Κάηκε μια πινακοθήκη

Κάηκε μια πινακοθήκη

του Περικλή Κοροβέση

Στην Αφρική λένε πως όταν πεθαίνει ένας γέροντας καίγεται μια βιβλιοθήκη. Η γραφή δεν ταυτίζεται με τον πολιτισμό. Υπήρχαν πολιτισμοί που στηρίχτηκαν στην προφορική τους παράδοση, που μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά και αποτελούσε τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας. Ακόμα και στους πολιτισμούς που υπήρχε γραφή, δεν ήταν αυτή που τους καθόρισε.

Να πάρουμε ένα παράδειγμα που είναι γνωστό σε όλους μας. Τα έπη του Ομήρου περίπου για πέντε αιώνες ήταν προφορική παράδοση. Και ο πιο ικανός ήξερε ολόκληρη την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» από στήθους. Ικανότητα που είχαν όλοι οι λαοί που στηρίζονταν σε δικούς τους μύθους και έπη.

Η ανακάλυψη της γραφής από τους Μεσοποτάμιους («Το έπος του Γκιλγκαμές» χρονολογείται στο 3500 π.Χ. και είναι η αρχαιότερη λογοτεχνική γραφή που διασώζεται) δεν έγινε για τη λογοτεχνία, αλλά για τα λογιστικά. Οπως και οι πρώτες γραφές που έχουν ανακαλυφθεί σε άλλους λαούς. Αργότερα η γραφή μπήκε στην υπηρεσία του ιερατείου και πολύ αργότερα γενικεύτηκε.

Η ταύτιση γραφής και πολιτισμού είναι εκ του πονηρού και έχει σαφή ταξική τοποθέτηση. Δημιουργεί μια διάκριση ανυπέρβλητη. Χτίζει ένα φράγμα που χωρίζει τους εγγράμματους από τους αγράμματους. Και κατ’ επέκταση τους μορφωμένους από τους αμόρφωτους, τους πολιτισμένους από τους απολίτιστους.

Η μόρφωση δεν σημαίνει απαραιτήτως και καλλιέργεια ψυχής. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι της χιτλερικής Γερμανίας είχαν ντοκτορά από τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Και συχνά είχαν φοιτήσει και στο εξωτερικό σε διάσημα πανεπιστήμια. Αλλά αυτό δεν απέτρεψε κανένα ολοκαύτωμα ή γενοκτονία.

Αντίθετα, τους βοήθησε να είναι πιο αποτελεσματικοί. Οι αποικιοκράτες Ευρωπαίοι διέλυσαν πολιτισμούς και εξαφάνισαν λαούς στο όνομα του πολιτισμού -επειδή εκείνοι είχαν οβίδες και οι γηγενείς τόξα- και επέβαλαν έναν δυτικό τρόπο ζωής. Εξαφάνισαν τη γλώσσα, τις παραδόσεις και τις συνήθειές τους και αυτή την πολιτιστική γενοκτονία την ονόμασαν εκπολιτισμό.

Η καλλιέργεια είναι η επιθυμία της ψυχής να απελευθερωθεί. Και εργαλεία γι’ αυτή τη δουλειά είναι το αυτί και το μάτι, που έρχονται σε άμεση επαφή με ένα απελευθερωτικό καλλιτεχνικό συμβάν που ενεργοποιεί την παρόρμηση να βγεις από τα δεσμά σου και να μπεις στο άπειρο.

Και αυτό με αφορμή ένα τραγούδι, μια θεατρική σκηνή, έναν χορό που σε καλεί να μπεις κι εσύ ή κάποια πλάνα σε έναν επαρχιακό κινηματογράφο. Δεν είναι το ίδιο με το βιβλίο. Μοναχικός άνθρωπος το γράφει, μοναχικός άνθρωπος το διαβάζει (αν και το διάβασμα κάποτε, στα αρχαία χρόνια, γινόταν φωναχτά).

Το ίδιο μπορεί να συμβεί με έναν πίνακα ζωγραφικής ή με ένα σκίτσο σε εφημερίδα. Και όλα αυτά εντάσσονται στη ζωντανή παράδοση, άνθρωπος με άνθρωπος στην άμεση προφορική επαφή που μας κρατάει στη ζωή. Αυτό είναι που καταστρέφεται ραγδαία από τη μηχανή που μπήκε στη ζωή μας και αντικατέστησε τον άνθρωπο.

Ιντερνετ και τα παρεπόμενα αλλοιώνουν την ανθρώπινη φύση, την οδηγούν στην αφωνία και τη μετατρέπουν σε καταναλωτικό πίθηκο. Η ελάχιστη διαφορά στο DNA που έχουμε με τα ξαδέλφια μας εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στην ικανότητά μας για ομιλία.

Με τον θάνατο του Γιάννη Ιωάννου κάηκε μια πινακοθήκη. Μπορεί αυτά τα έργα να μην τα είχε δει κανένας. Αλλά υπήρχαν στο μυαλό το δημιουργού, ήδη κατεβασμένα στην άκρη του πινέλου του. Δεν πρόλαβαν να αγγίξουν το χαρτί.

Ηταν από τους ανθρώπους που μας τροφοδοτούσαν με ζωή και σκέψη με απαράμιλλη συνέπεια. Τον γνώρισα προσωπικά όταν είχε έρθει στο Παρίσι, μετά το Πολυτεχνείο, κυνηγημένος από τη χούντα, για να βρει άσυλο στην αγκαλιά της αγαπημένης του Πόπης. Ηδη είχε έναν κύκλο από συμφοιτητές του που έκαναν τα μεταπτυχιακά τους.

Ολοι τους άνθρωποι υψηλού επιπέδου, βαθύτατα πολιτικοποιημένοι, αλλά ακομμάτιστοι. Και με το δίκιο τους. Ανήκαν σε κείνη την κατηγορία των ανθρώπων που διέθεταν ανεξάρτητη σκέψη και που είναι μπελάς για κάθε κόμμα. Ο Γιάννης σε αυτές τις συναντήσεις, αντί να κρατάει σημειώσεις ως είθισται, ζωγράφιζε τους συντρόφους με ένα σκίτσο ρεαλιστικό.

Αργότερα τα πρόσωπα αυτά έγιναν ένα «ιδιωτικό κόμικς» που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι στον κύκλο του. Ολοι μείναμε έκπληκτοι με το ταλέντο του. Αλλά δεν νομίζω πως ο ίδιος ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά. Είχε εξάλλου πολλά ταλέντα. Και επιπλέον μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα με τα χέρια. Νομίζω πως κάποιοι τον έπεισαν να δώσει κάποια κομμάτια στο θρυλικό «Αντί». Και επιβλήθηκε με την πρώτη, παρόλο που το σκίτσο του ήταν αφαιρετικό και είχε έναν αέρα από τον Μάη του ‘68.

Οταν συναντούσες τον Γιάννη και την Πόπη, αιώνια ερωτευμένους και αιώνια νέους, ήταν σαν να σου έκαναν κάποιο δώρο. Και το χαμόγελό τους σου χάραζε τη μέρα. Χώρισαν αναπάντεχα με τον θάνατο της Πόπης. Ευτυχώς προσωρινά. Ο Γιάννης δεν μπορούσε να την αφήσει να περιμένει για πολύ. Και ξαναβρέθηκαν χωρίς πια να φοβούνται κανέναν χωρισμό.

Πηγή: https://www.efsyn.gr

34

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση