Τις προάλλες κοντοστάθηκα έξω από ένα νεκροταφείο. Μου ‘κανε εντύπωση γιατί είχε μαζευτεί κόσμος πολύς, άντρες κυρίως, που είχανε σχεδόν όλοι τους μουστάκια σέρτικα, επιβλητικά, πλάι σε δόντια χρυσαφένια. Και σε κοιτούσαν με βλέμματα περίεργα, θολά, λες και το ένα τους το μάτι ήτανε κανονικό και τ’ άλλο γυάλινο. Κι ήταν η ατμόσφαιρα φορτισμένη αλλά, για έναν περίεργο λόγο, δεν ένιωθες πένθος να μπαίνει στα πνευμόνια σου, όχι, δεν ήταν πόνος από θάνατο τούτος ο αέρας που ανέμιζε τις δεκάδες παρατεταγμένες σημαίες. Θα ‘λεγες ότι στα δάκρυα διέκρινες κάμποσες σταγόνες υπερηφάνειας να κυλάνε πάνω στα ροζιασμένα μάγουλα των τεθλιμμένων. Δεν είχα ξαναπετύχει ποτές μου τέτοια περίεργη κηδεία. Έβλεπες παντού χρώματα γαλανόλευκα, απλωμένα ανάμεσα σε κεριά κι ανθρώπους, μηνύματα με κεφαλαία, αρχαιοπρεπή γράμματα, που σχημάτιζαν λέξεις εμφατικές. ΗΡΩΑΣ και ΑΘΑΝΑΤΟΣ και ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ. Και αντί για μνήμη αιώνια του αξιομακάριστου, άκουγες στα ψιθυριστά κατάρες και αναθέματα για την πεθαμένη Ελλάδα. Ήτανε, στ’ αλήθεια, σα να μη θάβανε άνθρωπο εκείνη την ημέρα. Ήταν σαν να θάβανε Δημοκρατία ολόκληρη.












