Υποθαλάσσιο γλυπτό στη Γρενάδα στη μνήμη Αφρικανών που πνίγηκαν στην περιοχή…
Πηγη:facebook Eσυ Που Ήσουν
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα το όνομα που μας δίναν:»Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο, δε φύγαμε γιατί το θέλαμε, λέυτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί,αν γινόταν. Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε. Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δεν θα ναι, μα εξορία. Έτσι, απομένουμε εδωπέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιό κοντά στα σύνορα, προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής στην άλλη όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα ν’ απαρνιόμαστε,χωρίς να συγχωράμε τίποτα από όσα έγιναν, τίποτα δε συγχωράμε!
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμε δώ τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατοπεδά τους. Εμείς οι ίδιοι μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας, περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα, μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα.
Με την εμφάνιση του ναζισμού στη δεκαετία του 1920, ο Μπέρτολντ Μπρεχτ γράφει μεταξύ άλλων τα αντιφασιστικά έργα: «Η πτήση των Λίντμπεργκ», «Διδακτικό έργο του Μπάντεν Μπάντεν», «Αυτός που λέει ναι – Αυτός που λέει όχι» και «Απόφαση». Ο ναζιστικός ρατσισμός τού εμπνέει το «Στρογγυλοκέφαλοι και Σουβλοκέφαλοι» και το παιδικό «Τρεις στρατιώτες». Το 1931 δημοσιεύει κείμενά του στην εφημερίδα του ΚΚΓ. Η Επιτροπή Ελέγχου απαγορεύει λόγω του σεναρίου του Μπρεχτ, την ταινία του Σλάταν Ντούβο «Κούλε Βάμπε». Ο Μπρεχτ παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή «Καρλ Μαρξ», στο Βερολίνο. Γενάρη του 1933, στην Ερφούρτη, η αστυνομία διακόπτει την παράσταση της «Απόφασης» και στο Ντάρμστατ απαγορεύει το ανέβασμα της «Αγίας Ιωάννας των σφαγείων».
Την επομένη της πυρκαγιάς του Ράιχσταγκ, ο Μπρεχτ, με την οικογένειά του και τον Κ. Βάιλ, παίρνει το δρόμο της 15χρονης εξορίας «αλλάζοντας χώρες πιο συχνά από παπούτσια». Στις 10/5/1933 οι ναζί καίνε τα βιβλία του, ενώ στο Παρίσι παίζεται το «Επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών», σε σκηνοθεσία του. Το 1935 συμμετέχει στο Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων, στο Παρίσι. Στη Δανία εκδίδει τα αντιφασιστικά «Τραγούδια, ποιήματα, χορικά». Γράφει το ποιητικό «Γερμανικό Αλφαβητάρι Πολέμου», τα θεατρικά «Ο τρόμος και η αθλιότητα στο Γ΄ Ράιχ» και «Τα τουφέκια της κυρά Καρράρ» (για τον Ισπανικό Εμφύλιο), που παίζονται το 1937 στο Παρίσι, με τη γυναίκα του Ελένε Βάιγκελ και συμμετέχει στο διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων υπέρ του Ισπανικού Λαού. Γράφει την πρώτη μορφή του «Γαλιλαίου» (για το χρέος των επιστημόνων απέναντι στην τυραννία). Ανεβαίνουν στην Κοπεγχάγη οι «Στρογγυλοκέφαλοι και Σουβλοκέφαλοι» και τα «Επτά θανάσιμα αμαρτήματα των μικροαστών». Την παράσταση απαγορεύει ο βασιλιάς. 1938, στην Κοπεγχάγη παρουσιάζει «Τα τουφέκια της κυρά Καρράρ». Στο Σβέντμποργκ γράφει το αλληγορικό μυθιστόρημα «Οι κομπίνες του κυρίου Ιουλίου Καίσαρα». Το 1939 φεύγει από τη γερμανοκατεχόμενη Δανία για τη Σουηδία, όπου γράφει μεταξύ άλλων τα «Η μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της», «Ποιήματα του Σβέντμποργκ». Φεύγει από τη γερμανοκρατούμενη πια Σουηδία για τη Φινλανδία, όπου γράφει το πεζό «Διάλογοι εξορίστων».
«Γεννήτορες» του ναζισμού ήταν οι Βίσμαρκ, Λουδοβίκος Β΄, Γουλιέλμος Β΄, η «Δημοκρατία» της Βαϊμάρης και η Γερμανική Τράπεζα, που προετοίμαζαν, από το 1920, και μέσα από εθνικιστικές επαγγελματικές, φοιτητικές και άλλες οργανώσεις, έντυπα (καθοδηγητής των φασιστικών εντύπων ήταν ο Ερνστ Γιούνγκερ), βιβλία, εκπαιδευτικούς και καλλιτεχνικούς οργανισμούς, τη δημιουργία μιας Γερμανίας «δικτατορίας των τραπεζιτών, βιομηχάνων, κτηματιών», με υποζύγιά της όλους τους λαούς, όπως τη σχεδίαζε η Γερμανική Τράπεζα. Το γερμανικό κεφάλαιο ήξερε ότι για την επιτυχία των ιμπεριαλιστικών στόχων του έπρεπε να πνίξει και κάθε έκφραση προοδευτικής τέχνης, ιδιαίτερα μαζικών μορφών, και να προωθήσει φτηνά για το λαό βιομηχανικά, εθνικιστικού περιεχομένου «πολιτιστικά» προϊόντα. Και, βέβαια, ήξερε την προειδοποίηση του ΚΚ Γερμανίας (1922) ότι «εκείνοι που θα διευθύνουν τον κινηματογράφο, θα διευθύνουν την ιδεολογία των μαζών» και την επισήμανσή του για τον ορατό «κίνδυνο ενός κινηματογράφου εξαρτημένου από μια βιομηχανία που υπακούει στους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς».
![]() |
Αυτό και έγινε. Το βιομηχανικό και εκδοτικό μονοπώλιο Χούγκενμπεργκ, με απόφαση του υπουργείου Εξωτερικών και Πολέμου και χρήμα της Γερμανικής Τράπεζας (του λαού δηλαδή), στα 1925 αφομοίωσε τρεις κινηματογραφικές εταιρίες και το 1927 δημιούργησε το κινηματογραφικό μονοπώλιο «ΟΥΦΑ» – μεγάλο προπαγανδιστικό όργανο του ναζισμού. Πρώτο θύμα της «ΟΥΦΑ», το 1927, ήταν ο Μπρεχτ. Το 1928 κομμουνιστές και άλλοι προοδευτικοί καλλιτέχνες δημιούργησαν το «Λαϊκό Κινηματογραφικό Συνεταιρισμό», που τον έπνιξε η «ΟΥΦΑ», πριν την άνοδο του Χίτλερ.
Μερικές φορές τα πράγματα είναι ιδιαιτέρως απλά για να περάσεις καλά. Καλή διάθεση πάνω και κάτω από την σκηνή, καλή μουσική και ένα ζεστό κλίμα το οποίο δεν σε αφήνει ούτε για λίγο να ξενερώσεις.
Ανέκδοτες ηχογραφήσεις από 16 οργανοπαίχτες γκάιντας, οι οποίοι, πλην ενός, δεν είναι πια στη ζωή, καταγράφονται στο CD «Οι τελευταίοι γκαϊτατζήδες της Ροδόπης-Ζωντανός δεσμός με το παρελθόν», που εξέδωσε ο Μορφωτικός Όμιλος Κομοτηνής.
Αποτελεί καρπό της τριακονταετούς έρευνας του Γιάννη Παγκοζίδη, με τη βοήθεια του αδελφού του Γιώργου και χρηματοδοτήθηκε, εν μέρει, μέσω προγράμματος Leader της Αναπτυξιακής Εταιρίας Ροδόπης.
Ξεκινώντας από το 1981, επισκέφθηκαν χωριά της Ροδόπης για να βρουν γκαϊτατζήδες ή συγγενείς τους. Κατέγραψαν τα βιογραφικά τους στοιχεία, ηχογράφησαν επί τόπου τους γκαϊτατζήδες ή συγκέντρωσαν το κακής ποιότητας ηχητικό υλικό από τους συγγενείς όσων δεν ζούσαν και κατόπιν το επεξεργάστηκαν για να το διασώσουν.
Η Σώτια Τσώτου γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1942 στη Λιβαδειά. Είναι το 5ο παιδί της οικογένειας του αγωνιστή του ΕΛΑΣ Γιώργου Κρανιώτη, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς μπροστά στο σπίτι του το Σεπτέμβρη του 1943. Το μένος των Γερμανών κατά του Γ. Κρανιώτη τους οδήγησε και στην πυρπόληση του σπιτιού του, με αποτέλεσμα να μείνει η οικογένεια του στο δρόμο. H γυναίκα του Ειρήνη, τρομοκρατημένη από τις βιαιότητες των Γερμανών χάθηκε από τους δικούς της, αγνοούμενη μέχρι το 1950, οπότε βρέθηκε να νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο της Βούλας. Η δραματική περιπέτεια της οικογένεια της είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή της μικρής Σώτιας.
Οι αδελφές Ιορδανού, συγγενείς της μάνας της, την έφεραν, τότε 2 ετών, στην Αθήνα όπου υιοθετήθηκε από οικογένεια εύπορων μικροαστών, του Χαράλαμπου και Δέσποινας Τσώτου. Φοίτησε στο Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο «Μαρσέλου» και στη συνέχεια στο Α’ Γυμνάσιο της Αθήνας (Πλάκα) τα τρία πρώτα χρόνια και κατόπιν στη Σχολή «Αγ. Ιωσήφ» (Καλογραιών) στην οδό Χαριλ. Τρικούπη.
Έχει δικαίωμα και η Βαγδάτη να έχει τον δικό της Μέσι. Ο Hamoudi είναι ένας πιτσιρικάς που λατρεύει το ποδόσφαιρο και τον Λιονέλ Μέσι. Είναι παθιασμένος με το άθλημα και παρόλο που έχει μόνο ένα πόδι προσπαθεί να μοιάσει στον αγαπημένο του ποδοσφαιριστή, έστω και από την θέση του γκολκίπερ. Μία ταινία μικρού μήκους που θα κλέψει την παράσταση στο 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ντουμπάι (9-16 Δεκεμβρίου).
«Όπως ήταν φυσικό, όταν γύρισα στην Αθήνα όλοι οι συγγενείς μου, φίλοι μου, γνωστοί μου ήθελαν να τους λέω τα όσα είδα και έζησα στο Μαουτχάουζεν. Επί μήνες, λοιπόν, μιλούσα διαρκώς γι’ αυτά που όλα ήταν ακόμα ολοζώντανα στη μνήμη μου. Με το να επαναλαμβάνω τόσο συχνά την ίδια ιστορία, τη συμπλήρωνα με λεπτομέρειες, γινόμουν όλο και πιο καλός αφηγητής.
Ταυτόχρονα -κι αυτό είναι το πιο σημαντικό- συνειδητοποιούσα όλο και βαθύτερα τη σημασία αυτών που αφηγόμουν. Πολλοί μου λέγανε «αυτά πρέπει να τα γράψεις, να μην τα ξεχάσεις». Το ασπάστηκα, αλλά επειδή εκείνο τον καιρό δεν ήξερα να γράφω το αποτέλεσμα ήταν ένα τεράστιο, φλύαρο και άτεχνο κείμενο. Η ουσία χανόταν μέσα σε σχόλια και εξηγήσεις.
Απ’ την άλλη μεριά όμως επειδή ήταν τόσο νωπά στη μνήμη μου καταγράφηκαν όλα με κάθε λεπτομέρεια με τους διαλόγους τους, και με την συναισθηματική θέρμη εκείνων των ημερών. Όμως χωρίς αυτό το αρχικό κείμενο θα ήταν αδύνατο, είκοσι χρόνια αργότερα να γράψω το χρονικό του στρατοπέδου με την ζωντάνια που έχει και η τελική του μορφή».
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε το 1911 ή το 1914. «Ο πατέρας του Νίκου Γκάτσου ήταν μετανάστης στην Αμερική, αλλά έκανε πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Σ” ένα από αυτά έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και πέθανε, δυο μέρες πριν φτάσουν στη Νέα Υόρκη. Τον πέταξαν στην θάλασσα. Το μαντάτο έφτασε στο χωριό του Γκάτσου, την Ασέα Αρκαδίας, ένα μήνα μετά. Η μητέρα του ήταν, κατά τις διηγήσεις του Νίκου, πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Γύρισε από το πάνω μέρος του χωριού με το μαντίλι κατεβασμένο κι όταν μπήκε στο σπίτι ξέσπασε σε κλάμα. Ο Νίκος ήταν τότε πέντε χρονών. Τρόμαξε τόσο, που από τότε τρέμανε τα χέρια του σε όλη του τη ζωή…», διηγήθηκε η σύντροφός του Αγαθή Δημητρούκα.