Η ανατομία της κρατικής και δημοσιογραφικής υποκρισίας στα «Ανεξάρτητα Κράτη» του θεάτρου Χώρα

Η ανατομία της κρατικής και δημοσιογραφικής υποκρισίας στα «Ανεξάρτητα Κράτη» του θεάτρου Χώρα

της Έλενας Παπαγεωργίου

Είδαμε την εξαιρετική παράσταση «Ανεξάρτητα Κράτη» στο θέατρο Χώρα των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Παλούμπη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, η οποία αναφέρεται στα γεγονότα μετά το θάνατο του Βασίλη Τσιρώνη, ο οποίος κλεισμένος στο σπίτι του μαζί με την οικογένεια του είχε κηρύξει το διαμέρισμα του «Ανεξάρτητο Κράτος». Τέσσερις μήνες μετά, στις 11 Ιουλίου 1978 η εντολή του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης για έφοδο εκτελείται. Λίγα λεπτά αργότερα, η είδηση του θανάτου του φτάνει στα γραφεία της εφημερίδας «Το Βήμα». Η παράσταση δεν κάνει μια απλή, στεγνή βιογραφική αναδρομή, αλλά εστιάζει σε βαθύτερα ζητήματα που αναδεικνύονται μέσα από την περίπτωσή του.

Τα όρια της προσωπικής ελευθερίας: πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος μέσα σε ένα δομημένο κρατικό σύστημα και πού σταματά η ατομική επιθυμία για αυτονομία;

Η σύγκρουση με την εξουσία: η ρομαντική, αλλά και μοιραία επιλογή ενός ανθρώπου να κηρύξει τον πόλεμο σε έναν ολόκληρο κρατικό μηχανισμό, αρνούμενος κάθε συμβιβασμό.

Ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: πώς ο Τύπος της εποχής αντιμετώπισε τον Τσιρώνη (άλλοτε ως γραφικό, άλλοτε ως επικίνδυνο) και πώς η κοινή γνώμη διαμορφώθηκε γύρω από την πολιορκία, επηρεάζοντας τελικά και την απόφαση για την τελική έφοδο.

O θάνατος του Τσιρώνη σημάδεψε τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αναδεικνύοντας τα όρια της κρατικής ανοχής απέναντι στην απόλυτη αμφισβήτηση και μετατρέποντας τον γιατρό σε ένα διαχρονικό, αν και μοναχικό, σύμβολο του αντιεξουσιαστικού αγώνα.

Το έργο φωτίζει το ιστορικό γεγονός ότι «Το Βήμα», τις ημέρες που προηγήθηκαν της εφόδου, ασκούσε ασφυκτική πίεση στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και στον τότε Υπουργό Δημόσιας Τάξης, Αναστάσιο Μπάλκο. Με το περίφημο ερώτημα «Υπάρχει κράτος;», η εφημερίδα κατηγορούσε την κυβέρνηση για αδράνεια απέναντι σε έναν άνθρωπο που «γελοιοποιούσε» τους θεσμούς από το μπαλκόνι του. Η παράσταση δείχνει πώς αυτή η ρητορική ουσιαστικά εξανάγκασε τις αρχές να επιλέξουν τη βίαιη λύση και την έφοδο των ΜΕΑ, προκειμένου να αποδείξουν ότι το κράτος «υπάρχει» και είναι ισχυρό.

Μέσα από το καυστικό χιούμορ και τον ωμό ρεαλισμό της, η παράσταση ξεγυμνώνει τον κυνισμό του δημοσιογραφικού σιναφιού της εποχής. Παρακολουθούμε πώς οι δημοσιογράφοι και οι διευθυντές διαχειρίζονται την είδηση σαν εμπόρευμα, ευθυγραμμίζονται με την επίσημη κρατική γραμμή της «αυτοκτονίας», παρά τα προφανή τυφλά σημεία (όπως το γεγονός ότι ο Τσιρώνης βρέθηκε με σφαίρα στο μέτωπο) και συμμετέχουν στη συγκάλυψη, προτιμώντας να «κάνουν τη δουλειά τους» και να προστατεύσουν το status quo της Μεταπολίτευσης, παρά να αναζητήσουν την αλήθεια.

«Παράτα μας με την αλήθεια κι άσε να κάνουμε τη δουλειά μας!»
Αυτή η φράση από το έργο συμπυκνώνει όλη την ουσία της κριτικής. Ο Τύπος δεν παρουσιάζεται απλώς ως καταγραφέας των γεγονότων, αλλά ως ένας πανίσχυρος μηχανισμός, ένα «κράτος εν κράτει», που συνδιαμορφώνει τις ιστορικές εξελίξεις και νομιμοποιεί την κρατική βία στη συνείδηση των πολιτών.

Μέσα στο γραφείο της εφημερίδας, η παρουσία των γυναικείων χαρακτήρων αποτυπώνει ανάγλυφα τον βαθύ σεξισμό της δεκαετίας του ’70. Οι γυναίκες εργαζόμενες αντιμετωπίζονται ως υποδεέστερες, συχνά περιορισμένες σε ρόλους γραμματειακής υποστήριξης ή διεκπεραίωσης (ξέρεις να φτιαχνις καφέ;),  ενώ οι άνδρες συνάδελφοί τους κρατούν τα «μεγάλα πολιτικά ρεπορτάζ» και τις διευθυντικές καρέκλες. Ακόμα και όταν έχουν λόγο ή ικανότητες, η γνώμη τους υποβαθμίζεται ή φιλτράρεται μέσα από την ανδρική κυριαρχία και τον κυνισμό των ανωτέρων.

Το έργο δείχνει πώς μια γυναίκα έπρεπε να παλέψει διπλά για να ακουστεί σε ένα περιβάλλον γεμάτο «τοξική αρρενωπότητα», φωνές, καπνό και ανδρική αλληλεγγύη. Η ιστορία της Μαρίας, της νεαρής δακτυλογράφου που πέφτει θύμα βιασμού από διευθυντικό στέλεχος (αλλά και της Βίκυς, η οποία παντρεύτηκε τον δικό της βιαστή), αποτελεί τον ηθικό πυρήνα του έργου και ξεγυμνώνει την απόλυτη υποκρισία του «προοδευτικού» Τύπου της Μεταπολίτευσης. Ενώ η αίθουσα σύνταξης κόπτεται για τη δημοκρατία και τα δικαιώματα, απέναντι στο έγκλημα που συμβαίνει στους διαδρόμους της επιλέγει τον κυνισμό, τη συγκάλυψη και την ενοχοποίηση του θύματος, προκειμένου να προστατευτούν οι ισχυροί άνδρες και το κύρος της εφημερίδας.

Μέσα από έναν βαθύ δραματουργικό παραλληλισμό με την υπόθεση Τσιρώνη, ο βιασμός της Μαρίας αναδεικνύει ότι η έμφυλη, η κρατική και η δημοσιογραφική βία πηγάζουν από τον ίδιο ακριβώς κρατικό μηχανισμό εξουσίας, ο οποίος κατασκευάζει αφηγήματα ή επιβάλλει τη σιωπή, θυσιάζοντας ανίσχυρους ανθρώπους για να διατηρήσει την κυριαρχία του.

Τα «Ανεξάρτητα Κράτη» δεν αποτελούν μια απλή ανατομία του παρελθόντος, αλλά έναν καθρέφτη του σήμερα. Η φράση «άσε να κάνουμε τη δουλειά μας» συνεχίζει να αντηχεί στο παρόν, υπενθυμίζοντάς μας ότι οι μηχανισμοί της εξουσίας θα προτιμούν πάντα τη βολική σιωπή και τη συγκάλυψη από την επικίνδυνη αλήθεια. Δικό μας χρέος, το οποίο παρουσιάζεται στο έργο από τη Λένα, που παίρνει τον πραγματικό φάκελλο στο τέλος και φεύγει, είναι να προσπαθήσουμε να αναδεικνύουμε την αλήθεια κάθε στιγμή, με απώτερο στόχο το γκρέμισμα αυτού του σάπιου συστήματος.

6