Ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1920 στο Ρίμινι. Όταν έγινε 12 χρονών, το έσκασε από το σπίτι του για να ακολουθήσει ένα τσίρκο. Ένα στοιχείο που μαζί με πολλά άλλα, εξηγεί την αγάπη του για τους κλόουν που εμφανίζονται σε όλα τα έργα του. Στα 17 του, εγκατέλειψε την ηρεμία της επαρχιακής λουτρόπολης, στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να πάει στη Ρώμη. Εκεί έζησε αρχικά σαν σκιτσογράφος και στη συνέχεια γράφοντας παρλάτες και σκετς για κομφερανσιέ και άλλους καλλιτέχνες του music hall. Το 1943, σε ηλικία 23 ετών, παντρεύτηκε την ηθοποιό Giulietta Masina, πλάι στην οποία έζησε 50 χρόνια, μέχρι το θάνατο του. Το 1946 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Ρομπέρτο Ροσελίνι. Το 1954 κέρδισε το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, το 1960 το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Το 1956, το 1961 και το 1974 κέρδισε το βραβείο της Ένωσης Κριτικών της Νέας Υόρκης. Πήρε τέσσερις φορές, το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας: το 1956 για το La Strada, το 1957 για το Le Notti Di Cabiria, το 1963 για το 8 ½ και το 1974 για το Amarcord. Το 1993 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε ειδικό βραβείο Όσκαρ για το σύνολο του έργου του. Πέθανε στη Ρώμη στις 31 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών. Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 – 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.
Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο pόκκος. Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988 μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.
Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.
Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».
Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.
Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.
Ο Τάσος Λειβαδίτης (ή Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης όπως είναι το πλήρες όνομά του), γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.
Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954.
Ακούστε τη φωνή του ποιητή (αρχείο mp3 των 2 MB) σε ηχογράφηση του 1988 που περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Ο πρώτος στίχος», «Οι ορτανσίες», «Το παράπονο του ποιητή».
Κυκλοφορεί μια συγκεντρωτική έκδοση (με το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων του) σε τρεις τόμους από τις εκδόσεις Κέδρος [τόμος 1 – τόμος 2 – τόμος 3]
Πέθανε στην Αθήνα το 1988.
Κριτικά κείμενα
Η ουσία της ποίησης, Μια συναγωγή κριτικών σημειωμάτων του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη Ο ποιητής στη χώρα του «Φαντάζιο» Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας Τάσος Λειβαδίτης: Μια ποίηση καμωμένη για πάντα Εισαγωγή στο ποιητικό έργο του Τάσου Λειβαδίτη Τάσος Λειβαδίτης – Ένας μεταφυσικός της αριστεράς – Το Θρησκευτικό Ρίγος
Δεν ξέρω αν βρίσκεται κρυμμένος στα νύχια σου ο Θεός μα εσύ πιο πολύ μου μοιάζεις για λύκος νηστικός κι όταν στα πρόβατα αγορεύεις για του έθνους το καλό διάολε σε βλέπω να χορεύεις του κτήνους το χορό.
Πες μου πως γίνεται η αγάπη να ζει απ’ τη λέξη εχθρός και πως θα βρω τη σωτηρία σκυμμένος και βουβός κι αν πάλι αυτό το τραγουδάκι σου μοιάζει αιρετικό διάολε φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το Θεό.
Ποιος σκαλίζει το σκοτάδι στην ψυχή μου κι όταν χαίρομαι ποιος κλαίει ποιος παλεύει να μισήσω το κορμί μου κι όταν τ’ αγαπάω ποιος φταίει ποιος φρενάρει και ρημάζει τη ζωή μου κι όταν προχωράω ποιος κλαίει ποιος ζητά να χαμηλώσω τη φωνή μου κι αν του τ’ αρνηθώ ποιος φταίει ….
«Μετά από 39 χρόνια αυτά έχω κάνει μόνο». Τα λόγια αυτά φέρονται να είναι τα τελευταία του σπουδαίου Ουαλού ποιητή Dylan Thomas. Δεν είναι λίγοι αυτοί, όμως, που θα διαφωνούσαν με την –παραπάνω από- σεμνή εκτίμηση αυτή του ποιητή για το έργο του.
Γεννημένος στις 27 Οκτωβρίου του 1914 στην Ουαλία, ο Dylan Thomas είναι γνωστός για την διορατική και μουσική φύση των στίχων του, για την οποία και θεωρείται από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Μετά από μια σύντομη αποτυχημένη απόπειρα στο χώρο της δημοσιογραφίας, το 1934 μετακομίζει μόνιμα στο Λονδίνο. Έχει ήδη αρχίσει να γράφει ποιήματα και τον ίδιο, μάλιστα, χρόνο δημοσιεύει την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «18 Ποιήματα.» Η συλλογή αυτή συναντά άμεση και απρόσμενη επιτυχία, καθώς κοινό και κριτικοί αναγνωρίζουν το μεγάλο ταλέντο του Thomas. Παρόλο που το προσωπικό του ύφος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό δημοφιλών ποιητών της εποχής, όπως οι Auden και Spencer, οι οποίοι έγραφαν με πιο ψυχρό και αποστασιοποιημένο τόνο.
Η Παγκόσμια Ημέρα των Τεχνών του Δρόμου και της Ελεύθερης Έκφρασης στο Δημόσιο Χώρο ξεκίνησε το 2007 στη Γαλλία, με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Καλλιτεχνών των Τεχνών του Δρόμου (Federation des Arts de la Rue) και έκτοτε γιορτάζεται κάθε χρόνο το τελευταίο Σάββατο του Οκτωβρίου, που συμπίπτει με την αλλαγή της ώρας σε πολλές χώρες του κόσμου. Στόχος των εκδηλώσεων είναι να εκφραστεί η αναγκαιότητα της ύπαρξης της Τέχνης στο δημόσιο χώρο και η επικοινωνία των καλλιτεχνών με το κοινό, μέσα σε ένα φυσικό πλαίσιο που διαφέρει από αυτό των παραδοσιακών καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.
Στην Ελλάδα η Παγκόσμια Ημέρα των Τεχνών του Δρόμου και της Ελεύθερης Έκφρασης στο Δημόσιο Χώρο γιορτάζεται από το 2008, με επίκεντρο την Αθήνα. Θέατρο, τσίρκο, μουσική, χορός, ποίηση, εικαστικά, μαριονέτες, ξυλοπόδαροι, Καραγκιόζης «κατεβαίνουν» στο δρόμο, γεμίζοντας για μία ολόκληρη ημέρα με χρώμα και ζωντάνια τους δρόμους της πόλης. Παραστάσεις και δρώμενα από εκατοντάδες ανεξάρτητους καλλιτέχνες σε απόσταση αναπνοής και χειραψίας από τους θεατές.
26/10/1957 Πέθανε ο λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης. Στον τάφο του στο Ηράκλειο Κρήτης υπάρχει η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δε φοβάμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος.»
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1883. Μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον επαναστατικό, εθνεγερτικό, σε μια Κρήτη που διψάει για Ελευθερία και για Ελλάδα. Καιροί ταραγμένοι. Η οικογένεια του τον στέλνει για ασφάλεια στη Νάξο, όπου γράφεται σε καθολικό σχολείο που ενσταλάζει μέσα του την αγάπη για το διάβασμα, τις κλασσικές σπουδές, τις γλώσσες. Το 1906 γράφεται στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει ήδη ξεκινήσει να γράφει, τελειώνει τις σπουδές του μόνο για χάρη του πατέρα του. Χάρη στη πατρική χρηματοδότηση και στήριξη ξεκινάει ταξίδια – προσκυνήματα σε όλη την Ελλάδα. Φεύγει για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και εκπονεί διδακτορική διατριβή για τον Νίτσε που τον περιλαμβάνει στους μεγάλους του «δασκάλους».
…με αφορμή την προβολή της ταινίας «Ακόμα και η βροχή» την Πέμπτη στις 25 Οκτώβρη στο Πνευματικό Κέντρο «Γιάννης Ρίτσος» στο Αιγάλεω (Δημαρχείου 17 και Κουντουριώτου) λίγα λόγια για το μαχητικό κίνημα κατά της ιδιωτικοποίησης του νερού στη Βολιβία και την ηγετική μορφή του κινήματος, Όσκαρ Ολιβέρα ή αλλιώς ο «επαναστάτης του νερού στη Βολιβία»
Κάπου στη δεκαετία του ’60, στη μακρινή Βολιβία της Λατινικής Αμερικής, ο μικρός Οσκαρ είδε μια φωτογραφία που έδειχνε Ελληνες θαλασσινούς. Του έκανε μεγάλη εντύπωση το καπέλο που φορούσαν.
Εδώ και 12 χρόνια συμμετέχει ενεργά σε ένα κίνημα άμεσης δημοκρατίας, που κατάφερε να ακυρώσει τα σχέδια των διεθνών τραπεζών και της τότε κυβέρνησης για ιδιωτικοποίηση των υδάτινων πόρων.Οταν έγινε 16 ετών, ξεκίνησε να δουλεύει στα ορυχεία και επτά χρόνια αργότερα σε μηχανουργείο. Σήμερα, στα 56 του, φορά πάντοτε ένα καπέλο σαν εκείνο που είχε δει στη φωτογραφία. «Οταν θέλω να περνώ απαρατήρητος, απλώς το βγάζω», λέει χαμογελώντας. Εχει όμως καταφέρει πολύ περισσότερα, καθώς εδώ και 12 χρόνια συμμετέχει ενεργά σε ένα κίνημα άμεσης δημοκρατίας, που κατάφερε να ακυρώσει τα σχέδια των διεθνών τραπεζών και της τότε κυβέρνησης για ιδιωτικοποίηση των υδάτινων πόρων. «Τότε που θέλησαν να μας απαγορεύσουν να μαζεύουμε ακόμη και το νερό της βροχής»!
Μέσω facebook απάντησε στον Νότη Σφακιανάκη η κόρη του αείμνηστου Μανώλη Ρασούλη. Σχολιάζοντας τις δηλώσεις Σφακιανάκη υπέρ της Χρυσής Αυγής, η Ναταλία Ρασούλη έγραψε: «Σφακιανάκη, χ… μας κι εσύ. Εσύ που «βιάζεις» την Ιερά Οδό του Σωκράτη και του Πλάτωνα τραγουδώντας αρλούμπες; Και αφού μιλάμε και για αισθητική, τράβα βγάλε το γυαλί και τον Morrison, γιατί η αισθητική μας παραζορίζεται τα τελευταία χρόνια».
Ο Νότης Σφακιανάκης μίλησε για τη Χρυσή Αυγή, σε συνέντευξή του στην Τατιάνα Στεφανίδου και είπε, μεταξύ άλλων: «Η είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή είναι απόφαση του ελληνικού λαού και πρέπει να τη σεβαστείτε. Η Χρυσή Αυγή δεν σπάει κανένα στο ξύλο. Σπάνε τους πάγκους σε όποιον δεν έχει άδεια, Μπορεί να πάρουν τα προϊόντα και να τα δώσουν σε φτωχές οικογένειες. Μια χαρά… ».