Ο Χειμώνας ήταν σκληρός, έπεσε χιόνι στο νησί μας. Μας βάζουν την ημέρα να καθόμαστε κατάχαμα. Απαγορεύεται να βάλεις ένα κουρελάκι για να καθίσεις ή μια πέτρα, για να μην είσαι καθισμένος μέσα στις λάσπες και στο νερό. Απαγορεύεται κάθε κίνηση, απαγορεύεται να στρέψεις δεξιά ή αριστερά. Εκεί υποχρεωμένος να βλέπεις προς μια κατεύθυνση, χωρίς να στρίβεις το κεφάλι. Και η παραμικρή κίνηση κολάζεται με ξυλοδαρμό. Το σώμα σου πιάνεται από την υγρασία και γίνεται ένα με τις λάσπες και την γη. Φαγητό μας δίνουν κάθε δεύτερη ημέρα ή κάθε τρίτη. Το φαγητό είναι δυο μπουκιές ψωμία και λίγα χόρτα χωρίς λάδι.
Ο χώρος της απομόνωσης περιφραγμένος με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Αντίσκηνα ατομικά σε μιαν απόσταση το ένα με το άλλο. Όταν έβρεχε, το νερό έμπαινε μέσα. Τα αντίσκηνα περιφραγμένα και αυτά με αγκαθωτό συρματόπλεγμα…Μόλις νυχτώσει, μας βάζουν μέσα στα αντίσκηνα. Όταν μας κλείνουν στα αντίσκηνα μας χύνουν στην πλάτη πάνω από το σβέρκο, νερό.
Κάθε βράδυ, κατεβάζουν κανά δυο στο φυλάκιο. Δε μας παίρνουν μαζί. Παίρνουν πρώτα τον ένα και ύστερα τον άλλον. Αφού τελειώσουν με τον πρώτο. Οι βασανιστές εναλλάσσονται στο έργο τους, για να μην κουράζονται. Την πρώτη θέση κατέχουν οι φάλαγγες, τα χτυπήματα στα άκρα, παντού. Αλλά και τα αδέσποτα χτυπήματα, κλοτσιές, κοντακιές γροθιές, δεν λείπουν. Στήνουν χορό γύρω σου και ουρλιάζουν: «Απόψε θα την κάνεις, θα την κάνεις (την δήλωση)».
Ο Παντελής Κιουρτσής βγάζει αίμα από το στόμα. Ο Ηρακλής Μποζαντζίδης δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του. Ο Τηλέμαχος Μεταξωτός έχει γίνει ένα κουβάρι από τις φάλαγγες, δεν όριζει τίποτα, ούτε μέση ούτε χέρια. Τα χέρια και τα πόδια του Μήτσου Τατάκη είναι πρησμένα και κατάμαυρα. Τα δάχτυλα του ενός χεριού του πυορροούν…
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1949 έρχονται πρωί-πρωί στην απομόνωση και μας φωνάζουν να βγούμε έξω από το σύρμα. Μας βάζουν στην γραμμή. Μαζί μας και ο σύντροφος Μπάμπης Χατζηγεωργιάδης με κομμένα και τα δύο του πόδια. Κινείται με πατερίτσες πολύ δύσκολα. Ανηφορίζουμε προς την κορφή του υψώματος, που είναι πάνω από την απομόνωση. Στο δρόμο πέφτει ματσούκι. Φορτωθήκαμε με τον Πολύβιο τον Μπάμπη, για να ανέβουμε την πλαγιά. Μας σταμάτησαν, αφού περάσαμε την κορυφή του υψώματος. Παίρνουν τον Τηλέμαχο, τον φερνουν λίγα μέτρα μπροστά για να βλέπουμε όλοι και αρχίζουν το βασανισμό για να τον σπάσουν. Για να μας σπάσουν ακι εμάς. Έτσι υπολογίζουν.
Οι γραμμές μας όμως είναι αρραγείς και πιο σφιχτοδεμένες, λυσσομανάνε. «Σήμερα θα πεθάνετε»… Αφήνουν τον Μεταξωτό κατάκοιτο κι αρπάζουν εμένα. Για μια στιγμή σταματάνε το έργο τους. Οργανώνουν πογκρόμ. Κατά το απογευματάκι βλέπουμε στον χώρο των διαλέξεων να μαζεύονται οι κρατούμενοι του δεξιού κλωβού. Μας πήγαν και μας στην σύναξη. Είχαν μαζέψει τους Αλφαμίτες και όλους τους τραμπούκους του ΣΦΑ. Τραγούδαγαν το «Έξω Βουλγαριά» και το «Σόφια-Μόσχα είναι το όνειρό μας». Ο επικεφαλής αξιωματικός άρχισε την διάλεξη. Στο τέλος της ομιλίας, όμως σηκώνει το ποτήρι το νερό από το τραπέζι του, σαν είδος χαιρετισμού προς τους τραμπούκους που ωρύονταν. Αυτό ήταν το σύνθημα. Πέφτουν επάνω μας με ρόπαλα και ο καθένας αξιοποιούσε την πείρα των βασανιστηρίων της Μακρονήσου. Ο Τατάκης βασανίζεται στο δρομάκι μπροστά στα μαγειρεία. Ακούγεται πνιγμένος ο πόνος του. Δεν ήθελε ο Μήτσος να βγάλει ούτε «αχ» για να μην δώσει ικανοποίηση στους σαδιστές δήμιους. Ο Κιουρτσής, ο Μποζαντζίδης, ο Πολύβιος βασανίζονται και εγκαταλείπονται αιμόφυρτοι στον δρόμο προς την απομόνωση. Ορισμένοι πετάγονται από το βράχο στην θάλασσα….
Πηγη:http://kokkinosfakelos.blogspot.gr
111







