Η Μουσουλμανική Ελλάδα: Ένα μικρό οδοιπορικό για την «προστασία» των μουσουλμανικών μνημείων και πληθυσμών από το ελληνικό κράτος

Η Μουσουλμανική Ελλάδα: Ένα μικρό οδοιπορικό για την «προστασία» των μουσουλμανικών μνημείων και πληθυσμών από το ελληνικό κράτος

Αλέξανδρος Γανδής

Το πρώτο άρθρο της «Μαύρης Βίβλου του ελληνικού αστισμού» έρχεται με αφορμή τις κραυγές για την μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς στην Ιστανμπούλ από μουσείο σε τζαμί. Θα δείξουμε την υποκρισία της ελληνοχριστιανικής ρητορείας περί «σεβασμού μνημείων και διαφορετικών θρησκειών».

Προφανώς αυτό το άρθρο δεν προσπαθεί να περιγράψει τις εθνικιστικές πολιτικές σε ολόκληρο τον πλανήτη, ούτε να αναδείξει κάθε καταστροφή πολιτιστικού μνημείο σε κάθε άκρη της γης. Εκτιμούμε πως οι Κομμουνιστές της κάθε χώρας, χαρτογραφούν και στηλιτεύουν κάθε αντίστοιχη πολιτική των δικών τους κυβερνήσεων. Αυτό το μοντέλο θα χρησιμοποιήσουμε σε κάθε περίπτωση και καλό είναι οι αναγνώστες να μην αναρωτιούνται γιατί η Α.Φ. δε μιλάει για τους Ταλιμπάν ή την Ιερά Εξέταση.

Αντί εισαγωγής: Η Αγιά Σοφιά στο Βυζάντιο, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην Κεμαλική Τουρκία

Είναι γνωστό από την εθνικιστική προπαγάνδα, πως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (πλέον Ιστανμπούλ), από την Οθωμανούς Τούρκους, η Αγιά Σοφιά για 500 χρόνια λειτουργούσε ως τζαμί. Η κεμαλική επανάσταση, όμως, στον 20ο αιώνα ανέτρεψε αυτή τη συνθήκη. Το νέο κοσμικό καθεστώς του Τουρκικού έθνους θεωρεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν συνέχεια της Βυζαντινής και μετατρέπει την Αγιά Σοφιά [1] σε μουσείο αναδεικνύοντάς την σε ιστορικό μνημείο. Η Τουρκική Δημοκρατία προσπαθεί να απαλλαγεί από τα φεουδαρχικά θρησκευτικά βάρη και να αφήσει στο παρελθόν είτε το χριστιανισμό, είτε το ισλάμ και ξεκινά μια σοβαρή προσπάθεια ανάδειξης των χριστιανικών ψηφιδωτών της Αγιάς Σοφιάς. Έτσι γίνεται ένα παγκόσμιο σύμβολο συνάντησης διαφορετικών θρησκειών μιας και συνυπάρχουν χριστιανικά με ισλαμικά σύμβολα.

Οι πραγματικές καταστροφές της Αγιάς Σοφιάς, όμως, έχουν προέλθει από χριστιανούς κι όχι μουσουλμάνους.

Ο ναός της Αγιάς Σοφιάς με αυτή την ονομασία υπάρχει από το 537 αλλά στην ουσία αποτελεί συνέχεια του ομώνυμου ναού που θεμελιώθηκε το 360. Ας θεωρήσουμε τυχαία την πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς το ναό το 404. Ο ναός έκανε 11 χρόνια να ξαναχτιστεί και εγκαινιάστηκε ξανά το 415 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Επειδή ήταν, όμως, σε διαμάχη με τον πατριάρχη, οι οπαδοί του κατέστρεψαν για δεύτερη φορά το ναό λεηλατώντας τον από τα ιερά κειμήλια και το φυλασσόμενο χρυσό.

Το 532 κατά διάρκεια της Στάσης του Νίκα ο ναός καταστρέφεται για τρίτη φορά μέσα σε 200 χρόνια ζωής του και αυτή δεν ήταν η τελευταία. Τον 8ο και 9ο αιώνα η Αγιά Σοφιά λεηλατείται πολλαπλές φορές κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας [2]. Στις 29/8 του 754 έχει μείνει ιστορική η μαζική καταστροφή εικόνων (και στην Αγιά Σοφιά) όπου ιερές εικόνες αντικαθίστανται από τοπία, σκηνές με ζώα ή φυτά καθώς και αναπαραστάσεις του αυτοκράτορα σε κυνήγια ή εκστρατείες.

Εντέχνως η ελληνοχριστιανική παράδοση εντάσσει αυτά τα γεγονότα ως «λεπτομέρειες» και «εξαιρέσεις» αλλά διαρρηγνύει τα ιμάτια της για «τις φρικαλεότητες της Οθωμανικής περιόδου».

Εκκλησίες και Τζαμιά στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, κόντρα στους εθνικιστικούς μύθους, ήταν παντελώς αδιάφορη για προσηλυτισμούς, εθνοκαθάρσεις και εποικισμούς. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και η μετατροπή της σε Ιστανμπούλ, ήταν η κατοχύρωση του «κέντρου» της νέας αυτοκρατορίας που διαδέχεται της Βυζαντινής. Γι’ αυτό και η Αγιά Σοφιά μετατρέπεται σε τζαμί ως σύμβολο της νέας περιόδου. Κατά τα άλλα, όμως, η επικράτεια της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποδέχτηκε με ανακούφιση τους Οθωμανούς και τους θεωρούσε προτιμότερους από τους Φράγκους.

Η εξάπλωση των Οθωμανών στον ελλαδικό χώρο έφερε μια πρωτοφανή σταθερότητα. Η περιοχή αυτή ήταν κέντρο πολλαπλών φυλετικών αλλαγών. Σλάβοι, αρβανίτες, φράγκοι, σαρακατσάνοι, βλάχοι, τσάκωνες, ρωμηούς, εβραίοι, λάκωνες, ατσίγγανοι και δεκάδες φυλές δημιουργούσαν ένα τεράστιο συνεχόμενο μεταβαλλόμενο «μίξερ». Αγροτικοί οικισμοί, λιμάνια, εμπορικοί δρόμοι δημιουργούσαν ένα μεταβαλλόμενο τοπίο ανάλογα με κεντρικό και τοπικό πολιτικό συσχετισμό δύναμης. Αλλά αυτά θα τα δούμε πιο αναλυτικά σε επόμενο άρθρο για τη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού έθνους.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν προχώρησε σε κανένα παιδομάζωμα και δεν υπήρχε κανένα «κρυφό σχολειό». Αντίθετα, δεν προσχώρησε σε κανένα μαζικό εποικισμό Οθωμανών σε Πελοπόννησο και Στερεά, ούτε έστησε τζαμιά σε κάθε χωριό. Από τον 15ο μέχρι και τον 19ο αιώνα οι χριστιανικές εκκλησίες παρέμειναν εντελώς ελεύθερες σε λειτουργία και δεν έχει καταγραφεί ούτε ένα περιστατικό βίου «εξισλαμισμού». Στην Πελοπόννησο στις αρχές του 19ου αιώνα φαίνεται να κατοικούν περί τους 40.000 μουσουλμάνους και να αποτελούν περί το 10% του πληθυσμού [3].

Μετά την επανάσταση του 1821 τα πράγματα αλλάζουνε με καταιγιστικούς ρυθμούς.

Ίδρυση Ελληνικού Κράτους και Μουσουλμάνοι

Το 1828 ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, απαντώντας σε ερώτημα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, για τον πληθυσμό των Τούρκων που κατοικούσαν στην Πελοπόννησο πριν το 1821 και τον πληθυσμό τους μετά (με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους), έδωσε δύο νούμερα: 42.750 και 0 (μηδέν) [4].

Στην ιστορική περίοδο του 19ου αιώνα η λαφυραγωγία, το πλιάτσικο και μετατροπή των ηττημένων σε δούλους ήταν μια συνηθισμένη τακτική. Πράγματι οι Οθωμανοί κατά τις πολεμικές συγκρούσεις της ελληνικής επανάστασης απειλούσαν πως θα πουλήσουν κάθε αιχμάλωτο για 3 γρόσια. Η κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε εντείνει τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις. Οι Οθωμανοί αποκαλούσαν αποστάτες/murtadόσους μεταπηδούσαν στο χριστιανισμό. Αντίστοιχα οι χριστιανοί αποκαλούσαν Μουρτάτες και Μούρτους τους εξισλαμισμένους χριστιανούς και στην Ηλεία υπήρχαν τα Μουρτοχώρια που κατοικούσαν μικτές οικογένειες. Γενικά όσοι άλλαζαν θρησκεία, το έκαναν για κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους και οι κοινότητες τους αντιμετώπιζαν σαν δεύτερη κατηγορία ανθρώπων.

Η παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία χρησιμοποιούσε, πράγματι, απάνθρωπες πολεμικές πρακτικές, και είναι δικαιολογημένες, ως ενός σημείου, σποραδικές βιαιότητες μέσα στη δίνη του πολέμου στα πλαίσια της αντεκδίκησης. Μια κοινωνία, όμως, που προβάλλει τη δημοκρατική υπέρβαση των αυτοκρατοριών, δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί τα ίδια μέσα. Αυτό που άρχισε να χτίζεται τους επόμενους 2 αιώνες είναι μια συστηματική εθνοκάθαρση και ένας εκχριστιανισμός ώστε να φτάσουμε στο 1949 και να διατρανώνουμε 99,5% εθνική και θρησκευτική ομοιογένεια.

Η σφαγή της Τριπολιτσάς έχει μείνει σαν σύμβολο στα όρια της γενοκτονίας. Στην πόλη είχαν συρρεύσει πάνω από 45.000 άνθρωποι, Τούρκοι, Εβραίοι και Αλβανοί [5]. Μετά την είσοδο των επαναστατικών δυνάμεων οι νεκροί υπολογίζονται με μετριοπαθείς εκτιμήσεις σε 10.000, ενώ ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης τους ανεβάζει στις 32.000 γράφοντας χαρακτηριστικά “το άλογο μου από τα τείχη ως τα σαράγια δεν επάτησε γη” [6].

Το 1823 ο μουσουλμανικός πληθυσμός έχει συρρικνωθεί στις 16.500, αλλά η συνεχής αντι-τουρκική πολιτική τους εξωθεί εκτός των ελληνικών συνόρων για να φτάσουμε στο Μηδέν του 1828. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία πολλαπλά φύλα αντιμετωπίζονται με την ίδια εχθρότητα. Οι Ατσίγγανοι, βαφτίζονται «τουρκόγυφτοι» και μόνο όσοι εκχριστιανίζονται δικαιούνται να παραμείνουν στην ελληνική επικράτεια.

Αλλά και στη διαδικασία «απελευθέρωσης», δηλ. επέκτασης της ελληνικής επικράτειας, ακολουθήθηκαν αντίστοιχες πρακτικές.

Η επέκταση του ελληνικού κράτους το 19ο αιώνα και αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων

Αν ο Μοριάς και η Στερεά μπορούσαν να κατοχυρωθούν σχετικά εύκολα στη διεθνή συνείδηση ως «ελλαδικός» χώρος, η συνεχόμενες επεκτάσεις του επόμενου ενάμιση αιώνα είναι όλο και πιο αμφιλεγόμενες. Όσο το ελληνικό κράτος επεκτείνει τα σύνορα του, όλο και περισσότερο προχωρά σε βίαιες εθνικές και θρησκευτικές εκκαθαρίσεις.

Η ένταξη της Άρτας και της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881 οδήγησε στο μαζικό ξεριζωμό του μουσουλμανικού πληθυσμού προς τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Τα τζαμιά καίγονται, γκρεμίζονται και αφήνονται στη λήθη της ιστορίας. Μόνο το Κουρσούμ Τζαμί στα Τρίκαλα επιβιώνει και πλέον θεωρείται κομμάτι της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς προστατευόμενο από την UNESCO. Στην Άρτα υπήρχαν 8 τζαμιά από τα οποία δεν έχει επιβιώσει κανένα.

Η διαδικασία «απελευθέρωσης» της Κρήτης δεν μπόρεσε να εξαφανίσει όλα τα μουσουλμανικά τζαμιά ούτε, προφανώς, να διαγράψει την παρουσία του μουσουλμανικού πληθυσμού. Μέχρι το 1898 όταν κατοχυρώνεται μια διοικητική αυτονομία, η οποία καταλήγει στην ενσωμάτωση στην ελληνική πολιτεία, η Κρήτη βρίσκεται στην Οθωμανική ή Αιγυπτιακή επικράτεια. Οι Κρητότουρκοι αποτελούν ισότιμη και ισοδύναμη κοινότητα και γενικά επικρατεί μια αρμονική συνύπαρξη μιας και θεωρούν πως έχουν ελάχιστες διαφορές με το χριστιανικό πληθυσμό. Τα διαφορετικά χρώματα φεσιού αποτελούν μόνο αισθητική διαφορά αλλά κατά τη διάρκεια της εθνικιστικής κλιμάκωσης στα τέλη του 19ου αιώνα, θα αποτελέσουν στόχο στο πογκρόμ ένθεν και ένθεν.

Στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα μαζικά πογκρόμ, κλιμακώνουν την ένταση ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Συστηματικά καταστρέφονται σπίτια, καλλιέργειες, ολόκληρα χωριά. Οι μουσουλμάνοι αργά, αλλά σταθερά, εκδιώκονται από την Κρήτη προς ασφαλές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 1880 έφταναν περί τις 75.000 ψυχές και το 26,2% του πληθυσμού, αλλά στην αντίστοιχη του 1900 είχαν συρρικνωθεί στο 11% και στα 35.000 άτομα. Παρ’ όλα αυτά ήταν ακόμα και τον 20ο αιώνα πλειοψηφία στο Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Αυτό οφειλόταν μέσα από τη στρατηγική καταπάτησης της γης από τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Ενώ το 1880 αποτελούσαν το 18% του αγροτικού πληθυσμού, έπεσαν στο 2,8% το 1900. Παρ’ όλο που παρέμεινε σταθερός ο αριθμητικός πληθυσμός των Κρητότουρκων μέχρι το 1923, ο εποικισμός της Κρήτης από Έλληνες συρρίκνωσε το ποσοστό τους στο συνολικό πληθυσμό στο 6,6% [7]. Η ασφυκτική πολεμική και οικονομική περικύκλωση οδήγησε τους τελευταίους 33.000 Κρητότουρκους να φύγουν από τα προγονικά τους εδάφη κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής πληθυσμών το 1923.

Είμαστε πλέον στον 20ο αιώνα και βαδίζουμε όλο και περισσότερο στα βάθη της κτηνωδίας του ελληνικού κράτους.

Συνθήκη Λωζάννης και Μακεδονία: Οι Μουσουλμάνοι σε διωγμό

Το τέλος της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που έφτασε τα στρατεύματα έξω από την Άγκυρα, εξανάγκασαν το νέο επαναστατικό Κεμαλικό καθεστώς στη ντροπιαστική συνθηκολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Μια από τις πιο αποτρόπαιες αποφάσεις (πέρα από την εποπτεία στο Βόσπορο, την οριοθέτηση των τουρκικών μειονοτήτων ως θρησκευτικής σε αντίθεση με την ελληνική ως εθνικής κλπ) ήταν η ανταλλαγή πληθυσμών. 1.650.000 Οθωμανοί πολίτες μεταφέρθηκαν στον νέο Ελλαδικό χώρο και 670.000 μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι μεταφέρθηκαν στο νέο Τουρκικό κράτος. Από εκεί και πέρα, επικρατεί μια επιθετική περιθωριοποίηση κάθε στοιχείου του μουσουλμανικού πολιτισμού και παράδοσης σε αυτά τα εδάφη. Σύμφωνα με την απογραφή του Χιλμή Πασά το 1904 οι Μουσουλμάνοι στο Βιλαέτι Θεσσαλονίκης είναι 487.555, οι Έλληνες 373.227, οι Βούλγαροι 207.317 και οι Ισραηλίτες 48.720. Παρ’ όλους τους Βαλκανικούς πολέμους τα ποσοστά αλλάζουν σημαντικά. Βέβαια, η απογραφή δεν εμφανίζει το νέο Μακεδονικό έθνος, αλλά αυτό θα το αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο.

Μετά το 1923, συστηματικά το ελληνικό κράτος εγκαταλείπει κάθε τζαμί, κάθε μουσουλμανικό μνημείο στην τύχη του. Το πιο γνωστό παράδειγμα ξετσιπωσιάς είναι η μετατροπή ενός τζαμιού στη Θεσσαλονίκη σε τσοντάδικο! Το «Αλκαζάρ» λειτουργούσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο τζαμί Χαμζά Μπέη που αποτελεί και το παλαιότερο τζαμί της πόλης μιας και ανεγέρθηκε το 1468.  Αλλά μακάρι να αποτελούσε εξαίρεση.

Η πόλη των Γιαννιτσών αποτελεί μια από τις ιερείς πόλεις των μουσουλμάνων. Ενσωματώθηκε στους Οθωμανούς το 1385 πολύ πριν την «Άλωση», από τον  Γαζή Εβρενός ο οποίος της έδωσε και το όνομα [8] που έχει μέχρι σήμερα, ενώ φιλοξενεί το Μαυσωλείο του που χτίστηκε το 1416. Η πόλη παρέμεινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το 1912 όπου και δόθηκε λυσσαλέα μάχη υπεράσπισής της. Το τζαμί του Ισκεντέρ Μπέη καθώς και άλλα μνημεία της περιοχής έχουν μείνει να καταρρεύσουν στο χρόνο μιας και οι πολιτικές αναστήλωσης «κολλάνε» εδώ και ένα αιώνα. Αντίστοιχη εγκατάλειψη επικρατεί σε κάθε περιοχή των Νέων Χωρών [9].

Στη Φλώρινα το 1926 με εντολή της κυβέρνησης κατεδαφίζονται τα πέντε από επτά τζαμιά της πόλης. Στη Δράμα το Μολλά Τζαμί έχει την ίδια τύχη. Στην Καβάλα ακολουθούν διαφορετική τακτική: μετατρέπουν τα τζαμιά σε χριστιανικές εκκλησίες και τους μιναρέδες σε καμπαναριά. Ο ναός του Αγ. Νικολάου είναι η σύγχρονη ονομασία του τεμένους του Ιμπραήμ Πασά. Το αντιμουσουλμανικό μένος παρασύρει και εκκλησίες σαν κι αυτή της Παναγιάς μιας και χαρακτηρίζεται «μεταβυζαντινή» (δηλ. τουρκική) και κατεδαφίζεται το 1960. Γενικά, επικρατεί, μια οδηγία καταστροφής των μισητών μιναρέδων σε όποιες περιπτώσεις δεν μπορεί να γίνει ολοκληρωτική ισοπέδωση του τζαμιού.

Μήπως, όμως, υπάρχει προστασία στη Δ. Θράκη και στα Δωδεκάνησα;

Μουσουλμάνοι στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος

Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης η Μουσουλμανική μειονότητα στη Δ. Θράκη αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος και προστατεύεται. Για αυτή την περίπτωση θα έχουμε ιδιαίτερο άρθρο και δεν θα επεκταθούμε άλλο εδώ.

Θεωρητικά, το δημοκρατικό ελληνικό κράτος έχει ξεπεράσει τα εθνοτικά μίση του παρελθόντος και ακολουθεί μια ανεκτική πολιτική. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα! Κάθε μουσουλμάνος στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται σαν παρίας και λειτουργεί σε κατάσταση παρανομίας. Στη Δραπετσώνα υπήρχε άτυπη μουσουλμανική (τουρκική) κοινότητα γύρω από το εργοστάσιο των Λιπασμάτων. Η πλειοψηφία των εργατών ήταν τούρκοι και είχαν και οργανωμένο σύλλογο. Το κλείσιμο του εργοστάσιου στη δεκαετία του ’80 διάλυσε τη συλλογική συνύπαρξη με την πόλη και τους οδήγησε στην εξατομικοποιημένη παραμονή ως δεύτερης κατηγορίας πολίτη μέσα στη ελληνικό κράτος.

Τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό κράτος το 1947 και κατοικούσαν χιλιάδες μουσουλμάνοι, αλλά δεν αναγνωρίστηκαν σαν μειονότητα. Σήμερα η μουσουλμανική (τουρκική) κοινότητα ξεπερνάει τους 5.000 κατοίκους αλλά ακόμα αντιμετωπίζονται σαν εχθρικό κομμάτι της κοινωνίας. Μετά το 1974 έκλεισαν τα τουρκικά σχολεία και τα παιδιά μαθαίνουν τη μητρική γλώσσα τους μέσα από ιδιωτικά φροντιστήρια της κοινότητας. Στην Κω όλα τα τζαμιά και νεκροταφεία είναι κατεστραμμένα. Το τζαμί Γαζή Χασάν Πασά, ακόμα περιμένει κρατική άδεια αναστήλωσης μετά το σεισμό του 2017. Η μουσουλμανική κληρονομιά διοικείται από την Kos Muslim Foundation, στην οποία τοποθετεί διοίκηση το ελληνικό κράτος και λειτουργεί διαλυτικά και παρελκυστικά εμποδίζοντας εργασίες. Στη Ρόδο από τα 14 τζαμιά μόνο το ένα του Πάργαλη Ιμπραήμ Πασά λειτουργεί. Όλα τα άλλα αφήνονται να ρημάξουν.

Φυσικά, μέχρι το 2020 η Ελλάδα παραμένει η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν επιτρέπει μουσουλμανικό τέμενος. Την ώρα που υπάρχουν, λατρευτικά μέρη για Καθολικούς, Εβραίους, Ευαγγελιστές, τα εκατομμύρια μουσουλμάνων, ελλήνων πολιτών, μεταναστών ή απλών τουριστών δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση. Ο χώρος του Βοτανικού έχει εγκαινιαστεί αλλά το άνοιγμα του έχει παραπεμφθεί στο άγνωστο μέλλον.

Αντί επιλόγου

Η ενασχόληση με την αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων από το ελληνικό κράτος, δεν σημαίνει αποδοχή της ελληνικής προπαγάνδας περί «θρησκευτικής, κι όχι εθνικής μειονότητας στη χώρα». Η υποβάθμιση των εθνικών χαρακτηριστικών μιας μειονότητας από ένα κράτος, εξυπηρετεί την άμβλυνση των υποχρεώσεών της απέναντι σε αυτούς.

Αυτό όμως που μπορούμε να διαπιστώσουμε εύκολα, από την ιστορική καταγραφή, είναι πως το ελληνικό κράτος δεν έχει καμία σχέση με την ανεξιθρησκία και το σεβασμό της θρησκευτικής ελευθέριας όπως πρεσβεύει ο Διαφωτισμός και οι αξίες της αστικής δημοκρατίας.

Αντίθετα, ο ελληνικός αστισμός συγκροτείται γύρω από τα πιο αντιδραστικά πολιτικά πλαίσια της καπιταλιστικής περιόδου. Θα δούμε στη συνέχεια τον αντιδραστικό ρόλο του σε κάθε έκφανση της κοινωνικής, πολιτειακής και οικονομικής εξέλιξης.


* Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Αντιφασιστική Φρουρά», τ. 29, Σεπτέμβρης 2020
1/ Εννοείται πως η ελληνική εθνικιστική προπαγάνδα προσπαθεί να ταυτίσει Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Τουρκική Δημοκρατία. Στην ουσία, όμως, αυτή είναι πολιτική της ακροδεξιάς, αντίστοιχη με την ελληνική ακροδεξιά που αναζητεί εθνική και αιματολογική συνέχεια από την Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο.
2/ Οι Εικονομάχοι θεωρούσαν πως η λατρεία εικόνων είναι ειδωλολατρική συνήθεια και πως τα ιερά πρόσωπα δεν πρέπει να απεικονίζεται η μορφή τους σε ύλη. Θεωρούσαν πως η δεύτερη από τις 10 εντολές αυτό καθορίζει «ου ποιήσεις σε αυτώείδωλον, ουδὲπαντὸςομοίωμα». Με αυτή την αντίληψη ακόμη και σήμερα θωρείται βλασφημία να απεικονιστεί σε εικόνα ο θεός.
3/ Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, Αθήνα 1973
4/ ο.π.
5/ Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1960.
6/ Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1851.
7/ Ν. Ανδριώτης, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ,1821-1924. ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥΤΗΣ ΜΑΧΗΣ, περ. Μνήμων τ. 26 2004
8/ Ο Γαζή Αχμέτ Εβρενός την ονόμασε «Γενιτσέ ι Βαρντάρ», δηλαδή «Νέο Βαρδάρι» και έμεινε στην καθομιλουμένη το Γενιτσέ.
9/ Έτσι ονομάζει η Ελληνική Εκκλησία τα εδάφη και τις αντίστοιχες Μητροπόλεις που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1923.

 

 

Πηγή: tiken.net

72

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση