Ήταν η Τουρκία μόνιμα επιτιθέ­μενη και η Ελλάδα μόνιμα αμυνόμενη;

Ήταν η Τουρκία μόνιμα επιτιθέ­μενη και η Ελλάδα μόνιμα αμυνόμενη;

0144215‘Εχουμε συνηθίσει να ακούμε ότι οι Αμερικάνοι βοήθησαν τους Τούρκους να εισβάλλουν στην Κυπρο το 1974, ωστόσο η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Την γνωρίζουν σχεδόν οι πάντες, αλ­λά για λόγους «εθνικούς» την ψι­θυρίζουν ή τις αφιερώνουν πολύ λίγες αρά­δες στα αφιερώματα. Σίγουρα υπήρξαν συ­νωμοσίες και σχέδια των ιμπεριαλιστών. Ε­ντούτοις την πορεία των γεγονότων στο Κυ­πριακό την καθόρισαν κατά κύριο λόγο οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, που η καθε­μιά προσπαθεί να επιβάλλει τα δικά της συμφέροντα σε βάρος της άλλης.
Δεν είναι αλήθεια ότι η Τουρκία ήταν μόνιμα επιτιθέ­μενη και η Ελλάδα μόνιμα αμυνόμενη. Στο Κυπριακό αυτό είναι ολοφάνερο ψέμα. Μέ­χρι και το 1974 η ελληνική πλευρά ήταν η ε­πιτιθέμενη (και μάλιστα με παράλογες και άδικες διεκδικήσεις) και η τουρκική αμυνό­μενη. Το Κυπριακό ζήτημα έγινε γόρδιος δεσμός και για το γεγονός ότι τα συμφέρο­ντα των Ελληνοκυπρίων αστών δεν συμβά­διζαν (στην πραγματικότητα απέκλιναν) με τα συμφέροντα της «μητέρας πατρίδας», των Ελλήνων αστών. Άλλη μια αλήθεια που γίνεται συστηματική προσπάθεια απόκρυψής της.

Ανεξαρτησία και ρατσισμός

Όταν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τέ­θηκε, πρακτικά για πρώτη φορά, το ζήτημα της ανεξαρτησίας από την Αγγλία, στο γενι­κότερο τότε αντιαποικιακό κίνημα, η ελληνο-κυπριακή πλευρά, με την ενίσχυση από την πλευρά της Ελλάδας, επιδίωκε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, παρά την ύπαρ­ξη (και ενάντια στη θέληση) των Τουρκοκυ­πρίων που αποτελούσαν το 18% του πληθυ­σμού. Η ΕΟΚΑ διεξήγαγε διμέτωπο αγώνα, και ενάντια στους Άγγλους αλλά και δολοφο­νώντας Τουρκοκύπριους, για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τη μοίρα που θα επεφύλασσαν σε αυτούς οι Ελληνοκύπριοι αστοί μετά την ανεξαρτησία και σε ενδεχόμενη ένωση με την Ελλάδα.

Οι Τουρκοκύπριοι ήταν οι «μαύροι της Κύπρου»: η οικονομική τους καταπίεση και εκμετάλλευση από την πλευρά των Ελληνο­κύπριων αστών, πραγματικά βγάζει μάτια. Με στοιχεία του 1964, η κατανομή της βιο­μηχανικής παραγωγής και των ορυχείων α­νάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύ­πριους ήταν 93,9% Ελληνοκύπριοι, και μό­λις 6,1% Τουρκοκύπριοι. Στις εξαγωγές τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 99,5% και 0,5%! Στις εισαγωγές 96,1% και 3,9%. Το ότι τα νούμερα αυτά ήταν αποτέλε­σμα συστηματικών διακρίσεων σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, το αποδεικνύει η περί­πτωση των Αρμενίων. Με ποσοστό στον πλη­θυσμό μόλις 0,6% το 1960, είχαν αντίστοιχα το 5,3% των εισαγωγών και 6,4% των εξαγω­γών. Αυτό δεν είναι παράξενο αν σκεφτούμε ότι οι Αρμένιοι όχι μόνο δεν είχαν ανταγωνι­στικές σχέσεις με την κυρίαρχη ελληνοκυπριακή εθνότητα, ούτε είχαν ανταγωνιστική μητρόπολη, αλλά και και ότι ήταν και σύμμαχοί τους ενάντια στους Τούρκους.

Η αναλογία εξ άλλου Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων στους απασχολούμενους στη βιομηχανία το 1962 ήταν 90,8% προς 9,2%. Οι Ελληνοκύπριοι αστοί όχι μόνο δεν εργοδοτούσαν Τουρκοκύπριους υπαλλή­λους, αλλά έκαναν διακρίσεις ακόμα και στους εργάτες. Οι Τουρκοκύπριοι δεν έχα­ναν μόνο την ελπίδα κοινωνικής και οικονο­μικής ανέλιξης, αλλά αντιμετώπιζαν και πε­ρισσότερες πιθανότητες ανεργίας και χει­ρότερες δουλειές. Οι συνέπειες αυτής της οικονομικής ανισότητας ήταν πράγματι τεράστιες: το 1963 η αναλογία τηλεφώνων α­νάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύ­πριους ήταν 90,4% με 9,6%.

Έπειτα από δολοφονίες και απειλούμε­νη σύρραξη ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρ­κία για το Κυπριακό, φτάσαμε στον συμβι­βασμό της συμφωνίας της Ζυρίχης στα 1959. Σύμφωνα με αυτή η Κύπρος ανακη­ρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος στο οποίο θα υπήρχε αναλογική εκπροσώπηση στη Βου­λή και στον κρατικό μηχανισμό των Τουρκο­κυπρίων, καθώς και Τουρκοκύπριος αντι­πρόεδρος με δικαίωμα βέτο. Την 1η Μαρτί­ου 1959 έφτασε στη Λευκωσία ο Μακάριος δηλώνοντας θριαμβευτικά «νενικήκαμεν, η Κύπρος είναι ελεύθερη», προτρέποντας τους Ελληνοκύπριους να εγκαινιάσουν μια εποχή «ειλικρινούς συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους». Ο τότε Τουρκοκύπριος ηγέτης Κιουτσούκ από την πλευρά του εκ­φράστηκε αναλόγως, προσθέτοντας μάλι­στα ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Μακάριο.

Τότε φάνηκε καθαρά, για πρώτη φορά, ότι Ελληνοκύπριοι και Έλληνες αστοί δεν εί­χαν ταυτόσημα συμφέροντα. Ο Μακάριος δέχθηκε τη «δεσμευμένη ανεξαρτησία» από την Αγγλία, ότι δηλαδή δεν θα επεδίωκε την ένωση με την Ελλάδα. Δεν ήταν μόνο οι πιέ­σεις των Άγγλων. Ο κυπριακός καπιταλι­σμός, τότε, ήταν σε πολύ καλύτερη κατά­σταση από τον ελληνικό «αδελφό» του. Το βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων ήταν κατά πολύ ανώτερο απ’ ό,τι των Ελλήνων. Μια ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα θα υ­πέτασσε τους Κύπριους καπιταλιστές στους υποδεέστερους οικονομικά Έλληνες. Ταυ­τόχρονα εκείνη την περίοδο ήταν στην κορύφωσή του ο ανταγωνισμός των «δύο υπερδυ­νάμεων», Ρωσίας-ΗΠΑ. Οι Ελληνοκύπριοι α­στοί πίστευαν, και δικαίως, ότι μένοντας η Κύπρος ανεξάρτητη και ισορροπώντας ανά­μεσα στους δυο, θα κέρδιζαν ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ό­που οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε διαρκή τριβή με τους Άραβες, λόγω της υποστήριξής τους στο Ισραήλ (ενώ η Ελλάδα ήταν δεσμευμέ­νη στο ΝΑΤΟ). Αυτός ήταν και ο λόγος που οι Αμερικανοί ονόμαζαν τον Μακάριο «Φιντέλ Κάστρο της Μεσογείου», αλλά ήταν αδύνα­τον να τον ανατρέψουν, καθώς πίσω του ή­ταν στοιχισμένο το σύνολο σχεδόν της άρ­χουσας τάξης της Κύπρου.

Απαρτχάιντ

Ωστόσο, οι Ελληνοκύπριοι αστοί μόνοι τους υπέσκαψαν τη θέση τους και δημιούρ­γησαν τις προϋποθέσεις για τη μετέπειτα ε­πέμβαση της Τουρκίας το 1974. Μετά τη Ζυρίχη, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπο­τάξουν τους Τουρκοκύπριους, να καταργή­σουν τα συνταγματικά δικαιώματά τους και να τους υποβιβάσουν σε καθεστώς μειονό­τητας με ελάχιστα δικαιώματα. Και όλα αυ­τά με αιματηρό τρόπο.

c1Στην κυβέρνηση Μακάριου κυριαρχού­σαν οι «σκληροί» της ΕΟΚΑ, ενώ ένα επιτελείο υπό τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη (τον υπουργό Εσωτερικών) έστησε μια κα­λά εξοπλισμένη ομάδα κρούσης, σε γνώση του Μακάριου, για να χρησιμοποιηθεί ενά­ντια στους Τουρκοκύπριους. Τότε εκπονή­θηκε το περίφημο Σχέδιο Α­κρίτας, η χρήση βίας για να «πεισθούν» οι Τουρκοκύ­πριοι να δεχθούν την κα­τάργηση των δικαιωμάτων τους που υπήρχαν στο Σύ­νταγμα. Στις 30 Νοέμβρη 1963 ανακοινώθηκαν από τον Μακάριο οι «13 τροπο­λογίες» του Συντάγματος που αφαιρούσαν όλα τα δι­καιώματα των Τουρκοκυ­πρίων και μετέτρεπαν την Κύπρο σε ελληνοκρατούμενο νησί.

Τον Δεκέμβρη του 1963 οι Ελληνοκύπριοι πέρασαν σε στρατιωτική δράση, που είχε ως αποτέλεσμα, μέσα σε έναν μόνο μήνα, χίλιους νεκρούς Τουρκοκύπριους, στην πλειονότητά τους άμα­χο πληθυσμό. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην ουσια­στική διάσπαση της Κύ­πρου, στην εμπλοκή βρετα­νικών δυνάμεων, και στην έ­λευση ειρηνευτικής δύνα­μης του ΟΗΕ (από τότε χρο­νολογείται η πράσινη γραμ­μή στη Λευκωσία). Το καλο­καίρι του 1964 οι Τουρκοκύ­πριοι είχαν ηττηθεί. Σε μια στενή λουρίδα γης, από τη Λευκωσία έως την Κυρήνεια, περιορίστηκαν 60.000 Τουρκοκύπριοι. Οι υπόλοιποι κλεί­στηκαν σε θυλακους. Οι Ελληνοκύπριοι έ­στησαν στην Κύπρο το δικό τους απαρτχάι­ντ. Οι Τουρκοκύπριοι, το 18% του πληθυ­σμού, περιορίστηκαν στο 4% της γης… Το 1967 η ελληνοκυπριακή βία φτάνει στο απόγειό της, με σφαγές Τουρκοκύπριων γυναι­κόπαιδων σε δυο ολόκληρα χωριά, την Κοφίνου και τους Άγιους Θεοδώρους.

Πραξικόπημα και επέμβαση

Ακόμα και το 1974, η ελληνική πλευρά ή­ταν η αρχικά επιτιθέμενη. Το πραξικόπημα που σχεδίασε η ελληνική χούντα των συνταγ­ματαρχών και που ανέτρεψε τον Μακάριο, φέρνοντας στην εξουσία τον Σαμψών, άν­θρωπο με μεγάλη προϊστορία στη σφαγή
Τουρκοκύπριων γυναικόπαιδων, δεν ήταν φυ­σικά «κεραυνός εν αιθρία». Η ελληνική πλευ­ρά και πριν από τη χούντα είχε στα συρτάρια της σχέδια ανατροπής του Μακαρίου, γιατί εί­χε επανειλημμένα χάσει την ψυχραιμία της με την επιμονή του Μακάριου στην κυπριακή α­νεξαρτησία (και έναντι της Ελλάδας).

Ο Σαμψών, αναλαμβάνοντας την εξου­σία, δήλωσε ότι στόχος του ήταν «να ρίξει τους Τούρκους στη θάλασσα». Αυτή η επι­θετικότητα δεν είχε μετρήσει σωστά τα δε­δομένα -κυρίως το βάθος της κρίσης της χούντας στην Ελλάδα- και έτσι η εισβολή του τουρκικού στρατού ανέτρεψε την ισορ­ροπία και δημιούργησε νέα κατάσταση.

Μετά το 1974 ο ελληνοτουρκικός αντα­γωνισμός συνεχίζεται στην Κύπρο. Η κάθε πλευρά στηρίζεται στα δικά της όπλα. Οι Έλ­ληνες και οι Ελληνοκύπριοι καπιταλιστές στηρίζονται στην οικονομική δύναμη και τις καλές διπλωματικές τους σχέσεις με τη Δύ­ση. Το παρελθόν δείχνει ό­τι τα σχέδια για «επίλυση» του κυπριακού δεν οδηγούν παρά στον α­νταγωνισμό, τον πόλεμο, την προσφυγιά… Στην Κύπρο υπάρχουν και άλλες παραδό­σεις: των κοινών ταξικών αγώνων των Ελλη­νοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων εργατών ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίε­ση. Μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να υπάρξει λύση στην Κύπρο, σύμφωνα με τα συμφέρο­ντα όλων των εργατών τόσο στο νησί, όσο και στην Ελλάδα και την Τουρκία.
Από το βιβλίο «Το κυπριακό» του Άγγελου Καλοδουκα

54