ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Χωρίς αμφιβολία η έκβαση της Μάχης στο Στάλινγκραντ είχε αλλάξει ολόκληρη τη ροή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και από στρατιωτική και από πολιτική – ψυχολογική άποψη. Αλλά γιατί; Τι ήταν αυτό που είχε συμβεί;

Στόχος, ο Νότος της Σοβιετικής Ενωσης

Το καλοκαίρι του 1942 τα γερμανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στο νότιο τομέα του ανατολικού μετώπου. Ενα τμήμα κινήθηκε προς το Στάλινγκραντ και στις 17/7/1942 έφτασε στα άκρα της πόλης κι ένα άλλο τμήμα έφτασε στον ποταμό Ντον, στην περιοχή της πόλης Ροστόβ, με κατεύθυνση τον Καύκασο.

Την επίθεση αυτή η Γερμανία τη σχεδίαζε από τα τέλη του 1941 αλλά οι σχεδιασμοί έλαβαν ολοκληρωμένη μορφή στρατιωτικού σχεδίου στις 5 του Απρίλη του 1942, όταν το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο εξέδωσε τη διαταγή Νο 41, βάσει της οποίας, κύριος στόχος των γερμανικών στρατευμάτων ετίθετο η συντριβή της σοβιετικής αντίστασης και η κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους των βασικών στρατιωτικών και οικονομικών κέντρων της ΕΣΣΔ. «Πρώτα είναι απαραίτητο – έλεγε η διαταγή – να ενώσουμε όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για τη διεξαγωγή της βασικής επιχείρησης στο νότιο τομέα, με σκοπό να εκμηδενίσουμε τον εχθρό πέρα από τον Ντον, για να καταλάβουμε ύστερα τις πετρελαιοφόρες περιοχές στους πρόποδες του Καυκάσου και τους δρόμους μέσα στον Καύκασο»3. Για να εξασφαλιστεί η επιτυχία της επίθεσης των γερμανικών στρατευμάτων στον τομέα του Καυκάσου, το γερμανικό στρατηγείο σχεδίασε επίθεση στον τομέα του Στάλινγκραντ. Αρχικά, όμως, βάσει της προαναφερόμενης διαταγής προβλεπόταν η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων στον Καύκασο και η περικύκλωση και συντριβή των σοβιετικών στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στο Στάλινγκραντ. Στη συνέχεια, όμως, τον Ιούλη του 1942, τα σχέδια αυτά τροποποιήθηκαν ώστε να συμπεριλάβουν και την κατάληψη της ίδιας της πόλης. «Την επίθεση στο Στάλινγκραντ – γράφει ο Ian Kershaw4 – θα αναλάμβανε η λιγότερο ισχυρή Ομάδα Στρατιών Β, η οποία αναμενόταν να συνεχίσει αργότερα κατά μήκος του Κάτω Βόλγα προς το Αστραχάν επί της Κασπίας. Αυτή η στρατηγική ήταν καθαρή παραφροσύνη».

Η Μαρία Δημάδη θα παρέμενε ίσως άγνωστη αν δεν είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος του 1940. Θα ήταν απλώς μια κυρία του σαλονιού, φιλάνθρωπη και καλλιεργημένη. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1907. Πατέρας της ήταν ο Κώστας Δημάδης, γνωστός γυναικολόγος του Αγρινίου, σπουδαγμένος στο Παρίσι, ποιητής και διηγηματογράφος. Η μητέρα της ήταν κόρη καπνέμπορου. Μικρό παιδί έπαιζε πιάνο, έμαθε ξένες γλώσσες, ζωγραφική, διάβαζε και έγραφε ποιήματα, έστελνε συνεργασίες στη «Διάπλαση των Παίδων». Μεγαλώνοντας σπούδασε φιλολογία στο Αμβούργο. Η Μαρία παντρεύτηκε δικαστή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και απέκτησε ένα κοριτσάκι.

Έρχεται η κατοχή και η αντίσταση κατά των κατακτητών φουντώνει. Οι γείτονές της, ο αρχιτέκτονας Κώστας Καζαντζής και ο γιατρός Δημήτριος Πανόπουλος, την μύησαν, όπως γράφει ο Φ. Γελαδόπουλος στο σχετικό βιβλίο του, στο ΕΑΜ. Στην εξοχική της βίλα, στο χωριό Πλάτανος έγινε μάλιστα η πρώτη Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ της περιοχής και εκείνη είναι η πρώτη γυναίκα που οργανώνεται από την Αιτωλοακαρνανία στις γραμμές της Εθνικής Αλληλεγγύης.

Σύντομα, τον Φεβρουάριο του 1942, λόγω της γλωσσομάθειάς της και της κοινωνικής της θέσης, προσλήφθηκε ως διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο (ORT Commandatur). Από τη θέση αυτή παρείχε με άκρα επικινδυνότητα πολύτιμες πληροφορίες τόσο για τις ενέργειες των Γερμανών, όσο και για τις δωσίλογες ενέργειες των συνεργατών τους -Ταγμάτων Ασφαλείας και άλλων. Παράλληλα, με το κύρος της και την πειθώ της κατάφερνε να επιλύει καθημερινά προβλήματα και θέματα ζωής και θανάτου των Ελλήνων πολιτών Όπως φαίνεται, ακολούθησε την απόφαση της οργάνωσης να αποτραβηχτεί από την Εθνική Αλληλεγγύη τόσο για να αφοσιωθεί στο έργο της διοχέτευσης πληροφοριών όσο και για να προστατευθεί το όλο δίκτυο και η ίδια. Με τις πληροφορίες της κερδήθηκε η μάχη της Γουρίτσας και έπεσαν στο κενό γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.

Το 1968 ξεκίνησε με ένα γεγονός που σόκαρε παγκόσμια και σε μεγάλο βαθμό έδωσε το «έναυσμα» της αντεπίθεσης στους καταπιεσμένους σε όλο τον κόσμο. Την επίθεση του Τετ στον πόλεμο του Βιετνάμ.
Το Τετ είναι ο εορτασμός του νέου έτους στο σεληνιακό ημερολόγιο και θεωρείται η μεγαλύτερη γιορτή του Βιετνάμ. Παραδοσιακά η ένταση των συγκρούσεων μειωνόταν τις μέρες των εορτασμών. Εκείνη τη χρονιά, ξημερώνοντας η πρώτη μέρα του Τετ, στις 30 Ιανουαρίου, στρατιώτες του Βορείου Βιετνάμ και του Νοτιοβιετναμέζικου Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου πραγματοποίησαν μια αιφνιδιαστική επιδρομή, έφτασαν μέχρι την Σαϊγκόν, την πρωτεύουσα του Νοτίου Βιετνάμ και κύρια βάση των ΗΠΑ, πολιορκώντας για 6 ώρες την ίδια την αμερικανική πρεσβεία. Μετά από σκληρή μάχη οι αντάρτες απωθήθηκαν από την πρεσβεία στη Σαϊγκόν, αλλά αυτή η επίθεση-σοκ ήταν μόνο η αρχή μιας τεράστιας κλίμακας γενικευμένης αντεπίθεσης των Βιετκόνγκ σε όλο το μέτωπο του πολέμου.

Σαν σήμερα, πριν από 40 χρόνια, τη «Ματωμένη Κυριακή», τα τραγικά γεγονότα στο Ντέρρυ της Β. Ιρλανδίας θα σημαδέψουν με χρώμα κόκκινο την ιστορία της.

Φοιτητές, εργάτες και οργανώσεις είχαν συγκροτήσει την Ένωση, η οποία κυρίως υποστήριζε την ισοτιμία όλων των πολιτών, την απόσυρση των νόμων που επέβαλλαν διακρίσεις, τη δίκαιη λύση των στεγαστικών ζητημάτων και διανομή των αγροτικών εκτάσεων, τη διάλυση της Βασιλικής Προτεσταντικής Αστυνομίας και την κατάργηση του άρθρου πέντε, το οποίο προέβλεπε κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Σαν σήμερα στις 30 Γενάρη 1933, ο Χίτλερ ανέλαβε καγκελάριος και οδήγησε στο σφαγείο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Η εξέλιξη αυτή κάθε άλλο παρά αναπόφευκτη ήταν. Αλλά -και αυτό έκανε ακόμη πιο τραγική την ήττα- η Αριστερά και το εργατικό κίνημα ηττήθηκαν χωρίς να δώσουν καν τη μάχη.
Πώς οδηγηθήκαμε σε αυτή την εξέλιξη; Πώς η ισχυρότερη εργατική τάξη στην Ευρώπη, με 5 εκατομμύρια συνδικαλισμένους εργάτες, 1 εκατομμύριο οργανωμένα μέλη στο σοσιαλδημοκρατικό SPD και το ισχυρότερο Κομμουνιστικό Κόμμα στη Δύση σαρώθηκε από ένα κόμμα που λίγα χρόνια πριν τη νίκη του θεωρούνταν μια περιθωριακή συμμορία παρακρατικών; Τα μαθήματα από τη νίκη του Χίτλερ το 1933 είναι πολύτιμα για το κίνημα και την Αριστερά στην πάλη μας ενάντια στους νοσταλγούς του φασισμού σήμερα.
Ο Αδόλφος Χίτλερ ήταν ένας πρώην δεκανέας του γερμανικού στρατού στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως πολλοί Γερμανοί απόστρατοι, εξοργισμένος από την ταπεινωτική για τη Γερμανία συνθήκη των Βερσαλλιών, απέδωσε την ήττα στην «προδοσία των πολιτικών», στις «ταξικές διαμάχες που ρήμαζαν τη χώρα» και στη «δημοκρατία που τις επέτρεπε». Αυτοί οι απόστρατοι αποτέλεσαν και τον αρχικό πυρήνα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, μιας ομάδας εξτρεμιστών που στόχευαν στην «εθνική αναγέννηση» της Γερμανίας.
Μάλιστα το 1923 επιχείρησαν να καταλάβουν την εξουσία με ένα βίαιο πραξικόπημα στην πόλη του Μονάχου. Η απόπειρα, που έμεινε γνωστή ως το «πραξικόπημα της μπυραρίας», απέτυχε και ο Χίτλερ οδηγήθηκε στη φυλακή. Εξέτισε ελάχιστο κομμάτι της ποινής του στη διάρκεια του οποίου συνέγραψε το «Ο αγών μου», που αποτέλεσε το «ευαγγέλιο» του ναζισμού. Ένα βιβλίο με διάσπαρτες αόριστες «αντικαπιταλιστικές» αναφορές μέσα σε ένα παραλήρημα μίσους απέναντι στους Εβραίους και την Αριστερά.

«Δεν πήγαμε σε στρατόπεδο συγκεντρώσης. Σε στρατόπεδο εξόντωσης πήγαμε. Δεν ήμασταν αιχμάλωτοι, ήμασταν σφάγια σε σφαγείο». Έχουν περάσει 68 χρόνια από τότε που ο Κώστας Βουράκης από τα Μεσκλά Χανίων, νέος βοσκός τότε συλλαμβανόταν μαζί με εκατοντάδες άλλους Χανιώτες το Φεβρουάριο του 1944 στο πλαίσιο της επιχείρησης των ναζί κατακτητών για τη συγκέντρωση αντρών που θα στέλνονταν στα ‘Στρατόπεδα εργασίας’.
Ο  κ. Βουράκης ήταν από τους λίγους που κατάφεραν να επιβιώσουν των απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούσαν στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Μετά τη σύλληψή του κρατείται στη φυλακή της Αγιάς μαζί με άλλα τρία αδέλφια του. Τα δύο απελευθερώνονται αλλά ο ίδιος μαζί με πολλές εκατοντάδες απλούς πολίτες, οδηγείται στις φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα. Από εκεί με τρένο «που χωρούσε 30 άτομα αλλά ήμασταν μέσα πάνω από 100, με λίγο ψωμί μόνο στα χέρια μας για 7 ημέρες» δια μέσου της Μπάνιτσα στη Σερβία φτάνει στο στρατόπεδο εξόντωσης του Μαουτχάουζεν.

Της ΕΛΕΝΗΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ*

Η iskra αναδημοσιεύει  μια ιδιαιτέρως διεισδυτική ανάλυση για την άνοδο και επικράτηση του φασισμού, από το περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, τ. 5, Απρίλιος – Μάιος 2012.

Ήδη τη δεκαετία του 1980 η ιστοριογραφική σκηνή για το θέμα του φασισμού είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικά και ο φασισμός άρχισε να εξαφανίζεται από τον λόγο των ακαδημαϊκών ιστορικών. Οι ανατροπές στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989 επέτειναν αυτή την αλλαγή. Οικείες έννοιες και ζητήματα κυριολεκτικά εκτοπίστηκαν, η ταξική θεωρία υποχώρησε, ο μεταμοντερνισμός έφθασε στο απόγειό του στον ακαδημαϊκό λόγο.

Στη δεκαετία του 1980 ο συντηρητικός Γερμανός ιστορικός Ερνστ Νόλτε προκάλεσε τη λεγόμενη διαμάχη των ιστορικών με τις θέσεις του για τον ναζισμό και την Τελική Λύση. Ο Νόλτε είναι διαβόητος για τη θέση του ότι η εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση ήταν αμυντική ενέργεια εναντίον της απειλής του κομμουνισμού και των εβραίων και ότι το Ολοκαύτωμα ή, όπως το θέτει ο ίδιος, «η λεγόμενη εξόντωση των εβραίων» ήταν αντίδραση ή ακόμη και μίμηση των υπερβολών της σοβιετικής ταξικής πάλης. Ο Νόλτε κατηγορήθηκε τότε ότι σχετικοποιούσε και ακόμη εξανθρώπιζε τον ναζισμό και τα εγκλήματά του μέσα από αυτή τη σύγκριση. Σε αυτό ο Νόλτε απαντούσε ότι μέσα από τη σύγκριση με παρόμοια μαζικά εγκλήματα του αιώνα θέλει να σταματήσει «τη δαιμονοποίηση του Τρίτου Ράιχ» και να απελευθερώσει τους Γερμανούς από την «παθολογική κατάστασή» τους να ζουν ακόμη στη σκιά του εθνικοσοσιαλισμού και έτσι να βοηθήσει τη Γερμανία, με καθαρή συνείδηση, «να ξαναγίνει πνευματικό ζωτικό έθνος».1

Άουσβιτς. 27 Ιανουαρίου 1945.
Όταν τα ρωσικά στρατεύματα μπήκαν στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και είδαν καπνό να βγαίνει από τα φουγάρα και μία περίεργη οσμή – η μυρωδιά της καμένης σάρκας – γέμισε τα ρουθούνια τους, δεν μπορούσαν ασφαλώς να φανταστούν τι ακριβώς συνέβαινε, γιατί κανένας υγιής νους δεν ήταν δυνατόν να συλλάβει αυτό που η νοσηρή εφευρετικότητα και ο διεστραμμένος νους των αρχιτεκτόνων του Ολοκαυτώματος είχε επινοήσει για την εξαφάνιση των πτωμάτων. Πράγματι, τα κρεματόρια – όσα δεν είχαν προλάβει να καταστρέψουν οι SS – κάπνιζαν ακόμα…

Η πρώτη εισήγηση στην ιστορία του Ελληνικού κράτους για ίδρυση μιας υπηρεσίας που θα αναλάμβανε το φακέλωμα και την καταγραφή των εθνικών αρχικά, αργότερα των πολιτικών και κοινωνικών, φρονημάτων των πολιτών γίνεται το 1902 από το τότε Νομάρχη Λάρισας και αφορούσε τους εποχικούς μετανάστες που έμπαιναν στη Θεσσαλία από τη Μακεδονία που είχε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες σλαβόφωνων, πριν τις εκκαθαρίσει το ελληνικό κράτος στα πλαίσια της επίλυσης του μακεδονικού προβλήματος. Η ιδέα ήταν θαυμάσια,τόσο εξαιρετική για το ελληνικό κράτος που υιοθετείται άμεσα και εφαρμόζεται. Η πρώτη γνωστή καταγεγραμμένη εφαρμογή πιστοποιητικού εθνικών φρονημάτων γίνεται πριν το 1912 και αφορά τους σλαβόφωνες Μακεδόνες που δούλευαν ως εργάτες στα τσιφλίκια και χρησιμοποιήθηκαν αρχικά ως “διαβατήρια” για να διασχίζουν οι σλαβόφωνοι μετανάστες τα παρακρατικά ελληνικά τμήματα που δρούσαν στη Μακεδονία.

Ο ταξικός εχθρός μας έχει τη συνήθεια να παραπονείται για την τρομοκρατία μας. Τι εννοούν μάλλον μ΄ αυτό είναι ασαφές. Πολύ θα ήθελαν να βάλουν αυτήν την ταμπέλα σε κάθε δραστηριότητα του προλεταριάτου ενάντια στα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, αποκαλώντας την τρομοκρατία. Η απεργία για παράδειγμα, είναι στα δικά τους μυαλά, η πρωταρχική μέθοδος τρομοκρατίας. Η απειλή για απεργία, η οργάνωση μιας πικετοφορίας από απεργούς, το οικονομικό μποϋκοτάζ ενός σκληρού ιδιοκτήτη που συμπεριφέρεται στους εργαζόμενούς του σαν σε σκλάβους, το διώξιμο ενός προδότη έξω από τις γραμμές μας, όλα αυτά και πολλά άλλα ακόμη τα ονομάζουν τρομοκρατία. Αν η τρομοκρατία έχει τέτοια χαρακτηριστικά και ιδιότητες ώστε κάθε πράξη που έχει σαν σκοπό να προκαλέσει το φόβο ή τη ζημιά στον ταξικό εχθρό να ονομάζεται ως τρομοκρατική, τότε ολόκληρη η ταξική πάλη δεν είναι τίποτα άλλο παρά τρομοκρατία. Και τότε το μόνο ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το εάν οι αστοί πολιτικοί έχουν το δικαίωμα να εξαπολύουν την πλημμυρίδα της υποτιθέμενης ηθικής τους αγανάκτησης ενάντια στην προλεταριακή τρομοκρατία, όταν ολόκληρο το κρατικό εποικοδόμημα τους με τους νόμους του, την αστυνομία του και τον στρατό του δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα εποικοδόμημα καπιταλιστικής τρομοκρατίας.
Παρόλ’ αυτά πρέπει να σημειώσουμε, ότι όταν μας προσάπτουν την κατηγορία της τρομοκρατίας, προσπαθούν – αν και όχι πάντα – να αποδώσουν σ’ αυτή την λέξη ένα στενότερο και λιγότερο ασαφές νόημα. Η καταστροφή των μηχανών από τους εργάτες, για παράδειγμα, είναι τρομοκρατία με αυτή την αυστηρή έννοια της λέξης. Η δολοφονία ενός εργοδότη, η απειλή εμπρησμού ενός εργοστασίου ή η απειλή δολοφονίας του ιδιοκτήτη του, μια δολοφονική απόπειρα με το όπλο στο χέρι ενάντια σε έναν υπουργό – όλα αυτά είναι τρομοκρατικές ενέργειες με την πλήρη και αυθεντική έννοια του όρου. Ωστόσο, οποιοσδήποτε έχει την παραμικρή ιδέα για την αληθινή φύση της διεθνούς Σοσιαλδημοκρατίας θα πρέπει να γνωρίζει ότι αυτή πάντα αντιτάχθηκε σ΄ αυτού του είδους την τρομοκρατία και το έκανε αυτό με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο.