Η τελευταία μάχη της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Η τελευταία μάχη της Ρόζας Λούξεμπουργκ

1του Χάρη Παπαδόπουλου

«Η τάξη επικρατεί στο Βερολίνο. Ηλίθιοι δήμιοι! Η τάξη σας είναι χτισμένη στην άμμο! Η Επανάσταση αύριο θα υψώσει τη βροντερή της φωνή ως τους ουρανούς: Ήμουν, είμαι και θα είμαι!» (Από το τελευταίο άρθρο της Ρόζας Λούξεμπουργκ στη «Ρότε Φάνε» («Κόκκινη Σημαία»), στις 14 Γενάρη 1919, μια μέρα πριν από τη δολοφονία της από τα Freikorps, ένοπλα αποσπάσματα των ακροδεξιών.)

Δεν ήταν δε­δο­μέ­νο πως η αν­θρω­πό­τη­τα έπρε­πε να πε­ρά­σει τη φρίκη του Β΄ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου, με τη να­ζι­στι­κή κα­το­χή στην Ευ­ρώ­πη, με τα Άου­σβιτς και τα Ντα­χά­ου και την εξό­ντω­ση 60 εκα­τομ­μυ­ρί­ων αν­θρώ­πων. Η Ιστο­ρία μπο­ρού­σε να εξε­λι­χθεί εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κά. Το 1918-1923 η Γερ­μα­νία ζούσε σε υψηλό επα­να­στα­τι­κό πυ­ρε­τό. Το κα­θε­στώς του Κάι­ζερ είχε κα­ταρ­ρεύ­σει, η ερ­γα­τι­κή τάξη και οι στρα­τιώ­τες είχαν τα όπλα στα χέρια τους και ήταν ορ­γα­νω­μέ­νοι σε συμ­βού­λια ερ­γα­τών και στρα­τιω­τών σε όλη τη χώρα. Η Γερ­μα­νία, η βιο­μη­χα­νι­κή καρ­διά της Ευ­ρώ­πης, μπο­ρού­σε να γίνει η Κόκ­κι­νη πα­γκό­σμια Μη­τρό­πο­λη της ερ­γα­τι­κής επα­νά­στα­σης και η Ρωσία του 1917 θα ήταν απλώς ο προ­πο­μπός της.

Αυτή η προ­ο­πτι­κή ήταν εφι­κτή την κρί­σι­μη πε­ντα­ε­τία μέχρι το 1923. Η προ­λε­τα­ρια­κή γερ­μα­νι­κή επα­νά­στα­ση δεν κα­τά­φε­ρε να επι­κρα­τή­σει. Το αντί­τι­μο ήταν η άνο­δος του Χί­τλερ στην εξου­σία 10 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1933.

«Η επα­νά­στα­ση είναι ανα­πό­φευ­κτη»

Ο Πρώ­τος Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος είχε τε­λειώ­σει όχι με κά­ποια δι­πλω­μα­τι­κή πρω­το­βου­λία, αλλά με εξέ­γερ­ση των ναυ­τών στο Κίελο στις 4 Νο­έμ­βρη του 1918, που με­τα­δό­θη­κε σαν πυρ­κα­γιά σε όλη τη Γερ­μα­νία. Στις 9 Νο­έμ­βρη η επα­νά­στα­ση είχε κα­τα­λύ­σει κάθε εξου­σία στο Βε­ρο­λί­νο και τη χώρα.
Η μο­να­δι­κή εξου­σία που υπήρ­χε τις πρώ­τες μέρες της επα­νά­στα­σης ήταν τα συμ­βού­λια των ερ­γα­τών και στρα­τιω­τών. Και η μόνη τάξη που ήταν ένο­πλη μα­ζι­κά ήταν η ερ­γα­τι­κή. Όμως, την κυ­βέρ­νη­ση της χώρας δεν τη σχη­μά­τι­σαν τα ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια, αλλά τα δύο βα­σι­κά κόμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς, το Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό (SPD) και το Ανε­ξάρ­τη­το Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό (USPD). Το δεύ­τε­ρο συ­γκέ­ντρω­νε τα πιο πρω­το­πό­ρα στοι­χεία μέσα στην ερ­γα­τι­κή τάξη και τους στρα­τιώ­τες, αλλά το πρώτο ήταν το μα­ζι­κό­τε­ρο ερ­γα­τι­κό κόμμα πα­νε­θνι­κά. Η επα­να­στα­τι­κή Αρι­στε­ρά της επο­χής ήταν η Ένωση Σπάρ­τα­κος (Spartakusbund), με επι­κε­φα­λής τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ και τον Λή­μπ­κνε­χτ, που δρού­σε ως ανε­ξάρ­τη­το τμήμα μέσα στο USPD.

Η Ρόζα συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα κο­ρυ­φαία επα­να­στα­τι­κά μυαλά όλης της Ιστο­ρί­ας. Τα βι­βλία και τα άρθρα της πάνω στην Οι­κο­νο­μία και την πο­λι­τι­κή δράση πα­ρα­μέ­νουν κλα­σι­κά κεί­με­να απί­στευ­της δύ­να­μης και ζω­ντά­νιας. Η Ρόζα ήταν ο «αετός της επα­νά­στα­σης» σύμ­φω­να με τον Λένιν και η συμ­βο­λή της στη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρία υπήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κή. Δυ­στυ­χώς, το μέ­γε­θος της ορ­γά­νω­σης του «Σπάρ­τα­κου» ήταν ανα­ντί­στοι­χα μικρό.

Πριν από τον πό­λε­μο όλη αυτή η Αρι­στε­ρά ήταν ενω­μέ­νη στο Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα. Οι Σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες μέχρι το 1914 είχαν φτά­σει να δια­θέ­τουν το ένα τρίτο των εδρών στο κοι­νο­βού­λιο, πα­νί­σχυ­ρα συν­δι­κά­τα και να απο­τε­λούν ένα «κρά­τος εν κρά­τει» μέσα στη Γερ­μα­νία. Ανά­λο­γη ήταν η δύ­να­μή τους στην Αυ­στρο­ουγ­γρι­κή αυ­το­κρα­το­ρία και άλλες χώρες. Οι Σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες προ­πα­γάν­δι­ζαν το σο­σια­λι­στι­κό μέλ­λον της αν­θρω­πό­τη­τας με επα­να­στα­τι­κή κα­τά­λη­ψη της εξου­σί­ας, ήταν αντί­θε­τοι στον πό­λε­μο και κα­λού­σαν σε γε­νι­κή απερ­γία σε πε­ρί­πτω­ση που ξε­σπά­σει ο πό­λε­μος.

Όμως, τί­πο­τε από όλα αυτά δεν έγινε πράξη, όταν ξέ­σπα­σε ο Πρώ­τος Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος τον Αύ­γου­στο του 1914. Που­θε­νά δεν έγινε απερ­γία κατά του πο­λέ­μου, πα­ντού σχε­δόν τα σο­σια­λι­στι­κά κόμ­μα­τα συ­ντά­χθη­καν με τις κυ­βερ­νή­σεις των χωρών τους. Έβρι­σκαν μά­λι­στα μαρ­ξι­στι­κο­φα­νή επι­χει­ρή­μα­τα για ποιο λόγο είναι καλό για την πα­γκό­σμια σο­σια­λι­στι­κή υπό­θε­ση να κερ­δί­σει στον πό­λε­μο η πα­τρί­δα του κα­θε­νός κόμ­μα­τος.

Οι σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες της Γερ­μα­νί­ας στη διάρ­κεια του πο­λέ­μου στή­ρι­ξαν ου­σια­στι­κά κάθε μέτρο των γερ­μα­νι­κών κυ­βερ­νή­σε­ων υπέρ του πο­λέ­μου και κατά της αντι­πο­λε­μι­κής και διε­θνι­στι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας μέσα στη χώρα. Το 1918, ελά­χι­στα πριν ξε­σπά­σει η επα­νά­στα­ση, ο Έμπερτ, επι­κε­φα­λής του SPD, δή­λω­σε στον πρί­γκι­πα Μαξ, πρω­θυ­πουρ­γό της Γερ­μα­νί­ας: «Η επα­νά­στα­ση είναι ανα­πό­φευ­κτη! Όμως δεν πρό­κει­ται να την αφήσω να συμ­βεί! Τη μισώ σαν αμαρ­τία!»

Τον Νο­έμ­βρη 1918, ο πρί­γκι­πας πα­ρέ­δω­σε την πρω­θυ­πουρ­γία στον πιστό Έμπερτ, για να σώσει το σύ­στη­μα από την Επα­νά­στα­ση.

«Ο εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα»

Ένα με­γά­λο μέρος του στε­λε­χι­κού δυ­να­μι­κού του SPD απο­χώ­ρη­σε το 1917, ιδρύ­ο­ντας το Ανε­ξάρ­τη­το Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κό (USPD). Ήταν ένα κόμμα αρ­κε­τά μα­ζι­κό, με εν­στά­σεις απέ­να­ντι στη συμ­με­το­χή στον πό­λε­μο –αλλά χωρίς να ορ­γα­νώ­νει κα­μπά­νια κατά του πο­λέ­μου.
Οι κοι­νο­βου­λευ­τι­κοί ρή­το­ρες και των δύο κομ­μά­των δεν τόλ­μη­σαν ποτέ να αντι­τα­χθούν στα νο­μο­σχέ­δια που ορ­γά­νω­ναν τη συμ­με­το­χή της Γερ­μα­νί­ας στο πα­γκό­σμιο σφα­γείο του πο­λέ­μου.

Με εξαί­ρε­ση έναν, τον Καρλ Λή­μπ­κνε­χτ, που τόλ­μη­σε από την αρχή να μην ψη­φί­σει τις πο­λε­μι­κές πι­στώ­σεις. Για τη στάση του αυτή ο Λή­μπ­κνε­χτ θα εκσ­στρα­τευ­τεί, αν και βου­λευ­τής, σε τάγμα ερ­γα­σί­ας: δεν του εμπι­στεύ­ο­νταν όπλο. Λίγες βδο­μά­δες μετά την ψήφο του, ο Λή­μπ­κνε­χτ θα ορ­γα­νω­θεί στην «Ένωση Σπάρ­τα­κος».

Η ομάδα αυτή ορ­γα­νώ­θη­κε από τα πιο αρι­στε­ρά στε­λέ­χη του SPD, γύρω από τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ, που ήταν απο­φα­σι­σμέ­να «να πο­λε­μή­σουν κατά του πο­λέ­μου».

Την Πρω­το­μα­γιά του 1916 στο Βε­ρο­λί­νο, ο «Σπάρ­τα­κος» κα­τά­φε­ρε να συ­γκε­ντρώ­σει 10.000 ερ­γά­τες σε συλ­λα­λη­τή­ριο ενά­ντια στον πό­λε­μο. Ομι­λη­τής ήταν ο Λή­μπνε­χτ που, φο­ρώ­ντας τη στρα­τιω­τι­κή του στολή, πρό­λα­βε να πει μόνο μια φράση, «Κάτω ο πό­λε­μος. Κάτω η κυ­βέρ­νη­ση. Ο εχθρός είναι στην ίδια μας τη χώρα», πριν τον αρ­πά­ξει η αστυ­νο­μία, που διέ­λυ­σε με μανία τους δια­δη­λω­τές.  Λίγο μετά ο Λή­μπνε­χτ μπρο­στά στους στρα­το­δί­κες δή­λω­νε: «Κα­νείς στρα­τη­γός δεν ήταν ποτέ τόσο πε­ρή­φα­νος για τη στολή του, όσο εγώ με αυτά τα ρούχα του κα­τά­δι­κου».

Μέχρι να απε­λευ­θε­ρω­θούν από την επα­νά­στα­ση το Νο­έμ­βρη 1918, οι κυ­ριό­τε­ροι ηγέ­τες του «Σπάρ­τα­κου» ήταν φυ­λα­κι­σμέ­νοι.

«Κά­ποιος πρέ­πει να κάνει το κυ­νη­γό­σκυ­λο»

Οι υπουρ­γοί της νέας κυ­βέρ­νη­σης, με επι­κε­φα­λής τον Έμπερτ, ονο­μά­στη­καν «επί­τρο­ποι του λαού», όπως ακρι­βώς και στη Ρωσία η κυ­βέρ­νη­ση των μπολ­σε­βί­κων.

Μα οι επί­τρο­ποι του Έμπερτ δεν είχαν σκοπό να βα­σι­στούν στη δύ­να­μη και την αυ­τε­νέρ­γεια των γερ­μα­νι­κών σο­βιέτ. Αντί­θε­τα, στη­ρί­χτη­καν στο κα­τα­κά­θι της γερ­μα­νι­κής κοι­νω­νί­ας για να αντι­με­τω­πί­σουν την επα­νά­στα­ση, στα «Ελεύ­θε­ρα Σώ­μα­τα» (Freikorps). Τα απο­τε­λού­σαν εθε­λο­ντές στρα­τιώ­τες απο­φα­σι­σμέ­νοι για κάθε έγκλη­μα προ­κει­μέ­νου να συ­ντρί­ψουν την Αρι­στε­ρά και τις ερ­γα­τι­κές ενώ­σεις. Τα Freikorps πρω­το­χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τη σβά­στι­κα ως σύμ­βο­λό τους και αρ­κε­τοί από τα εγκλη­μα­τι­κά στοι­χεία που συ­σπεί­ρω­σαν, απο­τέ­λε­σαν αρ­γό­τε­ρα τη ρα­χο­κο­κα­λιά του να­ζι­στι­κού κόμ­μα­τος.
Έτσι, συ­νέ­βη το πα­ρά­δο­ξο, η κυ­βέρ­νη­ση Έμπερτ να χαί­ρει της εμπι­στο­σύ­νης της με­γά­λης πλειο­ψη­φί­ας της ερ­γα­τι­κής τάξης. Όμως αυτή η τάξη ήταν οπλι­σμέ­νη και ακρι­βώς τον αφο­πλι­σμό και την υπο­τα­γή της προ­σπα­θού­σε να πε­τύ­χει η κυ­βέρ­νη­ση. Κι ακόμα την εξό­ντω­ση του «Σπάρ­τα­κου», που απει­λού­σε να συ­σπει­ρώ­σει γύρω του τους ερ­γά­τες όσο είχαν ακόμη όπλα και ορ­γά­νω­ση. Με άλλα λόγια, η κυ­βέρ­νη­ση έπρε­πε να ορ­γα­νώ­σει άμεσα μια αι­μα­τη­ρή προ­βο­κά­τσια για να απο­κε­φα­λί­σει τον «Σπάρ­τα­κο».

Το Γε­νά­ρη του 1919, η κυ­βέρ­νη­ση απάλ­λα­ξε από τα κα­θή­κο­ντά της τον Άι­χορν, διοι­κη­τή της Αστυ­νο­μί­ας του Βε­ρο­λί­νου. Ο Άι­χορν ήταν αρι­στε­ρός, μέλος των Ανε­ξάρ­τη­των Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τών, που το­πο­θε­τή­θη­κε στο πόστο του από τα ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια του Βε­ρο­λί­νου και δή­λω­σε πως μόνο αυτά μπο­ρούν να τον κα­θαι­ρέ­σουν. Η κυ­βέρ­νη­ση εύ­κο­λα μπο­ρού­σε να πε­τύ­χει μια τέ­τοια από­φα­ση από τα συμ­βού­λια της πόλης. Αλλά επέ­λε­ξε την πυγμή. Οι δια­δη­λώ­σεις υπέρ του Άι­χορν με­τα­βλή­θη­καν σε συμ­βο­λι­κές κα­τα­λή­ψεις κατά της κυ­βέρ­νη­σης και τε­λι­κά σε οδο­μα­χί­ες με τα Freikorps. Πάνω από 150 επα­να­στά­τες έχα­σαν τη ζωή τους τις μέρες του Γε­νά­ρη 1919 στο Βε­ρο­λί­νο. Κι ανά­με­σά τους ο Λή­μπ­κνε­χτ και η Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ. Η γερ­μα­νι­κή επα­να­στα­τι­κή Αρι­στε­ρά έμει­νε ακέ­φα­λη την ώρα που χρεια­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μια επα­να­στα­τι­κή ηγε­σία.

Η πε­ρί­φη­μη «εξέ­γερ­ση του Σπάρ­τα­κου» στη Γερ­μα­νία δεν ορ­γα­νώ­θη­κε από τον «Σπάρ­τα­κο». Ο «Σπάρ­τα­κος» προς τιμή του δεν εγκα­τέ­λει­ψε τους χι­λιά­δες αγω­νι­στές που υπε­ρά­σπι­ζαν στον δρόμο τη θέση του Άι­χορν, μια θέση που είχε κα­τα­κτή­σει η επα­νά­στα­ση. Η μόνη ευ­θύ­νη του «Σπάρ­τα­κου» είναι που δεν μπό­ρε­σε να πεί­σει τους πιο ανυ­πό­μο­νους μα­χη­τές του προ­λε­τα­ριά­του, να κρα­τή­σει τον αμυ­ντι­κό χα­ρα­κτή­ρα της σύ­γκρου­σης και, στην ανά­γκη, να υπο­χω­ρή­σει συ­ντε­ταγ­μέ­να πε­ριο­ρί­ζο­ντας τις απώ­λειες.

Τέ­τοιες υπο­χω­ρή­σεις ήταν σε θέση να κά­νουν οι μπολ­σε­βί­κοι στη Ρωσία, που είχαν σφυ­ρη­λα­τή­σει από πριν ένα πραγ­μα­τι­κό κόμμα και μπο­ρού­σαν να αντι­με­τω­πί­σουν ήττες χωρίς να υπο­στούν πα­νω­λε­θρί­ες.

Αλλά η σφυ­ρη­λά­τη­ση του κόμ­μα­τος είχε κα­θυ­στε­ρή­σει δρα­μα­τι­κά στη Γερ­μα­νία και το κενό δεν μπο­ρού­σε να ανα­πλη­ρω­θεί τις μέρες των οδο­μα­χιών. Αυτό το μά­θη­μα της Ιστο­ρί­ας πλη­ρώ­θη­κε με το πιο βαρύ τί­μη­μα.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την «Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά»

185

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση