Σαν σήμερα το 1986 ο στρατός της Σρι Λάνκα δολοφονεί 80 Ταμίλ

Σαν σήμερα το 1986 ο στρατός της Σρι Λάνκα δολοφονεί 80 Ταμίλ

Το 74% του πληθυσμού της Σρι Λάνκα είναι βουδιστές που μιλάνε τη διάλεκτο Σινχάλα, ενώ οι υπόλοιποι είναι ινδουϊστές και μουσουλμάνοι που μιλάνε Ταμίλ. Από τη δεκαετία του ’80 ένας σκληρός πόλεμος ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους «Τίγρεις Ταμίλ» έχει κοστίσει 70.000 νεκρούς, με εκατοντάδες χιλιάδες (Ταμίλ στην πλειοψηφία) να έχουν τραυματιστεί ή γίνει πρόσφυγες. Τα περισσότερα ΜΜΕ παρουσιάζουν ως αρχή της σύγκρουσης την ίδρυση των «Τίγρεων Ταμίλ» τη δεκαετία του ’80, αλλά οι Ταμίλ αντιμετωπίζουν διακρίσεις και καταπίεση από τη Σινχαλέζικη κυβέρνηση από τότε που η Σρι Λάνκα κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία, το 1948.

Σινχαλέζικος εθνικισμός
Το 1956, το Κόμμα Ελευθερίας της Σρι Λάνκα ηγήθηκε του κύματος Σινχαλέζικου-Βουδιστικού εθνικισμού για να έρθει στην εξουσία και εξαπέλυσε τα πρώτα πογκρόμ ενάντια στους Ταμίλ. Τη δεκαετία του ’60 τα Σινχαλέζικα κηρύχθηκαν μόνη επίσημη γλώσσα του κράτους. Το 1981, σε μια πράξη «πολιτισμικής γενοκτονίας», ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας έκαψαν τη Βιβλιοθήκη της Γιάφνα, που στέγαζε σχεδόν όλη την πολιτιστική κληρονομιά των Ταμίλ.
Οι Ταμίλ αρχικά επιδίωκαν να διαπραγματευτούν με την κυβέρνηση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το Ενωμένο Απελευθερωτικό Μέτωπο των Ταμίλ, που καθοδηγούσε τις διαπραγματεύσεις, σύντομα έχασε την αξιοπιστία του, ιδιαίτερα ανάμεσα στη ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία. Ένας νέος γύρος πογκρόμ το 1972 πυροδότησε τη δημιουργία επαναστατικών οργανώσεων των Ταμίλ.
Οι Νέοι Τίγρεις Ταμίλ, που αργότερα εξελίχθηκαν στους Τίγρεις για την Απελευθέρωση των Ταμίλ, δημιουργήθηκαν το 1972. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι «Τίγρεις» αναδείχθηκαν ως η ηγετική εθνικιστική οργάνωση των Ταμίλ. Από τότε διεξάγουν ένοπλο αγώνα ενάντια στο Σινχαλέζικο κράτος, με αρκετές χιλιάδες ενόπλων. Οι «Τίγρεις» πολέμησαν για χρόνια υπέρ των δικαιωμάτων των Ταμίλ ενάντια σε ένα βάρβαρο καταπιεστικό κράτος.
Πολιτικά, μοιάζουν με τα εμπνευσμένα από το μαοϊσμό αντάρτικα κινήματα όπως οι Ναξαλίτες στην Ινδία και τα FARC στην Κολομβία ή ακόμα και ο παλιός IRA. Οι Τίγρεις διακηρύσσουν ότι μάχονται για αυτοδιάθεση ενάντια σε ένα καλά εξοπλισμένο και αδίστακτο κράτος και αρχικά έχτισαν μια σημαντική βάση επιρροής. Οι τρομοκρατικές τακτικές όμως τους αποξένωσαν από μεγάλο τμήμα των ίδιων των Ταμίλ. Χρησιμοποιώντας βία, για να τσακίσουν κάθε αντιπολίτευση, έχουν σκοτώσει εκατοντάδες Ταμίλ όλα αυτά τα χρόνια. Η στρατηγική της ένοπλης πάλης δημιούργησε μια στρατιωτικοποίηση των οργανωτικών τους δομών. Αρχικά, οι Νέοι Τίγρεις Ταμίλ στη δεκαετία του ’70 είχαν κερδίσει μαζική υποστήριξη στον πληθυσμό Ταμίλ. και ήταν γνωστοί στον πληθυσμό ως «τα παιδιά». Όμως σύντομα απογοήτευσαν πολλούς προοδευτικούς, παρά τη φιλομαρξιστική τους ρητορεία.
Σήμερα, οι Τίγρεις αντιμετωπίζονται από πολλούς Ταμίλ με επιφυλακτικότητα, αν όχι με εχθρότητα. Όμως στη διάρκεια κάθε στρατιωτικής κλιμάκωσης, οι αδιάκριτες επιθέσεις του κράτους ενάντια στις περιοχές που ζουν Ταμίλ σπρώχνει τον τοπικό πληθυσμό στο πλευρό των Τίγρεων. Οι Τίγρεις, αν και έχουν χαρακτηριστεί «τρομοκρατική οργάνωση» από τις ΗΠΑ, την Ινδία και πολλές άλλες χώρες, δέχονται οικονομικές εισφορές από ένα αρκετά μεγάλο τμήμα των Ταμίλ της διασποράς.
Το 1987, ο ινδικός στρατός κλήθηκε από την κυβέρνηση της Σρι Λάνκα και τους Τίγρεις για να εγγυηθεί μια ειρηνευτική συμφωνία. Σύντομα όμως το ειρηνευτικό σώμα έγινε δύναμη κατοχής στις περιοχές των Ταμίλ και επιτέθηκε στους αντάρτες. Η ονομαζόμενη Ινδική Ειρηνευτική Δύναμη εξαπέλυσε μια βίαιη στρατιωτική επίθεση για να «αφοπλίσει» (δηλαδή να εξολοθρεύσει) τους Τίγρεις. Μετά τη στρατιωτική της ήττα και την αποχώρησή της από το νησί, ένας Ινδός στρατηγός δήλωσε πως αυτό ήταν «το Βιετνάμ της Ινδίας».
Το 2002, η κυβέρνηση και οι Τίγρεις συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός και έναρξη μιας ειρηνευτικής διαδικασίας με τη μεσολάβηση της Νορβηγίας. Το Ενωμένο Εθνικό Κόμμα ήλπιζε να πετύχει μια συμφωνία με τους Τίγρεις. Οι επιχειρηματίες, που το στήριζαν, ήλπιζαν πως, τερματίζοντας τον εμφύλιο, θα μπορούσαν να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις και να εκμεταλλευτούν τα φτηνά εργατικά χέρια της χώρας για να ανταγωνιστούν τη διεθνή αγορά.
Οι Τίγρεις από τη μεριά τους απαιτούσαν τη δημιουργία ενός σώματος αυτοδιοίκησης στις περιοχές τους. Όμως οι σκληροπυρηνικές μερίδες της Σινχαλέζικης πολιτικής ηγεσίας και ο βουδιστικός κλήρος δεν ήθελαν ειρήνη με τους Τίγρεις και επέμεναν να διατηρηθεί η κυριαρχία των Σινχαλέζων στη χώρα.
Όταν στις 31 Οκτώβρη του 2003 οι Τίγρεις ανακοίνωσαν ότι σχεδιάζουν να εγκαταστήσουν μια τοπική κυβέρνηση στις περιοχές τους, η πρόεδρος Κουματαρούνγκα έθεσε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και διέλυσε το κοινοβούλιο. Οι εκλογές του 2005 οδήγησαν σε οριακή νίκη της Σινχαλέζικης σωβινιστικής συμμαχίας. Οι Ταμίλ δεν πήγαν να ψηφίσουν. Σύμφωνα με το BBC το εκλογικό μποϊκοτάζ στις περιοχές των Ταμίλ ήταν καθολικό.

Κλιμάκωση του πολέμου
Ακολούθησε μια σειρά εκρήξεων σε πολλές στρατιωτικές βάσεις της Σρι Λάνκα με πιο εντυπωσιακή αυτή στο Στρατιωτικό Επιτελείο. Ο πόλεμος κλιμακώθηκε γρήγορα, μετά από την αιφνιδιαστική αεροπορική επιδρομή των Τίγρεων το Μάρτη του 2007. Οι Τίγρεις είχαν ήδη ένα αρκετά μεγάλο πυροβολικό, αλλά τώρα μπορούσαν να καμαρώνουν ως η μόνη αντάρτικη δύναμη στον κόσμο με αεροπορία. Τα τελευταία χρόνια όμως ο στρατός της Σρι Λάνκα αντεπιτέθηκε. Έβαλαν νάρκες στα νερά του Βορρά για να σακατέψουν το αντάρτικο ναυτικό, τους Τίγρεις της Θάλασσας. Διαρκείς βομβαρδισμοί του πυροβολικού έχουν σταδιακά στριμώξει τους Τίγρεις σε όλο και μικρότερα εδάφη.
Το 2009 οι δυνάμεις των Τίγρεων υπέστησαν στρατιωτική ήττα. Από εκεί που έλεγχαν 18.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, στριμώχτηκαν σε 200. Αλλά η κυβέρνηση δεν κέρδισε καμιά υποστήριξη στις περιοχές των Ταμίλ με την τελευταία της εκστρατεία. Ούτε προσέφερε κάποιο είδος αυτονομίας ή αποκέντρωσης των εξουσιών, μετά τη στρατιωτική επιτυχία της επί των Τίγρεων.
Αυτό που αποκαλυψε η ήττα των Τίγρεων είναι ότι η στρατηγική της ένοπλης πάλης είχε φτάσει στα όριά της. Η ένοπλη πάληείχε στηριχτεί στην παθητικότητα της πλειοψηφίας των απλών Ταμίλ, αποδυναμώνοντας έτσι την προοπτική ενός μαζικού απελευθερωτικού κινήματος.


Πάνος Πέτρου

333