Αμάρυνθος: ένας βιασμός, μια παράσταση κι ένα σχόλιο

Αμάρυνθος: ένας βιασμός, μια παράσταση κι ένα σχόλιο

Σκηνή από την παράσταση

Με αφορμή την παράσταση «Αμάρυνθος» που ανέβηκε αυτόν τον Ιούλιο στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου από την σκηνοθέτη Μάρθα Μπουζιούρη, ανατρέχουμε για λίγο στα γεγονότα τότε, «ακούμε» την παράσταση (αρκετές βδομάδες μετά) και καταθέτουμε τους προβληματισμούς μας.

Τα γεγονότα τότε

2006-2007: Μια ιστορικά κινηματική χρονιά στην εκπαίδευση ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16. Με τις σχολές πανελλαδικά να είναι σχεδόν όλες υπό κατάληψη ανά διαστήματα, με εβδομαδιαία συλλαλητήρια στο κέντρο της Αθήνας, με απεργίες των καθηγητών στο πανεπιστήμιο, με απεργία 6 βδομάδων στους εκπαιδευτικούς στην πρωτοβάθμια, με χιλιάδες καταλήψεις σχολείων και με ενότητα των οργανώσεων της αριστεράς στη δράση.

Οκτώβριος 2006: Η 16χρονη μετανάστρια μαθήτρια στο Λύκειο Αμαρύνθου Ευβοίας βρίσκει το θάρρος και καταγγέλλει τον ομαδικό βιασμό της από συμμαθητές της. Το γεγονός συμπίπτει χρονικά με το κλείσιμο της απεργίας 6 βδομάδων των δασκάλων. Η απάντηση της τοπικής κοινωνίας ήταν άκρως εχθρική και κάλυπτε τους έφηβους βιαστές. Ο δε Σύλλογος Διδασκόντων του σχολείου αποφάσισε να επιβάλει πενθήμερη αποβολή για τα τέσσερα αγόρια αλλά και για τη 16χρονη (!). Το κορίτσι μαζί με τη μητέρα του αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Αθήνα. Στη δίκη, 4 χρόνια μετά, οι βιαστές και οι κατηγορούμενες για συνέργεια αθωώθηκαν, ενώ εναντίον της 16χρονης υποβλήθηκαν μηνύσεις για ψευδορκία, συκοφαντική δυσφήμιση κ.ά. (πηγή “Αμάρυνθος”: Προς τα πού είναι η έξοδος κινδύνου για τις γυναίκες;).

Η παράσταση, σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά

Η παράσταση “Αμάρυνθος” είναι βασισμένη σε συνεντεύξεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα και δεν αποτελεί  πραγματικό αποτέλεσμα συζητήσεων των συντελεστών με τα πρόσωπα που εμπλέκει. Επιχειρεί να είναι “αντικειμενική” μην παίρνοντας συγκεκριμένη θέση για την έκβαση της υπόθεσης, όπου οι βιαστές αθωώθηκαν παμψηφεί αλλά “αφήνοντας τους θεατές” να σχηματίσουν άποψη. Μέσα από τα στόματα των συμμετεχόντων, βέβαια, συχνά καταδεικνύονται παθογένειες της ελληνικής -και κάποτε της γενικότερης- κοινωνίας, όπως το ρατσιστικό στίγμα (είναι Βουλγάρα), το σεξιστικό στίγμα (δεν ήταν παρθένα, τα ήθελε), του τοπικισμού μιας κλειστής κοινωνίας που “προσπαθεί να ρίξει τους κατηγορούμενους λίγο (sic) πιο μαλακά”, τον κανιβαλισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Από εκεί και πέρα, σοβαρές προβληματικές προκύπτουν σε διάφορα σημεία: Τον τονισμό του πόσο καλή μαθήτρια ήταν η βιασθείσα (η αριστεία ως τρόπος υπεράσπισης), την ατάκα “δε θέλω να γίνω σεξιστής, αλλά το σεξ στην τηλεόραση πουλάει” όπου ο όρος του σεξισμού είναι τελείως θολός στο μυαλό του ατόμου που τον εκφέρει, η μεταφορά σημαντικού μεριδίου ευθύνης για την ποιότητα των μέσων μαζικής ενημέρωσης στο κοινό τους (“Το κακό θέλει δύο, αν οι τηλεθεατές άλλαζαν κανάλι δε θα το έβλεπαν. Το τι θα δω εγώ το επιλέγω, φταίει και η ίδια η ελληνική κοινωνία για το πώς θα δει κάτι και πως το ερμηνεύει”) λες και δόθηκε ποτέ με σοβαρούς όρους στην ελληνική δημόσια σφαίρα ποιοτικό περιεχόμενο και η κοινωνία δεν το προτίμησε, την κανονικοποίηση/ατομικοποίηση των αιτιών των εγκλημάτων πέρα από την ταξική πραγματικότητα (“όλοι έχουμε μέσα μας στοιχεία του εγκλήματος. Κάθε έγκλημα που έχει διαπραχθεί στην ανθρωπότητα, κάθε άνθρωπος μπορεί να το διαπράξει”). Επίσης οι πορείες διαμαρτυρίας που οργανώθηκαν στην Αμάρυνθο, είτε από το κομμάτι της αναρχίας  είτε από το φεμινιστικό κίνημα -ανεξάρτητα με τις υπαρκτές προβληματικές-, παρουσιάζονται σαν καρικατούρες, με συνθήματα που κατά τη γνώμη μας ήταν το πιο πολιτικό κομμάτι στο έργο, όπου όμως ο τρόπος που παρουσιάστηκαν τα έκανε να μοιάζουν με εκτός τόπου και χρόνου, υπερβολικά συνθήματα ενός όχλου.

Στιγμιοτυπο από τις μαζικές πορείες στην Ισπανία ενάντια στην αθώωση 5 ανδρών για τον ομαδικό βιασμό έφηβης, με βασικό σύνθημα «Εγώ σε πιστεύω», Μάιος 2018

Θετικό σημείο  (αν κρατήσουμε μεγεθυντικό φακό) η υπαινικτική αναφορά στο κείμενο “το δικαστήριο δε βρήκε την αλήθεια”, που είχαν συντάξει πλήθος φεμινιστικών οργανώσεων έπειτα από το αποτέλεσμα της δίκης. Επίσης, η κίνηση ώστε να γίνει νόμος του ελληνικού κράτους η θέση πως “αν δεν πεις όχι δε σημαίνει πως έχεις πει ναι”, νόμος δηλαδή που λέει ότι το μη συναινετικό σεξ συνιστά βιασμό και που μέχρι τώρα έχει περάσει σε οχτώ Ευρωπαϊκές χώρες. Όμως η “αντικειμενική” όψη που αγωνιά να προσδώσει το έργο δεν βοηθάει στο να ξεχωρίσει αυτό το καλό πολιτικό κομμάτι της παράστασης.

Καταλήγουμε λοιπόν σε μία παράσταση όπου έννοιες όπως  “συναίνεση”, “κουλτούρα  βιασμού” υπονοούνται αλλά δεν καταδεικνύονται, όπου το σύνθημα “μετανάστρια γυναίκα – διπλή καταπίεση” (που ακούγεται με σχεδόν διακωμωδητικό τρόπο) ξεχνάει ότι μιλάμε για κόρη εργάτριας (και άρα η καταπίεση είναι τριπλή, θα είχαν αθωωθεί οι βιαστές άραγε αν η βιασθείσα ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας και όχι μετανάστριας καθαρίστριας;), σε μια παράσταση η οποία τελικά επιλέγει να υπογραμμίσει το χειρότερο κομμάτι της σύγχρονης μεταμοντέρνας κυριαρχούσας θεώρησης του κόσμου: Την εμπεριστατωμένη θέση της μη θέσης.

Ακόμα κι αν ο στόχος, θεωρητικά, είναι να κάνει ανθρώπους με θέση υπέρ της άποψης του δικαστηρίου να “αναρωτηθούν”, πιστεύουμε ότι καταλήγει να θολώνει μια καθαρή, οργανωμένη αποδομητική απάντηση που χρειαζόμαστε ενάντια στο σεξισμό, την κουλτούρα βιασμού και το ρατσισμό και -προκειμένου να τελειώνουμε μια και καλή μαζί τους- το καπιταλιστικό σύστημα, που τόσο τα έχει ανάγκη προκειμένου να μας κρατά διαιρεμένους/ες απέναντί του. Γιατί τελικά, η λογική των ίσων αποστάσεων ενισχύει την κυρίαρχη άποψη.

 

Δανάη Μανωλέσου – Ιάσονας Γραμματικόπουλος

376

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση