Ρήγας Γκόλφης: Σήκωσε ψηλά τις σημαίες του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού

Ρήγας Γκόλφης: Σήκωσε ψηλά τις σημαίες του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού

Ο ποιητής και κριτικός Ρήγας Γκόλφης γεννήθηκε το 1886 στο Μεσολόγγι κι έφυγε από τη ζωή στις 2 του Γενάρη 1958.

Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και διορίστηκε συμβολαιογράφος.

Εμφανίστηκε σαν συγγραφέας με προοδευτικές ιδέες, γράφοντας (στην καθαρεύουσα) νομικές μελέτες και για ζητήματα που αφορούσαν στη νομική επιστήμη.

Ο Γκόλφης ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες διαβάζοντας το βιβλίο «Το κοινωνικόν μας ζήτημα» του Γ. Σκληρού κι από τότε έμεινε πιστός στο σοσιαλιστικό όραμα .

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα τραγούδια του Απρίλη» κυκλοφόρησε το 1909  κι αφού είχε αναγνωριστεί το ταλέντο του από τον Παλαμά, τον Χατζόπουλο και άλλους.

Γράφει ο Γιάνης Κορδάτος στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτενίας του (τόμος Α΄, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1983): «Δεν είναι ωραιολόγος και ουτοπιστής ονειροπόλος. Η μούσα του δεν πετά στα σύγνεφα. Είναι προσγειωμένη. Βλέπει τις ομορφιές της φύσης, τις περιγράφει και τις υμνεί, αλλά βλέπει και τις αθλιότητες της κοινωνικής ζωής και την κοινωνική αδικία. Συγκινείται, πονεί. Και σαλπίζει το σηκωμό της φτωχολογιάς. Στη συλλογή του «Τα τραγούδια του Απρίλη» υπάρχουν και σοσιαλιστικά τραγούδια που είναι στο είδος τους τα καλύτερα που έχουν γραφτεί για την εργατική ιδέα».

Συνεργάζεται με το περιοδικό Νουμάς, όπου το 1908 δημοσιεύει σε συνέχειες το κοινωνιστικό δράμα «Ο γήταυρος», που στη συνέχεια θα τυπωθεί σε βιβλίο και θα διαβαστεί και αναλυθεί στο Εργατικό Κέντρο Βόλου και θα παιχτεί από ερασιτέχνες ηθοποιούς εργάτες.

Ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές Ύμνοι (1921), Στο γύρισμα της ρίμας (1925), Λυρικά χρώματα (1930), Τετράμετρα (1953). Το 1953 κυκλοφόρησαν και κριτικές μελέτες του με τον τίτλο Φαντασία και Ποίηση.

Ο Ρ. Γκόλφης έγραψε τραγούδια, εμπνευσμένα από τη ζωή, τους αγώνες και τους πόθους της εργατιάς και της αγροτιάς.

«Θα ξεσηκώσω εδώ μερικούς στίχους απ’ αυτά, γιατί όχι μόνο οι κριτικοί, οι ανθολόγοι και οι ιστορικοί της λογοτεχνίας μας τα «αγνοούν» και δεν καταδέχονται να παρουσιάσουν τον αληθινό Γκόλφη στο ελληνικό κοινό, άλλα και οι νέοι από την προοδευτική παράταξη δεν ξέρουν ή δεν έχουν ακούσει ποιος είναι ο Γκόλφης, ποια η αισθητική προσφορά του στα νεοελληνικά Γράμματα και ποια η ιδεολογική συμβολή του στους αγώνες της εργατικής μας τάξης» γράφει ο Γ. Κορδάτος και παρουσιάζει τους παρακάτω στίχους από το έργο του Γκόλφη «Οι Σκλάβοι της γης»:

Αποσταμένοι γείραμε στα πέτρινα πεζούλια
κάτου απ’ τη βάρυπνη συκιά, ως μας αρέσει πάντα,
γυμνώνοντας το στήθος μας για να τ’ οργώση ο μπάτης.
Παρέκει τα καματερά στο σταύλο αργομασάνε,
τα μούρτζιν’ άτια αναπηδούν, τ’ άσπρα φαριά φρουμάζουν,
και τα σκυλιά λακίσανε μακριά λαφροπατώντας.
Απ’ την κατάκορφη ζυγιά το λαγαρό φεγγάρι
με τ’ ασπρογάλαζό του φως βουνά και κάμπους σμίγει,
κ’ έρχεται ο ύπνος σίδερα στα πάντα ν άπιθώση.

Στη συνέχεια ο ποιητής παρουσιάζει την εικόνα των σκλάβων της γης που το ρίχνουν στο κρασί και τον έρωτα για να πάνε κάτω τα φαρμάκια της βασανισμένης ζωής τους. Τότε ένας γέρος αρχίζει να τραγουδά:

…Παιδιά, για κόψτε το σκοπό, λαγιάστε τη φωνή σας
κι’ αφουγκρασθήτ’ έναν αχό που φουρτουρά σιμά σας:
Τα γέρα δεν αργούν να ‘ρθουν και τα μαλλιά ν’ ασπρίσουν
να σκοτεινιάσουν τη ματιά και την καρδιά να κρυώσουν.
Άγια της νιότης η φωτιά, χαράστον που τον κάψει,
σα ριζωθή στη θύμηση ποτέ της δεν πεθαίνει.
Ω αφρόντιστα παιδιά της γης και της δουλειάς της σκλάβοι,
πιστοί, σκυμένοι, ηλιόψητοι και πλάνοι αλετριστάδες,
χαμένοι κι’ ανορμήνευτοι και ταπεινοί ερμοσπίτες,
τι σπαταλάτε τη ζωή, λυγάτε την ορμή σας,
τι χάνεστε στον έρωτα και στο κρασί μεθάτε,
τι πίκρα γιοματίζετε και δειλινάτε απάτη
και στο τραγούδι ανοίγεστε κι ολόβολα ξεχνιέστε,
Να! τα χωράφια απόξενα και τα δικέλια ξένα,
ξένα και τα σταρόσπειρα και τα χρυσά δοσίδια,
κ ’ οι θράψοι σβώλοι, οι τροφαντοί και τα παχειά λειβάδια.
Δίχως εσάς χερσοτοπιές και λιθαριές και αγκάθια.
Τους δίνετε πνοή ζωής, και τη δημιουργία
με τον ιδρό σας πλάθετε και με τη μπόρεσή σας.

Ο ξεσηκωμένος αγρότης τούς λέει ύστερα πως αυτοί που σπέρνουν και θερίζουν, πεινούν και δυστυχούν. Πρέπει να καταλάβουν πως έχουν τη δύναμη να σπάσουν τις αλυσίδες της σκλαβιάς τους:

…Ω αφρόντιστα παιδιά της γης και της δουλειάς της σκλάβοι,
νιαστήτε με τη συλλογή, τη δύναμη ζυγιάστε,
πέρα στο μάτι, απόμακρα, στη μοίρα σας βυθίστε.
Η αξίνα μόνο για τη γης δεν είναι. Να γκρεμίση
μπορεί τ’ ορθόστυλο είδωλο που στέκει στην καρδιά σας.
Τα νιάτα αν αλωνίζονται κι’ α φεύγουνε τα χρόνια,
δεν ειν’ εδώ όνειρο η ζωή, δεν είναι λησμονάνθι,
δεν ειν’ η νύχτα ανάπαψη κ’ η μέρα ανάσας ήλιος…

Τα λόγια του γέρου αγρότη κάνουν εντύπωση. Τους συνεπαίρνουν. Αφήνουν τα τραγούδια και το κρασί και σκέφτονται:

Πέφτει αλαφρά και χάνεται η φωνή πνιχτή σαν κλάμα,
βουβή απομένει η αργατιά, με την ανάσα μόνο,
κι’ όλα τα μάτια αστράφτουνε με μιαν ορμή κ’ ελπίδα.
Παιδιά, για κόψτε το σκοπό, το μίλημα νεκρώστε,
κι’ αφουγκραστήτ’ έναν αχό που φουρτουρά σιμά σας.
Αξίζει το ξεφάντωμα, η χαρά, το πανηγύρι,
αξίζει η αγάπη όσο να πης. Μα πρώτ’ απ ’ όλα αξίζει,
αξίζει να σωπαίνη ο νιος στου γέρου το τραγούδι…»

Επίσης ο Ρήγας Γκόλφης μετέφρασε και Ύμνο της Διεθνούς, του Ευγένιου Ποτιέ:

«Σηκωθήτε παιδιά και χτυπάτε.
Καταφρόνια και πείνα μάς σφίγγει.
Το μεγάλο μας δίκιο ζητήστε
και πατήστε τ’ εχτρού το λαρύγγι…»

Ένα ακόμα ποίημα του Γκόλφη, αφιερωμένο στην εργατική Πρωτομαγιά:

Πάμε να βρούμε την καινούργια μέρα.
Ήλιος εδώ στην πλάση δεν φωτίζει,
από το σάπιο μολεμένο αέρα,
το πουλί της καρδιάς μας φτερουγίζει.

Σε μιαν αλλοτινή σιμώνει σφαίρα,
που το πνέμα δε στέκει, μετερίζι
στης ανάγκης το νόμο, τον πατέρα
κάθε αδικιάς, που τη ζωή λυγίζει.

Πάμε να βρούμε τον καινούργιο δρόμο
μακρυά απ’ της κοινωνίας μας τον κρυψώνα.
Ω νέα ψυχή, που τίναξες τον τρόμο

του δειλού, την απάτη και το ψέμα,
το ζωντανό αγωνίσου τον αγώνα.
Σ’ ακολουθεί το φουσκωμένο ρέμα.

Απόσπασμα από το αντιπολεμικό τραγούδι του Ρ. Γκόλφη «Άλλη πίστις»:

Ένα τουφέκι μου ‘δωσαν, μου κρέμασαν σπαθί
και μου ‘παν: «Εμπρός, τράβα.
Στο πέρασμά σου ουδέ κλαρί ορθό να μη σταθή.
κάψε, βουλκάνου λάβα».

Κι’ εγώ, με την καρδιά βαριά κι’ άνέγνωρη, χτυπώ
μπροστά μου ό,τι κι’ α βρίσκω.
Σε πολιτείες και σε βουνά τρικύμισμα σκορπώ
και σαν κατάρα μνήσκω…

Συνεχίζει ο Γ. Κορδάτος: «O Γκόλφης, σε εποχή πολύ κρίσιμη (…) σήκωσε ψηλά όχι μόνο του δημοτικισμού τη σημαία αλλά και του σοσιαλισμού. (…)Ο Γκόλφης είναι πατριώτης. Δεν είναι όμως μεγαλοϊδεάτης και πατριδοκάπηλος. Στο παραπάνω ποίημά του που αποτελείται από δώδεκα τετράστιχα, ξεχειλίζει ο ανθρωπισμός και το αίσθημα της ειρηνοφιλίας. Αισθήματα πανανθρώπινα. Ο Γκόλφης δεν ήθελε οι λαοί της Βαλκανικής να αλληλοσφάζονται.

Θα ξεσηκώσω μερικούς στίχους και από ένα άλλο του τραγούδι. Ο τίτλος του είναι «Στοχάσου». Απευθύνεται στους νέους. Τους θέλει πρωτοπόρους στην κοινωνική αλλαγή. Αυτοί θα γκρεμίσουν και θα χτίσουν. Αυτός είναι ο ιστορικός τους ρόλος. Πρέπει λοιπόν να ανασκουμπωθούν για δράση:

Έχεις νιάτα και ορμή,
φτερωμένο κορμί,
μα δεν τρώνε δαρμοί
λυτρωμού την καρδιά σου.
Την ελπίδα αν κερνάς
πάντα ξένος περνάς
και τυφλός τριγυρνάς
μες στην άκαρπη αντρειά σου

Ω πού αφώτιστος πας!
Δεν γκρεμνάς, δε χτυπάς.
μα ολοένα σιωπάς
σ’ ό,τι σάπιο μπροστά σου.
Στην απέραντη γη
δε ζητάς την πηγή
που αναβρύζει η κραυγή
των ανθρώπων. «Στοχάσου!»…

Ο Γ. Κορδάτος δίνει μερικά ακόμα στοιχεία για τον Γκόλφη:)

«Τον Γκόλφη τον γνώρισα καλά, πολύ καλά. Ήξερα τους πόθους και τους καημούς του. Οι συνθήκες της ζωής του ήταν τέτοιες που δε μπόρεσε ν’ απαλλαχτεί από το φόρτο της επαγγελματικής του δουλειάς.  Ήταν ευσυνείδητος και από το πρωί ως το βράδυ σύντασσε συμβόλαια. Ο επαγγελματισμός —το έργο του συμβολαιογράφου— τον κράτησε σκλάβο στο γραφείο του. Μπορούμε να πούμε πως τον έστειλε πρόωρα στον τάφο, αφού πρώτα του πλήγωσε τον εσωτερικό του κόσμο. Μου έλεγε πάντα: «Ονειροπολούσα να δώσω μεγάλο έργο. Είχα πλάσσει όνειρα μεγάλα, αλλά αυτά τα παλιόχαρτα μού έφαγαν τα νιάτα, με γονάτισαν. Ορισμένες υποχρεώσεις μού έκοψαν τη δημιουργική μου φόρα».

Ο Γκόλφης από τα 1925 πάνω-κάτω τραβήχτηκε από το λογοτεχνικό στίβο. Όχι μόνο οι βιοτικές – οικογενειακές του φροντίδες τού δημιούργησαν προβλήματα, αλλά και η διάσπαση της παλιάς φρουράς των δημοτικιστών ήταν γι’ αυτόν ψυχικό τραύμα. Ο «Νουμάς» έκλεισε και ξαναβγήκε, αλλά δεν ήταν πια το παλιό περιοδικό. Ο Ψυχάρης τα χάλασε με τον Ταγκόπουλο. Ο «Έρμονας» επίσης. Ο Παλαμάς αποτραβήχτηκε και όταν έγινε ακαδημαϊκός έκανε και ορισμένες αβαρίες στο δημοτικισμό του.

Ο Γκόλφης όμως ούτε γλωσσικές ιδέες άλλαξε, ούτε από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο πήδηξε στο αστικό. Αν και αποτραβηγμένος παρακολουθούσε την εσωτερική πολιτική κίνηση και την ανοδική πορεία της Σοβιετικής Ένωσης. Στα χρόνια του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου φώλιαζε μέσα του μίσος άσβεστο ενάντια στο φασισμό και χιτλερισμό και πριν ακόμα τελειώσει καλά-καλά ο πόλεμος, διακήρυξε πως είναι ανάγκη να ιδρυθεί μια παγκόσμια οργάνωση για να διαφυλάξει την ειρήνη. Ο φιλειρηνισμός και ο αντιμιλιταρισμός του πάντα φλόγιζαν τα στήθη του. Ήταν ένας πραγματικός ανθρωπιστής.»

Ο Γκόλφης —γράφει ο Μ. Παπαϊωάννου— αφέθηκε να τυλιχτεί στή μοναξιά, αποτραβήχτηκε στο περιθώριο. Η σεμνότητά του ήταν αδυναμία του που τον εμπόδισε να παλαίψει με την κατεργαριά, με την απάτη σώμα με σώμα. Του έλειψε η τόλμη να υψώσει τη φωνή του. Και κει τον αφήνει η ιστορία. Ένα σεμνό πρωτοπόρο, ένα θαυμάσιο σιγανόφωνο τραγουδιστή. Κι’ αυτό δεν είναι μικρή τιμή για Έλληνα πνευματικό άνθρωπο των χρόνων του Γκόλφη. Για την Ελλάδα δεν είναι μικρή η προσφορά του. Μπαίνει μέσα στις παραδόσεις τις εθνικές, τις λαϊκές και διδάσκει.»

πηγή:katiousa.gr

50

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση