ΕΡΕΥΝΕΣ

Tις πολύ σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων και την απελπιστική κατάσταση που έχει επιφέρει για τους πρόσφυγες που ζητούν άσυλο στην Ελλάδα η ευρωτουρκική συμφωνία και η ευρωπαϊκή πολιτική κλειστών συνόρων καταγράφει έκθεση με μαρτυρίες δώδεκα οργανώσεων και συλλογικοτήτων που δραστηριοποιούνται τα τελευταία τέσσερα χρόνια στο πεδίο της διαχείρισης του προσφυγικού στην Ελλάδα.

Η έκθεση με τον εύγλωττο τίτλο «Κανένα φως στον ορίζοντα: η κακομεταχείριση όσων ζητούν άσυλο στην Ελλάδα» («No end in sight: the mistreatment of asylum seekers in Greece») διαπιστώνει ότι οι πρόσφυγες στην Ελλάδα «εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, βία και παραμέληση».

Παραβιάσεις

AP Photo/Petros Giannakouris, file

Διευκρινίζουν οι συντάκτες της: «Η έκθεση καταγράφει στοιχεία κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εκτοπισμένων και των προσφύγων στην ελληνική ενδοχώρα και στα νησιά της Χίου, της Λέσβου και της Σάμου, παραβιάσεις που θα μπορούσαν να συνιστούν σκληρή και έξω από τα συνηθισμένα μεταχείριση και βασανιστήρια. Ως αποτέλεσμα της αποκαλούμενης περιοριστικής πολιτικής, που υλοποιήθηκε μετά την Ευρωτουρκική Δήλωση το 2016, σήμερα χιλιάδες πρόσφυγες ζουν παγιδευμένοι στα νησιά χωρίς πρόσβαση σε κατοικία, περίθαλψη ή εκπαίδευση, ανάμεσά τους πολλές γυναίκες και παιδιά».

Η έκθεση αναφέρεται στις ακατάλληλες συνθήκες στους χώρους κράτησης, κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων και κέντρα κράτησης, ιδίως της βόρειας Ελλάδας, με ελλιπείς υποδομές, ανεπαρκή χώρο και προβληματικές συνθήκες υγιεινής.

Επισημαίνει επίσης την παρατεταμένη περίοδο κράτησης, από έναν μέχρι τέσσερις μήνες, στην οποία υποβάλλονται κατά τη διαδικασία υποδοχής όσοι εκδηλώνουν τη βούλησή τους να ζητήσουν άσυλο μέχρι να καταγραφεί επισήμως το αίτημά τους, παρ’ όλο που το ανώτατο προβλεπόμενο διάστημα διοικητικής κράτησης είναι οι τρεις μήνες.

Προβληματίζει η περιγραφή των συνθηκών στον χώρο κράτησης της Μόριας, όπου από το 2017 λειτουργεί πιλοτικό πρόγραμμα άμεσης απέλασης όσων προέρχονται από χώρες με πολύ χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος, κάτω από 1%:

«Κρατούνταν στο ίδιο μέρος με άτομα που κρατούνταν για ποινικά αδικήματα και παραβατικότητα και οι συνθήκες ήταν γενικά κακές. Ηταν ευρύτατα διαδομένη η χρήση ουσιών και τα περιστατικά αυτοτραυματισμού, ιδίως μεταξύ των Αλγερινών, και τα επεισόδια βίας. Η πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη και ιατρική φροντίδα [έπασχε από την] υποστελέχωση των υπηρεσιών, με μόνο μία νοσοκόμα υπεύθυνη για τη φροντίδα τους. Οταν δεν είχε βάρδια, η λήψη φαρμακευτικής αγωγής ήταν αρμοδιότητα των αστυνομικών της βάρδιας. Υπάρχουν μαρτυρίες από δεύτερο χέρι που περιγράφουν πώς οι αστυνομικοί έδιναν υπερβολική ποσότητα φαρμάκων, γεγονός που οδηγούσε στα άκρα τον εθισμό στις ουσίες, ενώ οι κρατούμενοι προμηθεύονταν ουσίες και με άλλους τρόπους».

Παρατίθενται επίσης μαρτυρίες για περιστατικά αστυνομικής βίας και κακομεταχείρισης στα κέντρα κράτησης, από χτυπήματα και άλλη σωματική βία μέχρι χειροπέδηση για μια ολόκληρη νύχτα στο αστυνομικό τμήμα Σάμου. Η έκθεση επισημαίνει ακόμα ότι οι αναφορές για κακομεταχείριση δεν διερευνώνται και δεν αποδίδεται δικαιοσύνη στα θύματα.

Η βία της αστυνομίας κατευθύνεται ιδιαίτερα εναντίον προσφύγων που τολμούν να διαμαρτυρηθούν, είτε κατά μόνας είτε κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων, ενώ συχνά ακολουθεί η σύλληψη και κράτηση προσφύγων που διαμαρτύρονται. Από την αστυνομική βία δεν ξεφεύγουν οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ούτε άλλες κατηγορίες ιδιαίτερα ευάλωτων προσφύγων.

Η έκθεση καταγράφει την εκτεταμένη έμφυλη βία που δέχονται οι γυναίκες πρόσφυγες και τον πολλαπλό ρατσισμό και βία που δέχονται οι ΛΟΑΤΚΙ. Αναφέρεται επίσης σε μαρτυρίες που καταδεικνύουν ότι συνεχίζει χωρίς διακοπή η πρακτική των άτυπων βίαιων επαναπροωθήσεων από ανθρώπους που μιλούν ελληνικά και φορούν αστυνομική ή στρατιωτική στολή.

Η εκπόνηση της έκθεσης έγινε με τη συνεργασία των οργανώσεων και συλλογικοτήτων Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, Refugee Rights Europe, World Organisation Against Torture, Advocates Abroad, Αρσις, Avopcats sans Frontieres – France, Refugee Law Clinic – Berlin, ELPIDA HOME, Equal Rights Beyond Borders, Human Rights 360, Mobile Info Team, Samos Volunteers, Still I Rise.

Πηγή:https://www.efsyn.gr

του Μάριου Αυγουστάτου
Το όραμα των ανθρώπων που κάποτε δεν είχαν ούτε φωνή ούτε δικαιώματα, πλέον αντηχεί σε όλο τον κόσμο. Ήταν η όγδοη γυναίκα και η πρώτη Αφροαμερικανίδα που τιμήθηκε με Νόμπελ.
Όταν η Toni Morrison παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1993, ξεκίνησε την ομιλία της με τη φράση “μια φορά κι έναν καιρό”. Σε χαμηλούς τόνους είπε στη Σουηδική Ακαδημία ότι αυτές ήταν μερικές από τις πρώτες λέξεις που όλοι μας θυμόμαστε από τις παιδικές μας ηλικίες.
Η Morrison, πέθανε σε ηλικία 88 ετών τη Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019 στο ιατρικό κέντρο Montefiore στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με τους εκδότες της, Penguin Random House. Η οικογένεια της, σε δήλωση που δημοσίευσαν οι εκδότες, δήλωσε ότι “πέθανε μετά από μια σύντομη ασθένεια, περιβαλλόμενη από τους αγαπημένους της”.
“Ήταν μια εξαιρετικά αφοσιωμένη μητέρα, γιαγιά και θεία που της άρεσε να είναι με την οικογένεια και τους φίλους της. Η άψογη συγγραφέας που κοσμούσε το γραπτό λόγο, είτε μέσω των δικών της έργων, είτε μέσω των φοιτητών της ή άλλων, διάβαζε σθεναρά και ήταν περισσότερο στο σπίτι όταν έγραφε”, δήλωσε η οικογένειά της. “Αν και ο θάνατός της αντιπροσωπεύει μια τεράστια απώλεια, είμαστε ευγνώμονες ότι είχε μια μακριά και όμορφη ζωή.”
Το έργο τής Morrison επικεντρώθηκε στην αφροαμερικανική ζωή και τον πολιτισμό και έγινε κυρίαρχο στη λογοτεχνία, στην οποία οι απεικονίσεις των μαύρων ήταν συχνά περιορισμένες και γεμάτες από στερεότυπα.
Το αριστούργημά της “Αγαπημένη” (εκδ. Νεφέλη, 1989), ήταν ένα “μια φορά κι ένα καιρό”, με τον τρόπο που το όρισε η ίδια. Η πραγματική έμπνευση της ήταν η Margaret Garner, μια γυναίκα που ξέφυγε από τη δουλεία κι προτίμησε να (επιχειρήσει να) σκοτώσει τον εαυτό της και τα παιδιά της -η 2 ετών κόρη της πέθανε- αντί να συλληφθεί και να επιστρέψει σε φυτεία. Η “Αγαπημένη” κέρδισε το βραβείο Pulitzer για μυθοπλασία το 1988.
Το 1987 η Μόρισον ήταν 56 ετών όταν η “Αγαπημένη” δημοσιεύθηκε, αλλά ζούσε μέσα στις ιστορίες από την παιδική της ηλικία. Γεννημένη με το όνομα Chloe Anthony Wofford, μεγάλωσε με ιστορίες που της έδιναν όλα γύρω της στο Lorain του Ohio.
Οι παππούδες της, έφυγαν από τον Νότο των ρατσιστικών διακρίσεων για τον Βορρά κατά τη Μεγάλη Μετανάστευση (6 εκατομύρια μαύροι μετακινήθηκαν μεταξύ 1916 και 1970 από το Νότο προς βόρεια).
Η εργατούπολη του Lorain στα τέλη της δεκ. ’50
“Έζησα σε μια μικρή πόλη της εργατικής τάξης που δεν είχε καθόλου μαύρες γειτονιές …”, δήλωσε η Morrison στη ραδιοφωνική εκπομπή Fresh Air της Terry Gross το 2015. “Όλοι ήμασταν μαζί, όλοι ήταν είτε κάποιος από το Νότο είτε ένας μετανάστης από την Ευρώπη ή από το Μεξικό.” Στα παιδικά της χρόνια δεν γνώριζε από πρώτο χέρι για το διαχωρισμό που κάλπαζε υπογείως αλλά και θεσμικά, αλλά ότι ο πατέρας της «είχε πολύ σοβαρούς λόγους να μισεί τους λευκούς». Η μητέρα της, προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπίες, το μετρίαζε. “Όλους τους ενέκρινε ή απέρριπτε προσωπικά με βάση την αντίληψή και τις απόψεις τους ως άτομα”, θυμόταν η Morrison.
Ως παιδί, η νεαρή Chloe μάζευε σα σφουγγάρι αυτά που έλεγαν οι ενήλικες, κυρίως παλιές ιστορίες για την περίοδο που ζούσαν στο νότο. Σε μια συνέντευξη του 2010, είπε ότι η γλώσσα τους παρέμεινε για πάντα μέσα της. Και μέσα στην ίδια της την οικογένεια, είπε. “Υπήρχε γλώσσα του δρόμου, υπήρχε και η γλώσσα του κυρήγματος. Ξέρετε, οι άνθρωποι παρέθεταν ολόκληρα εδάφια από την Αγία Γραφή”. Το καταφύγιο των καταπιεσμένων για πολλές δεκαετίες, ακόμα και σήμερα…
Howard University – Separate Is Not Equal
Η Wofford πήγε στο κολέγιο στο Πανεπιστήμιο Howard (εκεί όπου έγινε Toni, χρησιμοποιώντας τη σύντμηση του “δεύτερου” ονόματός της, Anthony). Ήταν εκεί που βίωσε, για πρώτη φορά, την ιεραρχία του χρώματος μέσα στην ίδια την αφροαμερικανική κοινότητα.
“Στην πανεπιστημιούπολη, όπου αισθάνθηκα ασφαλής και ευπρόσδεκτη, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτή η ιδέα του όσο πιο λευκό τόσο καλύτερο και όσο σκοτεινότερο τόσο το χειρότερο… είχε πραγματικά αντίκτυπο στις γυναικείες αδελφότητες, στις φιλίες, σε όλα τα είδη των πραγμάτων. Και ήταν ένα σοκ για μένα “, είπε το 2015.
Έλαβε το μάστερ της στο Cornell και παντρεύτηκε τον αρχιτέκτονα Harold Morrison, με τον οποίο είχε δύο γιους και με τον οποίο χώρισε μετά από επτά χρόνια.
Η Morrison ξεκίνησε την πρώιμη εκδοτική της καριέρα ως συντάκτρια, αρχικά σε εγχειρίδια, στη συνέχεια για βιβλία γενικής κυκλοφορίας. Είπε κάποτε στο ακροατήριό της στην 92η οδό της Νέας Υόρκης ότι δεν ήταν ευχαριστημένη με το πώς εκδίδονταν τα περισσότερα βιβλία από μαύρους συγγραφείς. “Η επιμέλεια ήταν πολύ τσαπατσούλικη. Θεωρούσα ότι οι εκδότες κακομεταζειρίζονταν, ακόμα και τα σπουδαία βιβλία, όπως το “Roots, The Saga of an American Family”, (του Alex Haley, 1976)… Όταν τα διάβαζες προσεκτικά, θα δεις ότι δεν είχαν δώσει την παραμικρή φροντίδα”.
Έτσι, αναζητούσε συνειδητά εξαιρετικούς μαύρους συγγραφείς, προωθώντας τους σε πιο προσεγμένες κι επιμελημένες εκδόσεις. Κάτι που ακόμα είναι αρκετά δύσκολο για τη μεγάλη πλειοψηφία των μη-λευκών…
H Toni Morrison και η Angela Davis
Έχει επιμεληθεί γραπτά της Angela Davis, του Muhammad Ali και της Gayl Jones (βλ. τα εξαιρετικά “Corregidora” (1975), “Eva’s Man” (1976)) κατά τη διάρκεια των κοινωνικών ανακατατάξεων και εξεγέρσεων στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η Μόρισον θεώρησε, ορθότατα κατά τη γνώμη μας, ότι συνεισέφερε με αυτή της τη δράση στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων.
“Απλά έκανα την δουλειά μου και μάζευα αφροαμερικανούς που ήταν εξώστρεφα ομιλητικοί, είτε πολιτικά είτε απλά γράφοντας υπέροχη μυθοπλασία”, είχε πει.
Παράλληλα με την επιμέλεια σε κείμενα άλλων, η Morrison έγραφε μυστικά για τον εαυτό της, ξυπνώντας πολύ πρωί, πριν τα παιδιά της. Αργότερα είπε ότι όταν έγραφε, απελευθερωνόταν από τον πόνο. “Ήταν ένα πεδίο στο οποίο είχα τον έλεγχο”, είπε. “Εκεί κανείς δεν μου λέει τι να κάνω… Εκεί είναι που η φαντασία μου είναι γόνιμη και είμαι πραγματικά στα καλύτερά μου… Σαφέστατα σκέφτομαι επικίνδυνα και δύσκολα πράγματα, αλλά είναι επίσης εξαιρετικά ασφαλές για μένα να βρίσκομαι σε αυτό το μέρος.”
Το πρώτο της βιβλίο, “The Bluest Eye” (“Γαλάζια μάτια”, εκδ. Νεφέλη 1995), κυκλοφόρησε το 1970. Είναι μια ιστορία για ένα κοριτσάκι με σκούρο δέρμα που πιστεύει ότι τα γαλάζια μάτια θα την κάνουν όμορφη, αποδεκτή κι αγαπητή. Ο Piper Huguley, καθηγητής στο κολλέγιο Spelman στην Ατλάντα, θυμάται πως αισθάνθηκε όταν πρωτοδιάβασε το “The Bluest Eye” ως φοιτητής: τον βοήθησε να δει “τον χρωματισμό (coloring) και τη σύνδεσή του με την αυτοαποστροφή, και πόσο βαθιά ενσωματωμένα θα μπορούσαν να είναι”, είπε. Ήταν ένα θέμα που διερεύνησε περαιτέρω στο βιβλίο της του 2015, “God Help the Child”.
Ο Huguley είπε ότι η ειλικρινής γραφή της Morrison για τη φυλή έχει κάνει το έργο της Morrison ουσιαστική και αναγκαία ανάγνωση: “Σε ένα μάθημα που ονομάζουμε Επιδραστικοί Συγγραφείς, που είναι υποχρεωτικό για κάθε φοιτητή μας. Αυτό σημαίνει ότι για εμάς ανήκει εδώ στο κολλέγιο Spelman, και χωρίς αμφιβολία και αλλού, ως μέρος του Αφροαμερικανικού λογοτεχνικού Κανόνα, δηλαδή ενός συγγραφέα που επιβάλλεται να διαβαστεί”.
Οι ιστορίες της Morrison συνδέουν άρρηκτα του οικείο και ρεαλιστικό με το φανταστικό: Στο “Song of Solomon” (“Το Τραγούδι του Solomon”, εκδ. Οδυσσέας 1993), ένα βασικό στοιχείο ήταν μια παλιά λαϊκή ιστορία για μαύρους ανθρώπους που πετούσαν μακριά από την υποδούλωση, επιστρέφοντας στην μητέρα-Αφρική. Το θέμα της αγάπης μητέρας-κόρης περνάει μέσα από πολλά της βιβλία, όπως στο “Beloved” (“Αγαπημένη”, εκδ. Νεφέλη 1989) και το “A Mercy” (“Έλεος”, εκδ. Νεφέλη 2009), όπου οι γυναίκες κάνουν απίστευτες θυσίες για τα παιδιά τους.
Αυτά είναι βιβλία που επικεντρώνονται, χωρίς απολογίες ή εξηγήσεις, στις ζωές των αφροαμερικανών. Και το 1998, καλεσμένη σε ένα talk show, είπε ότι δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να κάνει λευκούς χαρακτήρες τους πιο κεντρικούς στις ιστορίες της. “Έχω περάσει ολόκληρη τη ζωή μου γραπτώς προσπαθώντας να σιγουρευτώ ότι η οπτική γωνία των λευκών δεν ήταν η κυρίαρχη σε κανένα από τα βιβλία μου”, είπε.
“Η Μόρισον πάτησε γερά στη μαύρη απελευθερωτική τέχνη και τα κινήματα της δεκαετίας του 1960”, δήλωσε ο Richard Yarborough, ο οποίος διδάσκει αφροαμερικανική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας του Λος Άντζελες. Αυτή και άλλες της γενιάς της “έφεραν σε πέρας την αποστολή τους εστιάζοντας στις ζωές των μαύρων”, είπε.
Γενιές και γενιές μαύρων γυναικών συγγραφέων, ανεξάρτητα από το είδος που γράφουν, έχουν επηρρεαστεί (και θα επηρρεαστούν) αναμφίβολα από αυτήν. “Η Toni Morrison είναι τόσο μνημειώδης φιγούρα, που δεν υπάρχει τρόπος να γράψεις για τα βιώματα των μαύρων γυναικών χωρίς να τη λαμβάνεις υπόψη”, είπε.
Έδειξε με το παράδειγμά της, την πραγματική αξία της θυληκής μαύρης ζωής. Και μέσα από τα πολλά της “μια φορά κι ένα καιρό”, τα παιδικά της βιώματά της εξελίχθηκαν σε ένα διασταλτικό όραμα για μια ανθρωπότητα χωρίς καταπιεστές και καταπιεζόμενους, πέρα από διακρίσεις χρώματος ή φύλου, που πλέον κοσμεί τα ράφια όλων των βιβλιοθηκών.

Το όραμα των ανθρώπων που κάποτε δεν είχαν ούτε φωνή ούτε δικαιώματα, αντηχεί σε όλο τον πλανήτη. H μέρα που το όραμά της θα γίνει πραγματικότητα δε θα αργήσει. Αυτός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να τιμήσουμε το έργο της, πέρα από να το διαβάσουμε.

Πηγή: https://www.redtopia.gr

Francis Gruber, Ιώβ, Γαλλία 1944

Η μεγάλη καμπή

Το 1930 η κυβέρνηση Βενιζέλου μεσουρανούσε. Ο χαρισματικός ηγέτης των Φιλελευθέρων, ανατρέποντας τις πολιτικές ισορροπίες, είχε επιστρέψει από την αυτοεξορία του σαν σωτήρας, και φαινόταν να έχει εδραιωθεί. Το αντίπαλο καπιταλιστικό στρατόπεδο, οι αντιβενιζελικοί, που δεν ήταν πάντοτε και μοναρχικοί, παρέπαιε διασπασμένο και αδύναμο. Διώχνοντας από την κυβέρνηση την προηγούμενη ηγεσία του κόμματος των Φιλελευθέρων, που ο ίδιος είχε ιδρύσει παλιότερα, ο Βενιζέλος είχε κερδίσει πρωτοφανή πλειοψηφία στις εκλογές του 1928. Έμοιαζε να ελέγχει τις πολιτικές εξελίξεις και να είναι νομιμοποιημένος στη συνείδηση των περισσοτέρων. Όπως και σύγχρονοί μας πολιτικοί, επαγγελλόταν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα βελτίωναν τη θέση των φτωχότερων όχι με ανακατανομή του πλούτου, αλλά μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας κι επομένως της εθνικής παραγωγής.

Η μοναρχία είχε διωχτεί, ενώ οι οπαδοί της είχαν απομακρυνθεί από τη διοίκηση του στρατού. Ο εξωτερικος δανεισμός παρουσιαζόταν σαν λύση για την ανάκαμψη της οικονομίας μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο, ενώ η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος υποσχόταν να ενσωματώσει την Ελλάδα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές ροές. Οι παραγωγοί της υπαίθρου δεν ζούσαν καλύτερα από πριν, αλλά είχαν κατευναστεί με την αγροτική μεταρρύθμιση που τους υποσχόταν πως θα γίνονταν ιδιοκτήτες της γης τους. Οι εργαζόμενοι καταστέλλονταν μαζικά με το Ιδιώνυμο νομοθέτημα, που θεσμοποιούσε τη δίωξη των αριστερών ιδεών και ακόμη και της συνδικαλιστικής δράσης. Η πολιτική σταθερότητα έμοιαζε εξασφαλισμένη.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1935, και αφού είχε αποτύχει και το δεύτερο στρατιωτικό πραξικόπημα με το οποίο προσπάθησαν οι Φιλελεύθεροι να κρατηθούν στην κυβέρνηση, ο Βενιζέλος είχε διαφύγει ξανά στο εξωτερικό και οι στρατιωτικοί και πολιτικοί υπαρχηγοί του στρατοπέδου του βρίσκονταν υπόδικοι ή φυλακισμένοι, εκτός από μερικούς που είχαν πλέον περάσει στην αντίπαλη παράταξη των αντιβενιζελικών και προσπαθούσαν, πάλι με τη βία, να την κρατήσουν τώρα αυτήν στα πράγματα. Το κράτος είχε χρεοκοπήσει, το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων είχε τσακιστεί, και η αριστερά, παρ’ όλες τις διώξεις, ανέκαμπτε χωρίς να βάζει νερό στο κρασί της. Φασιστικά κινήματα δεν είχαν φτιαχτεί πουθενά αλλού εκτός από τη Θεσσαλονίκη, παρ’ όλες τις ακάματες προσπάθειες και των δύο καπιταλιστικών στρατοπέδων.

Καταλύτης των ανατροπών ήταν βεβαίως η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού, η οποία υποχρέωσε την ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το «ευρώ» της εποχής, τον λεγόμενο κανόνα χρυσού, και να υποτιμήσει τη δραχμή. Η κρίση έφτασε στην Ελλάδα το 1932, όταν ο Βενιζέλος, που ως τότε στηριζόταν στη μεγέθυνση της οικονομίας μέσα από την άντληση δανείων από το εξωτερικό, απέτυχε να εξασφαλίσει ένα νέο δάνειο. Αυτό συνέβη μολονότι τα δάνεια τότε, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, στη δική μας εποχή της χρηματιστικοποίησης, κατευθύνονταν σε μεγάλα έργα και σε παραγωγικές επενδύσεις, και όχι στο φούσκωμα του πλασματικού πλούτου ελαχίστων. Η ρευστότητα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις απ’ όπου δανειζόταν η Ελλάδα στέρεψε μετά το 1929, βάζοντας έτσι σε κίνηση μια αλυσίδα χρεοκοπιών.

Το στρατόπεδο του Βενιζέλου αυτοπροσδιοριζόταν ως δημοκρατικοί και Φιλελεύθεροι, ενώ οι αντίπαλοί του, που προσέλκυαν περισσότερα μικροαστικά στρώματα, ονομάζονταν Λαϊκοί και συνταγματικοί. Η κρίση απέδειξε ότι, στην πραγματικότητα, και οι δυο αυτές πλευρές έβαζαν την αναπαραγωγή του καπιταλισμού, μέσα από την καταστροφική προλεταριοποίηση των πιο αδύναμων, πάνω από το λαό, τα συντάγματα, τις ελευθερίες και τη δημοκρατία. Σε συνθήκες όπου ο καπιταλισμός μόνο θυσίες μπορούσε να υποσχεθεί στους πολλούς, η ρητορική των υποστηρικτών του άλλαξε. Τώρα δηλωμένος σκοπός όλων τους ήταν ν’ αποφύγουν τα χειρότερα, δηλαδή τη δικτατορική επιβολή των αντιπάλων τους. Και οι δύο πλευρές συνέχισαν να χρησιμοποιούν μεγάλες λέξεις, αλλά όποτε τους δινόταν η ευκαιρία άφηναν τον αυταρχισμό τους αχαλίνωτο.

Στυλιανός Γοναράς, Νικόλας Πλαστήρας. Κεντρικοί στύλοι της στρατοκρατικής μερίδας των Φιλελευθέρων. Ο Γονατας ευθυνόταν για το αντισημητικό πογκρόμ του Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη, ο Πλαστήρας οργάνωσε περισσότερα από κάθε άλλον στρατιωτικά κινήματα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, κι επί Κατοχής προώθησε τα Τάγματα Ασφαλείας.

Φιλελεύθερη ρητορική και ακροδεξιά πρακτική των Φιλελευθέρων

Συνολικά ο Βενιζέλος πριν από την κρίση παρουσίαζε μια ρόδινη εκδοχή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, η οποία φυσικά απαξίωνε τις αριστερές κριτικές σχετικά με την αστάθεια της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τις περιορισμένες προοπτικές των μεταρρυθμίσεων. Δύσκολα μπορούσε να συνδεθεί το φιλελεύθερο όραμά του με την ωμή πραγματικότητα του ελληνικού φιλελευθερισμού, που οργάνωνε συστηματικά την καταστολή της εργατικής τάξης. Άρρητες προϋποθέσεις του οραματος αυτού ήταν η διεθνής πολιτική σταθερότητα και ο συνεχής μεγάλης κλίμακας εξωτερικός δανεισμός, από τον οποίο αναμενόταν κατά μείζονα λόγο η αύξηση της παραγωγής που θα μετρίαζε εν καιρώ τις κοινωνικές αντιθέσεις.

Μολαταύτα οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου στράφηκαν προς τον αυταρχισμό ενώ ακόμη βρίσκονταν στο απόγειο της δημοτικότητάς τους, και δεν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα τα οποία ενοχοποιήθηκαν αργότερα για την αναζωπύρωση του Διχασμού. Μόλις ο Βενιζέλος επέστρεψε στην κυβέρνηση, το 1928, ανέθεσε στον υπουργό του Κωνσταντίνο Ζαβιτσάνο, απροκάλυπτο θαυμαστή του ιταλικού φασισμού, να θεσμοθετήσει τη δίωξη των αριστερών ιδεών και των συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων με το διαβόητο Ιδιώνυμο νομοθέτημα. Οι διώξεις εναντίον της αριστεράς προσέλαβαν πρωτόγνωρη έκταση από τις αρχές του 1930. Τότε διαλύθηκε η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, και τους επόμενους μήνες την ακολούθησαν η Εργατική Βοήθεια (μια οργάνωση υποστήριξης των θυμάτων των πολιτικών και συνδικαλιστικών διώξεων), το συνδικάτο των καπνεργατών και το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.

Στην τριετία μετά το 1929 φυλακίστηκαν με το Ιδιώνυμο περί τις 12.000 άτομα, ενώ από το 1929 ως το 1937 καταδικάστηκαν αμετάκλητα περίπου 3.000, τα 400 σε ποινές φυλάκισης μεγαλύτερες του έτους. Πολύ περισσότεροι ήταν εκείνοι που υπέστησαν ελαφρότερες διώξεις, ενώ τεράστια ήταν η σημασία του πλήγματος που δόθηκε στη λεγόμενη ελευθερία της συνείδησης. Η γεωγραφία της καταστολής αποτύπωνε την επιρροή της αριστεράς όσο και τον αυταρχισμό των αρχών ή των τοπικών ελίτ: σχεδόν 1.200 καταδικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν στην Αττικοβοιωτία, 300 στη Λάρισα, 250 στη Θεσσαλονίκη, 150 στην Καβάλα, και πολλές άλλες ακόμη στη Δράμα, τη Λέσβο και τη Σάμο. Περίπου έξι στους δέκα ήταν εργάτες κι ένας στους δέκα αγρότης. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική τους πλειονότητα καταδικάστηκε απλώς για συμμετοχή σε απεργίες ή άλλου τύπου διεκδικήσεις.

Σ’ όλη την Ευρώπη η παράλυση του πολιτικού συστήματος άνοιγε στην άκρα δεξιά το δρόμο προς την κυβέρνηση. Στην Ελλάδα η επιρροή των φασιστικών συνθημάτων μεταξύ των καπιταλιστών και των μικροαστών ενισχυόταν και στα δύο καπιταλιστικά στρατόπεδα. Κορυφώθηκε μετά την κατάρρευση της δραχμής το 1932, που έφερε μεταξύ των άλλων αναβίωση της εσωτερικής πόλωσης μεταξύ των αστών, τον λεγόμενο «δεύτερο Διχασμό». Τότε οι Φιλελεύθεροι προσπάθησαν να κυριαρχήσουν κινητοποιώντας τον κρατικό μηχανισμό και ιδίως το στρατό. Σ’ αυτό τους μιμήθηκαν και οι αντίπαλοί τους, οι Λαϊκοί. Σε τούτη την επιλογή ακριβώς διέφεραν από τα φασιστικά κόμματα που αναπτύσσονταν σε άλλες χώρες την ίδια εποχή, και τα οποία αντιθέτως κινητοποιούσαν μάζες. Γιατί όμως και οι δύο πλευρές εγκατέλειψαν τον κοινοβουλευτισμό; Η σύντομη απάντηση εδώ είναι πως συνέτρεχαν πολλοί λόγοι, που είχαν να κάνουν όχι μόνο με την αντιμετώπιση των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και με την εσωτερική διαίρεση των αστών.

Ενώ πράγματι υπήρξε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ανάμεσα στην οικονομική κρίση και την επακόλουθη όξυνση των κοινωνικών εντάσεων και την κατάλυση της πολιτικής δημοκρατίας, αυτή δεν ήταν άμεση. Η εργατική διαμαρτυρία στη μεσοπολεμική Ελλάδα δεν απείλησε απευθείας το αστικό καθεστώς, αλλά έβαλε σε κίνηση διαδικασίες που επέτρεψαν να ενισχυθεί η άκρα δεξιά τόσο μεταξύ των φιλελεύθερων όσο και των συντηρητικών, και κατέληξαν στην αποσταθεροποίηση του κοινοβουλευτισμού. Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτές έπαιξε η κατάρρευση της δραχμής την άνοιξη του 1932, ενώ σημαντικά επέδρασε επίσης η εξάπλωση των φασιστικών αντιλήψεων και ιδίως η πρόσληψη των γερμανικών εξελίξεων του 1933, που ενίσχυσαν τις αυταρχικές και τις φασίζουσες μερίδες των δύο καπιταλιστικών στρατοπέδων.

Μολονότι παρέμεναν κυρίαρχα, τα καπιταλιστικά κόμματα αισθάνονταν πλέον πως οι δημοκρατικές κατακτήσεις λειτουργούσαν εις βάρος τους. Γύρω από κοινωνικά αιτήματα κρυσταλλώνονταν νέα μαζικά και ταξικά κόμματα, κυρίως το Αγροτικό και το Κομμουνιστικό. Την άνοδο της αριστεράς, παρ’ όλες τις διώξεις, αποτύπωναν όχι μόνον τα εκλογικά και απεργιακά δεδομένα, αλλά και η αναδυόμενη ηγεμονία της στο χώρο των λογοτεχνών και των μη ακαδημαϊκών διανοουμένων. Tα καπιταλιστικά κόμματα, αντίθετα, αδυνατούσαν να εκφράσουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις που πρόβαλλαν τώρα στο προσκήνιο. Όσο λιγότερο ικανά αισθάνονταν τα στελέχη τους ν’ ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες του πολιτικού ανταγωνισμού, τόσο πιο πρόθυμα συντάσσονταν με εγχειρήματα που αποσκοπούσαν στην κατάργηση της αντιπροσωπευτικής πολιτικής. Το πιο πετυχημένο πρότυπο διεθνώς τούς πρόσφερε η φασιστική Ιταλία. Κάποιοι, και πρώτος ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης, προσπάθησαν να μιμηθούν τον χιτλερικό ναζισμό. Πάντως αυτές οι εξελίξεις δεν ήταν προϊόντα καμιάς αυτόματης νομοτέλειας, αλλά συνδέονταν με τις νέες ιδεολογικές προτιμήσεις και τις πολιτικές επιλογές των ηγεσιών των δυο παρατάξεων και κατεξοχήν των Φιλελευθέρων.

Το 1932 έγινε κυρίαρχο πρόβλημα η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ένα πολιτικά φορτισμένο ζήτημα, όπου συγκρούονταν οι δύο αστικές παρατάξεις. Με εξαίρεση τις ιδέες κρατικού παρεμβατισμού, που είχε ενστερνιστεί μια αξιόλογη αλλά όχι κυρίαρχη μερίδα στελεχών τους, οι Φιλελεύθεροι και η συντηρητική αντιπολίτευση συμφωνούσαν στις γενικές αρχές της οικονομικής πολιτικής, οι οποίες παρέπεμπαν στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Επίσης κανένας τους, ούτε και οι Εργατοαγροτικοί του φιλοβενιζελικού σοσιαλιστή Αλέξανδρου Παπαναστασίου, δεν έθετε ζήτημα μη αποπληρωμής του χρέους. Ωστόσο η κατάρρευση της δραχμής πρόσφερε ελκυστικά πολιτικά επιχειρήματα στους αντιπάλους των Φιλελευθέρων κι επιπλέον επιβεβαίωσε τις συχνές κατηγορίες των αστών, εντός κι εκτός του Λαϊκού Κόμματος, εναντίον των ριψοκίνδυνων οικονομικών επιλογών του Βενιζέλου.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ραγδαίας διάβρωσης της πολιτικής τους υποστήριξης και διεθνούς ανόδου των αυταρχικών καθεστώτων και αντιλήψεων, η φιλοδικτατορική μερίδα των Φιλελευθέρων πρόβαλλε με ολοένα και μεγαλύτερη σαφήνεια την ιδέα να κρατήσουν την κυβέρνηση παραμερίζοντας το σύνταγμα. Έχοντας νωρίτερα καταργήσει στην πράξη τα πολιτικά δικαιώματα της αριστεράς, κι επίσης έχοντας αποδεχτεί από τα πράγματα, μέσα στις συνθήκες της κρίσης, την ανάγκη κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, τώρα οι Φιλελεύθεροι εγκατέλειπαν και την αρχή της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης.

Αλέξανδρος Παπαναστασίου και Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος. Ο δεύτερος ήταν ένας από τους πιο επιφανείς στρατοκράτες του Μεσοπολέμου, και αδερφός του προέδρου του συνδέσμου βιομηχάνων.

Η άκρα δεξιά κυριαρχεί στους Φιλελεύθερους

Ο λεγόμενος φιλελευθερισμός είχε γίνει πλέον νεκρό γράμμα. Το ερώτημα ήταν αν απλώς θ’ αυτοσχεδίαζαν κάποιες αποσπασματικές αυταρχικές εκτροπές ή θ’ άρθρωναν πληρέστερο πολιτικό λόγο στηριγμένο στη νέα πολιτική πρακτική που διεύρυνε δραματικά τα περιθώρια δράσης τους –τον φασισμό– προσπαθώντας να συσπειρώσουν αστούς και μικροαστούς και να κινητοποιήσουν τη μάζα των οπαδών που τούς είχε απομείνει. Μια σημαντική μερίδα των φιλελεύθερων προτίμησε τη δεύτερη λύση. Παρόμοια με τους ιταλούς και γερμανούς φασίστες την ίδια εποχή, βασικό νομιμοποιητικό τους επιχείρημα έκαναν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Η διαφορά όμως από την Ιταλία και τη Γερμανία ήταν πως στη μεσοπολεμική Ελλάδα, όπως όλοι γνώριζαν, ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» ήταν απλό πρόσχημα. Το επίπεδο της εκλογικής υποστήριξης του ΚΚΕ κυμαινόταν πάντοτε κάτω του 5%, και η οργάνωσή του δεν ήταν ποτέ τέτοια που ν’ απειλεί το καθεστώς.

Οι οπαδοί του Βενιζέλου στράφηκαν κατά του κοινοβουλευτισμού αμέσως μετά την οικονομική κρίση, μόλις έχασαν τη «μάχη της δραχμής» και διαπίστωσαν ότι κινδύνευε η παραμονή τους στην εξουσία. Τον Μάη του 1932, με επίνευση του ίδιου του Βενιζέλου, κατέθεσαν στη βουλή μια πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης, στα ίχνη του διαβόητου Άρθρου 48 του συντάγματος της Βαϊμάρης, που λίγο αργότερα θα διευκόλυνε την πρωθυπουργοποίηση του Χίτλερ. Ζητούσαν να δίνονται δικτατορικές εξουσίες στον πρόεδρο της δημοκρατίας όποτε ο ίδιος πιθανολογούσε «εμφύλιον». Δεν είναι σύμπτωση ότι και στο σημερινό μας Σύνταγμα το Άρθρο 48 προβλέπει την κήρυξη κατάστασης πολιορκίας και την εύκολη αναστολή των δημοκρατικών ελευθεριών.

Τις ίδιες ημέρες οργανώθηκε στην Πάντειο σχολή, δημιούργημα των Φιλελευθέρων και οχυρό τους, μια περίφημη συζήτηση με θέμα την «κρίση του κοινοβουλευτισμού». Η συζήτηση, «εν τω μέσω συρροής καθηγητών, σπουδαστών, πολιτευομένων, κυριών, αξιωματικών, κλπ.», περιστράφηκε γύρω από εύγλωττα ερωτήματα. Ήταν ο κοινοβουλευτισμός πράγματι το καλύτερο πολίτευμα γενικά και για τον ελληνικό λαό ειδικά; Ενδεικνυόταν σε κάποιες περιστάσεις η κατάργησή του; Μπορούσε να τόν αντικαταστήσει η δικτατορία;

Εισηγήσεις έκαναν δημοσιολόγοι που κάλυπταν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα από τους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς ως το Αγροτοεργατικό Κόμμα. Ελάχιστοι τάχθηκαν υπέρ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Χαρακτηριστικό όμως των απόψεων που ακούστηκαν ήταν ότι, αντίθετα από τους σημερινούς συντηρητικούς μελετητές που τονίζουν όσο μπορούν τις διαφορές μεταξύ φασιστικών και συντηρητικών καθεστώτων, εκείνες τόνιζαν τις ομοιότητές τους και υποβάθμιζαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φασισμού.

Όπως συνέβη και στη δική μας εποχή των μνημονίων, η βουλή υποβαθμίστηκε από τις ίδιες τις καπιταλιστικές δυνάμεις που συνήθως την επικαλούνται. Ο καπιταλισμός σε καιρό κρίσης δεν έχει την πολυτέλεια των δημοκρατικών φενακών. Μετά τις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932, που δεν έβγαλαν νικητή αλλά έφεραν στην κυβέρνηση έναν αντιβενιζελικό συνασπισμό, ο Βενιζέλος έδωσε στους αντιπάλους του ευρύτατη νομοθετική εξουσιοδότηση να διακοπεί η λειτουργία του κοινοβουλίου επί οχτώ μήνες. Σ’ όλες τις προηγούμενες βουλευτικές περιόδους η βουλή κανονικά συνεδρίαζε επτά με οχτώ μήνες το χρόνο. Από τις 15 Οκτωβρίου του 1932 όμως ως τις 12 Μαϊου του 1933, δηλαδή το επτάμηνο στο οποίο συνήθως ήταν πιο έντονη η κοινοβουλευτική λειτουργία, δεν έγιναν παρά μόνον έντεκα συνεδριάσεις, ενώ σε καμιά από αυτές δεν ασκήθηκε κοινοβουλευτικός έλεγχος. Οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, το διάστημα αυτό, παίρνονταν σε πολύ στενούς κύκλους όπου μετείχαν οι ηγεσίες των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων και οικονομικοί και στρατιωτικοί παράγοντες. Η αντιπροσωπευτική πολιτική είχε βραχυκυκλωθεί.

Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ και Ιωάννης Μεταξάς

Οι αντιβενιζελικοί

Στους κόλπους του αντιβενιζελικού στρατοπέδου, τώρα, η επικράτηση της συντηρητικής άκρας δεξιάς, μολονότι αποτελούσε εύλογη έκβαση, με δεδομένες τις συνθήκες της κρίσης, πάντως δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Η ίδια του η δομή το δυσκόλευε ν’ ασκήσει πολιτική πυγμής καθώς δεν είχε τον έλεγχο του κράτους, πόσο μάλλον να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο στρατιωτικό πεδίο. Μετά τη δραπέτευση του αυταρχικού βασιλιά Κωνσταντίνου στο εξωτερικό, και την εκτέλεση των Έξι ηγετών του από τους βενιζελικούς, το 1922, είχε μείνει ουσιαστικά ακέφαλο. Ο εξόριστος διεκδικητής του θρόνου Γεώργιος ήταν αντιπαθής ακόμη και στους βασιλόφρονες, ενώ ο επικεφαλής των Λαϊκών, ο Παναγής Τσαλδάρης, δεν βιαζόταν, παρ’ όλη τη φιλοβασιλική του ρητορική, να επαναφέρει τη μοναρχία. Οι περισσότεροι βασιλόφρονες αξιωματικοί είχαν αποταχθεί. Τα πολιτικά στελέχη της παράταξης, πάλι, συσπειρώνονταν γύρω από ηγέτες κατά το μάλλον ή ήττον τοπικής εμβέλειας, που συγκρούονταν μεταξύ τους και πάντως στήριζαν την επιρροή τους σε μηχανισμούς προσανατολισμένους στον κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό.

Η προάσπιση των λαϊκών ελευθεριών και ο συνταγματισμός παρέμεναν κεντρικά συνθήματα των αντιβενιζελικών, που έλπιζαν να προστατευτούν από το πρόγραμμα ενίσχυσης του μεγάλου κεφαλαίου που προωθούσαν οι Φιλελεύθεροι. Για να συσπειρωθούν γύρω από ένα αυταρχικό πρόγραμμα δυναμικής επικράτησης χρειάζονταν πολλά: κατάλληλες ευκαιρίες, αποφασιστική ηγεσία, επαρκώς ισχυρό κίνητρο και ιδεολογική νομιμοποίηση. Μετά το 1932 οι συνθήκες που ανέδειξε η οικονομική κρίση τούς έδωσαν την πρώτη· ο Γεώργιος Γλύξμπουργκ, ο Κονδύλης και ο Ιωάννης Μεταξάς τη δεύτερη· η αυταρχική μετάλλαξη των Φιλελευθέρων και τα δύο πραξικοπήματα του Πλαστήρα το τρίτο· και ο φασισμός και η αυταρχική στροφή των συντηρητικών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα την τέταρτη.

Παράλληλα με τις μάχες που έδιναν για να κερδίσουν τις εκλογές, και τα δύο καπιταλιστικά στρατόπεδα προώθησαν τη δημιουργία όχι απλώς συνομωτικών οργανώσεων, αλλά ισχυρών μηχανισμών επικεντρωμένων στο στρατό, ικανών ν’ ασκήσουν οργανωμένη βία. Όλοι οι στρατοκράτες υποστήριζαν αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές ιδέες, αλλά ο Κονδύλης ήταν ο μόνος μεταξύ τους που προσπάθησε, χρησιμοποιώντας τη θεσμική και παραθεσμική εξουσία του, να οργανώσει ένα κόμμα συγκροτημένο με βάση το φασιστικό πρότυπο μαζικής κινητοποίησης –και ως ένα βαθμό το πέτυχε. Ωστόσο η πολιτική του δεξιότητα, αντίθετα από τις στρατιωτικές του ικανότητες, ήταν μικρή, κι έτσι η δύναμή του έμεινε περιορισμένη. Άλλοι υποψήφιοι δικτάτορες που συζητούνταν, από το βενιζελικό στρατόπεδο, ήταν ο Πάγκαλος, ο Πλαστήρας, και ο Oθωναίος.

Σεραφείμ Μάξιμος

Η κριτική της αριστεράς: Σεραφείμ Μάξιμος

Την εγκατάλειψη του κοινοβουλευτισμού από τα δύο καπιταλιστικά στρατόπεδα διαπίστωσε στο χώρο της αριστεράς, έγκαιρα και με συγκροτημένο τρόπο, ο Σεραφείμ Μάξιμος. Ο Μάξιμος, ένας από τους σημαντικότερους έλληνες διανοούμενους και παλαιότερα επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΚΚΕ, είχε στο μεταξύ μεταπηδήσει στην ηγεσία του Σπάρτακου, μιας ομάδας που αντιπολιτευόταν το ΚΚΕ από τ’ αριστερά. Στόχος της ανάλυσής του, στην μπροσούρα με τίτλο Κοινοβούλιο ή δικτατορία; που εκδόθηκε το 1930, ήταν ν’ ανιχνεύσει «σε ποια σχέσι βρίσκεται η Δικτατορία με το Κοινοβούλιο, η δικτατορική τάσι με την κοινοβουλευτική, αν παλεύουν μεταξύ τους αυτά τα δυο ρεύματα και σε ποιο σημείο βρίσκεται η πάλη αυτή». Το συμπέρασμά του ήταν πως «κοινοβούλιο και δικτατορία δημοκρατία και φασισμός έχουν συναδελφωθή στην υπηρεσία του κεφαλαίου». Αναλυτικότερα, υποστήριζε πως

Κοινοβούλιο και δικτατορία είναι σήμερα συνώνυμα, γιατί εκφράζουνε διαφορετικές μορφές κυριαρχίας της μιας και της ίδιας τάξεως και ο χωρισμός τους είναι αδύνατος στην εποχή μας. Στη γένεσή τους μπορεί να χωρισθούν. Το ένα είναι προϊόν της πιο δημοκρατικής επαναστάσεως, το άλλο φαινόμενο βαθύτερο κοινωνικής αντιδράσεως, μιας τάξεως που καταρρέει. Το πρώτο το έφερε στην επιφάνεια η επαναστατική θέλησι του λαού· το άλλο η αντεπαναστατική διάθεση της μειονοψηφίας.

Στην ανάλυση του Μάξιμου, το κεφάλαιο εγκαταλείπει τον κοινοβουλευτισμό όταν εμφανίζεται κάτι σαν αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε κρίση νομιμοποίησης: «η κοινοβουλευτική μέθοδος καταπιέσεως παύει από του να έχη αξία σε μια δεδομένη στιγμή, οι δεσμοί μεταξύ του “κυριάρχου λαού” και των αντιπροσώπων του διακόπτονται”. Αλλά ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι συνώνυμο της δημοκρατίας: «Μπορεί πολύ θαυμάσια ένα καθεστώς να λέγεται κοινοβουλευτικό, να διατηρή κοινοβούλιο από βουλευτές που τους εκλέγει ο λαός και να μην είναι παρά μια δικτατορία. […] Μια [αβασίλευτη] δημοκρατία μπορεί να λέγεται Δημοκρατία και να μην είναι παρά δικτατορία με τη χειρότερη μορφή. Τέτοιες είναι οι Δημοκρατίες στις βαλτικές χώρες, στην Πολωνία, στην Ελλάδα. Τέτοια είναι γενικά η σύγχρονη αστική δημοκρατία».

Στην Ελλάδα το Κόμμα Φιλελευθέρων ήταν το μόνο που «κατόρθωσε να ενσαρκώση τους εθνικούς σκοπούς του ελληνικού κεφαλαίου και εργάσθηκε για την ολοκλήρωσί τους». Η αποφασιστικότητά του να βάλει τη χώρα στον παγκόσμιο πόλεμο, «η δύναμι και το θάρρος με το οποίο πάλαιψε, το αναδείξανε στην αστική συνείδηση, ενώ το καταρρίψανε στη λαϊκή. Από τότε το κόμμα αυτό προσπαθεί να αντικαταστήση την έλλειψι της λαϊκής εμπιστοσύνης, που μεγάλωνε προοδευτικά με την εμπιστοσύνη των ξένων ιμπεριαλιστών». Οι λαϊκές μάζες αντιδρώντας στον πόλεμο στράφηκαν προς τη μοναρχία. Ο λεγόμενος Διχασμός ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος: «αν στην Ελλάδα η μεγάλη λαϊκή μάζα πολέμησε τους φιλελευθέρους με μοναρχικά σύμβολα, αυτό δε μειώνει καθόλου τη κοινωνική αξία του εσωτερικού αυτού πολέμου».

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία. Στην ανάλυση του Μαξίμου, «η τάξι που ανατρέπεται, δεν αντιτάσσει τη δημοκρατία στον μπολσεβικισμό. Καταφεύγει στο φασισμό, για να χτυπήση τη προλεταριακή δικτατορία. Όπως η μπολσεβικική επανάστασι είναι το φυσικό αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων στις ανώτερες μοφρές της, ο φασισμός είναι η καταδίκη της αστικής δημοκρατίας από την ίδια την δημοκρατική μπουρζουαζία». Ο Μάξιμος επίσης διέκρινε το στοιχείο της μαζικής κινητοποίησης στον φασισμό: «Η φασιστική δικτατορία είναι, αντίθετα, η -σε μια ωρισμένη κρίσιμη για τον καπιταλισμό στιγμή- βίαιη καταστολή των επαναστατικών συνεπειών της κρίσεως της αστικής οικονομίας, η χρησιμοποίησι της εναντίον του καπιταλισμού δυσφορίας και δυσαρεσκείας των μαζών από τον ίδιο τον καπιταλισμό και προς όφελός του». Το συμπέρασμά του είναι μια από τις πιο εναργείς αναλύσεις της κεντρικής πολιτικής σύγκρουσης της μεσοπολεμικής Ελλάδας:

Φασισμός και μπολσεβικισμός είναι ασυμβίβαστα. Δεν μπορεί να ζήσουν μαζί. Είναι δυο άκρα αντίθετα. Είναι οι δυο τάξεις στην θανάσιμη τελειωτική πάλη τους. Η δημοκρατία όμως συμβιβάζεται με το φασισμό και τον εκφράζει μάλιστα. Το ελληνικό παράδειγμα είναι η τρανότερη απόδειξι. Η ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι συνυφασμένη με τη δικτατορία, με την άρνηση της ελευθερίας, με τη βία. Στηρίχθηκε στη βία και στη δικτατορία. Συντηρητική δεξιά (φιλελεύθεροι) και δημοκρατική αριστερά (δημοκρατικοί [του Παπαναστασίου]) χρησιμοποιήσανε στη χώρα μας με τη σειρά τους το στρατιωτικό παράγοντα, την ένοπλη δύναμι, για να λύσουν, έξω από το κοινοβούλιο και πολλές φορές μέσα σ’ αυτό, την πολιτική κρίσι. […]

Αν η μπουρζουαζία χρησιμοποίησε το στρατιωτικό παράγοντα για να εξασκήση τη κοινωνική δικτατορία της, αν δε χρησιμοποίησε ένοπλα σώματα φασιστών κατά το ιταλικό παράδειγμα, αυτό είναι μια ιδιομορφία που οφείλεται και στην εξαιρετική δύναμι που απόκτησε κατά τη τελευταία περίοδο ο στρατιωτικός παράγοντας, παίρνοντας απ’ ευθείας μέρος στην πολιτική πάλη και στους κομματικούς αγώνας. Το ίδιο το φιλελεύθερο κόμμα αντικατέστησε τη δύναμι των μαζών με τη στρατιωτική δύναμι και χρησιμοποίησε τη στρατιωτική βία για να λύση τις κομματικές και κοινωνικές αντιθέσεις μέσα στη χώρα. Οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι αντιτάξανε τα στρατιωτικά στελέχη τους στον κομματικό εχθρό και τα [παραστρατιωτικά] “σώματα των κυνητών” στην δημοκρατική λαϊκή εξέγερσι.

Πηγή:΅/undebtedworld/post

«Η Παιδεία είναι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορούμε να κάνουμε για τη χώρα, στοχεύουμε σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο». Με αυτή τη δήλωση παρέλαβε το υπουργείο παιδείας η νέα υπουργός της ΝΔ η οποία συνεχίζοντας το έργο που χάραξε ο ΣΥΡΙΖΑ με το νόμο Γαβρόγλου που θεμελίωσε ως βασική πηγή χρηματοδότησης το άνοιγμα των Ιδρυμάτων στην «ελεύθερη αγορά», τώρα έρχεται η νέα κυβέρνηση να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει την επιχειρηματικοποίηση της παιδείας και της έρευνας σύμφωνα πάντα με ότι επιτάσσει ο διεθνής Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΟΣΑ). Αυτό επιτάσσει έρευνα υποταγμένη στις ανάγκες της αγοράς αλλά και σχολεία προθάλαμους και εργοστάσια παραγωγής ανθρώπινου δυναμικού με κατακερματισμένες και εξειδικευμένες ικανότητες. Η έρευνα λοιπόν μαζί με τη παιδεία πρέπει να δουλεύουν σαν μια καλολαδομένη μηχανή και χέρι με χέρι με την κερδοφορία και τις επιχειρήσεις.

Και πως θα γίνει αυτό; Τα πρώτα βήματα της υλοποίησης έχουν ήδη ξεκινήσει ειδικά στην τριτοβάθμια με τα πρώτα δείγματα γραφής:

  1. προσέλκυση νέων πόρων, πέραν της κρατικής χρηματοδότησης. Σχήματα ΣΔΙΤ για ιδιωτικές εστίες, χορηγίες από τους “ευεργέτες” μας, πατέντες, έσοδα από spin-off
  2. αναθεώρηση του άρθρου 16 για ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων
  3. νέος νόμος πλαίσιο με κατάργηση ασύλου, νέα συμβούλια ιδρύματος, όριο φοίτησης ν+2, βάση εισαγωγής από τα ιδρύματα κ.α.
  4. πρακτική άσκηση μέσω συνεργασιών ιδρυμάτων με τοπικές επιχειρήσεις,  ταχύρρυθμα προγράμματα κατάρτισης
  5. αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας των ΕΛΚΕ (δλδ ιδιωτικού δικαίου), δυνατότητα απευθείας σύναψης συμβάσεων μεταξύ ιδρυμάτων και επιχειρήσεων για “διάχυση” ερευνητικών αποτελεσμάτων

Από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση ΝΔ είναι η μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) από το πρώην Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης και επενδύσεων. Η προσπάθεια της νέας κυβέρνησης να διαχωρίσει τον κλάδο της έρευνας από τον εκπαιδευτικό και πανεπιστημιακό επέφερε κύμα αντιδράσεων από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους των  φορέων, τους νέους ερευνητές και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Ο σύλλογος Ελλήνων Ερευνητών καθώς και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων και Ιδρυμάτων (ΠΟΕΕΚ-Ι) σε δελτία τύπου αναφέρουν την κατηγορηματική αντίθεση τους στην μεταφορά της έρευνας στο Υπουργείο ανάπτυξης και την αποκοπή της από την εκπαίδευση. Από την άλλη, αξίζει να σχολιάσουμε την ανακοίνωση του Συλλόγου εργαζομένων της ΓΓΕΤ, η οποία χαιρετίζει την αλλαγή υπουργείου επειδή όπως αναφέρουν ευθυγραμίζεται με το σχεδιασμό του ΣΕΒ (!). Πέρα από το σε ποιο υπουργείο θα υπάγεται η έρευνα, οφείλουμε να δούμε την εικόνα στη συνέχεια της και όχι αποσπασματικά. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, συνεχίζοντας τον σχεδιασμό όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, έθεσε τα θεμέλια  για τη κατευθυνόμενη έρευνα, πιστή στις επιταγές της ΕΕ, του ΝΑΤΟ αλλά και του ντόπιου κεφαλαίου. Ενιαίος χώρος έρευνας και εκπαίδευσης για να γίνεται πιο εύκολη και άμεση η εκμετάλλευση ερευνητών – υποψήφιων διδακτόρων, αλλά και (μεταπτυχιακών) φοιτητών. Αυτό ορίζουν οι απεριόριστες διευκολύνσεις σε εταιρίες, τα στραβά μάτια σε spin-off από τη Φαρμακευτική Αθηνών μέχρι το Πολυτεχνείο και τη Γεωπονική, υποτροφίες ψίχουλα (με συναδέλφους μας να έχουν ακόμα και ένα χρόνο να πληρωθούν!), αλλαγές fast track στα προγράμματα σπουδών για να γίνουν πιο «ανταγωνιστικά», και η ιστορία δεν έχει τελειωμό. Άρα ανεξάρτητα από το σε πιο υπουργείο υπάγεται η έρευνα στην Ευρώπη και το αν θυμίζει πιο πολύ R&D  επιχείρησης ή παιδομάζωμα φοιτητών για να γίνουν οι λατζιέριδες στα ερευνητικά για το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, απέναντί μας έχουμε τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι ο δρόμος για ενιαία έρευνα και παιδεία για τις κοινωνικές ανάγκες, πάνω στις υπαρκτές δυνατότητες της εποχής περνάει μέσα όχι απλά από τη σύνδεση παιδείας και έρευνας αλλά από την ενοποίησή τους.

Εξάλλου ο διαχωρισμός αυτός θα έχει ως αποτέλεσμα τη διάσπαση των ίδιων των εργαζομένων που θα βρίσκονται υπό το ίδιο έργο αλλά κάτω από τον έλεγχο διαφορετικού υπουργείου οπότε και με διαφορετικά προνόμια και εναλλακτικές, με διαφορετικό εργασιακό καθεστώς. Επιμέρους κατακερματισμός δηλαδή των εργαζόμενων στην έρευνα, όχι μόνο με βάση τον τίτλο (ερευνητής / υποψήφιος διδάκτορας / μεταπτυχιακός φοιτητής), όχι μόνο με βάση την εργασιακή σχέση (σύμβαση εργασίας (για τους ελάχιστους τυχερούς!!!) / μπλοκάκι / απλήρωτη δουλειά με προσευχές για υποτροφία) αλλά και με βάση το υπουργείο στο οποίο υπάγεται! Τι θα γίνει με το εκπαιδευτικό έργο που ήδη επιτελείται στα ΕΚ τόσο μέσω των διατμηματικών μεταπτυχιακών σπουδών όσο και με την ολοκλήρωση διπλωματικών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών; Αντίστοιχα τι θα γίνει με την έρευνα που πραγματοποιείται στα Πανεπιστήμια και με τους συναδέλφους μας που όχι απλά  εκτελούν ερευνητικό έργο αλλά και διδακτικό;

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ να δίνουν ακαδημαϊκούς τίτλους και διδακτορικά σε παπάδες (Άνθιμος) και εφοπλιστές (Βαρδινογιάννη) και να θέλουν ιεροδιδάσκαλους στα σχολεία, αντί για δασκάλους, που θα εκπαιδεύουν τα παιδιά μας όμως αυτό δεν είναι η παιδεία που θέλουμε ούτε η κοινωνική έρευνα με επίκεντρο τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Αν και το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους νέους υπουργούς παιδείας φαίνεται πως είναι το πανεπιστημιακό άσυλο, που η κατάργηση του θα σημάνει την κατάρριψη κάθε είδους ακαδημαϊκής και κοινωνικής δημοκρατίας και ελευθερίας, με ταυτόχρονο πράσινο φως και άσυλο στις επιχειρήσεις και τις εταιρίες να εκμεταλλεύονται τους πόρους του δημοσίου, τα πραγματικά προβλήματα τα χειρίζονται μάλλον το υπουργείο ανάπτυξης και ο ΟΟΣΑ.

Το καπιταλιστικό πρόσωπο της παιδείας και της έρευνας που επιβάλει η ΝΔ ανοίγει το δρόμο σε επιχειρήσεις και spin off   να χρησιμοποιούν τον χώρο των Πανεπιστημίων και να εκμεταλλεύονται τεχνολογικό εξοπλισμό χωρίς να επιστρέφουν τίποτα πίσω, παρά μόνο δίνοντας ένα (και αν) χαρτζιλίκι σε εργαζόμενους – φοιτητές – ερευνητές που απασχολούν. Άρα είμαστε αντιμέτωποι με μια πολιτική που έρχεται όχι απλά να επικυρώσει την άμεση σχέση αγοράς – έρευνας – εκπαίδευσης, αλλά και να εντείνει, με προφανές συνέπειες για τους εργαζόμενους και τους φοιτητές.

Τα παραπάνω δημιουργούν ένα ξεκάθαρο ταξικό και καπιταλιστικό τοπίο στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας. Θα νικήσει ο πιο ισχυρός. Κατάφερε το ίδρυμα/τμήμα/εργαστήριο να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια; Πολύ ωραία, θα μπορέσει να πληρώσει τους -κακοπληρωμένους-  εργαζόμενους, να πάρει αναλώσιμα, τα μαθήματα που προσφέρει θα μείνουν στο πρόγραμμα σπουδών κτλ. Δεν κατάφερε; Λυπούμαστε πολύ, ή αλλάζετε αντικείμενο που να είναι περιζήτητο στην αγορά ή μαραζώνετε. Και τι θα γίνει με τις “μη ανταγωνιστικές” επιστήμες; Τι θα γίνει με μικρότερα τμήματα της περιφέρειας; Μάλλον αν μια μελέτη δεν καταφέρει να αποδώσει κέρδος σε βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο διάστημα δεν θεωρείται έρευνα, αλλά χαμένος χρόνος. Αυτή είναι η πρόοδος και το όραμα που ευαγγελίζονται λοιπόν: όχι απλά έρευνα για τις ανάγκες της αγοράς αλλά έρευνα κομμάτι της αγοράς. Ή η έρευνα θα πραγματοποιείται με βάση τις κοινωνικές ανάγκες και τα αποτελέσματά της θα επιστρέφουν στο κοινωνικό σύνολο, ή θα συνεχίζουμε τη λάντζα για να πλουτίζουν αυτοί, ενώ ρίχνουμε συνέχεια το νόμισμα για να δούμε σε ποιο υπουργείο θα υπαγόμαστε αυτή τη φορά.

Θα μας βρουν απέναντί τους σε κάθε τους βήμα!

Όλους εμάς, εργαζόμενους/ες, στον κλάδο της έρευνας, που βλέπουμε καθημερινά τις απέραντες δυνατότητες της εποχής μας, αλλά και που βιώνουμε τον ίδιο εργασιακό μεσαίωνα με τον υπόλοιπο κόσμο της εργασίας.

Πηγή:https://labour.gr

EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Αφροδίτη Τζιαντζή

Μεταπτυχιακοί, υποψήφιοι διδάκτορες και μεταδιδακτορικοί, η γενιά των 30άρηδων δηλαδή που εργάζεται και ερευνά στα πανεπιστήμια, παίρνουν θέση στη μάχη για την υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου και της δημόσιας και δωρεάν Παιδείας.

Οι πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στο επικείμενο νομοσχέδιο κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου ήταν μια πρόβα τζενεράλε που προϊδεάζει για ένα θερμό κινηματικό φθινόπωρο, χωρίς βέβαια να το προεξοφλεί. Χιλιάδες νέοι και νέες, όχι μόνο φοιτητές αλλά και εργαζόμενοι στα πανεπιστήμια, στην έρευνα και την εκπαίδευση, διατράνωσαν με δύναμη και ορμή ότι «τον λόγο για το άσυλο τον έχουμε εμείς και όχι οι πρυτάνεις, τα ΜΑΤ και οι εισαγγελείς».

Θα καταφέρει η επίδειξη πυγμής της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, που θέλει να τελειώνει με το άσυλο νομοθετώντας την κατάργησή του μες στο κατακαλόκαιρο, να ξυπνήσει το απονευρωμένο προς το παρόν φοιτητικό κίνημα;

Όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού
Του Χρήστου Κατόπη
Οι τουρκικές γεωτρήσεις στο Αιγαίο
Με την πρόσφατη εμφάνιση του τουρκικού γεωτρητικού Fatih στα δυτικά της Κύπρου, ο ελληνο-τουρκικός ανταγωνισμός στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο κλιμακώνεται. Η σύγκληση του Κυβερνητικού Συμβούλιου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) στις 16/6/2019, οι δηλώσεις της ελληνικής,κυπριακής, τουρκικής αλλά και γαλλικής κυβέρνησης, η συζήτηση στις Βρυξέλλες για επιβολή οικονομικών κυρώσεων στην Τουρκία από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μόνο μερικά επεισόδια από τη «σειρά» που παίζεται τα τελευταία χρόνια στην ευρύτερη περιοχή.

Ολιγαρχία

Eίδαμε στα προηγούμενα άρθρα τις έννοιες της αριστεράς και της δεξιάς, καθώς και ότι ο φασισμός είναι πάντοτε δεξιός και όχι αριστερός. Μια πολιτική υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου αποκλείεται να είναι αριστερή, ιδίως αν στηρίζει την ολιγαρχία που κυριαρχεί στις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες. Oλιγαρχία με έννοια όχι καταγγελτική, αλλά περιγραφική. Στην τρέχουσα επιστημονική χρήση του όρου, ολιγάρχες λέμε ελάχιστους καπιταλιστές, τους ισχυρότερους, που περιφρουρούν την κοινωνική τους θέση και την περιουσία τους αξιοποιώντας εξωθεσμικά όσο και θεσμικά τον πλούτο τον οποίο ελέγχουν. Μια καλή εισαγωγή στη σύγχρονη ολιγαρχική θεωρία υπάρχει στο Jeffrey A. Winters, Oligarchy, Cambridge University Press 2011.

Ο φασισμός είναι το σημερινό λειτουργικό αντίστοιχο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας των πρώιμων νεότερων χρόνων, της απανθρωποποίησης και γενοκτόνησης των κατακτημένων λαών και της δουλείας επί ιμπεριαλισμού, και του κυνηγιού των μαγισσών που καθυπέταξε τις γυναίκες σε μια ιδιαίτερα τοξική μορφή πατριαρχίας ανάμεσα στην κατάκτηση της Αμερικής και τη Γαλλική Επανάσταση.

Ένα δίπολο με ιστορικότητα

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τι σημαίνει φασισμός και γιατί δεν πρέπει να συγχέεται με την άκρα δεξιά, αλλά συνιστά ένα μονάχα κομάτι της. Επίσης ότι δεν συνδέεται με άλλους πολιτικούς χώρους, και κυρίως δεν υπάρχει ‘αριστερός φασισμός’, όσο και αν επιμένουν για το αντίθετο κάποιοι που προσπαθούν να τόν εξωραϊσουν.

Για να τα δούμε όμως αυτά καθαρά όλα αυτά, πρέπει πρώτα πρώτα να διευκρινίσουμε τι είναι δεξιά και τι αριστερά, δυο όροι γύρω από τους οποίους επικρατεί αρκετή σύγχυση. Εν μέρει σύγχυση σκόπιμη, για ευνόητους πολιτικούς λόγους, κι εν μέρει σύγχυση που οφείλεται στη φύση τους, αφού πρόκειται για όρους καταστατικά διαμφισβητούμενους, δηλαδή όρους που παραμένουν εξ ορισμού πάντοτε υπό συζήτηση, και που που η σωστή τους χρήση συμπεριλαμβάνει αέναες διαμάχες για το ποιά ακριβώς είναι η σωστή τους χρήση.

Επιπλέον υπάρχουν ιστορικοί λόγοι. Σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, τα πολιτικά στρατόπεδα στήνονται ανάλογα με τα επίδικα ζητήματα. Ομάδες που προηγουμένως βρίσκονταν αριστερά, με το πέρασμα του χρόνου περνούν στη δεξιά, και το αντίστροφο. Αρκεί εδώ ν’ αναλογιστούμε αφενός την πορεία του Πασόκ και του Σύριζα, ή τη συντηρητικοποίηση κάποιων γειτονιών όπως η Καλαμαριά, και αφετέρου τη ριζοσπαστικοποίηση μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ή στην Κατοχή, κοινωνικών στρωμάτων που προηγουμένως προσέβλεπαν στον μονάρχη ή στον Βενιζέλο. Ή προσώπων, λόγου χάρη του Νίκου Καρβούνη και του Στρατηγού Σαράφη. Φυσικά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν γίνεται αυτόματα, πάντοτε πρωτοστατούν κάποια δρώντα υποκείμενα, ομάδες και πρόσωπα που παίρνουν πρωτοβουλίες.

Τα όρια μεταξύ δεξιάς και αριστεράς

Η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς για να είναι χρηστική πρέπει να βλέπει τούτους τους όρους στο ιστορικό τους βάθος, κι επιπλέον να έχει συγκριτική εφαρμογή, επιτρέποντάς μας ν’ αποτιμούμε τη συμπεριφορά των πολιτικών υποκείμενων σε κάθε δεδομένη στιγμή. Βεβαίως η ερμηνεία τέτοιων ζητημάτων ποτέ δεν δίνεται ακαριαία, αντίθετα, οι αληθινές επιδιώξεις του καθενός συνήθως κρίνονται σε βάθος χρόνου. Εκτός από την αδιάκοπη εξέλιξη προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, ένα άλλο βασικό γνωρισμα τόσο των πολιτικών συγκυριών όσο και των πολιτικών υποκειμένων είναι η μεγαλύτερη ή μικρότερη αδιαφάνεια .

Για παράδειγμα, άλλα έλεγαν στα νιάτα τους ο Μουσολίνι και ο Τσίπρας και άλλα έκαναν όταν πήραν καρέκλα. Οι εξάρσεις μεσοπολεμικών επαναστατών όπως ο Άγις Στίνας και ο Ελευθέριος Σταυρίδης, ή πιο πρόσφατα του Άκη Τσοχατζόπουλου, του Θόδωρα Πάγκαλου και του Θεόδωρου Τσουκάτου, μόνον εκ των υστέρων έδειξαν το αληθινό τους νόημα. Ο Παναγιώτης Ψωμιάδης δήλωνε ‘κοινωνικά αριστερός’, ενώ ακόμη κι εγκληματίες πολέμου όπως ο Τόνυ Μπλαιρ ή οικονομικοί δολοφόνοι όπως ο Γερούν Νταίσελμπλουμ και ο Εμανουέλ Μακρόν αναδείχθηκαν από κόμματα που αυτοχαρακτηρίζονται σοσιαλιστικά ή εργατικά.

Χρειαζόμαστε λοιπόν σαφή μέτρα και σταθμά ώστε να ξεχωρίζουμε τι είναι αριστερό και τι δεξιό σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίσταση. Αλλά συνάμα και διαλεκτικά. Γιατί η ποιότητα κάθε πολιτικής, και ιδίως της επαναστατικής, πάντοτε κρίνεται από το πόσο πολύ ή λίγο μπορεί να βλέπει πίσω απ’ όσα φαίνονται εκείνα που δεν φαίνονται.

Το δίπολο αριστεράς και δεξιάς, επισήμανε ένας διαλεκτικός στοχαστής τον οποίο συζητούμε αμέσως παρακάτω, ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, είναι σχεσιακό. Δηλαδή οι όροι αυτοί δεν αντιπροσωπεύουν δυο δεδομένα σύνολα ιδεών, δυο όρους ανιστορικούς και απόλυτους, αλλά μάλλον έναν άξονα που μετατοπίζεται από τη μια γενιά στην άλλη. Υπήρξαν αρκετές τέτοιες μετατοπίσεις από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, οπότε πρωτοεμφανίστηκε τούτο το δίπολο, ως τις ημέρες μας. Ωστόσο γίνονται πάντοτε μέσα σε κάποια όρια, τα οποία πρέπει πρώτα πρώτα να ερευνήσουμε, να δούμε δηλαδή ποιές πολιτικές δεν θα μπορούσαν ποτέ να χαρακτηριστούν αριστερές ή δεξιές. Μόνον έτσι θα καταλάβουμε γιατί ο φασισμός δεν είναι ποτέ αριστερός.

Τι σημαίνει δεξιά και αριστερά;

Την καλύτερη αφετηρία για να συζητήσουμε τι σημαίνει αριστερά και δεξιά θα έδινε ένας όσο το δυνατόν πιο χαμηλών απαιτήσεων και αδρός ορισμός, που θα παρέλειπε τις ιστορικά σύντυχες λεπτομέρειες. Αναζητώντας ακριβώς την ευρύτερη και απλούστερη δυνατή εννοιολόγηση ο Μπόμπιο, ένας μετριοπαθής στοχαστής που αυτοχαρακτηριζόταν αριστερός φιλελεύθερος, λίγο μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, δηλαδή κατά κάποιον τρόπο στην αρχή της δικής μας ιστορικής περιόδου, όρισε ως αριστερά εκείνο το πολιτικό στρατόπεδο που αγωνίζεται για ισότητα και απελευθέρωση των πολλών, ενώ αντίθετα η δεξιά προκρίνει και προάγει αξίες όπως η ιεραρχία και η ανισότητα.

Ο ορισμός αυτός είναι χρηστικός ακριβώς επειδή είναι τόσο στοιχειώδης και απλός ώστε δύσκολα προκαλεί αμφισβητήσεις. Αν προσεγγιστεί από μια ρεαλιστική οπτική γωνία, η αξία κάθε ορισμού εξαρτάται όχι από το αν είναι ‘αληθινός’ ή ‘ψεύτικος’, αλλ’ από το πόσο χρηστικός είναι, δηλαδή πόσο βοηθά να κατανοηθεί το φαινόμενο που μελετούμε. Ιδίως στην πολιτική οι ορισμοί δεν μπορούν ποτέ να στέκονται μόνο στην αυτοπεριγραφή ή στις διακηρύξεις των διάφορων παραγόντων. Ο κριτικός ορισμός εστιάζει όχι μόνο στις αφηρημένες αξίες που επαγγέλλεται ένας πολιτικός χώρος, αλλά και στο τι κάνει αυτός. Η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς αυτονόητα δεν αφορά μόνον αξίες, αλλά και πρακτικές.

Επιπλέον, αν δεξιά και αριστερά είναι τόποι όντως διαφορετικοί, αν διαφέρουν μεταξύ τους ουσιαστικά και όχι απλώς στις λεπτομέρειες, τότε λογικά η διάκριση βρίσκει εφαρμογή στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, στην κουλτούρα όσο και στην καθημερινότητα. Επίσης αφορά τους γενικούς τους στόχους μάλλον παρά το αν τούτοι οι στόχοι προάγονται με περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστικά και αποτελεσματικά εργαλεία.

Ρωτάμε λοιπόν πάντοτε, πώς μεταφράζονται πρακτικά σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση οι ιδέες ή αξίες της ισότητας και της απελευθέρωσης; Ποιές ομάδες καλύπτουν και ποιές αποκλείουν, σε ποιό βαθμό και από ποιές απόψεις; Ποιό το περιεχόμενό τους; Όλα αυτά αλλάζουν από τόπο σε τόπο, και ακόμη περισσότερο καθώς κυλά o ιστορικός χρόνος. Μολαταύτα ο πιο αδρός και απλούστερος τρόπος για να τεθεί το ζήτημα είναι, νομίζω, ο εξής.

Υπηρετώντας την ισότητα και την απελευθέρωση, η αριστερή πολιτική μεταφέρει πόρους κι εξουσία από τους λίγους στους πολλούς, από τους δυνατούς στους αδύναμους, από τους πλούσιους στους φτωχούς, από τους καπιταλιστές στο λαό. Αντίστοιχα η δεξιά πολιτική μεταβιβάζει πόρους κι εξουσία από τους πολλούς στους λίγους, από τους αδύναμους στους δυνατούς, από τους φτωχούς στους πλούσιους, από το λαό στους καπιταλιστές.

Οι πόλοι των διπόλων τούτου του ορισμού σε μεγάλο βαθμό αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν ταυτίζονται ολότελα και πάντως αφορούν διαφορετικές αντιθέσεις. Αντιστοιχούν χονδρικά στο κράτος και στο κεφάλαιο, ή στις διαστάσεις της οικονομικής και της πολιτικής εξουσίας, καθώς και της δημοκρατίας. Επιπλέον δεν μπορεί μια αληθινά αριστερή πολιτική να μη βοηθά άμεσα ή έμμεσα εκείνους που βρίσκονται κάτω κάτω, όπως και μια δεξιά πολιτική εκείνους που βρίσκονται πάνω πάνω.

Συνεχίζοντας την ίδια συλλογιστική, ως άκρα αριστερά και άκρα δεξιά θα ορίζαμε τα κομάτια εκείνα της αριστεράς και της δεξιάς που αγωνίζονται ν’ ανατρέψουν τους συσχετισμούς μέσα από τη συστηματική, αποφασιστική, μαζική και ταχύρρυθμη μεταφορά πόρων κι εξουσίας από τους πολλούς, φτωχούς και αδύναμους στους λίγους, πλούσιους και ισχυρούς, ή αντίστροφα. Προωθούν, με άλλα λόγια, πολιτικές υψηλής ενδεχόμενης αποτελεσματικότητας, αλλά και μεγάλου ρίσκου.

Τούτος ο ορισμός στηρίζεται σε διαφορετικά κριτήρια, αλλά εν μέρει αλληλεπικαλύπτεται μ’ έναν άλλο, που υιοθετεί μεταξύ άλλων και ο Μπόμπιο, και ο οποίος συνδέει την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά με τη χρήση επιτακτικών ή αυταρχικών μεθόδων για την προώθηση των στόχων του αντίστοιχου στρατοπέδου. Επίσης είναι συμβατός με τον κλασικό τριτοδιεθνιστικό ορισμό των φασιστικών καθεστώτων από τον Γκιόργκι Ντιμιτρόφ, που διέκρινε σ’ αυτά την ‘ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, σωβινιστικών και ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου”. Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια πως ο φασισμός δεν είναι το σύνολο της άκρας δεξιάς, αλλ’ απλώς μόνο μια από τις μερίδες της, και συγκεκριμένα εκείνη που επιδιώκει να φτιάξει μαζικό κίνημα. Σε επόμενα άρθρα θ’ αναφερθούμε και στη μη φασιστική ακροδεξιά.

Από την ίδια σκοπιά, κεντροαριστερά και κεντροδεξιά είναι αντίστοιχα οι πολιτικοί χώροι που, δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα, επιδιώκουν μέτριες αλλαγές προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση κυρίως μέσω συναίνεσης, συνεννόησης, συμβιβασμών. Είναι συντηρητικοί με την έννοια ότι επιδιώκουν μάλλον να διατηρήσουν το σύστημα και τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης παρά να τους ανατρέψουν. Συχνά τα κάνουν όλα αυτά εστιάζοντας στις ανάγκες και τα σχέδια μεσαίων στρωμάτων μάλλον παρά εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή ή στη βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Κεντροαριστερά και κεντροδεξιά έχουν περιθώρια δράσης κυρίως σε καιρούς που ο καπιταλισμός ανθεί και η πίτα μεγαλώνει. Μεταπολεμικά στην Ευρώπη εκφράστηκαν από σοσιαλδημοκρατικούς, χριστιανοδημοκρατικούς ή ρεπουμπλικανικούς φορείς, και συνήθως χρησιμοποίησαν κεϋνσιανού τύπου πολιτικές. Απεναντίας παραμερίζονται σ’ εποχές όπου μεσουρανεί το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όπως ήταν ο Μεσοπόλεμος και είναι ακόμη περισσότερο η δική μας. Ποιές οι προοπτικές εφαρμογής τέτοιων πολιτικών σ’ εποχές απαλλοτριωτικής συσσώρευσης; μάλλον ανύπαρκτες.

Η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιας στον ιστορικό και στον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό

Στον σημερινό χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό οι ‘αγορές’, δηλαδή οι καπιταλιστές, τιμωρούν ακαριαία κάθε απόκλιση από τις δικές τους προτεραιότητες, ενώ η κοινωνική πόλωση κλιμακώνεται ακατάπαυστα. Με άλλα λόγια, μια δεξιά αν όχι ακροδεξιά πολιτική έχει εγγραφεί στη δομή και στη λειτουργία του συστήματος.

Σε τέτοιες συνθήκες η αριστερή πολιτική, δηλαδή ο αγώνας για αναδιανομή πόρων κι εξουσίας προς τα κάτω, είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη. Προϋποθέτει πρώτα πρώτα, ενάντια στις κάθε λογής πολώσεις που επάγεται στη φυσιολογική της λειτουργία η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, οργάνωση και κινητοποίηση ανθεκτικές στο χρόνο και στις αντιξοότητες. Επίσης επίγνωση του εχθρού, σαφείς πολιτικές στοχεύσεις και ικανότητα ένωσης του λαού, γιατί χωρίς όλα αυτά δεν φτιάχνονται ελπιδοφόρα μαζικά κινήματα ούτε συσχετισμοί δυνάμεων απαραίτητοι για τέτοιες αναδιανομές. Ακόμη κι έτσι ωστόσο η αριστερή πολιτική παραμένει έννοια αρκετά ευρύτερη από τη σοσιαλιστική πάλη για ανατροπή του καπιταλισμού.

Τα επίδικα μεταξύ δεξιάς και αριστεράς είναι κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, οικονομικά και πολιτικά. Καπιταλισμός σημαίνει ταξική σύγκρουση. Η κοινωνική σχέση του κεφαλαίου αναπόφευκτα χωρίζει τους ανθρώπους σε καπιταλιστές κι εργαζόμενους, με τους λίγους που κατέχουν μέσα παραγωγής να εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Ιστορικά ωστόσο η ταξική διάκριση μπόρεσε ν’ αναπαραχθεί μόνον όποτε συναρθρώθηκε με άλλες -φύλου, ράτσας, καθώς και κείνες που περιβάλλουν κάποιες ομάδες κύρους, όπως τις χαρακτηρίζει ο Βαλλερστάιν, λόγου χάρη το έθνος, τη θρησκεία, ή την εντοπιότητα.

Οι μη ταξικές διακρίσεις είναι πανταχού παρούσες και πολιτικά σημαντικές κυρίως επειδή κρατούν διασπασμένο το προλεταριάτο και το εμποδίζουν να ορθώσει κοινό μέτωπο απέναντι στους καπιταλιστές. Είναι δευτερεύουσες με την έννοια ότι, αντίθετα από την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, δεν είναι λογικά απαραίτητες για την αναπαραγωγή του συστήματος. Από την άλλη μεριά είναι πολιτικά αναγκαίες κι έχουν ισχυρά πρακτικά αποτελέσματα όσο και ιστορικό και βιωματικό βάθος. Δεν υπήρξε ποτέ, και λογικά ποτέ δεν θα υπάρξει, κάποιος ‘καθαρός’ καπιταλισμός όπου όλες οι υπόλοιπες διακρίσεις, εκτός από την ταξική, να είναι ασήμαντες.

Για παράδειγμα, αν το καπιταλιστικό σύστημα έχει ιστορία πεντακοσίων χρόνων και η πατριαρχία έξη ως δέκα χιλιάδων χρόνων, οι θρησκείες επίσης παράγουν πολιτικά αποτελέσματα εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον, ενώ και τα έθνη υπάρχουν στην Ευρώπη από διακόσια ή τριακόσια χρόνια. Οι συγκρούσεις και διακρίσεις που όλα αυτά γεννούν είναι αναπόσπαστες πλευρές του ενσαρκωμένου, του υπαρκτού και ιστορικά διαμορφωμένου καπιταλισμού.

Σε τέτοιες διακρίσεις στηρίζεται η ισχυρή στις ημέρες μας πολιτική των ταυτοτήτων (identity politics), η οποία δεν συνδέεται αναγκαστικά με την αριστερά. Αλλά και ο φασισμός τις φέρνει επίσης στο προσκήνιο προσπαθώντας να κρύψει την ουσιώδη ταξική σύγκρουση για να προβάλει τα δικά του ιδεολογήματα περί έθνους ή φυλής, που δήθεν ενοποιούν τις κοινωνίες.

Ιστορικά διαπιστώνουμε ότι ο φασισμός συνεργάζεται πάντοτε με το κεφάλαιο, και κατεξοχήν με το μεγάλο και ιδίως με το χρηματιστικό κεφάλαιο, ενώ υποβαθμίζει την ταξική διάσταση. Για να φτιάξει μαζικό κίνημα πάντοτε ντύνει τον φιλοκαπιταλισμό του με κάποια δευτερεύοντα χαρακτηριστικά, τα οποία ωστόσο παρουσιάζει σαν να ήταν ιδιαίτερα σημαντικά. Αποκλείοντας όσο μπορεί περισσότερους προλετάριους και συχνά απορρίπτοντας ακόμη και την ανθρώπινη υπόστασή τους, εγκαθιδρύει ιεραρχίες μεταξύ των θυμάτων της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης πολιτικά λειτουργικές για την αφαίμαξη και την καταστολή τους.

Εμπειρικά γνωρίζουμε πως όλοι οι φασισμοί χρειάζονται αποδιοπομπαίους τράγους – εβραίους, μαύρους, πρόσφυγες, ή άλλους – ενώ συνήθως, αλλά όχι απαραίτητα, εμπλουτίζονται και με ισχυρά στοιχεία μισογυνισμού, ομοφοβίας, ρατσισμού, αντισημιτισμού, εθνικισμού και ποικίλων μισαλλοδοξιών.

Τούτο το ιστορικό δεδομένο, κατάφωρο σήμερα όσο και στον Μεσοπόλεμο, αποτυπώνει τη λειτουργική λογική του φασισμού, δηλαδή κινητοποίηση και πόλωση απέναντι σ’ εξωτερικούς κι εσωτερικούς εχθρούς, που ακόμη και αν δεν προϋπάρχουν κατασκευάζονται. Η κεντρική στον καπιταλισμό σχέση της οικονομικής εκμετάλλευσης σταθεροποιείται πολιτικά όταν οι υποτελείς διασπούνται.

Κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει εδώ η δημιουργία ενδιάμεσων στρωμάτων, ομάδων που οι από πάνω τις εκμεταλλεύονται και τις καταπιέζουν λιγότερο απ’ ό,τι τη μεγάλη μάζα των εργαζόμενων. Αλλά αυτό δεν απαιτεί οπωσδήποτε παροχές, κάποτε πετυχαίνεται απλώς με υποσχέσεις προστασίας από τα χειρότερα.

Ο φασισμός αναλαμβάνει με σχετικά χαμηλό κόστος να παράξει, μέσα από ανελέητες αρπαγές και διώξεις, εκείνους που τελικά γίνονται βάση της διατροφικής αλυσίδας του καπιταλισμού κάνοντας έτσι τους υπόλοιπους να αισθάνονται προνομιούχοι. Από τούτη την άποψη είναι το σημερινό λειτουργικό αντίστοιχο της παλαιότερης θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της απανθρωποποίησης και γενοκτόνησης των κατακτημένων λαών, καθώς και της δουλείας την εποχή του ιμπεριαλισμού, ή του κυνηγιού των μαγισσών που καθυπέταξε τις γυναίκες σε μια ιδιαίτερα τοξική μορφή πατριαρχίας στους αιώνες που κύλησαν ανάμεσα στην κατάκτηση της Αμερικής και τη Γαλλική Επανάσταση.

Πηγή:https://undebtedworld.wixsite.com

 

Ναπολέων Ζέρβας, 1944. Επιχρωματισμός ασπρόμαυρης φωτογραφίας από Christos Kaplanis Colorizations

Το διεθνές πλαίσιο

Η άκρα δεξιά στη χώρα μας σπάνια αντιμετωπίζεται, στο πλαίσιο μιας ιστορικής και συγκριτικής προσέγγισης, ως ιστορικό φαινόμενο με συνέχεια. Σήμερα, καθώς δοκιμαζόμαστε από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική κατάρρευση του ύστερου καπιταλισμού, που ξανάφεραν την άκρα δεξιά στο προσκήνιο, επιβάλλεται να γνωρίσουμε σε βάθος αυτό τον εχθρό μας.

Στη διάρκεια του εικοστού αιώνα η άκρα δεξιά ήταν κάθε άλλο παρά περιθωριακή ή αντισυστημική σ’ όλη την Ευρώπη. Είναι μια από τις πολιτικές δυνάμεις οι οποίες έπλασαν τον καπιταλισμό που γνωρίζουμε, και μάλιστα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα επηρεάσει ακόμη ισχυρότερα τις δεκαετίες που έρχονται, αν ισχύει η ανάλυση του Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, η οποία μέχρι στιγμής επιβεβαιώνεται, ότι η ηγεμονία του φιλελευθερισμού καταλύθηκε.

Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, η αμφισβήτηση της φιλελεύθερης ηγεμονίας μετά την παγκόσμια εξέγερση του 1968 άνοιξε το δρόμο για να συγκρουστούν παγκόσμια η αντικαπιταλιστική αριστερά και μια δεξιά η οποία προσβλέπει σ’ ένα σύστημα που συνδυάζει τα χειρότερα στοιχεία του καπιταλισμού με τις πιο αποκρουστικές πλευρές προηγούμενων εξουσιαστικών συστηματων. Αυτήν τη δεξιά φτιάχνουν σήμερα οι καπιταλιστές, ενώ δικό μας έργο είναι να φτιάξουμε την αντικαπιταλιστική αριστερά. Όχι απλώς για ν’ αντισταθούμε, αλλά για να νικήσουμε.

Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται οι προειδοποιήσεις του γάλλου δημοσιολόγου Emmanuel Todd για τον παρόντα και άμεσο κίνδυνο του ευρωφασισμού, όπως τον χαρακτηρίζει, πιο ανατριχιαστικό ακόμη και από την άνοδο των απροκάλυπτων νοσταλγών του ναζισμού. Ο Τοντ πρότεινε την έννοια του ευρωφασισμού, με αφορμή τη δήωση της Ελλάδας από τις ευρωπαϊκές ελίτ, τον Φεβρουάριο του 2012. Ως ευρωφασισμό ορίζει την κρυστάλωση της ευρωζώνης σ’ ένα ιεραρχικό σύστημα χωρών με επικεφαλής τη Γερμανία και υπαρχηγό τη Γαλλία. Ξεκινώντας από την Ελλάδα στήνεται ‘από τα πάνω’ ένας αυταρχικός μηχανισμός απόσπασης υπεραξίας μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος καταστρέφει τις δημοκρατικές κατακτήσεις στη μια χώρα μετά την άλλη.

Πηγή: Interview of Emmanuel Todd, 2014, by Olivier Berruyer, for the French website: les crises.fr http://www.les-crises.fr/todd-1-la-servitude-volontaire-de-la-france/ μετάφραση Anne-Marie de Grazia

Το ιστορικό πλαίσιο και οι τάσεις της άκρας δεξιάς

Από την ίδρυσή του το ελληνικό κράτος παρακολουθούσε τις συγκαιρινές ευρωπαϊκές τάσεις, και κάποιες φορές βρέθηκε στην πρωτοπορία τους. Ολόκληρο τον εικοστό αιώνα η άκρα δεξιά συγκαθόρισε την εθνική ιδεολογία και, από το 1909 ως το 1974, συχνά κατεύθυνε τις τύχες της χώρας. Για παραπάνω από μισό αιώνα, χονδρικά από τον Εθνικό Διχασμό ως την πτώση της Χούντας (1915-1974), είτε πρωταγωνίστησε στην πολιτική ζωή είτε έδρασε στο προσκήνιό της. Ωστόσο ποτέ δεν εξασφάλισε πολιτική ή ιδεολογική ενότητα ούτε ευρύτερη νομιμοποίηση. Οι αποτυχίες της οφείλονταν βέβαια στην άμεση σύνδεσή της με τις καταστροφές που προκάλεσε και τις τραγωδίες του 1897, του 1922, του 1941-1949, και του 1974.

Η ελληνική άκρα δεξιά συγκροτήθηκε πολιτικά και ιδεολογικά παράλληλα με τους άλλους πολιτικούς χώρους, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Μετά την πτώση του Όθωνα, και καθώς σιγά σιγά ρίζωνε ο κοινοβουλευτισμός, οι αντίπαλοι του εκδημοκρατισμού προσπαθούσαν, όπως έκαναν νωρίτερα και σ’ άλλες χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γαλλία, ν’ αποκτήσουν μαζική επιρροή. Βαθμιαία πρόβαλε, έχοντας πολλαπλές ρίζες , ένας αντιδημοκρατικός χώρος που εκδήλωνε ακραία εχθρότητα εναντίον των λαϊκών διεκδικήσεων και της πρόδρομης αριστεράς.

Αρχές του εικοστού αιώνα συγκροτήθηκαν οι τάσεις της ακροδεξιάς, οι οποίες άλλοτε συνεργάζονταν μεταξύ τους και άλλοτε συγκρούονταν στο πλαίσιο του Εθνικού Διχασμού. Μολονότι τα δυο κυριότερα αστικά κόμματα του Μεσοπολέμου, το Φιλελεύθερο και το Λαϊκό, συνολικά δεν ήταν ακροδεξιά, μεγάλο μέρος των στελεχών τους ανήκε στις ακροδεξιές τάσεις. Ακόμη και στη Δημοκρατική Ένωση, του μεταρρυθμιστή σοσιαλιστή Αλέξανδρου Παπαναστασίου, υπήρχαν δηλωμένοι φασίστες και στρατοκράτες όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Γεώργιος Κονδύλης και ο Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος.

Πηγαίνοντας από τις λιγότερο προς τις περισσότερο λαϊκές τάσεις, όσον αφορά την ηγεσία μάλλον παρά το ακροατήριό τους, είχαμε πρώτα πρώτα μια απολυταρχική ακροδεξιά από στελέχη των παραδοσιακών πολιτικών τζακιών που συσπειρώθηκαν γύρω από τον βασιλιά Κωνσταντίνο προσβλέποντας στην οικοδόμηση μιας απολυταρχικής μοναρχίας. Η τάση αυτή διαλύθηκε με την ήττα και το θάνατο του μονάρχη.

Υπήρχε επίσης μια φιλελεύθερη ακροδεξιά. Κορμός της ήταν πολιτικοί που προωθούσαν τη στυγνή εκμετάλλευση του λαού μέσω της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης και του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, δηλαδή του ευρώ και των μνημονίων εκείνης της εποχής, που γνώρισε την πρώτη περίοδο απαλλοτριωτικής συσσώρευσης στην Ελλάδα, από το 1898 ως το 1923, και συνάμα το πρώτο κύμα μαζικής μετανάστευσης προς το εξωτερικό και τα αστικά μέντρα του εσωτερικού, που ερήμωσε τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας. Ένα μέρος αυτής της φιλελεύθερης άκρας δεξιάς, η οποία μάλιστα επιδίωκε τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος με την αφαίρεσή τους από τους φτωχότερους άνδρες, οργανώθηκε στο Κόμμα Φιλελευθέρων κι ένα άλλο στο Λαϊκό Κόμμα. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους προσπάθησε ν’ αποκλείσει όσους δεν θεωρούσε έλληνες, στους οποίους οι βενιζελικοί ακροδεξιοί συμπεριλάμβαναν τους ‘αλλοεθνείς’ ενώ οι Λαϊκοί τους πρόσφυγες.

Τρίτη, μια πρωτοφασιστική ακροδεξιά που οργάνωσαν σε αντίπαλους σχηματισμούς στο πλαίσιο του Διχασμού από τη μια μεριά ο Ιωάννης Μεταξάς και από την άλλη οι αντίπαλοί του. Περιλάμβανε το κίνημα των Επιστράτων και τα αντίζηλα κινήματα των βενιζελικών τάσεων. Σ’ αυτήν κινούνταν κάποιοι από τους πρώτους αστούς πολιτικούς που δοκίμασαν να στήσουν μαζικά κόμματα, μεταξύ των βενιζελικών ο Γεώργιος Παπανδρέου ενώ στους αντιβενιζελικούς ο χαρισματικός εκπρόσωπος του πρωτοφασισμού στην Ελλάδα Ίων Δραγούμης και ο σλαβομακεδόνας τυχοδιώκτης Σωτήριος Γκοτζαμάνης.

Τέταρτη, μια μιλιταριστική ακροδεξιά που οργανώθηκε με άξονα το στρατό, ο οποίος άλλοτε ήταν διασπασμένος σε αντίπαλες μερίδες, όπως στις περιόδους 1897-1923 και 1932-1935, και άλλοτε δρούσε ενιαία. Η μιλιταριστική ακροδεξιά οργάνωσε το Κίνημα στο Γουδί το 1909, επέβαλε το 1922 την πρώτη στρατιωτική κυβέρνηση της χώρας, κι έμεινε στο προσκήνιο ως το 1974. Στο δικό της πλαίσιο κινούνταν βενιζελικοί στρατοκράτες όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Στυλιανός Γονατάς, όσο και μοναρχικοί όπως ο Στρατάρχης Παπάγος και ο Ναύαρχος Σακελλαρίου, αλλά και πολλοί που μετακινούνταν ανάμεσα στα στρατόπεδα, με γνωστότερους τον Θεόδωρο Πάγκαλο, δηλωμένο μιμητή του Μουσολίνι, και τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος είχε πρότυπο τον Χίτλερ.

Πέμπτη, μια θρησκευτικά φονταμενταλιστική και πολιτικά συντηρητική ακροδεξιά, η οποία ενισχυόταν συστηματικά από το εκπαιδευτικό σύστημα και ανέπτυξε πολλαπλές εκδοχές ενός επιθετικού εθνικισμού συντονισμένου με ανάλογα ρεύματα που απλώνονταν τον ίδιο καιρό στην Ευρώπη. Επικαλούμενη τα ιερά νάματα μιας υπερσυντηρητικής εκδοχής της Ορθοδοξίας έστηνε παραθρησκευτικές οργανώσεις και περιστασιακά ανέπτυσσε αντικαπιταλιστικό λόγο., Στις εκκλησιες μοιραζονταν δωρεάν Τα πάτρια, ένα από τα έντυπά της που είχαν τη μεγαλύτερη απήχηση.

Το ακροδεξιό συνεχές

Αυτές οι τάσεις δεν είχαν πάντοτε διακριτή οργάνωση, και οι εκπρόσωποί τους γενικά δεν αυτοπεριγράφονταν με τους όρους που χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα. Οι κεντρικές ιδέες, και οι πρακτικές που τις όριζαν, συχνά συναπαντούνταν στα ίδια πρόσωπα ή πολιτικούς φορείς. Ανάλογα με τη συγκυρία και το πολιτικό πλαίσιο κάποια πρόσωπα ή φορείς πρόβαλλαν τη μια ή την άλλη τάση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έμεναν μόνιμα προσκολλημένα σ’ αυτήν. Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Μεταξάς κατά καιρούς παρουσιάστηκε ως απολυταρχικός, μιλιταριστής και πάτρωνας των παλαιοημερολογιτών φονταμενταλιστών, αλλά οι πολιτικές του στοχεύσεις και οι ιδεολογικές του προτεραιότητες ελάχιστα μεταβλήθηκαν.

Η άκρα δεξιά λοιπόν σχημάτιζε ένα συνεχές ιδεών και πρακτικών, ενώ τα όρια μεταξύ των φορέων της δεν ήταν πάντοτε ευδιάκριτα. Ωστόσο έμεινε πολιτικά διασπασμένη όλη την περίοδο που εξετάζουμε. Οι ακροδεξιές συσσωματώσεις, στημένες σε πολιτική μάλλον παρά ιδεολογική βάση, δεν μπόρεσαν να ενωθούν μεταξύ τους και συνήθως κινούνταν στο πλαίσιο ενός από τα δυο αντίπαλα αστικά στρατόπεδα.

Άλλωστε μικρό λαϊκό έρεισμα απέκτησαν μέχρι την Κατοχή, με εξαίρεση τη φονταμενταλιστική και συντηρητική τάση, η οποία εκπροσωπούσε μάλλον λαϊκά συμφέροντα. Συνδιαμόρφωναν το ίδιο αντιδημοκρατικό κλίμα, είχαν κοινούς στόχους και συχνά αλληλεπικαλύπτονταν, κάποτε όμως είχαν μεταξύ τους σχέσεις χείριστες.

Όσο επικρατούσε σχετική ομαλότητα, δηλαδή μέχρι την ήττα του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, η άκρα δεξιά δεν έβρισκε πολιτικό χώρο για ν’ αποκτήσει μαζικό έρεισμα. Οι συνθήκες που απογείωσαν την επιρροή της, καταρχάς ανάμεσα στα αστικά και τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων, δημιουργήθηκαν την πολεμική δεκαετία από το 1912 ως το 1922. Οι πολιτικές ιδέες και τα οργανωτικά μορφώματά της πλάστηκαν εκείνο τον καιρό ψηλαφητά, μέσα από τις ανταγωνιστικές προσπάθειες μαζικής κινητοποίησης βενιζελικών και αντιβενιζελικών. Το έργο που είχε μπροστά της ήταν δύσκολο και χωρίς έτοιμο πρωτόκολλο· αναγκαστικά προχωρούσε μέσα από διαδικασίες δοκιμής και λάθους.

Προκειμένου να εξαπλωθεί και να εδραιωθεί έπρεπε πρώτα πρώτα να εκτοπίσει ή να μετασχηματίσει τον δεσπόζοντα στους κόλπους της δεξιάς συντηρητισμό, μια πολιτική στάση με δυσανάγνωστες ιδεολογικές αναφορές. Ο συντηρητισμός αυτός έδινε έμφαση στην κυρίαρχη παραδοσιοκρατική εκδοχή της Ορθοδοξίας, στην προάσπιση της κατεστημένης εξουσίας και κατά κανόνα της μοναρχίας και επίσης, από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, στο θεσμό της ιδιοκτησίας κι έναν λιγότερο ή περισσότερο σωβινιστικό εθνικισμό. Ωστόσο εμφορούνταν συνάμα από μια ισχυρή δημοκρατική διάθεση, ενώ το ιδανικό της δημοκρατίας μικροϊδιοκτητών, το οποίο συχνά πρέσβευε, συγκρουόταν με τις επιταγές της συγκέντρωσης του κεφαλαίου που επαγόταν η ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο το μεγάλο κεφάλαιο δεν ένιωθε πάντοτε άνετα μαζί του, και αναζητούσε εναλλακτικές λύσεις στους Φιλελευθέρους, στους στρατιωτικούς και στις ακροδεξιές εκδοχές του αντιβενιζελισμού.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην παλιά Βουλή

Πόλεμοι και οικονομική κρίση τρέφουν την άκρα δεξιά

Τα δυο πολιτικά στρατόπεδα του Διχασμού, διαμορφωμένα σε συγκυριακή βάση, δεν είχαν ιδεολογική συνοχή στο εσωτερικό τους ούτε σαφείς ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους. Και τα δυο συμπεριλάμβαναν δημοκρατικές, αυταρχικές και ακροδεξιές πτέρυγες, αν και άνισα μοιρασμένες. Για παράδειγμα, η βενιζελική παράταξη πρωτοστάτησε όχι μόνο στις ανεπαρκέστατες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις, αλλά και στις επιθέσεις εναντίον των δημοκρατικών κατακτήσεων. Αυτή οργάνωσε τα επτά από τα οχτώ σημαντικά στρατιωτικά κινήματα ανάμεσα στην Επανάσταση του 1922 και το κίνημα-φιάσκο των Βενιζέλου και Πλαστήρα το 1935. Η αυταρχική της ροπή όμως δεν αποτύπωνε κάποια ιδιαίτερα αχαλίνωτη εξουσιαστικότητα των Φιλελευθέρων, αλλ’ απλώς την κυριαρχία τους στο στράτευμα· τα ίδια έκαναν με τη σειρά τους, όταν επικράτησαν, και οι αντίπαλοί τους. Όλοι αυτοί μαζί, καθώς και τα καπιταλιστικά συμφέροντα τα οποία εξέφραζαν, εμπόδισαν με τις επιλογές τους την Ελλάδα να μπει στη μοιραία δεκαετία του 1940 μ’ έναν ανεκτό βαθμό πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής προόδου. Έτσι άνοιξαν το δρόμο για τις ρήξεις της Κατοχής και του Εμφύλιου.

Στην Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι πόλεμοι έγιναν βασικός παράγοντας ανάπτυξης της άκρας δεξιάς. Οι βίαιες πρακτικές που αργότερα θα συστηματοποιούσε ο φασισμός εξαπλώθηκαν στις Νέες Χώρες την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, κι έπειτα σ’ ολόκληρη την Ελλάδα την πρώτη περίοδο του Διχασμού. Η πολεμική δεκαετία (εικοσαετία στη Μακεδονία, όπου οι σοβαρές συγκρούσεις είχαν αρχίσει από το 1903) προκάλεσε κοινωνικές πολώσεις οι οποίες αντιστρατεύονταν τις λαϊκές επιδιώξεις εκδημοκρατισμού. O πληθυσμός στα θέατρα των επιχειρήσεων υπέφερε πρωτοφανείς ταλαιπωρίες και διώξεις, συνήθως αλλά όχι πάντοτε από τους ‘εθνικούς εχθρούς’, ενώ οι στρατευμένοι συμμετείχαν, με την προτροπή ή την ανοχή των ανωτέρων, σε ωμότητες οι οποίες δικαιολογημένα γεννούσαν φόβους αντιποίνων, όπως άλλωστε και η συστηματική καταστολή και η βίαιη απαλλοτρίωση των ‘αλλοεθνών’.

Ιδίως η εθνικοθρησκευτική καταστολή που συνόδευσε τις πολεμικές επιχειρήσεις, καταστροφική όχι μόνο για τα θύματα αλλά τελικά και για τους ίδιους τους θύτες, στο μέτρο που παγίωσε τις εθνικές εντάσεις, έστρεψε εναντίον των Φιλελευθέρων όσους πληθυσμούς αρνούνταν ή αδυνατούσαν να επενδυθούν το μανδύα της ελληνικότητας. Kαι η πολιτική των μοναρχικών όμως συνεπαγόταν καταπίεση των ‘αλλοεθνών’, η οποία δημιούργησε τις ιδιανοητικές υποδοχές, την παραθεσμική υποδομή και την τεχνολογία του Διχασμού και κατόπιν του φασισμού.

Η καταναγκαστική στράτευση, οι στρατιωτικές ωμότητες και οι λεηλασίες που προκάλεσαν κύματα άμαχων προσφύγων, καθώς και η ενστάλαξη ενός μηδενιστικού κυνισμού και μιλιταρισμού στις αντιλήψεις πολλών επιστράτων συνέθεταν μια εφιαλτική εμπειρία, από πολλές απόψεις ανάλογη εκείνης που σε άλλες εμπόλεμες χώρες δημιούργησε τις ψυχολογικές και οργανωτικές υποδομές των πρώτων φασιστικών κινημάτων.

Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ

Αντίρροπες δυνάμεις και πολιτική διάσπαση των αστών

Άλλες όμως εξελίξεις της ίδιας περιόδου ωθούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ οι νέες συνθήκες ευνόησαν ιδίως την απολυταρχική και τη μιλιταριστική ακροδεξιά, η συντηρητική ακροδεξιά γνώρισε σημαντικές ήττες. Τέτοια ήταν η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος στους ‘αλλογενείς’ και τους πρόσφυγες, που οριστικοποιήθηκε το 1923. Επιπλέον ο Διχασμός παγίωσε την πολιτική διάσπαση της άκρας δεξιάς, οδηγώντας άλλα στελέχη της στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο και άλλα στο βενιζελικό. Το πιο σημαντικό πλήγμα όμως τής κατάφερε η αγροτική μεταρρύθμιση, δηλαδή η διανομή των μεγάλων κτημάτων στους φτωχούς αγρότες, η πιο ριζοσπαστική απ’ όλες όσες πραγματοποιήθηκαν δυτικά της Σοβιετικής Ένωσης.

Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν καρπός της εξέγερσης των αγροτών σ’ όλη την κεντρική και την ανατολική Ευρώπη στις αρχές του εικοστού αιώνα, που κορυφώθηκε στη Ρωσική Επανάσταση του 1905. Επίσης δεκαετιών οργάνωσης κι εξεγέρσεων των φτωχών αγροτών στην Ελλάδα, αλλά και του φόβου της κοινωνικής ανατροπής που κυρίευσε τους αστούς μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Άμεσα κατέστρεψε μια ηγεμονική ομάδα της άκρας δεξιάς, τους γαιοκτήμονες, κι έμμεσα εκτόνωσε τις κοινωνικές πιέσεις που σ’ άλλες χώρες ευνόησαν την εξάπλωση της ριζοσπαστικής αριστεράς, η οποία με τη σειρά της συχνά διευκόλυνε την άνοδο της άκρας δεξιάς. Τέλος, δίνοντας σε μεγάλα κομάτια του λαού την ελπίδα ότι οι κινητοποιήσεις μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους, έσπασε το ψυχολογικό υπόστρωμα της απόγνωσης, το οποίο τροφοδοτεί τον φασισμό.

Ενώ η άκρα δεξιά δυσκολεύτηκε να ριζώσει στο λαό, από την άλλη μεριά ευνοήθηκε δραματικά από τη σχετικά πρώιμη εξάπλωσή της στα ανώτερα στρώματα, από τα οποία προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά οι δημόσιοι διανοούμενοι ως τον καιρό του Μεσοπολέμου. Η κρίση του καπιταλισμού δυσχέρανε την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση και ο αντικομμουνισμός συσπείρωσε τους αστούς. Η άκρα δεξιά κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή τη δεκαετία του 1930, όταν το πλέγμα εξουσίας αντιλήφθηκε ότι στο δημοκρατικό πλαίσιο θα έχανε τα προνόμιά του.

Αγιορείτες μοναχοί με γερμανούς στρατιώτες, στη διάρκεια της Κατοχής.
Πηγή:https://undebtedworld.wixsite.com

Συνέντευξη στον Κυριάκο Νασόπουλο

 «Αν ο Μιχαλολιάκος νομίζει ότι θα επιστρέψει τις συμμορίες του στο δρόμο κατά το μοντέλο του 2012-2013 για να κάνουν “απλές ανθρωποκτονίες”, όπως είπε ο αμετανόητος μαχαιροβγάλτης Ρουπακιάς, και οι εργαζόμενοι και η νεολαία θα καθίσουν άπραγοι, γελιέται. Ας κοπιάσουν», τονίζει στο Πριν ο δικηγόρος πολιτικής αγωγής των Αιγύπτιων αλιεργατών στη δίκη της Χρυσής Αυγής Θανάσης Καμπαγιάννης.

Η αντιφασιστική πάλη ήταν καταλυτική. Τώρα που η Χρυσή Αυγή καταρρέει, το αστικό πολιτικό σύστημα διεκδικεί δάφνες που δεν του ανήκουν

Μετά από τέσσερα χρόνια, έχουμε μπει στην τελική ευθεία για την ολοκλήρωση της δίκης της ΧΑ, με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Γιατί υπήρξε αυτή η καθυστέρηση και πότε αναμένεται να ολοκληρωθεί;

Η δίκη της Χρυσής Αυγής, που ξεκίνησε στις 20 Απριλίου 2015, βαίνει πλέον προς την ολοκλήρωσή της. Σ’ αυτή τη φάση απολογούνται οι κατηγορούμενοι για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ακολουθούν οι δολοφονικές επιθέσεις στους Αιγύπτιους αλιεργάτες και τους κομμουνιστές συνδικαλιστές και, τέλος, οι κατηγορούμενοι αποκλειστικά για την εγκληματική οργάνωση, ανάμεσά τους και οι πρώην βουλευτές. Εξαρχής, η διαδικασία προβλεπόταν μεγάλη. Από νωρίς, η υπεράσπιση της ναζιστικής οργάνωσης ξεδίπλωσε μια στρατηγική κωλυσιεργίας της διαδικασίας. Περαιτέρω, η Χρυσή Αυγή απολάμβανε πολύχρονη ασυλία, η οποία μόνο με τη συνεκδίκαση μεγάλων, εμβληματικών κακουργημάτων θα μπορούσε να σπάσει. Αν τα αιτήματα της πολιτικής αγωγής και του αντιφασιστικού κινήματος (χώρος, αποκλειστική απασχόληση δικαστών, εντατικοποίηση δικασίμων) είχαν εισακουστεί νωρίτερα από τη διοίκηση του Εφετείου και την κυβέρνηση, ο χρόνος αυτός θα ήταν συντομότερος. Πάντως, στα τέλη του 2019-αρχές 2020, θα έχουμε πλέον το τέλος της διαδικασίας και την έκδοση της απόφασης.

Τα «ποντίκια» εγκαταλείπουν το ναζιστικό σκάφος που βυθίζεται. Τι ρόλο έχει παίξει η δίκη; Αποκαλύφθηκε ο εγκληματικός χαρακτήρας της Χρυσής Αυγής;

Η δίκη έχει παίξει κομβικό ρόλο στην απονομιμοποίηση της ναζιστικής οργάνωσης, την απόδειξη του εγκληματικού της χαρακτήρα και τη διάσπασή της. Από τη στιγμή που τελέστηκαν εγκληματικές πράξεις, το δικαστήριο ήταν ούτως ή άλλως απαραίτητο. Αυτό που έπαιξε ρόλο ήταν η αξιοποίηση της δίκης από το αντιφασιστικό κίνημα ως πολιτικού εργαλείου για την ανάδειξη της εγκληματικής δράσης των νεοναζί σε πλατιά ακροατήρια. Δικαιώθηκε έτσι η επιλογή να δώσουμε τη μάχη και στη δικαστική αίθουσα, απέναντι σε απόψεις αναχωρητισμού και τεχνητής αντιπαράθεσης του κινήματος στη μάχη και μέσα στους θεσμούς. Οι αντιφασιστικές συγκεντρώσεις στις γειτονιές, οι αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων, οι απεργίες των εργαζόμενων της ΕΡΤ, κάθε αντιφασιστική δράση δυνάμωνε μέσα από το συντριπτικό υλικό που προέκυπτε από την ακροαματική διαδικασία. Αυτής της συνδυαστικής δράσης γέννημα είναι η εκλογική ήττα της οργάνωσης και οι μαζικές αποχωρήσεις που τη συγκλονίζουν.

Πού αποσκοπεί και τι εκφράζει κατά τη γνώμη σου η κίνηση Λαγού;

Ο Λαγός βρέθηκε σε θέση ισχύος απέναντι στον Μιχαλολιάκο, μετά την εκλογή του ως ευρωβουλευτή και την αποτυχία της Χρυσής Αυγής να ξαναμπεί στη βουλή. Είναι όμως και το ηγετικό στέλεχος, το πιο ποινικά εκτεθειμένο στην υπό εξέλιξη δίκη. Η διάσπαση της οργάνωσης εκφράζει το αδιέξοδο του ηγετικού πυρήνα που έκανε απεγνωσμένα ζιγκ-ζαγκ για να σπάσει την απομόνωση στην οποία έχει περιέλθει: ανοίγματα στους ακροδεξιούς στρατηγούς, κλείσιμο στις ευρωεκλογές με αποκλειστικά χρυσαυγίτικο ψηφοδέλτιο, αναγνώριση της ήττας και νέο αποτυχημένο άνοιγμα των ψηφοδελτίων στις εθνικές, κοκ. Ο Λαγός ήταν ο εκφραστής μιας καθαρής «χρυσαυγίτικης» γραμμής, με έμφαση στην ανάγκη «να μη χαθεί ο δρόμος». Μην φανταστεί όμως κανείς κάποια πολιτική αρχών: η διανομή των συρρικνούμενων οικονομικών πόρων της οργάνωσης παίζει κομβικό ρόλο στα αλληλοκαρφώματα. Ως γνωστόν, οι συμμορίες -και οι ναζιστικές- τα χαλάνε πάντοτε στη μοιρασιά.

Σε λίγους μήνες είναι προγραμματισμένη και η απολογία του αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης,  Νίκου Μιχαλολιάκου. Θεωρείς ότι τελικά θα προσέλθει στο δικαστήριο και πόσο σημαντική είναι για την εξέλιξη της δίκης η απολογία του;

Εκτιμώ ότι ο Μιχαλολιάκος δεν μπορεί πλέον να μην προσέλθει στο δικαστήριο. Δεν έχει πια καν την βουλευτική ιδιότητα που θα του επέτρεπε να «απαξιώσει» να εμφανιστεί, υποδυόμενος τον διωκόμενο πολιτικό ηγέτη. Είναι επικεφαλής μιας ναζιστικής συμμορίας μαχαιροβγαλτών με σκισμένο πλέον τον πολιτικό/κοινοβουλευτικό της μανδύα. Η πρόθεσή του είναι δεδομένη: όπως και στο παρελθόν, θα πουλήσει τα αναλώσιμα μέλη που διέπραξαν τα εγκλήματα με τα μαχαίρια και τα ρόπαλα. Όμως αυτή τη φορά είναι αντιμέτωπος με μια δίκη που διερευνά τις ποινικές ευθύνες της ηγεσίας και όχι κάποιας ατομικής περίπτωσης, όπως ήταν για παράδειγμα η δίκη του Περίανδρου για την απόπειρα δολοφονίας του Δημήτρη Κουσουρή.

Γιατί καταγγέλλετε, ως πολιτική αγωγή, ότι κάποιες συγκεκριμένες αλλαγές του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες πέρασε πρόσφατα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν «δώρο» προς τα ηγετικά μέλη της ΧΑ, ενόψει των δικαστικών αποφάσεων;

Η πρόταση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για εξίσωση της ποινικής ευθύνης διευθυντή και μέλους της εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 ήταν φωτογραφική διάταξη υπέρ της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής. Από 10-20 χρόνια κάθειρξη, η επαπειλούμενη ποινή θα προσγειωνόταν στα 5-10 έτη, κάτι που θα ίσχυε και για την παρούσα δίκη. Τελικά, κάτω από το βάρος των αντιδράσεων, η επιβαρυντική περίσταση της διεύθυνσης επανήλθε με επαπειλούμενη ποινή κάθειρξης 5-15 έτη. Η απόπειρα να πέσουν οι χρυσαυγίτες στα μαλακά «από τα αποδυτήρια» απέτυχε. Η μάχη να λογοδοτήσουν είναι ακόμα μπροστά μας, γι’ αυτό αξιώνουμε την παραδειγματική τους καταδίκη, με τις μεγαλύτερες δυνατές ποινές και χωρίς ελαφρυντικά.

Πόσο επηρέασε η αντιφασιστική πάλη στην κατάρρευση της εκλογικής επιρροής της Χρυσής Αυγής;

Η αντιφασιστική πάλη ήταν καταλυτική. Τώρα που η Χρυσή Αυγή καταρρέει, το αστικό πολιτικό σύστημα διεκδικεί δάφνες που δεν του ανήκουν: η ΝΔ αποδίδει την πτώση στην «αμφίπλευρη διεύρυνση» της δεξιάς και την εθνικιστική στάση της στο Μακεδονικό. Ο Δραγασάκης αποδίδει την πτώση στην «κοινωνική πολιτική» του ΣΥΡΙΖΑ και τη «μείωση της φτώχειας». Οι ίδιοι που άνοιξαν τις πόρτες του Προεδρικού Μεγάρου τον Μάιο του 2012 για τον Μιχαλολιάκο και τον υποδέχθηκαν ως πολιτειακό παράγοντα, μιλώντας για μια «σοβαρή» ή «εκδημοκρατισμένη» Χρυσή Αυγή, θέλουν τώρα να μας πείσουν ότι έπαιξαν ρόλο στην ήττα της. Τη Χρυσή Αυγή τη σταμάτησε ο αγώνας των από κάτω, όσων ενεργητικά στάθηκαν απέναντι στο πολιτικό σχέδιο τρόμου που αυτή ενορχήστρωσε. Πάνω απ’ όλα, τη σταμάτησε το αίμα του Παύλου Φύσσα, που χύθηκε άδικα αλλά όχι μάταια.

Στο μήνυμα του, το βράδυ της 7ης Ιουλίου, ο «φύρερ» Μιχαλολιάκος απείλησε ευθέως ότι η ναζιστική συμμορία θα επιστρέψει εκεί που έγινε δυνατή, «στους δρόμους και τις πλατείες». Ποια πρέπει να είναι απάντηση του αντιφασιστικού κινήματος;

Αν ο Μιχαλολιάκος νομίζει ότι θα επιστρέψει τις συμμορίες του στο δρόμο κατά το μοντέλο του 2012-2013 για να κάνουν «απλές ανθρωποκτονίες», όπως είπε ο αμετανόητος μαχαιροβγάλτης Ρουπακιάς, και οι εργαζόμενοι και η νεολαία θα καθίσουν άπραγοι, γελιέται. Το αντιφασιστικό κίνημα, εμπειρότερο από ποτέ, θα τσακίσει κάθε τέτοια απόπειρα. Όχι πλέον «εκτός έδρας», στις δικαστικές αίθουσες, αλλά στην έδρα μας, στους δρόμους και τις πλατείες. Ας κοπιάσουν.

Πηγή:http://prin.gr