Το «κοινό μυστικό» για τις εβραϊκές περιουσίες στη Θεσσαλονίκη

Το «κοινό μυστικό» για τις εβραϊκές περιουσίες στη Θεσσαλονίκη

Σοφία Χριστοφορίδου

Σήμερα είναι η Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος κι εμείς επανερχόμαστε στο θέμα της λεηλασίας των εβραϊκών περιουσιών στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή την έκδοση μιας νέας μελέτης.

Μετά την αναχώρηση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, ακολούθησε μια άνευ προηγουμένου λεηλασία στις περιουσίες τουςΗ λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών στη Θεσσαλονίκη, από συμπολίτες τους, συνεργάτες των Γερμανών και όχι μόνο. Το θέμα ήταν «κοινό μυστικό» στην Θεσσαλονίκη, από αυτά που δικαίωναν τον χαρακτηρισμό της ως «Πόλη των Φαντασμάτων». Μόλις τα τελευταία χρόνια κάποιοι ιστορικοί άρχισαν να ασχολούνται με αυτήν την πτυχή της ιστορίας της πόλης, ερευνώντας σε αρχεία απροσπέλαστα για χρόνια και εμπλουτίζοντας τη μέχρι τώρα φτωχή βιβλιογραφία.

Η πιο πρόσφατη τέτοια περίπτωση είναι το υπό έκδοση βιβλίο από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια με τίτλο Μετά τον πόλεμο: Η Θεσσαλονίκη και η τύχη των εβραϊκών περιουσιών, που είναι καρπός του ερευνητικού προγράμματοςThessaloniki Jewish Assets «Μεταπολεμικός μετασχηματισμός της Θεσσαλονίκης και η τύχη των εβραϊκών περιουσιών», που χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚΕλληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας) και την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), με επιστημονικά υπεύθυνο τον Δρ Ανδρέα Μπουρούτη.

Η έρευνα επικεντρώθηκε σε δύο δρόμους, που λειτούργησαν ως case study: την οδό Βενιζέλου (Βασιλέως Κωνσταντίνου από τη δικτατορία Μεταξά μέχρι την απελευθέρωση), που ήταν κατεξοχήν εμπορικός δρόμος του κέντρου της Θεσσαλονίκης, και την οδό Μιαούλη, έναν δρόμο με πυκνή εβραϊκή παρουσία, ανθρώπων από όλα τα κοινωνικά στρώματα – από πένητες που νοίκιαζαν ένα απλό δωμάτιο και είχαν ελάχιστα υπάρχοντα, μέχρι αστούς που ήταν ιδιοκτήτες μονοκατοικιών. Στην ιστοσελίδα του προγράμματοςΜεταπολεμικός μετασχηματισμός της Θεσσαλονίκης και η τύχη των εβραϊκών περιουσιών υπάρχουν οι χάρτες των δύο δρόμων, με «πινέζες» σε κάθε εβραϊκό ακίνητο και λεπτομέρειες για τους Εβραίους ιδιοκτήτες τους αλλά και τους μεσεγγυούχους που τις πήραν κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Τι ήταν οι μεσεγγυούχοι

Με τη μεσολάβηση της πολιτείας, περί τις 11.000 εβραϊκές οικίες και 2.300 καταστήματα με τα εμπορεύματά τους δόθηκαν σε μεσεγγυούχουςΜεσεγγυούχος είναι το πρόσωπο, στο οποίο ανατέθηκε η φύλαξη κινητού ή ακινήτου για ένα μεταβατικό διάστημα, ώσπου να διαγνωστεί ή να διαπλαστεί βεβαιότητα δικαίου ως προς τη μελλοντική τύχη του πράγματος τούτου. – φυσικά πρόσωπα συνήθως αλλά και ιδρύματα της πόλης, οι οποίοι αναλάμβαναν τον ρόλο του «διαχειριστή» ή «επιτρόπου» της περιουσίας των Εβραίων, που διώκονταν από την πόλη με προορισμό τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Αναχωρούντες ή αποδημούντες

Στις 8 Μαρτίου 1943 συστάθηκε η Υπηρεσία Διαχείρισης Ισραηλιτικών Περιουσιών (ΥΔΙΠ), παρότι η κατοχύρωση της λειτουργίας της με νόμο ήρθε τρεις μήνες αργότερα. Αρχικά, για τη μεσεγγύηση και διαχείριση των εβραϊκών περιουσιών θα εφαρμόζονταν οι προβλέψεις των νομοθετικών διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί με το ξέσπασμα του ελληνοιταλικού πολέμου και αφορούσαν στην κατάσχεση των ιταλικών περιουσιακών στοιχείων. Χρησιμοποιήθηκε δηλαδή νομοθεσία που θεσπίστηκε σε καιρό πολέμου και αφορούσε τους εχθρούς του ελληνικού κράτους.

Ακόμα και η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στα ελληνικά δημόσια έγγραφα δείχνει τον τρόπο αντιμετώπισης των Εβραίων, που ενώ διώκονταν και εκτοπίζονταν, αναφέρονταν ως «αποδημούντες» ή «αναχωρούντες», ενώ τα υπάρχοντα που άφηναν πίσω και οι περιουσίες τους ως «εγκαταληφθείσες». Όπως σημειώνει με νόημα ο κ. Μπουρούτης «από όλα τα μέτρα κατά των Εβραίων που οδήγησαν στη δολοφονία τους, μόνο το ζήτημα της διαχείρισης των περιουσιών τους περιβλήθηκε τον μανδύα του νόμου, ενώ όλα τα υπόλοιπα μέτρα επιβλήθηκαν μέσω γερμανικών διαταγών».

Την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου του 1943 η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης διατάχτηκε από τις γερμανικές αρχές να προχωρήσει άμεσα σε πλήρη καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων των μελών της. Αν και υπολογίζεται ότι συμπληρώθηκαν περίπου 12.000 – 15.000 δηλώσεις περιουσιών, έχουν συνολικά σωθεί μόλις 4.105.

Δύο ημέρες πριν την έναρξη των εκτοπισμών, στις 13 Μαρτίου 1943, ο αξιωματικός των ναζιστικών δυνάμεων Μαξ ΜέρτενΥπόθεση Μέρτεν εξέδωσε νέα διαταγή προς την Ισραηλιτική Κοινότητα, σχετικά με τη συλλογή της εγχρήματης περιουσίας (χρήματα και τιμαλφή) των εκτοπιζομένων. Η κοινότητα έπρεπε να συγκεντρώσει όλα τα χρήματα, τα τιμαλφή και τις τραπεζικές καταθέσεις αυτών που εκδιώκονταν σε έναν μοναδικό τραπεζικό λογαριασμόΤο Ζήτημα των Πολεμικών Επανορθώσεων για τις Λεηλασίες Κατά την Ναζιστική Κατοχή της Ελλάδος: Η Περίπτωση του Νομισματικού Χρυσού των Εβραίων | Κωνσταντίνος Δ. Μαγκλιβέρας – ο νομισματικός χρυσός χάθηκε, χωρίς ποτέ να δοθεί αποζημίωση.

Στις 15 Μαρτίου αναχωρούσε το πρώτο τρένο για το Άουσβιτς, με τους Εβραίους να υποχρεώνονται να καταβάλουν ακόμη και το αντίτιμο του εισιτηρίου στον ΣΕΚΣιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους), για το εφιαλτικό ταξίδι στην Πολωνία και τον θάνατό τους.

Γενική διαρπαγή και λεηλασία

Στην έκθεσηΈκθεση Δούρου | Thessaloniki Jewish Assets που συνέταξε μεταπολεμικά ο διευθυντής της ΥΔΙΠ Ηλίας Δούρος περιγράφει αναλυτικά πώς πραγματοποιήθηκε η λεηλασία, επιχειρώντας να αποσείσει από πάνω του τις όποιες ευθύνες, παρότι εκ των πραγμάτων η ΥΔΙΠ υπήρξε ο φορέας νομιμοποίησης της διαρπαγής των εβραϊκών περιουσιών στη Θεσσαλονίκη.

Ο Δούρος περιγράφει τη «συρροή» ενδιαφερομένων που αξίωναν ακόμη και με βίαιο τρόπο να διορισθούν είτε ως απογραφείς της εβραϊκής περιουσίας είτε ως πραγματογνώμονες, για να έχουν ίδια αντίληψη των περιουσιών που θα μοιράζονταν και να αποκομίσουν τα αντίστοιχα ωφελήματα.

Αν και τυπικά τη δικαιοδοσία ορισμού μεσεγγυούχου είχε η ελληνική διοίκηση, και συγκεκριμένα η ΥΔΙΠ, αξιωματούχοι της κατοχικής διοίκησης (και σε πολλές περιπτώσεις ο ίδιος ο Μέρτεν) έδιναν εντολές να παραχωρηθούν τα πλέον πολύτιμα εβραϊκά περιουσιακά στοιχεία σε άμεσους συνεργάτες τους ή και στους ίδιους τους Γερμανούς.

Ο Μαξ Μέρτεν φυλακίστηκε για δύο χρόνια στην Ελλάδα, από το 1957 έως το 1959, οπότε αποφυλακίστηκε μετά από διπλωματική πίεση της Δυτικής Γερμανίας στην κυβέρνηση Καραμανλή.

Εννοείται ότι οι Γερμανοί αξιωματικοί έπαιρναν ό,τι ήθελαν από τις αποθήκες με τα εμπορεύματα των επιταχθέντων καταστημάτων, χωρίς αυτό να καταγράφεται πουθενά, ή ακόμα χειρότερα κρατούσαν κλειδιά καταστημάτων και τα παρέδιδαν άδεια. Ακόμα και είδη νεωτερισμών, γυναικείες τσάντες, κάλτσες και εσώρουχα πήραν οι Γερμανοί από καταστήματα και αποθήκες, «άτινα προφανώς δεν ήταν δυνατόν να εχρειάζοντο εις τον στρατόν κατοχής, εκτός εάν η ιδιαιτέρα εσωτερική σύνθεσίς του επέβαλλε και την χρήσιν τοιούτων ειδών πολυτελείας» όπως σχολιάζει ο Δούρος.

Για ένα διάστημα μερικών μηνών, η ΥΔΙΠ από υπηρεσία της ελληνικής διοίκησης γίνεται ένα από τα τέσσερα τμήματα της Γερμανικής Διοικητικής Περιφέρειας, υπό την εποπτεία του Μέρτεν. Εκείνους τους μήνες δεν τηρείται κανένα πρόσχημα, καμία διαδικασία που προέβλεπε ο νόμος. Πρώτοι στη σειρά προτεραιότητας, για να πάρουν τα καλύτερα καταστήματα, ήταν άτομα που προσφέρουν υπηρεσίες στην γερμανική διοίκηση, ακολούθως οι «γερμανοσυστημένοι», δηλαδή όσοι είχαν έγγραφες συστάσεις από Γερμανούς και τέλος αυτοί των οποίων τα καταστήματα είχαν επιταχθεί από τις γερμανικές αρχές.

Η οδός Βενιζέλου την περίοδο 1957-58 στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη

Ο Δούρος περιγράφει μια εικόνα που θύμιζε πολιορκία και διαδήλωση έξω από τα γραφεία της υπηρεσίας, από πολίτες, αλλά και έκτακτους υπαλλήλους της ΥΔΙΠ, που ζητούσαν ισραηλιτικά καταστήματα. Μάλιστα αναφέρει ότι ο Γερμανός διευθυντής πήγαινε από γραφείο σε γραφείο ή κλείδωνε το γραφείο του για να μην τον βρίσκουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Λίγες ώρες μετά την μαζική εκκένωση της Θεσσαλονίκης, άρχισε το πλιάτσικο και στα σπίτια. «Το εκ της λάβας ανέπαφο τμήμα της Πομπηίας παρουσιάθη τραγικώς εις τας κατοικίας του συνοικισμού τούτου» γράφει γλαφυρά ο Δούρος, περιγράφοντας σκηνές από μια βιαίως διακοπείσα ζωή. Ο διευθυντής της ΥΔΙΠ κάνει λόγο για «γενική διαρπαγή και λεηλασία κατοικιών» από ανθρώπους που διακινδύνευαν και τη ζωή τους για να πάρουν οποιοδήποτε αντικείμενο, έστω και μικρής αξίας. Η αστυνομία βρέθηκε επανειλημμένως στην ανάγκη να πυροβολήσει κατά των «καραδοκούντων νυχθημερόν» για τη διαρπαγή. Η κινητή περιουσία από τα σπίτια που εκκενώθηκαν μεταφέρθηκε σε αποθήκες και οι γερμανικές αρχές παρέδιδαν το περιεχόμενο των αποθηκών σε διάφορους ιδιώτες εμπόρους, για τους οποίους ο Μέρτεν «εξεδήλωσε στοργικό ενδιαφέρον προς πλουτισμό των». Ακόμα και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος πήρε αντικείμενα από αυτές τις αποθήκες, βάσει γερμανικών διαταγών.

Τα παραλάμβαναν γυμνά

«Το σύστημα της μεσεγγύησης έγινε το όχημα της απόλυτης λεηλασίας και του ξεπουλήματος των εβραϊκών κινητών περιουσιών» λέει ο κ. Μπουρούτης. Στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων, τα εμπορεύματα και τα μηχανήματα πολύ συχνά ήταν μεγαλύτερης αξίας από το ίδιο το ακίνητο. Ακόμα και αν είχε γίνει απογραφή –γιατί σε πολλές περιπτώσεις η ΥΔΙΠ παραλάμβανε άδειες αποθήκες, ή καταστήματα που όλως τυχαίως είχαν «διαρρηχθεί»– είναι πολύ πιθανό η αποτίμηση να ήταν πολύ χαμηλότερη της πραγματικής αξίας. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστεί το ύψος της συνολικής απώλειας.

Αριστερά διακρίνεται τμήμα του πολυελαίου στη συναγωγή Σαρφατή της Θεσσαλονίκης, που αφαιρέθηκε μετά το Ολοκαύτωμα από τον ιερέα του γειτονικού ναού της Αναλήψεως. [Ιστορικό Αρχείο Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης]

«Υπήρχαν αποθήκες, των οποίων η αξία ήταν μηδαμινή μπροστά στην αξία των εμπορευμάτων που είχαν και τα οποία λεηλατήθηκαν και χάθηκαν χωρίς να αποδοθεί το παραμικρό στους Εβραίους ιδιοκτήτες. Το ίδιο ισχύει για βιοτεχνίες και εργοστάσια που ήταν ελαφριές κατασκευές της προπολεμικής εποχής και βρίσκονταν σε οικόπεδα για παράδειγμα του κέντρου και της δυτικής Θεσσαλονίκης. Η αξία των οικοπέδων ήταν σχετικά χαμηλή σε σύγκριση με τον πάγιο εξοπλισμό που διέθεταν. Μηχανήματα, πάγιος εξοπλισμός, εργαλεία και εγκαταστάσεις, εμπορεύματα, προϊόντα και πρώτες ύλες που λεηλατήθηκαν εξ ολοκλήρου. Υπήρξαν περιπτώσεις εβραϊκών επαγγελματικών ακινήτων που, αφού λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στη συνέχεια γκρεμίστηκαν και ισοπεδώθηκαν ώστε να μην μείνουν ίχνη του εγκλήματος. Ολόκληρες γειτονιές, όπως ο συνοικισμός Χιρς, ισοπεδώθηκαν από συνεργάτες των Γερμανών οι οποίοι στη συνέχεια πούλησαν τα πάντα ως οικοδομικά υλικά και κέρδισαν τεράστια ποσά» αναφέρει ο κ. Μπουρούτης.

Στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, όσοι επιζώντες ή συγγενείς τους που ήταν κληρονόμοι παραλάμβαναν τα καταστήματα, τις επιχειρήσεις και τα σπίτια τους, τα έβρισκαν σχεδόν πάντα γυμνά. Δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα. Όπως αναφέρεται στο υπό έκδοση βιβλίο, για μήνες εκατοντάδες άνθρωποι –από τους λίγους τυχερούς που επέστρεψαν από τα στρατόπεδα– κοιμόντουσαν στο δάπεδο της συναγωγής ή στριμωγμένοι σε μερικά διαθέσιμα δωμάτια. Την ίδια ώρα τα εβραϊκά ακίνητα ήταν κατειλημμένα ακόμη από τους μεσεγγυούχους, ενώ η ΥΔΙΠ διόριζε νέους μεσεγγυούχους ακόμη και το 1945 και 1946.

Παρά το γεγονός ότι ήταν νωπές οι αποκαλύψεις για το φριχτό έγκλημα της γενοκτονίας των Εβραίων, για μία ακόμη φορά αναμοχλεύτηκαν αντισημιτικά αισθήματα μέσα από δημοσιεύματα του ΤύπουΔημοσίευμα της εφημερίδας Πρωινή Ώρα, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί εχθρικό κλίμα για τους Εβραίους που ζητούσαν να τους επιστραφούν όσα τους ανήκαν.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση εχθρικών δημοσιευμάτων στον τοπικό τύπο, όταν η εβραϊκή κοινότητα ζήτησε να της δοθεί πίσω ο πολυέλαιοςΗ λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών στη Θεσσαλονίκη που, ενώ ανήκε στη Συναγωγή Σαρφατή, είχε αφαιρεθεί από τον ιερέα του ιερού ναού Αναλήψεως, ο οποίος αρνούνταν να τον επιστρέψει.

Οι αντιδράσεις των μεσεγγυούχων

Η διαδικασία επιστροφής των περιουσιών αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη, το ίδιο και η διεκδίκηση αποζημιώσεωνΟι αποζημιώσεις που δεν πήραν ποτέ οι Έλληνες Εβραίοι από το γερμανικό κράτος. «Η ελληνική δημόσια γραφειοκρατία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απομόνωση των Εβραίων και την απογύμνωσή τους από τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η ΥΔΙΠ στη Θεσσαλονίκη, η ΚΥΔΙΠ στη συνέχεια σε όλη τη χώρα, οι δημόσιες-δημοτικές υπηρεσίες και τα επιμελητήρια της πόλης είχαν καθοριστική συμμετοχή στη διαχείριση και εκμετάλλευση των εβραϊκών περιουσιών. Αποτέλεσαν ένα πυκνό δίκτυο εξουσίας, που καθόρισε με τη συμμετοχή του το αποτέλεσμα. Εάν η μεταπολεμική νομοθεσία στην Ελλάδα γρήγορα αναγνώρισε στους επιζώντες Εβραίους τα νόμιμα δικαιώματά τους, η εφαρμογή των νόμων και των προβλέψεων των διατάξεων καθυστέρησε δραματικά» επισημαίνει ο κ. Μπουρούτης.

Οι μεσεγγυούχοι που είχαν λάβει ακίνητα, σπίτια και καταστήματα, δεν είχαν καμία διάθεση να τα επιστρέψουν και φαίνεται πως ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. Υπηρεσιακό σημείωμα οκτώ σελίδων του υπουργείου Εξωτερικών αναφερόταν στις σφοδρές αντιδράσεις στη Θεσσαλονίκη από την πλευρά των μεσεγγυούχων μετά την ψήφιση του νόμου 808/1945, που προέβλεπε την επιστροφή των εβραϊκών περιουσιών στους δικαιούχους, επιζώντες ή κληρονόμους τους. Σύμφωνα με το κείμενο οι αντιδράσεις ήταν τόσο βίαιες που ουσιαστικά ανεστάλη η εφαρμογή του νόμου, με χορήγηση αναστολών εκτελέσεως των αποφάσεων των δικαστηρίων για επανεγκατάσταση των δικαιούχων Ισραηλιτών από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το Υπουργείο συνιστούσε στους Προέδρους των Πρωτοδικών να προχωρούν σε αναστολή των αποφάσεων έξωσης των μεσεγγυούχων, καθώς υπήρχαν τουλάχιστον 100 τέτοιες εκκρεμείς αποφάσεις. Ακόμη η έκθεση, που είχε συνταχθεί το 1947, αναγνώριζε ότι μόλις 60-100 επαγγελματικά ακίνητα στη Θεσσαλονίκη είχαν αποδοθεί σε διάστημα 2,5 ετών από την απελευθέρωση, τα περισσότερα δε μετά από συμβιβασμό μεσεγγυούχων και δικαιούχων Ισραηλιτών. Ο συντάκτης της έκθεσης ανέφερε ότι οι απογοητευμένοι Ισραηλίτες παραιτούνταν από τα μισθωτικά τους δικαιώματα έναντι ενός συμβολικού ποσού και αναχωρούσαν για την Παλαιστίνη.

Η δημιουργία το 1949 του Οργανισμού Περίθαλψης και Αποκατάστασης Ισραηλιτών Ελλάδος (ΟΠΑΙΕ), πέντε χρόνια μετά την λήξη του πολέμου στην Ελλάδα, προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις από όσους ακόμη νέμονταν τις εβραϊκές περιουσίες. Λίγο αργότερα οι μεσεγγυούχοι οργανώθηκαν σε συλλόγους για να δημιουργήσουν έναν μοχλό πίεσης και να παρεμποδίσουν τη νόμιμη διαδικασία επιστροφής των περιουσιών ή ακόμη και να πετύχουν τη μη καταβολή των μισθωμάτων που προβλέπονταν. Σε κάλεσμάΗ πρόσκληση του Συνδέσμου Μισθωτών Ισραηλίτικων Ακινήτων τους το 1951, υποστήριζαν ότι αντιμετώπιζαν «κατάσταση διωγμού» εκ μέρους των Ισραηλιτών, ενώ χαρακτήριζαν «αρπακτική» και εκβιαστική» την πολιτική του ΟΠΑΙΕ. «Οι ανακοινώσεις των μεσεγγυούχων αποδεικνύουν το απόλυτο των θέσεών τους, αφού ζητούσαν την κατάργηση του ΟΠΑΙΕ, την μη καταβολή των ενοικίων που οφείλονταν και την οριστική παραχώρηση των ακινήτων σε αυτούς. Σε κάθε περίπτωση γινόταν συνειδητός διαχωρισμός, όπως η αναφορά σε Έλληνες και Εβραίους, αναδεικνύοντας έναν αντισημιτισμό που είχε οικονομική βάση» σημειώνει ο κ. Μπουρούτης.

Ο ΟΠΑΙΕ

Ο ΟΠΑΙΕ δημιουργήθηκε το 1949Το ΦΕΚ της ίδρυσης του ΟΠΑΙΕ, δηλαδή μετά την παρέλευση σχεδόν πέντε ετών από τη λήξη του πολέμου. Έχουν ενδιαφέρον οι λόγοι αυτής της καθυστέρησης. Η Ελλάδα προσπαθούσε να διασφαλίσει τα συμφέροντα τόσο των Ελλήνων που κατοικούσαν στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ, όσο και των Αγιοταφιτών μοναχών και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, που διέθετε μεγάλες εκτάσεις στις περιοχές που περιήλθαν στη δικαιοδοσία του. Γι’ αυτό θεώρησε σκόπιμο να χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί για ένα διμερές ζήτημα με άλλο κράτος, τη δημιουργία ενός οργανισμού για την αποκατάσταση Ελλήνων πολιτών εβραϊκού θρησκεύματος.

Ο ΟΠΑΙΕ δημιουργήθηκε τελικά με ΦΕΚ τον Μάρτιο του 1949 και το καλοκαίρι του ίδιου έτους ξεκίνησε να λειτουργεί το γραφείο του στη Θεσσαλονίκη. Ο νέος οργανισμός κληρονόμησε την περιουσία που διαχειριζόταν η ΥΔΙΠ και μετέπειτα ΚΥΔΙΠ, δηλαδή ακίνητα σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας καθώς και ελάχιστα κινητά (τιμαλφή). Επίσης εντόπισε και ακίνητα που δεν συμπεριλαμβάνονταν στη διαχείριση της ΚΥΔΙΠ «αναδεικνύοντας και το σύνθετο του προβλήματος. Της συνειδητής δηλαδή προσπάθειας να “εξαφανιστούν” εβραϊκά ακίνητα ώστε να μην διεκδικηθούν ποτέ» σημειώνει ο κ. Μπουρούτης.

Το γραφείο του ΟΠΑΙΕ στη Θεσσαλονίκη ανέλαβε να εξακριβώσει την τύχη των εβραϊκών ιδιόκτητων ακινήτων. Παράλληλα οι υπηρεσίες του έλεγξαν τις αγοραπωλησίες εβραϊκών ακινήτων κατά τη διάρκεια της κατοχής. Μέχρι το 1979 που το γραφείο του ΟΠΑΙΕ λειτουργούσε στην πόλη, εξετάστηκαν εκατοντάδες υποθέσεις ακινήτων, που είτε επιστράφηκαν στους νόμιμους ιδιοκτήτες ή κληρονόμους είτε διεκδικήθηκαν και αποδόθηκαν στον οργανισμό. Σε περίπτωση διεκδικήσεων, αμφισβητήσεων και καταπατήσεων εγείρονταν αγωγές είτε από τον ΟΠΑΙΕ είτε από αντιδίκους κατά του ΟΠΑΙΕ και έτσι οι δικαστικοί αγώνες υπήρξαν ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του Οργανισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπήρχαν περιπτώσεις ακινήτων που χρειάστηκαν δεκαετίες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία απόδοσής τους.

Ελάχιστοι καταδικάστηκαν

Τι απέγιναν όσοι πλούτισαν κατά τη διάρκεια της κατοχής εκμεταλλευόμενοι περιουσίες ανθρώπων που είχαν εκτοπιστεί στο Άουσβιτς; Όπως αναφέρει ο κ. Μπουρούτης, ελάχιστες ήταν οι καταδίκες. Ακόμη και στην αυστηρότερη των ποινών, αυτήν του θανάτου, αρκετοί γλίτωσαν τελικά με μερικά χρόνια ειρκτής.

Για παράδειγμα ο Α.Α. καταδικάστηκε σε θάνατο τον Ιούλιο του 1945 για συνεργασία με τους Γερμανούς, ισόβια στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και δήμευση της περιουσίας του. Όπως ανέφερε το κατηγορητήριο, ως διερμηνέας στη γερμανική υπηρεσία καταλυμάτων (Quartieramt) προχωρούσε σε εξώσεις και εγκαταστάσεις οικογενειών σε εβραϊκές κατοικίες εκβιάζοντας και απαιτώντας χρηματικά ποσά και αφαιρώντας διάφορα είδη, όπως έπιπλα και σκεύη. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, η ποινή του Α. με βασιλικό διάταγμα μετριάστηκε σε ισόβια δεσμά. Ακολούθως το 1949 η ποινή μεταβλήθηκε σε δωδεκαετή φυλάκιση και το 1950 σε πενταετή. Ο Α. δηλαδή αφέθηκε άμεσα ελεύθερος.

Κάποιοι από αυτούς που βρέθηκαν διωκόμενοι μεταπολεμικά, πιθανώς κατά τη διάρκεια της κατοχής να ήταν άνθρωποι σε πραγματική ανάγκη, πρόσφυγες για παράδειγμα από τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές, που έλαβαν ένα εβραϊκό διαμέρισμα ή ένα κατάστημα, σημειώνει ο κ. Μπουρούτης. Ωστόσο «δεν ήταν λίγοι όσοι συνεργάστηκαν άμεσα με τις γερμανικές αρχές και το δωσιλογικό καθεστώς, στοχεύοντας στα άμεσα κέρδη της συμμετοχής και στη βραχύβια δημόσια μνήμη. Κάτι που εξάλλου συνέβη. Το αίτημα για απονομή δικαιοσύνης για την προδοσία, τα εγκλήματα και τα αίσχη που συνέβησαν στον πόλεμο γρήγορα εκφυλίστηκε σε διεκπεραίωση και επάνοδο στην κανονική ζωή».

 

 

Πηγή: insidestory.gr

 

75

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση