
Συναντώ την κυρία Αναστασία στο σπίτι της κόρης της στην Ιστιαία, όπου έχει βρει καταφύγιο μετά τον άγριο ξυλοδαρμό που υπέστη από το γιο της ηλικιωμένης γυναίκας στην οποία δούλευε ως οικιακή βοηθός. Έχουν περάσει πέντε μέρες, όμως τα σημάδια στο πρόσωπο και το σώμα της είναι ακόμα έντονα. Η Raycheva Siyka Todorova ή Αναστασία όπως τη φωνάζουν στην Ελλάδα, κατάγεται από τη Βουλγαρία, ζει κι εργάζεται στην Ιστιαία και τις γύρω περιοχές τα τελευταία 15 χρόνια.
Η 50χρονη είχε αναλάβει τη φροντίδα μιας ηλικιωμένης γυναίκας στο Τσιφλίκι της Ιστιαίας 3-4 μέρες πριν το περιστατικό ξυλοδαρμού. Ο μισθός της θα ήταν 400 ευρώ το μήνα χωρίς ασφάλιση όπως υποστηρίζει, με την υποχρεώση να βρίσκεται στο σπίτι μέρα-νύχτα, θα είχε ένα ρεπό την εβδομάδα και τη δυνατότητα να φεύγει για κάποιες ώρες ώστε να βλέπει την οικογένειά της. Τον εργοδότη της τον γνώριζε ήδη αφού δούλευε για 4 χρόνια σε μία άλλη οικογένεια στην περιοχή. Όπως λέει η ίδια δεν ήταν άγριος μαζί της και δεν της είχε δώσει ανάλογα δείγματα.

To σπίτι της κόρης της κυρίας Αναστασίας στην Εύβοια, όπου και την συναντήσαμε
Το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιανουαρίου, ο εργοδότης της την κατηγόρησε πως έκλεψε 900 ευρώ από το σπίτι της μητέρας του, κάτι που η ίδια αρνήθηκε. Λίγο αργότερα ο άντρας επέστρεψε με άλλους δύο γνωστούς του, την έδειραν, την έδεσαν χειροπόδαρα και την οδήγησαν σε μία σούδα (βάλτο με νερό), σύμφωνα με όσα καταγγέλει η ίδια.
Όπως μου λέει: «Ήταν Πέμπτη απόγευμα. Είχα να βγω τρεις μέρες να δω τα παιδιά μου και το αφεντικό μου μου είπε αν θέλω να πάω μια βόλτα από το χωριό του. Μου είπε ότι θα με περίμενε και η γυναίκα του και να τον πάρω τηλέφωνο να έρθει να με πάρει. Πήγαμε σε ένα μαγαζί, στο οποία ήταν εκεί και 3-4 φίλοι τους. Με κέρασαν 1-2 μικρά ποτηράκια κρασί. Λίγο μετά τις 4.00 τους λέω ότι θα φύγω. Με πήγε ο ίδιος πίσω στη μαμά του. Όταν φτάσαμε, μπήκε μέσα στο δωμάτιο να ψάξει κάτι και μου έφερε ένα πράσινο χαρτί. Μου λέει «τα λεφτά που είναι;». «Ποια λεφτά;», του απαντάω. «Τα 900 ευρώ», μου φωνάζει. «Δεν ξέρω», του είπα, «δεν έχω ούτε λεφτά ούτε τίποτα». Με κατηγόρησε ότι εγώ πήρα τα λεφτά. Έφυγε και κλείδωσε την πόρτα. Αμέσως πήρα τη γυναίκα του και της είπα ότι τα λεφτά λείπουν από το σπίτι κι ότι εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εκείνη μου είπε ότι θα μιλήσει με τον άντρα της.


Λίγο αργότερα, επέστρεψε μαζί με τους δύο φίλους του που ήταν πριν στο μαγαζί και με τη γυναίκα του. «Τα λεφτά», μου φώναζε κι εκείνη. Έλεγα ότι δεν τα έχω πάρει εγώ. Απειλούσαν ότι θα καλέσουν την αστυνομία και τους έλεγα να την πάρουν. Κάποια στιγμή άρχιζαν να φωνάζουν από πάνω μου κι αυτή εξαφανίστηκε και με άφησε μόνη με τρεις άντρες. Το αφεντικό μου ξεκίνησε να με βαράει, ο άλλος φώναζε κι ο άλλος στεκόταν στην κλειδωμένη πόρτα. Τους έλεγα ότι δεν έχω πάρει τα λεφτά αλλά δε με πίστεψαν. Έπεσα κάτω, έτρεχαν τα αίματα από τη μύτη και το στόμα μου, το πρόσωπό μου έγινε χάλια, τα μάτια μου άρχιζαν να κλείνουν. Έλεγα Παναγία μου βοήθησέ με. Φώναζα, αλλά η γιαγιά δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι και οι γείτονες δεν μπορούσαν να με ακούσουν γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειστά. Μου είχαν κλείσει και το κινητό, για να μην καλέσω κάποιον.


Μετά με έβαλαν κάτω κι ο ένας πατούσε στα χέρια μου με τα παπούτσια του, και το αφεντικό μου προσπαθούσε να με πνίξει με μία πετσέτα στο πρόσωπό μου. Μετά μου έλεγαν ότι θα με πάνε στη σούδα να με πετάξουν στο Τσοκαϊτη. Πήραν ένα σχοινί, μου έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και με έβαλαν στο αυτοκίνητο. Η ώρα είχε πάει 9.00 το βράδυ περίπου. Μου ζητούσαν να πω που είναι τα λεφτά αλλιώς θα με πετάξουν μέσα και θα πεθάνω. Με έβαλαν στο νερό και με άφησαν μέσα μέχρι τη μέση και κρύωνα. Για να γλιτώσω τη ζωή μου είπα ψέματα ότι πήρα τα λεφτά και τα έστειλα στη Βουλγαρία. Τους ζήτησα να με αφήσουν να φύγω κι ότι μέχρι την επόμενη μέρα στις 10.00 το πρωί θα τους δώσω τα λεφτά. Μου είπαν ότι «αν δεν τα φέρεις, θα δεις τι θα πάθει η κόρη κι ο γαμπρός σου».

Σούδα στην Εύβοια
πηγή:vice.com






