Η φιλελεύθερη μεταρρύθμιση
Ο νομος Ραγκούση του 2010, για το δικαίωμα απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας απο αλλοδαπούς, ήταν μια φιλελεύθερη μεταρρύθμιση άτολμη και μιζερη. Παραχωρούσε την ελληνική ιθαγένεια : Πρώτο, στα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα, και με δεδομένο ότι οι γονείς τους είχαν συμπληρώσει πάνω από 5 χρόνια νόμιμης και μόνιμης παραμονής. Δεύτερο, στα παιδιά που είχαν φοιτήσει 6 χρόνια σε ελληνικό σχολείο. Τρίτο, σε ενήλικες που εκτός από τη νόμιμη διαμονή και την φοίτηση έπρεπε να μην είχαν καταδικαστεί τελεσίδικα σε κάποιο σοβαρό ποινικό αδίκημα. Ήταν μια προσπάθεια να συνδυάσει την αντιδραστική αρχή του δίκαιου της καταγωγής ( ή όπως οι φασίστες ηδονίζονται να το ονομάζουν δίκαιο του αίματος) με την σύγχρονη αρχή του εδάφους ( αυτόματη ιθαγένεια της χώρας που γεννιέσαι). Τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του νόμου Ραγκούση ήταν όμως τα άλλα …γιατί για πρώτη φορά υποχρέωνε την διοίκηση που εγκρίνει ή απορρίπτει τις αιτήσεις ιθαγένειας να τεκμηριώνει την αρνητική απόφαση στη βάση των προηγούμενων τυπικών κριτηρίων – μια κατευθείαν πρόκληση στην παράδοση της ρατσιστικής ελληνικης γραφειοκρατίας που αυθαιρετούσε ασύστολα. Και βεβαίως έδινε και το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι σ’ένα πολύ περιορισμένο αριθμό μεταναστών, που θα είχαν πολιτογραφηθεί έλληνες.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ όμως, δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τα όρια των δεσμεύσεων της με το κράτος και ο φιλελευθερισμός της δεν θα έφτανε μέχρι τον δημοκρατισμό. Έτσι δεν έκανε το παραμικρό για να ανοίξει τη συζήτηση στην κοινή γνώμη και στις μαζικές λαικές οργανώσεις για να εξηγήσει την αξία της μεταρρύθμισης. Ακολούθησε την πεπατημένη… «νομοθετώ και η εφαρμογή του νόμου σιγά- σιγά διαπλάθει την κοινωνική συνείδηση»… Το άμεσο αποτέλεσμα όμως αυτής της πολιτικής «απ’τα πάνω» ήταν η δεξιά, σ’όλες τις παραλλαγές της, να κυριαρχήσει ιδεολογικά καλλιεργώντας τον φόβο για την πλημμυρίδα των λαθρομεταναστών που θα αλλοιώσουν την σύνθεση του πληθυσμού, θα καταργήσουν την ελληνική δημοκρατία κλπ.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα με το νόμο του Ραγκούση ήταν ότι οι ίδιοι οι μετανάστες δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το πιο άμεσο και ζωτικό πρόβλημα των μεταναστών ήταν και είναι η νομιμοποίηση και τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και όχι η ελληνική ιθαγένεια. Εξ άλλου τα έξοδα για την αιτηση ήταν υπερβολικά ( μόνο το παράβολο ήταν 700 ευρώ).
Έτσι το σαμποτάρισμα από την γραφειοκρατία, η εχθρική κοινή γνώμη και η δυσπιστία των μεταναστών ακύρωσαν το νόμο στην πράξη. Τα στοιχεία αργότερα ήρθαν να επιβεβαιώσουν αυτή την εκτίμηση. Ενώ το 2009 ( επι ΝΔ) είχαν γίνει 12.354 ελληνοποιήσεις, το 2010, που άρχισε να εφαρμόζεται ο νόμος, είχαν φτάσει στις 375 και την περίοδο 2011-12 μόνο 155! Η ρατσιστική προπαγάνδα είχε αποδειχτεί μια μεγάλη απάτη αλλά αυτό πια δεν είχε καμμία σημασία.
Η επίθεση της αντίδρασης
Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν βρήκε κανένα εμπόδιο για να ανατρέψει το νόμο Ραγκούση σαν αντισυνταγματικό. Κατάργησε αμετάκλητα το δικαίωμα των μεταναστών, που είχαν παρει την ελληνική ιθαγένεια, να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές και επέβαλλε να ισχύσουν μαζί με τις τυπικές προυποθέσεις για την ιθαγένεια κάποιες, απροσδιόριστες ακόμη, ουσιαστικές, που να αποδεικνύουν τον δεσμό του αλλοδαπού με το ελληνικό έθνος και όχι απλά με το ελληνικό κράτος.
Το ΣτΕ για να στηρίξει τις αποφάσεις του, πισωγύρισε σε μια επιχειρηματολογία της χουντικής περιόδου («…το ελληνικο κράτος και η ελληνικη κοινωνία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα…με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα…ο νομοθέτης αν αγνοήσει …τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας τότε πρακτικώς θα μπορούσε να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως …» ΣτΕ 460/2013 ). Γι ‘αυτούς τους λόγους οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής, οι ακροδεξιοί ΑΝΕΛ και η ΝΔ ( που ειχε υποσχεθεί προεκλογικά την κατάργηση του νόμου Ραγκούση) δεν έκρυψαν τους πανυγυρισμούς τους.
Παρόλα αυτά η κατάργηση του νόμου …μας υποχρεώνει σε κάποιες ευρύτερες παρατηρήσεις. Καταρχάς σηματοδοτεί , σε επίπεδο κρατικων θεσμών, μια μεγάλη συμβολική και ιδεολογική νίκη της εθνικιστικής αντίδρασης σε βάρος των φιλελευθέρων. Δεν πρόκειται για μια στροφή του ΣτΕ στην άκρα δεξιά γιατί το «βαθύ κράτος» στην Ελλάδα ( δικαστήρια, αστυνομία, στρατός, φυλακές) ήταν και είναι αναθρεμένο μ’αυτή την παράδοση και είναι συγκροτημένο με βάση την εμπειρία της μηδενικής ανοχής απέναντι στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες και τους μετανάστες. Επίσης η κατάρριψη του νόμου δεν έχει να κάνει τόσο με κινήσεις τακτικής αποπροσανατολισμού στην συγκυρία ( η λεγόμενη ατζέντα της κυβέρνησης Σαμαρά) όσο με την εμπέδωση μιας αντίληψης στρατηγικού βάθους.
Ο πρώτος πυλώνας αυτής της στρατηγικής είναι ότι το δικαίωμα της ελληνικής ιθαγένειας ( που είναι ο νομικός δεσμός του πολίτη με το κράτος και όχι το έθνος ) το έχουν μόνο οι ελληνικής εθνικότητας πολίτες και κανένας άλλος… Μέχρι σήμερα όμως, κανένας δεν έκανε αίτηση για να αλλάξει εθνικότητα αλλα μόνο για ιθαγένεια ( η υπηκοότητα) . Έτσι και αλλιώς δεν αλλάζεις εθνικότητα ( η εθνική συνείδηση έχει ρίζες με βάθος χρόνου και ισχυρές ταυτίσεις) με αιτήσεις…. και ούτε εξάλλου το σεβαστό μας δικαστήριο υπόδειξε κανένα μετρο εθνικοποίησης των αλλοεθνών.
Πίσω όμως από την συνειδητή καλλιέργεια σύγχισης μεταξύ εθνικότητας και ιθαγένειας βρίσκεται το σχέδιο για διασυρμό ( κοίτα ρε οι πακιστανοί θέλουν να γίνουν έλληνες…έλληνας γεννιέσαι ρε, δεν γίνεσαι…) και υπονόμευση του δικαιώματος των μεταναστών να πολιτογραφούνται έλληνες πολίτες με τα ανάλογα δικαιώματα και υποχρεώσεις( στρατιωτικη θητεία, φορολογία, εκλέγειν και εκλέγεσθαι κλπ). Και αυτός είναι ο δεύτερος πυλώνας της αντιδραστικής στρατηγικής. Γιατί οι μετανάστες, που είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία εργάτες και φτωχά λαικά στρώματα, αποκτώντας πολιτικά δικαιώματα θα συγχωνευόταν με το ντόπιο προλεταριάτο σε μια γιγάντια λαική δημοκρατική στρατιά…κάτι που ξεπερνάει και τον χειρότερο εφιάλτη της άρχουσας τάξης.
Ο εφιάλτης όμως μπορεί να περάσει στους «απο κάτω» αν οι εργαζόμενοι αυτής της χώρας μείνουν διασπασμένοι σε έλληνες και ξένους, που ενώ ζουν και δουλεύουν στην ίδια χώρα ένα μεγάλο κομμάτι απ’αυτούς, οι μετανάστες, δεν θα έχουν πολιτικά δικαιώματα ( ούτε καν ανθρώπινα δικαιώματα). Η καθιέρωση και η εμπέδωση αυτής της διαίρεσης, ιδεολογικά και νομικά, θα οδηγήσει σε δύο κατηγορίες ανθρώπων που η μία θα είναι πεταμένη στα σκουπίδια της κοινωνίας. Ποιός μας εγγυάται όμως, ότι σ’αυτή την κατηγορία των αποκλεισμένων δεν θα κατρακυλήσουν και άλλες κατηγορίες ανθρωπων που δεν ταιριάζουν στην περι έθνους και ιθαγένειας αντίληψη των βρικολάκων του ΣτΕ;
Και το αντιφασιστικό κίνημα και η Αριστερά ;
Για μια ακόμη φορά βρεθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων. Κυριάρχησε η λογική ότι είναι δύσκολο θέμα και πρέπει να κανουμε πολιτική με «όρους πλειοψηφίας» για να μην χάνουμε ψήφους. Έτσι αντι να ξεκινήσουμε τον πόλεμο για τις βασικές δημοκρατικές αξίες που έχουν καθιερώσει οι δημοκρατικές επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, εγκαταλείψαμε αμαχητί τα εκλογικά δικαιώματα των ελάχιστων μεταναστών που πολιτογραφήθηκαν έλληνες πολίτες. Και τι μας έμεινε; Να κάνουμε παζάρια με την κυβέρνηση του Μνημονίου για τα πόσα χρόνια νόμιμη διαμονή θα πρέπει να έχουν οι μετανάστες γονείς για να μπορούν να κάνουν αίτηση για την απόκτηση ιθαγένειας του ανήλικου τέκνου τους κλπ, κλπ…Μέχρι και ο Παπανδρέου υπεράσπισε το νόμο Ραγκούση με περισσοτερο σθένος!
Ακόμη και αν οι συσχετισμοί είναι τόσο αρνητικοί και δεν έχουμε τις δυνάμεις να αλλάξουμε τα πράγματα, μπορούμε τουλάχιστον να επιμείνουμε προπαγανδίζοντας τις προγραμματικές μας θέσεις: πρώτο, αυτόματη ιθαγένεια σ’ολα τα παιδιά και δεύτερο, ίσα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους. Γιατί υποχωρόντας πίσω απ’αυτές τις θέσεις, παύουμε να είμαστε αντιφασίστες και να ανήκουμε στην Αριστερά.







