογελάς, πόσο ακόμα να καλλωπίζεσαι είναι δείκτες του ότι σηκώνεις κεφάλι και απαιτείς -όχι ζητιανεύεις- αξιοπρέπεια.

Για τους περισσότερους αυτό είναι αποκοτιά μεγάλη. Όσο όμως και να προσπαθούμε φαίνεται πως κάτι μέσα στον άνθρωπο που αφήνει πίσω τα πάντα για να ταξιδέψει αναγκαστικά προς το σκοτεινό μέλλον μπροστά, θα επιμένει. Ίσως σύμβολο αυτής της αξιοπρέπειας, πέρα ακόμα και από τη νόρμα του «όμορφου» κάθε εποχής, πέρα και από την φιλαρέσκεια την ίδια, να αποτελεί αυτό το κουτάκι μάσκαρα που βρήκα χτες ψαρεύοντας σε παραλία της Εφταλούς στη Λέσβο.

«Το Κορίτσι της Περσίας» επιλέγει μέσα στα ελάχιστα της υπάρχοντα κατά τη διάρκεια του τρομακτικού περάσματος προς τη φυγή και το άγνωστο…μια μάσκαρα. Θα έβαζα στοίχημα πως σε όλες τις μετακινήσεις που έχει δει αυτό νησί το οποίο γεφυρώνει την Ασία με την Ευρώπη, ακόμα και πριν χιλιάδες αμνημόνευτα χρόνια οι άνθρωποι θα είχαν μαζί τους κάτι παρόμοιο : ένα κολιέ κοχύλια, λίγη χρωστική για να φτιάχνουν στο σώμα τους τα σημάδια και το κάλλος που σημαίνουν : κουράγιο, αξιοπρέπεια, ταυτότητα, με λίγα λόγια : ζωή.

* Το κείμενο αναρτήθηκε στο Facebook. Γράφει ο Γιώργος Τυρίκος – Εργάς

Πηγή:http://m.tvxs.gr