Το τελευταίο διάστημα, και ιδιαίτερα μετά τις δυο εκλογικές αναμετρήσεις, στην πολιτική σκηνή βρέθηκαν, με πιο διακριτό τρόπο και ρόλο, δυνάμεις όπως η εθνικοσοσιαλιστική – φασιστική «Χρυσή Αυγή» (ΧΑ). Παράλληλα συντελούνται διεργασίες εμφάνισης και άλλων εθνικιστικών μορφωμάτων και μετακινήσεις ανάμεσά τους.
Οι δυνάμεις αυτές επιλέγουν, στη σημερινή τουλάχιστον συγκυρία, να αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικιστικές, να προτάσσουν τον «εθνικισμό» προκειμένου να συγκαλύπτουν τον πραγματικό εθνικοσοσιαλιστικό τους χαρακτήρα.
Η διαμόρφωση της ΧΑ σε κοινοβουλευτική δύναμη σε συνθήκες κρίσης συντελέστηκε σε σύνδεση με τη διαρροή ψηφοφόρων της ΝΔ, την αποδυνάμωση του εθνικιστικού κόμματος του ΛΑ.Ο.Σ. αλλά και την εκλογική προσχώρηση ψηφοφόρων που διέρρευσαν από το ΠΑΣΟΚ. Στην ενίσχυση των εκλογικών ποσοστών της με ψηφοφόρους προερχόμενους από διαφορετικά κόμματα έπαιξαν ρόλο δύο κύρια ιδεολογήματα, τα οποία βέβαια δεν προβλήθηκαν μόνο από τη ΧΑ αλλά υιοθετήθηκαν και από άλλες πολιτικές δυνάμεις: Αφενός η προβολή της διαφθοράς των πολιτικών και του κοινοβουλίου, με τα γνωστά συνθήματα φασίζουσας απόχρωσης.
Αφετέρου η ρατσιστική προπαγάνδα και η στοχοποίηση των μεταναστών, καθώς μια σειρά από υπαρκτά προβλήματα που δημιούργησε η αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ελλάδα, αξιοποιήθηκαν για να αποπροσανατολιστούν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα από την πραγματική αιτία τους. Η εθνικοσοσιαλιστική ναζιστική φασιστική οργάνωση της ΧΑ προορίζεται να λειτουργήσει ως μαστίγιο και δύναμη κρούσης ενάντια στους αγώνες του εργατικού και λαϊκού κινήματος και -αν αυτό χρειαστεί- να γίνει σανίδα σωτηρίας για τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Στηρίζεται από σημαντικούς θύλακες του κράτους και του παρακράτους, ενώ διασυνδέεται και με εγκληματικές οργανώσεις και κυκλώματα.
Με βάση τόσο την ιστορική πείρα από τα εθνικοσοσιαλιστικά ναζιστικά – φασιστικά καθεστώτα όσο και τις θέσεις της ΧΑ σήμερα, είναι ξεκάθαρο πως οι δυνάμεις του «εθνικισμού» είναι δυνάμεις αστικές ως προς το χαρακτήρα τους, ως προς την ουσία της πολιτικής τους. Τα καθεστώτα αυτά στηρίχτηκαν από το μονοπωλιακό κεφάλαιο ως πιο κατάλληλα να ασκήσουν την πολιτική που οι συγκεκριμένες συνθήκες απαιτούσαν. Η αλλαγή της μορφής του αστικού πολιτεύματος από κοινοβουλευτική δημοκρατία σε φασιστική δικτατορία είναι αλλαγή που αφορά μόνο το πολιτικό περίβλημα και όχι το χαρακτήρα και τη φύση του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος: Ο φασισμός και ο ναζισμός είναι καπιταλισμός1.















