«Ήξερα ότι κρατάω ένα ιστορικό ντοκουμέντο που σήμερα το αφιερώνω σε όλους εκείνους που συναντηθήκαμε στους δρόμους του Δεκέμβρη»

«Ήξερα ότι κρατάω ένα ιστορικό ντοκουμέντο που σήμερα το αφιερώνω σε όλους εκείνους που συναντηθήκαμε στους δρόμους του Δεκέμβρη»

Η Χρύσα Λύκου μίλησε με τον φωτορεπόρτερ Κώστα Τσιρώνη και τον δημοσιογράφο Νίκο Δεμισιώτη για το πώς είναι να αποτυπώνεις μια πόλη που δεν κάνει ησυχία.

«Περπατάμε στην πόλη σαν μια μηχανή και νιώθουμε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί
κάνουμε θόρυβο κι αυτό είναι γεγονός. Μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς, κάπως αλλιώς…»

Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει χαραχτεί περισσότερο στη συλλογική μνήμη της γενιάς μου, από τον Δεκέμβρη του 2008. Λες και η σφαίρα που διέσχισε την καρδιά του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ράγισε την απόκοσμη κανονικότητα, φλόγισε το αδύνατο, κύκλωσε την ουτοπία. Δεν έχει τίποτα το ρομαντικό η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου, τίποτα το γοητευτικό οι δρόμοι μας να γεμίζουν με γκράφιτι από εκείνους που χάθηκαν και τους θρηνούμε σαν δικούς μας ανθρώπους που δεν έτυχε ποτέ να γνωριστούμε. Έχουν κομμάτι της ιστορίας και των ονείρων μας, την προοπτική μιας κατάκτησης που κάποιοι θα φτάσουν, κάποιοι θα αγνοήσουν, τίποτα όμως δεν θα χαθεί. Το αίμα που χύθηκε εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια ενώθηκε με το δικό μας σαν μια εξέγερση Iνδιάνων που χόρευαν αγκαλιά με τον θάνατο, μη τυχόν και πεθάνει η ζωή.

Πέρασαν 17 χρόνια, μια εφηβεία και κάμποσοι φόβοι μη και μεγαλώσουμε μη και μοιάσουμε σε ότι πετάγαμε πάνω του τη φωτιά.

Ο φωτορεπόρτερ Κώστας Τσιρώνης, ο άνθρωπος που τράβηξε το ιστορικό ντοκουμέντο με άνδρα των ΜΑΤ να στοχεύει διαδηλωτές, λίγο μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου από τον αμετανόητο μέχρι και σήμερα ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα, μιλάει για το πώς τραβήχτηκε εκείνη η φωτογραφία και όσα ακολούθησαν.

«Ήταν 2005 με 2006, όταν ως εκπαιδευόμενος ακόμη φωτορεπόρτερ πήγα στο Associated Press, καλύπτοντας τα μεγάλα φοιτητικά συλλαλητήρια για το Άρθρο 16. Ήταν μια εποχή που φαίνονταν ότι σιγοβράζει κάτι μεγάλο. Κάθε Πέμπτη διαδηλώσεις και συγκρούσεις στα λουλουδάδικα μπροστά απ’ τη Βουλή κι από εκεί Εξάρχεια και Πολυτεχνείο. Ο Δεκέμβρης του 2008, όπως μπορώ να το διακρίνω σήμερα, ήταν το ξέσπασμα όλης αυτής της οριακής συνθήκης.

Εκείνη την περίοδο δούλευα περίπου δύο χρόνια στον Ελεύθερο Τύπο, όπου με είχαν προσλάβει σαν μεταγραφή από το Associated Press. Το βράδυ της δολοφονίας επέστρεφα από μια γιορτή στο σπίτι, στο οποίο είχα αφήσει και το εταιρικό μου τηλέφωνο, μιας και δεν δούλευα. Φτάνοντας, βρήκα καμιά 30αρια κλήσεις.

Αμέσως κατέβηκα στη Νομική η οποία είχε μετατραπεί σε πυρήνα όλου αυτού που συνέβαινε ήδη στην Αθήνα. Όλο το κέντρο είχε παραδοθεί στις φλόγες. Τα ΜΑΤ εκείνο το βράδυ ήταν ελάχιστα και καθόλου επιθετικά.

Την επόμενη το μεσημέρι είχε προγραμματιστεί διαδήλωση με προσυγκέντρωση στο Μουσείο και πορεία προς τη ΓΑΔΑ. Η κατάσταση έβραζε. Απίστευτος κόσμος σε κάθε δρόμο,η Λεωφόρος Αλεξάνδρας γεμάτη διμοιρίες. Η αστυνομία προσπαθούσε να μπλοκάρει τους διαδηλωτές στη Λουκάρεως με δακρυγόνα. Η πορεία έσπασε και δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στη ΓΑΔΑ.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι η μάσκα μου άρχισε να μπάζει δακρυγόνα, κάτι που με ανάγκασε να απομακρυνθώ απ’ το μέτωπο των συγκρούσεων και να περάσω πίσω απ’ τα ΜΑΤ. Έχοντας βγάλει τη μάσκα, μεταξύ Λουκάρεως και Λεωφόρου Αλεξάνδρας, η πρώτη εικόνα που βλέπω είναι ενός αστυνομικού, ο οποίος με το χέρι του προσποιείται ότι έχει όπλο, προκαλώντας τους διαδηλωτές. Αμέσως σηκώνω τη μηχανή, για να βγάλω φωτογραφία. Όσο ανεβοκατεβαίνει το κλείστρο, βλέπω ακόμη έναν αστυνομικό να βγάζει κανονικά το όπλο του απ’ τη θήκη και να σημαδεύει τους διαδηλωτές. Αυτό κράτησε κάποια δευτερόλεπτα. Ο μπροστινός του, αντιλήφθηκε την παρουσία μου και ότι ο από πίσω του έχει βγάλει κανονικό όπλο. Πήδηξα αμέσως τα κάγκελα, φοβήθηκα ότι θα με κυνηγήσουν. Δεν ξέρω τι έκαναν όσο έτρεχα, αυτό που μου ήταν όμως σαφές είναι ότι κρατούσα ένα ιστορικό ντοκουμέντο που έπρεπε να το προστατεύσω και να δω πώς θα το διαχειριστώ.

Ενώθηκα ξανά με τους διαδηλωτές, οι συγκρούσεις με την αστυνομία συνεχίζονταν κανονικά. Κάλεσα συναδέλφους από το Associated Press και το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, οι οποίοι μου είπαν να περιμένω και να μη δώσω τη φωτογραφία στον Ελεύθερο Τύπο γιατί δεν θα δημοσιευόταν, κάτι όμως που δεν έκανα.

Έφυγα απ’ τη διαδήλωση, πήγα σπίτι. Πέρασα τις φωτογραφίες απ’ την κάρτα μνήμης σε έναν υπολογιστή και αντέγραψα τις πιο χαρακτηριστικές σε μια άλλη κάρτα μνήμης. Την πήρα και πήγα κατευθείαν στην εφημερίδα και στον τότε Γενικό Διευθυντή, Σεραφείμ Κοτρώτσο, ώστε να τον ενημερώσω για την ύπαρξη της φωτογραφίας. Εκείνος μου ζήτησε να του την τυπώσω και να μην πω τίποτα σε κανένα. Έτσι κι έγινε! Στη συνέχεια κάλεσε σύσκεψη με άλλα στελέχη της εφημερίδας. Όταν τελείωσαν, ο Κοτρώτσος με κάλεσε ξανά στο γραφείο του λέγοντας μου ότι πρέπει να διασταυρώνουμε τα γεγονότα και πως δεν είναι σίγουροι ότι αυτό είναι όπλο. Τώρα, μιλάμε για μια φωτογραφία, που αν τη ζουμάρεις φαίνεται μέχρι και ο τύπος του όπλου. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για να διαχειριστεί την κατάσταση, ενώ παράλληλα με ενημέρωσε ότι η φωτογραφία θα σταλεί σε δικό μας τεχνικό για να μας απαντήσει αν πρόκειται όντως για όπλο. Μου έδωσε ένα email χωρίς όνομα και υποψιάστηκα ότι κατά πάσα πιθανότητα η φωτογραφία θα προωθηθεί στην αστυνομία. Παρόλα αυτά, κρόπαρα μόνο το κομμάτι του όπλου και την έστειλα.

Η Κυριακή περνάει με τη φωτογραφία να μη δημοσιεύεται, διαβεβαιώνοντας με ότι θα βγει την επόμενη μέρα. Φεύγοντας απ’ την εφημερίδα το βράδυ, έκανα μια βόλτα στα Εξάρχεια. Εκεί, πέτυχα για πρώτη φορά τον Νίκο Ρωμανό να κάθεται παγωμένος ακριβώς ένα 24ωρο μετά, στο σημείο της δολοφονίας.

Δευτέρα πια και πριν κατέβω στις διαδηλώσεις πηγαίνω και αφήνω την κάρτα μνήμης στο γραφείο του Associated Press. Εκεί ένιωθα ότι είναι ένα μέρος που μπορεί το υλικό μου να μην κινδυνεύει.

Κατεβαίνω στη διαδήλωση. Ξανά συγκρούσεις με το κίνημα να μαζικοποιείται και η εξέγερση να διασπείρεται όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στα προάστια.  Επιστρέφοντας το μεσημέρι στην εφημερίδα, συνειδητοποιώ ότι έχουν δώσει τις φωτογραφίες μου σε νέους συναδέλφους που έκαναν πρακτική. Πριν δηλαδή καν κυκλοφορήσει η φωτογραφία, κάποιος αρχισυντάκτης είχε τη φαεινή ιδέα να τη δώσει σε φοιτητές για να πηγαίνουν στα ΜΑΤ και να ρωτάνε αν είναι αληθινή η φωτογραφία. Παράλληλα, μιλάω με τον συντάκτη που έκανε το ρεπορτάζ για το πώς τραβήχτηκε η φωτογραφία, βλέπω το άρθρο έτοιμο όπως και το πρωτοσέλιδο απ’ το οποίο έλειπε μόνο ο τίτλος.

Πηγαίνοντας στο καπνιστήριο, συνάντησα δύο συναδέλφους, οι οποίοι μου είπαν να στείλω για καλό και για κακό και αλλού τη φωτογραφία, γιατί πίστευαν ότι θα δημοσιευόταν. Για ακόμη μια φορά, το ενδεχόμενο αυτό δεν υπήρχε στο μυαλό μου. Κατεβαίνω ξανά στο κέντρο, φωτογραφίζω και επιστρέφω το βράδυ στο γραφείο όπου και μαθαίνω ότι υπάρχει εντολή απ’ τον Κοτρώτσο, να αφαιρεθεί η φωτογραφία απ’ το πρωτοσέλιδο.

Ένιωθα οργή, ότι η εφημερίδα με έχει εκθέσει ανεπανόρθωτα. Ας μου το έλεγαν εξαρχής. Βρέθηκα παγιδευμένος σε μια κατάσταση που κάποιοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν για δικό τους όφελος.

Κάλεσα τον Δημήτρη Μεσσήνη από το Associated Press, λέγοντάς του ότι δεν θα δημοσιεύσουν τις φωτογραφίες μου, οπότε να φροντίσει να διοχετευθούν παντού, χωρίς το όνομα μου. Οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν αμέσως από διάφορα ξένα μέσα, αρκετές ώρες πριν τυπωθούν οι εφημερίδες, με τον Ελεύθερο Τύπο να ‘αναγκάζεται’ πια να βάλει τη φωτογραφία μέσα στην εφημερίδα.

Την επόμενη ημέρα θα κάλυπτα την κηδεία του Γρηγορόπουλου, όμως με κάλεσε ο Κοτρώτσος να με ρωτήσει πώς διέρρευσε η φωτογραφία -στην οποία είχε ο οποιοσδήποτε στην εφημερίδα πρόσβαση όλες αυτές τις ημέρες. Αφού μου είπε πόσο εκτιμά τη δουλειά μου, με απέλυσε.

Η δημοσιοποίηση του τι συνέβη και πώς απολύθηκα από τον Ελεύθερο Τύπο, έγινε στο TVXS μέσω μιας κουβέντας με τον Στέλιο Κούλογλου. Έτσι η φωτογραφία μου απέκτησε τελικά και την υπογραφή μου.

Τι σκέφτομαι για τότε; Κοίτα, είναι σπουδαίο να είσαι μόνο δύο χρόνια φωτορεπόρτερ και να κάνεις ένα τόσο σημαντικό καρέ.

Αυτή η φωτογραφία ανήκει στον κόσμο του Δεκέμβρη, στη γενιά μας. Αν είναι να μπει ένα credits λοιπόν, ας είναι “Για όλους εκείνους κι όλες εκείνες που βρεθήκαμε στους δρόμους”».

Ο δημοσιογράφος Νίκος Δεμισιώτης, βρέθηκε στους δρόμους της εξέγερσης και θυμάται πώς είναι να ξεχνάς να γυρίσεις σπίτι, γιατί η πόλη έχει φασαρία από επιλογή.

«Ήμουν σπίτι, ετοιμαζόμουν να υποδεχτώ τους καλεσμένους μου. Χτύπησε το τηλέφωνο, μια συνάδελφος απ’ την Ελευθεροτυπία με ενημέρωσε ότι αστυνομικός δολοφόνησε μετά από λεκτική αντιπαράθεση ένα παιδί στα Εξάρχεια. Λίγες ώρες αργότερα κατέβηκα στο κέντρο και έμεινα μέχρι να ξημερώσει. Όλη η Αθήνα ήταν πόλεμος, δεν ήταν πια μόνο τα Εξάρχεια. Ένιωθες παντού την οργή χωρίς όμως να μπορώ να φανταστώ τι θα ακολουθήσει.

Tο πρωί πήγα στην Απογευματινή, όπου δούλευα τότε. Έγραψα όσα είχαν συμβεί και ετοιμάστηκα για την πορεία που είχε καλεστεί στο Πολυτεχνείο. Την ημέρα, τα πρόσωπα ήταν διαφορετικά, μπορούσες να διακρίνεις πάνω τους τον θυμό. Τότε κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν θα σταματήσει άμεσα.

Φτάνοντας στη ΓΣΕΕ, ξεκίνησαν τα σπασίματα κι όλα ήταν πια ανεξέλεγκτα. Παντού αντιχούσαν συνθήματα. “Αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη”, “Το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει” και φυσικά το επιβλητικό “Δολοφόνοι”, που έγραφε και το ιστορικό πλέον πανό.

Θυμάμαι πολύ έντονα τη στιγμή που τα ΜΑΤ έριχναν αλόγιστα χημικά και σε συνδυασμό με το λαμπάδιασμα μιας αντιπροσωπείας αυτοκινήτων, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο και πυκνό σύννεφο καπνού. Βγαίνοντας απ’ αυτό και κοιτώντας πίσω αναρωτήθηκα στα αλήθεια πώς καταφέραμε και βγήκαμε ζωντανοί.

Επέστρεψα στην εφημερίδα με τρομακτική κούραση, μετά από ατελείωτες ώρες αϋπνίας. Όταν είμαι στο ρεπορτάζ προσπαθώ να παρατηρώ τα πράγματα, να αφήνω το συναίσθημα σε δεύτερο χρόνο. Τον Δεκέμβρη του 2008, ήταν αδύνατο να συμβεί αυτό, απλά η κούραση ενίσχυε την ένταση που ένιωθες.

Στο σπίτι μου γύρισα αργά το βράδυ, ξημέρωνε πια η Μεγάλη Δευτέρα όπως τη λέω από τότε. Είμαι 25 χρόνια στον δρόμο ως δημοσιογράφος, κάτι ανάλογο δεν έχω ξαναζήσει. Σε ένταση, σε οργή και θλίψη. Θυμάμαι τη βοή που ακούγονταν στην Ομόνοια όταν έφτασε η πορεία. Ήταν σαν να αναβλύζει απ’ τον δρόμο. Έβλεπες τα ΜΑΤ από το Πολυτεχνείο να προσπαθούν να ανέβουν και δεν μπορούσαν. Δεν πήγαινε κανείς πουθενά. Ήταν κάτι φοβερό, δεν ξέρω αν θα ξαναζήσουμε ποτέ ξανά εκείνη τη Δευτέρα.

Το ανέβασμα της Σταδίου γίνονταν με χίλια ζόρια. Τα ΜΑΤ άρχισαν να βγαίνουν από τα στενά, προσπαθούσαν να εμποδίσουν τον κόσμο να φτάσει στο Σύνταγμα όπου είχε αρχίσει ήδη να λαμπαδιάζει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία. Ποδοπατηθήκαμε. Ένα παιδί προσπάθησε να γυρίσει προς τα πίσω, στραβοπάτησε μπροστά μου και πέφτοντας χτύπησε το κεφάλι του στη γωνία από το σίδερο του κάγκελου. Του άνοιξε το κεφάλι. Πήγαμε στην άκρη, προσπαθούσα να τον φτάσω σε μια στοά για να περάσουμε στην Πανεπιστημίου. Τα αίματα έτρεχαν παντού. Έβαλα το μαντήλι μου στο πρόσωπό του, του είπα ότι πρέπει να παμε να τον φροντίσουν. Με κοίταξε και που είπε “Όχι. Εγώ σήμερα κάποια στιγμή θα γυρίσω σπίτι μου. Ο Αλέξανδρος δεν θα γυρίσει”. Ήρθαν οι φίλοι του και τον πήρα, δεν ξαναέμαθα νέα του.

Φτάνοντας στο Σύνταγμα είδα το δέντρο να καίγεται. Μπορούσες να δεις στην πράξη αυτό που έγραφαν τότε οι τοίχοι, πως τα Χριστούγεννα του 2008 ακυρώθηκαν. Η εικόνα με τα ΜΑΤ να φυλάνε το δέντρο, ήταν και παραμένει αστεία. Το κράτος διαφυλάσσει την κανονικότητα, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι ό,τι συνέβη τότε ήταν μια ρωγμή στον χρόνο και δεν θα ξανασυμβεί. Δεν μπορεί να αποδεχτεί το πόσο λαβώθηκε από εκείνον τον Δεκέμβρη, ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν όχι τα Εξάρχεια, αλλά μια ολόκληρη πόλη.

Ήταν η κοινωνικοπολιτική ενηλικίωση μας. Εύχομαι οι νεότερες γενιές να μάθουν από τότε ότι η καταστολή του κράτους μπορεί να φτάσει μακριά, αλλά και ότι η μεγάλη αντίδραση είναι εφικτή καμιά φορά. Τι τίτλο θα έβαζα σε εκείνον τον Δεκέμβρη; “Ο σύντομος Δεκέμβρης της Οργής και της Ουτοπίας”».

Πηγή: The Untold

413