Πρόσωπα της χρονιάς: οι Συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής στη Δίκη της Χρυσής Αυγής

Πρόσωπα της χρονιάς: οι Συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής στη Δίκη της Χρυσής Αυγής

Η χρονιά που πέρασε χαρακτηρίστηκε τελικά από την κρίση του κορονοϊού. Παρότι όμως αυτή τη στιγμή είναι πάρα πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς το 2020 χωρίς την πανδημία, εμείς θα θέλαμε να σταθούμε στο μοναδικό ευχάριστο γεγονός της χρονιάς, που είναι η καταδίκη της Χρυσής Αυγής στο δικαστήριο.

Παρότι δεν γνωρίζουμε και δεν γνωρίσαμε εξίσου καλά όλους τους δικηγόρους που εργάστηκαν για να επιτευχθεί αυτή η καταδίκη, θεωρούμε ως πρόσωπο της χρονιάς συλλογικά το πρόσωπο των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής: Άγγελος Βρεττός, Αντώνης Αντανασιώτης, Ελένη Ζαφειρίου, Δημήτρης Ζώτος, Θόδωρος Θεοδωρόπουλος, Θανάσης Καμπαγιάννης, Μάνος Μαλαγάρης, Ειρήνη Μπολάνου, Κώστας Παπαδάκης, Χρύσα Παπαδοπούλου, Τάκης Σαπουντζάκης, Κώστας Σκαρμέας, Χάρης Στρατής, Ανδρέας Τζέλλης, Ελευθερία Τομπατζόγλου.

Πρόκειται για μία υπόθεση την οποία υπηρέτησαν όλα αυτά τα χρόνια, υπερνικώντας τεράστια εμπόδια που κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα μπορέσουν να τα προσπεράσουν.

Ξεκινάμε από τα πιο ωμά και βίαια εμπόδια, που είναι η ίδια η παρουσία των τραμπούκων της Χρυσής Αυγής στο δικαστήριο τον πρώτο καιρό.

Η παρουσία αυτή δεν είχε τον χαρακτήρα ενός εκφοβισμού που θα έμενε στα λόγια, αν και συνοδεύτηκε από ύβρεις και λεκτικές επιθέσεις που είναι αδύνατο να διαγράψει κανείς από τη μνήμη του, όπως ήταν η επίθεση στη Μάγδα Φύσσα και η απαράμιλλης χυδαιότητας φράση «Πού είναι ο Παύλος σου τώρα;». Περιλαμβάνει όμως και σωματικές επιθέσεις εναντίον μελών της πολιτικής αγωγής, όπως η Ευγενία Κουνιάκη και η Ελευθερία Τομπατζόγλου.

Καθώς κάνουμε αυτόν τον απολογισμό, δεν μπορούμε να μη σταθούμε στον πολιτικό και ηθικό θρίαμβο που συνιστά το γεγονός ότι μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της δίκης και τη φυλάκισή τους, οι φασίστες βρίσκονταν πια εκτός κοινοβουλίου, κοινωνικά απομονωμένοι, και βεβαίως δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στη δίκη. Ο ίδιος ο αρχηγός τους είχε υποχρεωθεί να παραδεχτεί ότι δεν μπορούν να κάνουν πια δημόσια συγκέντρωση.

Μετά τους φασίστες, οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής είχαν να αντιμετωπίσουν την αδιαφορία του μιντιακού κόσμου, ο οποίος ενδιαφερόταν για τη δίκη μόνο όταν μπορούσε να απομονώσει μία έξαρση ή λογομαχία που να κεντρίζει το ενδιαφέρον του αποκοιμισμένου τηλεοπτικού κοινού. Οι εξαιρέσεις βεβαίως υπήρχαν, και είχαν τον χαρακτήρα μιας πεισματάρικης παρουσίας λιγοστών Μέσων, που κράτησαν όλον αυτόν τον καιρό μια θέση στο ακροατήριο για να διασώσουν την πληγωμένη τιμή της δημοσιογραφίας, που στην επίσημη εκδοχή της ασχολείται αποκλειστικά με την εξύμνηση ηγετών και τη συγκάλυψη σκανδάλων.

Όσο παράξενο και αν ακούγεται αυτό εκ των υστέρων, μέσα στη χαρά της φυλάκισης του ηγετικού πυρήνα της εγκληματικής οργάνωσης, αν υπήρχε εχθρότητα από τους φασίστες και αδιαφορία από τα Μέσα Ενημέρωσης, μάλλον δεν είναι άδικο να πούμε ότι υπήρχε και ισχυρή δυσπιστία από ένα κομμάτι της Αριστεράς και της αναρχίας που θεωρούσε ότι ποντάροντας σε μία θεσμική διαδικασία, που φυσικά διεξάγεται με τους όρους που θέτει το ίδιο το αστικό κράτος, ποντάραμε σε κουτσό άλογο.

Θεωρούσαν λοιπόν ότι είναι λάθος για το κίνημα να εναποθέσει ελπίδες είτε στην ορθή και απροκατάληπτη λειτουργία του θεσμού του δικαστηρίου είτε στην καλή προαίρεση των δικαστικών λειτουργών που βρέθηκαν να είναι παράγοντες αυτής της δίκης. Η επιφύλαξη αυτή δεν είναι βεβαίως αστήρικτη, αλλά τίποτα δεν υποχρέωνε να εγκαταλείψει κανείς την κινηματική του δράση για να βασιστεί σε μια δικαστική απόφαση. Εξάλλου οι δικηγόροι που ενσάρκωσαν αυτή την επιλογή έδειξαν με το ίδιο τους το παράδειγμα ότι μπορούν να είναι παρόντες ταυτοχρόνως στα κινήματα και στις αίθουσες των δικαστηρίων, χωρίς να χρειάζεται η μια ιδιότητα να εμποδίσει την άλλη.

Επίσης, όταν πια υπάρχει μια καταδικαστική απόφαση, ξέρουμε πια ότι δεν είναι και λίγο, να βρίσκονται οι ναζί στη φυλακή αντί να πληρώνονται με τα χρήματά μας για να αγοράζουν στυλιάρια και δικηγόρους.

Σε πείσμα όλων αυτών, λοιπόν, η πολιτική αγωγή έδωσε έναν αγώνα πολυετή, τον οποίον κράτησε με ασύλληπτο μόχθο, αμέτρητες εργατώρες και ζηλευτό ήθος. Το μείγμα νηφαλιότητας και μαχητικότητας το οποίο επέδειξε η πολιτική αγωγή όλον αυτόν τον καιρό υπήρξε ένα μάθημα για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Οι καλοπληρωμένοι και καλομαθημένοι υπερασπιστές των φασιστών, ήξεραν να συνδυάζουν τα γυαλιστερά μανικετόκουμπα με την χειρότερη ηθική εξαχρείωση των ύβρεων και των προσβολών μέσα στην αίθουσα, απέναντι στους δικηγόρους, αλλά ακόμη και απέναντι στις οικογένειες των θυμάτων και τους μάρτυρες.

Αντιθέτως η πολιτική αγωγή είχε να αντιτάξει τη δουλειά της, τον δημόσιο λόγο της και το δίκιο των ανθρώπων αυτών που βρέθηκαν στο στόχαστρο των φασιστών. Η μεθοδική νομική τεκμηρίωση που κατέληξε σε αυτήν την ιστορική δικαστική απόφαση αποτελεί για όλους μας μία μικρή χαραμάδα αισιοδοξίας απέναντι σε όσα ζούμε.

Δεν υπάρχουν λόγια, μετά από αυτά, για να περιγράψει κανείς την τεράστια πολιτική λάμψη που εξέπεμπε η παρουσία της μάγδας Φύσσα σε όλη αυτή τη διαδικασία. Με την πολιτική της ευθυκρισία και την αμεσότητα του λόγου της, έδινε μια συναισθηματική ζεστασιά σε αυτόν τον αγώνα, δείχνοντας πώς είναι ένας άνθρωπος που κάνει τον πόνο του αγώνα για το δίκιο. Δεν τον κρατάει ούτε ως φαρμάκι ούτε ως συντριβή.

Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι όταν ανακοινώνεται η απόφαση της καταδίκης της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης όλη η υπόλοιπη κοινωνία αναστέναξε με ανακούφιση. Το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο, έζησε λίγα δευτερόλεπτα πολιτικού θριάμβου, τον οποίον δικαίως αντελήφθη και αμέσως κατέστειλε ο υπουργός με τον ειρωνικό τίτλο της «Προστασίας του Πολίτη».

Αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε μπροστά μας έναν πολύ σκληρό αγώνα απέναντι σε μία κυβέρνηση που χρησιμοποιεί την πανδημία προκειμένου να πραγματοποιήσει όσα είναι για εκείνη όνειρα και για μας εφιάλτες.

Το πείσμα, η μεθοδικότητα και η μαχητικότητα με την οποία οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής κατάφεραν να καταλήξουν σε αυτό το αποτέλεσμα, θα θέλαμε να είναι αυτό που κρατάμε από τη χρονιά που πέρασε.

Η σύλληψη του Θανάση καμπαγιάννη και του Κώστα Παπαδάκη και ο τρόπος με τον οποίον αυτή σχολιάστηκε από τον Μιχάλη χρυσοχοΐδη δίνουν μία πολύ καλή πρόγευση για το τι έχουμε να περιμένουμε και τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Φαίνεται ότι και η κυβέρνηση έβγαλε τα ίδια συμπεράσματα με μας για την αξία και τη σημασία της ιστορικής αυτής απόφασης. Απλώς που όσα προκαλούν σε μας ρίγη συγκίνησης, προκαλούν στην απέναντι όχθη την ανησυχία ότι δεν είμαστε απελπισμένοι.

Αξίζει μέσα σε αυτόν τον ζόφο, και καθώς όλοι βράζουμε στο ζουμί μας κλεισμένοι στα σπίτια μας, να θυμόμαστε ότι ενάντια στην εξουσία που έδινε στους χρυσαυγίτες το χρήμα και η διαπλοκή με το κράτος, το 2020 μας έδειξε ότι μπορούν καλοί αγώνες να δικαιώνονται.

Αυτό θα θέλαμε να κρατήσουμε από τη χρονιά που μας πέρασε και για αυτό διαλέγουμε να αποχαιρετήσουμε αυτή τη χρονιά όχι βρίζοντας το φρικτό 2020 για όλη την κακοτυχία που μας έφερε, αλλά δηλώνοντας την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό μας στην ομάδα των συνηγόρων πολιτικής αγωγής που πέτυχε αυτή την ιστορική νίκη.

 

 

Πηγή: thepressproject.gr

 

140

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση