Στις αρχές του 18ου αιώνα και αργότερα, μακαρονιστάδες λέγονταν υποτιμητικά και ειρωνικά όσοι χρησιμοποιούσαν μακροσκελείς και ακατανόητες φράσεις στο λόγο τους, ενώ παπυρόγνωμους αποκαλούσαν αυτούς που διαμόρφωναν τη γνώμη τους κυρίως με βάση τη μελέτη αρχαίων παπύρων-κειμένων. Οι πρώτοι κατηγορούνταν ότι ήθελαν να αλλοιώσουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού με την φυσική γλυκάδα της και οι δεύτεροι ως αναχρονιστές. Αυτά στα πλαίσια μιας εκτεταμένης γλωσσικής, ιδεολογικής και τελικά πολιτικής αντιπαράθεσης τις παραμονές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Πριν προχωρήσω στην επιστολή, η οποία εκτιμώ ότι έχει κάποια αξία και σήμερα, ας δούμε λίγα βιογραφικά για το συντάκτη της.
Ο Ιωάννης Βηλαράς (1771 – 1823) γεννήθηκε στα Γιάννενα, ο πατέρας του ήταν Γιαννιώτης επιφανής γιατρός και η μητέρα του ονομαζόταν Τάρσα ή Ταρσίτσα με καταγωγή από την Τρίπολη. Έζησε και εργάστηκε ως γιατρός στην αυλή του Αλή Πασά, ήταν μάλιστα προσωπικός γιατρός του γιου του Βελή Πασά και υπεύθυνος για το χαρέμι, είχε σπούδασει ιατρική στην Πάδοβα και τη Μπολώνια. Υπήρξε γλωσσομαθής, ιατροφιλόσοφος, ποιητής και λόγιος. Επηρεάστηκε βαθύτατα από τις ιδέες του Γαλλικού διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης. Αν και κατηγορήθηκε μεταγενέστερα ότι έμενε παθητικά “σκλάβος” και “ραγιάς” στην αυλή των Ιωαννίνων, φαίνεται ότι είχε κάποια συμμετοχή στην Ελληνική επανάσταση, καθώς μετά την πολιορκία των Ιωαννίνων από τουρκικά στρατεύματα εγκατέλειψε τον Αλή Πασά και κατέφυγε στο Τσεπέλοβο, όπου και πέθανε. Ασχολήθηκε ακόμη με τη γλωσσολογία και ήταν υπέρμαχος της απλής δημοτικής την οποία υπερασπιζόταν με ιδιαίτερη ζωντάνια και πάθος. Ανέπτυξε στενή πνευματική σχέση με τον Σολωμό, όχι μόνο στο θέμα της γλώσσας, αλλά και της ποίησης. Στο βιβλίο του “Ρομέηκη Γλόσα,”, που τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1814, διατυπώνονται οι ριζοσπαστικές του απόψεις για τη γλώσσα και προτείνει, μεταξύ άλλων, και την φωνητική ορθογραφία, ενώ την ίδια περίοδο δημοσιεύονται ποιήματα του και μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Ο εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός δε φαίνεται να αγνοούσε τη Ρομέηκη Γλόσα και τα χειρόγραφα του Βηλαρά, πιθανότατα μάλιστα βοήθησε στην έκδοση των έργων του μαζί με τον Ανδρέα Κάλβο και άλλους επιφανείς Επτανήσιους.













