Mε αφορμή την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο μια ιστορική αναδρομή

Mε αφορμή την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο μια ιστορική αναδρομή

Screen Shot 2014-07-20 at 6.58.59 AMΗ στρατηγική των κυβερνήσεων της Αθήνας από το 1964 και μετά είναι η ένωση Κύπρου – Ελλάδας με «κάποια ανταλλάγματα» προς την Τουρκία. Επειδή αυτή η στρατηγική συναντά την αντίδραση του Μακαρίου, οι ελληνικές κυβερνήσεις επεξεργάζονται σχέδια υπονόμευσης του και αργότερα ανατροπής του.
Το 1964 ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου εξαγγέλλει την γραμμή του «εθνικού κέντρου». Με αυτή υπογραμμίζει, σε επιστολή του προς τον Μακάριο, ότι η Αθήνα «ως Κέντρο του Ελληνισμού» δεν μπορεί παρά να έχει τον πρώτο λόγο στο Κυπριακό και η Κύπρος πρέπει να «εναρμονίζεται» με την πολιτική της Αθήνας. Τον Ιούνιο του 1964 αποστέλλεται από την κυβέρνηση του Παπανδρέου στην Κύπρο ο Γρίβας (φανατικός πλέον αντι-Μακαριακός, γιατί ο Μακάριος «πρόδωσε την ένωση»), με στόχο να υπονομευθεί ο Μακάριος.
Επιπλέον αποβιβάζεται στην Κύπρο, σε παραβίαση των συμφωνιών της Ζυρίχης, δύναμη του ελληνικού στρατού που θα ξεπεράσει τους 10,000 άνδρες με στόχο τόσο την ανατροπή του συσχετισμού δύναμης με την Τουρκία όσο (και παράλληλα) τον έλεγχο του Μακαρίου – να βρίσκεται ο Μακάριος κάτω από την «δαμόκλειο σπάθα» του ελληνικού στρατού. Παράλληλα ο Γ. Παπανδρέου δεν διστάζει να υπονομεύει τον Μακάριο προς τους Αμερικανούς.
Τον Αύγουστο του 1964, ο Παπανδρέου προτείνει την πραξικοπηματική ένωση Ελλάδας – Κύπρου με την βίαιη ανατροπή του Μακαρίου και σε αντάλλαγμα να πάρει η Τουρκία βάση στην Καρπασία έκτασης διακοσίων τετραγωνικών μιλίων υπό καθεστώς εκμίσθωσης για πενήντα χρόνια. Το πραξικόπημα αυτό έπρεπε να εμφανιστεί «ως εσωτερική υπόθεση της Κύπρου, που θα καλούσε τελικά την Ελλάδα να επέμβει». Το σχέδιο τελικά δεν θα μπει σε εφαρμογή, από το φόβο ότι θα υπήρχαν ένοπλες συγκρούσεις ελληνικού στρατού και Ελληνοκυπρίων, πράγμα που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες.
Οι κυβερνήσεις «των αποστατών» (που αποχώρησαν από την Ένωση Κέντρου) θα ακολουθήσουν την ίδια πολιτική. Το Δεκέμβριο του 1965 η κυβέρνηση Στεφανόπουλου άρχισε μυστικά την προπαρασκευή «ελληνοτουρκικού διαλόγου», αποκλείοντας αντιπροσώπους της κυπριακής κυβέρνησης.
Η σύγκρουση Αθήνας – Λευκωσίας θα κορυφωθεί με την έλευση της δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 (Ο Μακάριος χαρακτήριζε αρχικά τον δικτάτορα Παπαδόπουλο «ως έναν έξυπνο και ισχυρό άνδρα»!). Η χούντα συνέχισε την ίδια πολιτική με αυτή των προηγούμενων «δημοκρατικών» κυβερνήσεων – σύγκρουση με τον Μακάριο ακόμα και βίαιη ανατροπή του, και αναζήτηση συμβιβασμού με την Τουρκία με «κάποια ανταλλάγματα» για να αποδεχθεί την ένωση. Τον Σεπτέμβριο 1967 έγινε η περίφημη συνάντηση του’Εβρου, μεταξύ του «πρωθυπουργού» της Χούντας Κόλια και του Ντεμιρέλ. Ο Μακάριος για να τορπιλίσει τον ελληνοτουρκικό διάλογο διατάζει την Εθνοφρουρά, στις 15 Νοεμβρίου 1967, να επιτεθεί στον τουρκοκυπριακό θύλακο Κοφίνου – Αγίου Θεοδώρου( οι θύλακες αυτοί ήταν περιοχές όπου είχαν στοιβαχτεί περιπου 59000 Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι ζούσαν κάτω από την εκφοβισιτική εποπτεία των ελληνοκυπριακών αρχών και στους οποίους απαγορευόταν η ελεύθερη διακίνηση κι οι εμπορικές συναλλαγές – κάτι σαν τη σημερινή Γάζα). Το αποτέλεσμα της επίθεσης είναι πραγματική σφαγή: τουλάχιστον 24 Τουρκοκύπριοι άμαχοι θα χάσουν την ζωή τους. Η Τουρκία απειλεί με επέμβαση στη Κύπρο.
Με την μεσολάβηση του υφυπουργού άμυνας των ΗΠΑ, Σάιρους Βανς, αποφεύγεται ελληνοτουρκικός πόλεμος. Ωστόσο η ελληνική χούντα υποχρεώνεται να αποσύρει από την Κύπρο την ελληνική μεραρχία, που είχε πάει «κρυφά» στην Κύπρο το 1964, και να ανακαλέσει στην Ελλάδα τον Γρίβα. Φαινομενικά από αυτή την σύγκρουση έβγαινε νικητής ο Μακάριος. Και τον ελληνικό στρατό «ξεφορτώθηκε», αλλά και τον Γρίβα. Ωστόσο, στην πραγματικότητα θα κλιμακωθεί η ελληνοκυπριακή αντιπαράθεση. Τον Μάρτιο 1970 θα γίνει απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου, οργανωμένη από την ελληνική χούντα και με την συμμετοχή, του μέχρι πρόσφατα στενού συνεργάτη του Μακαρίου, Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Ακολουθεί η δολοφονία (από αγνώστους…) του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Το 1971 ο Γρίβας επιστρέφει μυστικά στην Κύπρο και ιδρύει την διαβόητη ΕΟΚΑ Β’. Το 1972 εκπονείται (νέο) σχέδιο από τον Γρίβα για δολοφονία του Μακαρίου. Την ίδια χρονιά επιχειρείται η διοργάνωση πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου (ακυρώνεται την τελευταία στιγμή). Τον Ιανουάριο 1974 πεθαίνει ο Γρίβας και την ηγεσία της ΕΟΚΑ Β’ αναλαμβάνει ο ταγματάρχης του ελληνικού στρατού Γ. Καρούσος, Παράλληλα με τα σχέδια πραξικοπήματος ενάντια στον Μακάριο, τα ελληνικά σχέδια δεν ξεχνούν τους Τουρκοκυπριους. Η ελληνική κυβέρνηση δίνει εντολή στην ΕΟΚΑ Β’, τον Μάιο του 1974, να στραφεί και ενάντια στους Τουρκοκυπριους εξουδετερώνοντας την ένοπλη άμυνα των θυλάκων τους.
Προσπαθώντας να αντιδράσει ο Μακάριος, στα ελληνικά σχέδια ανατροπής του, αποστέλλει επιστολή (στις 3 Ιουλίου 1974) προς τον πρόεδρο της χούντας Φαίδωνα Γκιζίκη, απαιτώντας την απομάκρυνση από την Κύπρο των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνοφρουράς. Αυτή ήταν και η μοιραία απόφαση. Στις 15 Ιουλίου 1974 η ελληνική χούντα διατάζει την Εθνοφρουρά να ανατρέψει με πραξικόπημα τον Μακάριο και ορκίζεται μια νέα κυβέρνηση υπό τον τουρκοφάγο Ν. Σαμψών. Ο Σαμψών για τους Τουρκοκυπριους ήταν ότι «ο Χίτλερ για το λαό του Ισραήλ».
Ο Μακάριος πίστευε ότι θα μπορούσε, για άλλη μια φορά όπως και στο παρελθόν, να ανατρέψει την εις βάρος του κατάσταση χρησιμοποιώντας την αντίθεση της Τουρκίας με την Ελλάδα. Πρέπει να πίστευε ότι, όπως και στο παρελθόν, οι ΗΠΑ θα επενέβαιναν και θα εμπόδιζαν μια τουρκική εισβολή και έτσι θα ακυρωνόταν και το χουντικό πραξικόπημα.
Σε κάθε περίπτωση, η τουρκική απόβαση στην Κύπρο άρχισε στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε μόλις μέρες μετά το ελληνικό πραξικόπημα. Στις 23 Ιουλίου καταρρέει η ελληνική χούντα και στις 24 Ιουλίου έρχεται στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Με βάση την απόφαση του ΟΗΕ ξεκίνησαν στην Γενεύη διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, η τουρκική πλευρά εμφανίστηκε, φυσιολογικά λόγω της συντριπτικής στρατιωτικής υπεροχής της, «σκληρή» στην διαπραγμάτευση. Ο Γλαύκος Κληρίδης εμφανίστηκε κάθετα ενάντιος σε οποιαδήποτε ομοσπονδιακή λύση και έκανε απλώς την… «παραχώρηση» να προτείνει την επιστροφή στο σύνταγμα του 1960! Στο σύνταγμα δηλαδή, που η ίδια η Ελληνοκυπριακή πλευρά είχε καταργήσει με αιματηρό τρόπο με την αιτιολογία ότι δεν ήταν «λειτουργικό»! Ήταν προφανές ότι η Ελληνοκυπρική πλευρά ήταν εκτός πραγματικότητας. Επιπλέον ενώ ο ΟΗΕ ζητούσε να εκκενωθούν οι τουρκοκυπριακοί θύλακες που είχαν καταληφθεί από τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις, ο Κληρίδης «δεν έδινε εντολή για την εκκένωση των θυλάκων, όχι μόνο ως αντίμετρο αλλά και για να διαθέτει ένα καλό διαπραγματευτικό χαρτί»! Οι διαπραγματεύσεις θα καταρρεύσουν όταν ο Κληρίδης ζητά 48ωρη αναβολή με σκοπό (πάντα κατά την δική του εκδοχή) για να πείσει την Αθήνα να αποστείλει στρατεύματα στην Κύπρο! Την ίδια μέρα, στις 14 Αυγούστου 1974, ξεκινάει ο Αττίλας II και μέχρι τις 16 του ίδιου μήνα, ο τουρκικός στρατός ελέγχει ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Κύπρου, το 36% του εδάφους.
Χρόνια αργότερα, το εφετείο Αθηνών, με την υπ. αρ. 2658/1979 απόφαση του, όρισε (μετά από προσφυγή των γονιών ενός Έλληνα στρατιώτη που σκοτώθηκε κατά την εισβολή της Τουρκίας):
«… η τουρκική επέμβαση στην Κύπρο που διεξήχθη συμφώνως προς τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου υπήρξε νόμιμη. Η Τουρκία ως μια από τις εγγυήτριες δυνάμεις είχε το δικαίωμα να φέρει εις πέρας τις υποχρεώσεις της. Οι πραγματικοί ένοχοι… είναι οι έλληνες αξιωματικοί που μηχανεύτηκαν και διέπραξαν ένα πραξικόπημα και δημιούργησαν έτσι τις προϋποθέσεις γι’ αυτήν την επέμβαση».
Τα αποτελέσματα ήσαν πραγματικά τραγικά. Περί τους 200.000 Ελληνοκυπριους θα μετατραπούν σε πρόσφυγες, εγκαταλείποντας την βόρεια Κύπρο, το σύνολο των Τουρκοκυπριων στο νότο θα μετατραπεί με την σειρά του σε πρόσφυγες φεύγοντας προς τον βορρά (υπολογίζονται σε 65.000). Το 1,5% του πληθυσμού τραυματίστηκε ή πέθανε, 1600 Ελληνοκυπριων και ανάλογος αριθμός Τουρκοκυπριων είναι έκτοτε αγνοούμενοι.
Ο Μουσταφά Ονγκάν, ένας από τους στρατιώτες που πήραν μέρος στην τουρκική εισβολή, περιγράφει ότι ήταν ο χειριστής μιας μπουλντόζας που χρησιμοποιήθηκε για να παραχώσουν τα κατασφαγμένα πτώματα Ελληνοκυπριων πολιτών και φαντάρων σε ομαδικό τάφο:
«Στρατιώτες κι άλλοι που δεν ανήκαν στα τακτικά στρατεύματα σκότωσαν γύρω στους εκατό ανθρώπους που’ χαν αναζητήσει καταφύγιο σ’ ένα χωριό. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς σκοτώθηκαν στους δρόμους καθώς έτρεχαν μακριά για να ξεφύγουν».
Αλλά ωμότητες δεν έγιναν μόνο από την πλευρά των Τούρκων φαντάρων και των ακροδεξιών Τουρκοκυπριων. Έγιναν μαζικά και από την πλευρά των Ελλήνων και Ελληνοκυπριων. Ένας Γερμανός τουρίστας σε μια εκπομπή του σταθμού Voice of Germany στις 30 Ιουλίου περιγράφει τα ακόλουθα:
«Στα χωριά γύρω από την Αμμόχωστο οι Έλληνες Εθνοφρουροί έδωσαν παραδείγματα πρωτοφανούς αγριότητας. Έμπαιναν στα σπίτια των Τούρκων και άσπλαχνα γάζωναν με βροχή από σφαίρες γυναίκες και παιδιά. Έκοβαν το λαιμό πολλών Τούρκων. Μάζευαν τις Τουρκάλες και τις βίαζαν όλες».
«Άτακτες ομάδες» της ΕΟΚΑ Β’ εκτελούσαν γυναικόπαιδα μαζικά. Ο Jean Neuvecelle της γαλλικής εφημερίδας «France Soir» έγραφε:
«Οι Έλληνες έκαψαν τα τζαμιά των Τούρκων και έβαλαν φωτιά στα σπίτια των Τούρκων… Όσοι Τούρκοι μπόρεσαν να σώσουν τις ζωές τους έτρεξαν στους κοντινούς λόφους και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτ’ άλλο παρά να παρακολουθούν την ανελέητη λεηλασία των σπιτιών τους».
Ομαδικοί τάφοι Τουρκοκυπριων βρέθηκαν, μετά από έρευνες του ΟΗΕ, στα τουρκοκυπριακα χωριά Τόχνη, Αλόα, Παλώδια, Μάραθα, Σανταλάρι,(στο τελευταίο ανασύρθηκαν 85 πτώματα μεταξύ των οποίων και αρκετών παιδιών)
Εκτός από το φόρο αίματος, η οικονομική εξαθλίωση ήταν τρομακτική. Το κατά κεφαλή ΑΕΠ των εργαζομένων Ελληνοκυπριων από 71,4% του αντίστοιχου της Ελλάδας, έπεσε στο 49,6%177 το 1975. Αντίστοιχη ήταν και η εξαθλίωση των Τουρκοκυπριων προσφύγων στον βορρά.
Πηγη:»To Κυπριακό από το Β’Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι το σχεδιο Αναν» του Αγ.Καλοδούκα, εκδόσεις Διεθνιστική Εργατική Αριστερά τηλ. 2103306286

346