ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Esta mañana me he levantado, oh bella ciao,
bella ciao, bella ciao ciao ciao esta
mañana me he levantado y he descubierto al
opresor oh guerrillero me voy contigo oh bella
ciao, bella ciao, bella ciao ciao ciao oh
guerrillero me voy contigo porque me siento aqui
morir y si yo caigo en la guerrilla oh bella
ciao, bella ciao, bella ciao ciao ciaoy si yo
caigo en la guerrilla coge en tu mano mi fusil
cava una fosa en la montaña oh bella ciao,

«Ολα αυτά τα 50 χρόνια, η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ δεν έγραψε απλώς. Επραξε. Το έργο της είναι πράξη ζωής», γράφει η Ρούλα Kακλαμανάκη στο βιβλίο με τις «Γραφές αθωότητας» της Μιλλιέξ.

Συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός, από τις σημαντικότερες ελληνίδες πεζογράφους. Η Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου του 1920. Τελείωσε το Γυμνάσιο με μαθήματα κατ’ οίκον, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό. Το 1942 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές και στράφηκε στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας.

Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1945 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Το 1939 παντρεύτηκε το γάλλο λόγιο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο ΕΑΜ και ως εθελόντρια στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό.

Από το 1945 έως το 1975 οι Μιλιέξ έζησαν στη Γαλλία, την Κύπρο και την Ιταλία, με μεγάλα διαστήματα παραμονής στην Ελλάδα. Στην Ιταλία η Τατιάνα Μιλιέξ έδρασε κατά της δικτατορίας Παπαδόπουλου, που στο μεταξύ της είχε αφαιρέσει την ελληνική υπηκοότητα. Μετά τη μεταπολίτευση επιστρέφει στην Ελλάδα και εργάζεται στην ΕΡΤ ως υπεύθυνη εκπομπών.

Ως δημοσιογράφος και κριτικός συνεργάστηκε με εφημερίδες της Ελλάδος («Ανεξάρτητος Τύπος», «Ανένδοτος», «Αυγή» και «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία») και της Κύπρου («Τα Νέα», «Δημοκρατική»), καθώς και με πολλά περιοδικά.

Χαρακτηριστικά του πεζογραφικού της έργου είναι η ποιητική διάσταση του λόγου, η παρουσία των στοιχείων της φαντασίας, της βιωματικής και διακειμενικής μνήμης και του εσωτερικού χρόνου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, το Βραβείο των Δώδεκα, το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.

Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου του 2005.

Εργογραφία

  • Αλλάζουμε; (Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Το αλώνι της Εκάτης (Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Αναδρομές (Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Από την άλλη όχθη του χρόνου (εκδ. Καστανιώτη)
  • Ημερολόγιο (εκδ. Καστανιώτη, εκδ. Κέδρος)
  • Και ιδού ίππος χλωρός (μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Οδοιπορικό στην Ινδία (ταξιδιωτικό, εκδ. Καστανιώτη)
  • Ονειρικά (Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Σπαράγματα (Νουβέλες εκδ. Καστανιώτη)
  • Στη σκάλα του ουρανού (Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Στο δρόμο των αγγέλων (Μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη)
  • Η Τρίπολη του Πόντου (Ιστορική Μονογραφία, εκδ. Καστανιώτη)
  • Φεγγάρι στην Ακρόπολη (Εφηβική Λογοτεχνία, εκδ. Καστανιώτη)
  • Χρονικό ενός εφιάλτη: 1967-1974 (εκδ. Καστανιώτη)
  • Το παραμύθι του Κάσιαλου (βιογραφικό, εκδ. Καστανιώτη)
  • Αναγνωρίσεις (εκδ. Ελληνικά Γράμματα)
  • Κοπιώντες και πεφορτισμένοι (Διηγήματα, Κέδρος)
πηγή: Σαν σήμερα

Θοδωρής Αθερίδης αναφέρθηκε με σκληρά λόγια στα μέλη της Χρυσής Αυγής.

Ο ηθοποιός μίλησε για το πολυσυζητημένο πλέον περιστατικό με την διαμαρτυρία των μελών της Χρυσής Αυγής έξω από το θέατρο «Χυτήριο» και τα επεισόδια που προκλήθηκαν.Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο ηθοποιός είπε πως εκείνοι έχουν το πρόβλημα και πως ακόμα και αν κατέβαινε το έργο στο «Χυτήριο», δεν θα σταματούσαν. Δήλωσε επίσης πως πρέπει να ζητήσουν τη βοήθεια ψυχολόγου για να αντιμετωπίσουν την εσωτερική σύγκρουση.

Κι εμείς τον διαψεύδουμε: Οι χρυσαυγίτες δεν χρειάζονται παραπομπή σε ψυχολόγο. Χρειάζονται παραπομπή σε δεσμοφύλακα.

Πηγη:http://www.gossip-tv.gr/inside-stories/G-Politics/story/221470/atheridis-ta-meli-tis-hrysis-aygis-prepei-na-doyn-psyhologo

Τι δήλωσε ο Σ. Κραουνάκης για τον Π. Γαϊτάνο

Μέσα απο την εκπομπή του στον Βήμα FM, ο Σταμάτης Κραουνάκης σχολίασε τις κατάπτυστες δηλώσεις του του Πέτρου Γαϊτάνου

Είπε μάλιστα και δύο ανέκδοτα:

«Ο Γαϊτάνος ρίχνει «τίμιο ξύλο» και «Ο Τσακ Νόρις δεν γνωρίζει τον Πέτρο Γαϊτάνο» και συνέχισε λέγοντας «Άσε μας ρε Πέτρο που δεν έχεις αφήσει παγκάρι για παγκάρι».

«Με τσάκισε ο Γαϊτάνος με τα χρυσαυγίτικα του. Δε με νοιάζει πως τη βρίσκει, ας τη βρίσκει όπως θέλει στην κρεββάτα του. Με νοιάζει όμως που βγαίνει να πει ότι γουστάρει χρυσαυγίτικο ξύλο, τσαμπουκά και ρίχνει τον εαυτό του.
Ένας αχταρμάς γυφτοβυζαντινού, μεικαπ κάθε Πάσχα στα νύχια του κουτσομπολιού και του υβρεολογίου».

Πηγη:http://www.alfavita.gr



Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Το έργο του ποιητή και δοκιμιογράφου Ρόμπερτ Χέιντεν (Robert Hayden) συγκαταλέγεται στις κορυφαίες στιγμές της αφροαμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Γεννημένος το 1913 σε γκέτο του Ντιτρόιτ, και μεγαλωμένος από θετή οικογένεια, υπέστη κατά τα παιδικά του χρόνια τη ρατσιστική βία και τη σκληρότητα του περιθωρίου. Επιπλέον, η ασθενική του φύση και τα σοβαρά προβλήματα όρασης, από τα οποία υπέφερε από μικρή ηλικία, συνετέλεσαν ακόμη περισσότερο στην απομόνωσή του. Ο Χέιντεν σπούδασε φιλολογία στο Κολλέγιο του Ντιτρόιτ και στη συνέχεια ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές υπό τον Γ.Χ. Οντεν. Εργάστηκε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Φισκ και το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Η ποίησή του έχει έντονο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα, εστιάζοντας στην κληρονομιά και τη θέση της αφροαμερικανικής κοινότητας των ΗΠΑ. Η γλώσσα, η ιστορία και η κουλτούρα των νέγρων των ΗΠΑ είναι βασική συνιστώσα του έργου του. Αλλα ποιήματά του διαφέρουν, διαγράφοντας μια πιο λυρική τροχιά, και διαβάζονται έξω από τα κοινωνικοπολιτικά και φυλετικά συμφραζόμενα της πρώτης κατηγορίας. Η επιρροή του Οντεν, ο οποίος του δίδαξε τη φροντίδα για τη φόρμα, πρωτίστως όμως την αξία της ποίησης ως μέσο διερεύνησης της ανθρώπινης εμπειρίας πέρα από τη μερικευτική χρήση της ως όχημα κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού, είναι σημαίνουσα. Συν τω χρόνω η ποίησή του γίνεται περισσότερο υπαινικτική και συμβολική. Ταυτόχρονα ανοίγεται, χωρίς να χάσει το κοινωνικό της στίγμα, σε ζητήματα υπαρξιακής φύσης. Πέρα από την εμπειρία της ωριμότητας, η μετατόπιση αυτή οφείλεται και στη θρησκευτική πίστη του Χέιντεν, ο οποίος ασπάστηκε την Μπαχάι, μια θρησκεία που ξεκίνησε από την Περσία τον 19ο αιώνα θέτοντας στο επίκεντρο την πνευματική ενότητας της ανθρωπότητας.

Η αποδοχή της ποίησής του όσο και η θέση του στην αμερικανική γραμματολογία συνδέονται με τη θέση της αφροαμερικανικής κοινότητας στην αμερικανική κοινωνία και την αντιπαράταξή της με την κυρίαρχη λευκή ταυτότητα. Το έργο του υπήρξε συχνά αντικείμενο διχογνωμίας ως προς την καταγωγική της περιοχή και συνακόλουθα την αξία της: ορισμένοι αφροαμερικανοί ποιητές και θεωρητικοί δεν τη εκλάμβαναν ως αρκετά «νέγρικη», ενώ κριτικοί τού κανόνα επί δεκαετίες την περιθωριοποίησαν, κατηγοριοποιώντας τη απλώς ως ήσσονος σημασίας έργο της νέγρικης υποκουλτούρας. Ωστόσο, το 1976 ο Χέιντεν έγινε ο πρώτος αφροαμερικανός ποιητής που ορίστηκε Σύμβουλος για την Ποίηση στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου – ό,τι αργότερα θα αποκαλούνταν «Δαφνοστεφής ποιητής» των ΗΠΑ. Η σταδιακή εκτόνωση των φυλετικών εντάσεων από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν και η, έως έναν βαθμό, ενσωμάτωση των αφροαμερικανών συνέβαλαν στην αποκατάσταση του έργου του. Σημειώνεται πάντως ότι ο ίδιος δήλωνε Αμερικανός, όχι νέγρος ποιητής, και μάλιστα σε μια εποχή που κάτι τέτοιο θεωρούνταν προδοσία από την αφροαμερικανική κοινότητα.

Ο Χέιντε εξέδωσε οκτώ ποιητικές συλλογές, σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών (1940-1978). Το σύνολο του έργου του επανεκδόθηκε το 1985, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του. Τα έξι ποιήματα της προκείμενης παρουσίασης  συγκαταλέγονται ανάμεσα στα δημοφιλέστερα και πλέον ανθολογημένα ποιήματά του.

Εκείνες οι χειμωνιάτικες Κυριακές

Και τις Κυριακές ακόμη ο πατέρας μου ξυπνούσε νωρίς
και φορούσε τα ρούχα του μέσα στο γαλάζιο ψύχος,
έπειτα με χέρια ξερά, καταπονημένα
απ’ τον μόχθο υπό τον καιρό της κάθε εργάσιμης μέρας έκανε
τη χαμηλή φωτιά να φλογίζει. Κανείς ποτέ δεν του είπε ευχαριστώ.

Ξυπνούσα κι άκουγα το κρύο να ραγίζει, να θρυμματίζεται.
Οταν τα δωμάτια θερμαίνονταν, με φώναζε,
κι αργά σηκωνόμουν και ντυνόμουν,
φοβούμενος τους χρόνιους θυμούς εκείνου του σπιτιού,

και του μιλούσα αδιάφορα, σ’ εκείνον
που είχε αποδιώξει το κρύο,
κι είχε ακόμα στιλβώσει τα καλά μου παπούτσια.
Τι ήξερα, τι ήξερα
για τα αυστηρά και μοναχικά καθήκοντα της αγάπης;

Νύχτα, θάνατος, Μισσισίπι

Ι
Μια τρεμάμενη κραυγή. Κουκουβάγια;
Ή ένας απ’ αυτούς;
Ο ηλικιωμένος άνδρας μέσα στη δυσωδία
και την καχεξία του γελάει –

Ένας απ’ αυτούς, οπωσδήποτε –
και βγάζει το φανάρι της κουζίνας,
σέρνεται στον εξώστη ν’ αφουγκραστεί
μέσα στην αδιαπέραστη νύχτα.

Θα ‘μουν εκεί με τον Μικρό και τους υπόλοιπους
αν ήμουν καλά τώρα.
Αυτές ήταν εποχές. Αυτές ήταν.
Λευκές στολές σαν σεληνόφως

Στο σκοτάδι με τις ζητιές.
αβοήθητος εκείνος τότε
και να στριγκλίζει γαμώ το Χριστό μου
καθώς του το κόβαμε.

Αυτές ήταν εποχές. Κραυγή;
Μάλιστα, κραυγή.
Ξεροβήχει και φτύνει,
ξαναμμένος, βουβώνας φλογισμένος.

Πιάσε ένα μπουκάλι,
για τον Μικρό και για μένα –
το κέρδισε το μπουκάλι –
όταν γυρίσει.

ΙΙ
Τότε τους ξυλοκοπούσαμε, είπε,
τους ξυλοκοπούσαμε ώσπου τα χέρια μας κουράζονταν
κι οι παλιές και μακριές αλυσίδες
κουβαριάζονταν και κοκκίνιζαν.

Ω, Χριστέ, φλεγόμενε στον σταυρό με τα κρίνα

Χριστούλη μου, ήταν καλύτερα
κι απ’ το να κυνηγάς αρκούδες
αυτές δεν ξέρουν
γιατί τις σκοτώνεις.

Ω, νύχτα, νύχτα του Μπαμπούλα

Εσείς παιδιά, φέρτε στον Μπαμπάκα
λίγο νερό τώρα, για να
ξεβγάλει το αίμα
από πάνω του, είπε η γυναίκα.

Ω νύχτα, προδομένη από σκοτάδι αλλότριο.

Τα νούφαρα του Μονέ

Σήμερα, καθώς τα νέα από τη Σέλμα και τη Σαϊγκόν
δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα σαν ραδιενεργή τέφρα,
επιστρέφω για να δω
τη γαλήνια, σπουδαία εικόνα που αγαπώ.

Εδώ τόπος και χρόνος λούζονται στο φως
ο οφθαλμός σαν τον οφθαλμό της πίστεως πιστεύει.
Το ορατό και το οικείο
διαλύονται στους ιριδισμούς, γίνονται
απατηλή ύλη φωτός
που δεν υπήρξε, υπήρξε, αενάως υπάρχει.

Ω, φως, ιδωμένο σαν διάθλαση μέσ’ από δάκρυα.
Ιδού  η αύρα του κόσμου
που ο καθένας μας έχει απολέσει.
Ιδού η σκιά της χαράς του.

Soledad

(Κι εγώ, εγώ δεν είμαι πια αυτού του κόσμου)

Γυμνός, ξαπλώνει στο άφωτο δωμάτιο
τσιγάρο κι άλλο τσιγάρο, ναρκωτικά και τζαζ τον νανουρίζουν
όπως ποτέ δεν τον νανούρισε σάρκα ερωμένης.

Ο Μάιλς Ντέιβις παραμυθητικά τού παίζει:
Ω, pena negra, αισθησιακά φλαμένκο μπλουζ∙
η φωνή, από φωσφορούχο κοκκινόχωμα, της Λέιντι Ντέι

(δέσποινας της κατάμαυρης μανόλιας)
θρηνεί τη λύπη της και την απώλεια και τους αποχαιρετισμούς,
σφουγγίζει τον πόνο απ’ τον οποίο οι πανούργοι δεσμώτες του

για λίγο τον ελευθέρωσαν.
Οι φόβοι του κι ο ημιτελής εαυτός του
καραδοκούν όπου κι αν βγει στους δρόμους.

Κρύβεται στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης,
καταφεύγει σ’ ένα κελί από βιτρό,
αποδρά σε μια κρυστάλλινη χώρα χωρίς ρολόγια.

Μονάχα το φάντασμα της Λέιντι Ντέι γνωρίζει
πού βρίσκεται. Μονάχα η μουσική. Και λικνίζεται
ω, λικνίζεται: πέρα πια κι απ’ την απόλυτη αθανασία.

 

Φρέντερικ Ντάγκλας* 

Οταν επιτέλους γίνει κτήμα μας η ελευθερία, η λευτεριά, αυτό το όμορφο
και τρομερό πράγμα, απαραίτητο στον άνθρωπο όπως ο αέρας,
χρηστικό όπως το χώμα˙ όταν θ’ ανήκει τελικά σε όλους,
όταν θα γίνει ένστικτο εγγενές, εγκεφαλική ύλη, διαστολή, συστολή,
κίνηση αντανακλαστική˙ όταν επιτέλους θα κερδηθεί˙ όταν θα ‘ναι κάτι παραπάνω
απ’ τις στομφώδεις ασυναρτησίες των πολιτικών:
ο άνθρωπος αυτός, ο Ντάγκλας, ο πρώην σκλάβος, ο Νέγρος
ο καταδαρμένος, ο εξόριστος, ο οραματιστής ενός κόσμου
όπου κανείς δεν είναι μόνος, κανείς κυνηγημένος, ξένος,
ο άνθρωπος αυτός, υπέρτερος σε αγάπη και λογική, ο άνθρωπος αυτός
θα βρίσκεται στη μνήμη όλων. Ω, όχι με τις ρητορείες των αγαλμάτων,
όχι με τους θρύλους και τα ποιήματα και τους χάλκινους κότινους μονάχα,
αλλά μέσα απ’ τις ζωές τις γεννημένες απ’ δική του ζωή, τις ζωές
που πραγματώνουν τ’ όνειρό του γι’ αυτό το όμορφο, τρομερό πράγμα.

 

Περσέας

Το κοιμώμενο κεφάλι της με την πελώρια παγωμένη μάζα
των ερπετών με τις ληθαργικές κινήσεις
έκαιγε στην επιφάνεια της απαστράπτουσας ασπίδας –
εικόνα οδυνηρή προάγγελος δεινών
σαν μισητή αλήθεια που το μυαλό αποδέχεται τελικά
και πυορροεί.
Χτύπησα. Η ασπίδα έλαμψε κενή.

Κι ωστόσο σηκώνοντας το κεφάλι
να φύγω από κείνον τον τόπο
των σιωπών που με κοιτούσαν και της τρομοκρατημένης πέτρας
διψούσα για καταστροφή.
Κανείς δεν θα με προσπερνούσε τότε –
ούτε ανθοστόλιστο κορίτσι, ούτε ιερέας
ούτε φιλοπερίεργο αγόρι – και θα ζούσε.

 

*(«ΗΠΑ 1857. Ο Φρέντερικ Ντάγκλας ήταν Αφρικανός σκλάβος που τον έστειλαν στην Βαλτιμόρη να δουλέψει ως υπηρέτης και ως εργάτης ναυπηγείου. Κατόρθωσε να μάθει μόνος του γραφή και ανάγνωση το 1838 σε ηλικία 21 ετών. Απέδρασε στον αμερικανικό βορρά και έγινες διάσημος ρήτορας, συγγραφέας και εκδότης εφημερίδας. Αναφέρει πολλά για το καθεστώς της δουλείας στις ΗΠΑ και την προσπάθεια κατάργησή της στην αυτοβιογραφία του “Narrative of the life of Frederick Douglass”)

πηγή: poema.gr

 Θα αφήσουμε το ναζισμό να νικήσει ή θα φτιάξουμε αντιφασιστικά μέτωπα παντού για να τους τσακίσουμε;
O σκηνοθέτης της παράστασης Corpus Christi άρχισε να δέχεται απειλές και για τη ζωή του, ενώ απειλές δέχονται και οι γονείς του στους οποίους λένε ότι «θα στείλουμε τα μέλη του παιδιού σας σε ένα κουτί», αποδεικνύοντας τη φασιστική και παρακρατική δράση των ακροδεξιών οργανώσεων σε όλο της το μεγαλείο.

Για τα περιστατικά στο Θέατρο Χυτήριο και τον σκοταδισμό που προσπαθεί να επιβάλλει στη χώρα η Χρυσή Αυγή μίλησε ο Λαέρτης Βασιλείου, σκηνοθέτης της επίμαχης παράστασης «Corpus Christi» που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και έγινε αφορμή για ανελέητο κυνήγι μαγισσών από παραθρησκευτικές οργανώσεις και μέλη της Χρυσής Αυγής το βράδυ της Πέμπτης.

Μπροστά στην άνοδο της Χρυσής Αυγής ποια είναι η απάντηση που δίνουν οι καλλιτέχνες σήμερα;

Στάθης Δρογώσης: Δυστυχώς οι καλλιτέχνες πάνε με το κοινό. Με τα εισιτήρια, με τις ραδιοφωνικές τους επιτυχίες και με την τηλεοπτική τους προβολή. Για μένα καλλιτέχνης σημαίνει ειλικρινής πρώτα με τον εαυτό τους και ύστερα με τους άλλους. Όλοι αυτοί που σήμερα το παίζουν δήθεν ανεξάρτητοι, να μην χαϊδεύουν το κοινό τους, να μην αναπαράγουν την κοινή γνώμη απλά για να πουλάνε, για να βρίσκονται στο κέντρο. Αλλά να μας πουν και να κρίνουμε. Ας έχουν ότι πρόταση θέλουν, αντέχουμε να τους ακούσουμε, έχουμε ακούσει τα πάντα πλέον, αλλά να ξέρουμε σε ποια μεριά βρίσκεται ο καθένας. Ας ανοίξει επιτέλους και ένας δημόσιος διάλογος, ειλικρινής και με επιχειρήματα. Αλλά πάντως ας σταματήσουμε να χαϊδεύουμε τα πιο ταπεινά ένστικτα της κοινής γνώμης και του κοινού.

Ο ηθοποιός Χρ. Σαπουντζής, που φέτος παίζει στην παράσταση «Η φτωχούλα του θεού» στο θέατρο Χυτήριο όπου ανέβηκε και το Corpus Christi, μιλά για τις ύβρεις των παραθρησκευτικών οργανώσεων και των χρυσαυγιτών -κάποιες και εναντίον του- που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το θέατρο την Πέμπτη 11 Οκτώβρη.

 

Και προσθέτει ο Χρ. Σαπουντζής: «Ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνει γ’ παγκόσμιος πόλεμος, ο ναζισμός δεν θα περάσει».

Σχολιάζοντας την επίθεση των Χρυσαυγιτών στο θέατρο Χυτήριο η Ελένη Ράντου έγραψε – μεταξύ άλλων – στη σελίδα της στο fαcebook

 

«Να την χαίρεστε αυτή την πατρίδα κύριε Δένδια, κύριε Σαμαρά, Κύριε Βενιζέλε! Να την χαίρεστε παρέα με όλους αυτούς που ακόμη κι ο Χριστός όπως κάποιος αναφέρει εδώ στο fb an ήξερε ποιοι έχουν αναλάβει να τον υπερασπιστούν στην Ελλάδα, θα κατέβαινε στη γη να τους φτύσει ο ίδιος».