του Βασίλη Μορέλλα
Εδώ και τρία χρόνια η περιβόητη οικονομική κρίση βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας και φέρεται ως υπεύθυνη για τα πρωτοφανούς αγριότητας αντεργατικά μέτρα που όλες οι δυτικές κυβερνήσεις σχεδιάζουν και παίρνουν. Από τις ΗΠΑ ως την Ελλάδα, ακόμη κι οι επιπόλαιες ερμηνείες από τους «κακούς» τραπεζίτες μέχρι τους νεφελώδεις διεθνείς κερδοσκόπους φαίνεται τελευταία να προσπερνιούνται, ώστε η κρίση να λάβει το χαρακτήρα του αναπόφευκτου φυσικού κακού και οι εργαζόμενοι να προσαρμοστούν «ώσπου να περάσει η μπόρα». Δεν πρόκειται όμως ούτε για μπόρα, ούτε για κάτι που θα περάσει από μόνο του…
Το καπιταλιστικό σύστημα είναι ένα ασταθές οικονομικό σύστημα. Κατά τη λειτουργία του μπορεί να περάσει διαφόρων ειδών προβλήματα που βάζουν σε κίνδυνο τα κέρδη, τις επενδύσεις και την επέκτασή του[1]. Ωστόσο, η σημερινή κρίση αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά επεισόδια και υπάγεται σε αυτό που ο Μαρξ περιέγραφε ως «νόμο της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους».
Ο νόμος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους
Το ποσοστό κέρδους ενός καπιταλιστή είναι το πηλίκο της υπεραξίας (υ) ή κέρδους, που αυτός αντλεί από τους εργάτες του, προς το συνολικό κεφάλαιο που αυτός επένδυσε για να την αντλήσει (). Το επενδυμένο κεφάλαιο διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: το σταθερό (σ) που είναι το «άψυχο» (εγκαταστάσεις, μηχανές, πρώτες ύλες κ.λπ.) και το μεταβλητό (μ), δηλαδή το κεφάλαιο που ξοδεύεται σε μισθούς ανθρώπων για την αγορά της εργατικής τους δύναμης (). Θα σημειώσουμε μόνο ότι η διαφορά μεταξύ των δύο δεν είναι τεχνική: η υπεραξία παράγεται μόνο από το μεταβλητό κεφάλαιο, μόνο από την ανθρώπινη εργασία, αφού αυτή δημιουργεί κάθε αξία στα προϊόντα[2]. Αφού το κέρδος εξάγεται από την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας, γι’ αυτό έχει ανάγκη την ανθρώπινη εργασία. Αν ρομπότ και μηχανές παρήγαγαν όλα τα πράγματα –ακόμη και τους εαυτούς τους– σε αφθονία και χωρίς ανθρώπινη εργασία, τότε αυτά δεν θα είχαν καμία ανταλλακτική αξία και ο «καπιταλιστής» δεν θα μπορούσε να βγάλει κανένα κέρδος.