ΕΡΕΥΝΕΣ

«Ερχονται οι ξένοι και θα μας φάνε. Θα αλλοιώσουν τον πολιτισμό μας, τη θρησκεία μας. Σε λίγο θα είμαστε μειονότητα μέσα στην ίδια μας την πατρίδα». Αυτά είναι μερικά από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα υπερπατριωτών και ακροδεξιών.

Οσο «φωνακλάδικα» κι αν είναι όμως, ίσως τελικά να μη συναντούν την απήχηση που φαντάζονται οι εμπνευστές τους. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και αλλού.

Αυτό τουλάχιστον δείχνει έρευνα που διεξήγαγε σε 14 χώρες της Ε.Ε. το YouGov για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων (European Council on Foreign Relations /ECFR).

«Έλα σκατότουρκε, έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους· έλα να ακούσεις τα κέρατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες…Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε ’’από ημάς’’ συνθήκην με “έναν” κόντζιά σκατό-Σουλτάν Μαχμούτην –να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα».

Με αυτό το ακατάσχετο υβρεολόγιο «έλουσε» εν έτει 1823 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης τον απεσταλμένο του Τούρκου στρατιωτικού αρχηγού των Τρικάλων, Σιλιχτάρ Μπόδα, όταν εκείνος πήγε να συναντήσει τον πρώτο στα Άγραφα για μια από τις τετριμμένες «συνομιλίες κορυφής» με θέμα τη στάση που θα τηρούσαν οι αρματολοί της περιοχής απέναντι στις σχεδιαζόμενες εκστρατείες των Τούρκων.

Η γνώμη όσων γνώρισαν το Γεώργιο Καραϊσκάκη και πολέμησαν μαζί του δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για το σύνολο των προτερημάτων που τον χαρακτήριζαν. Ο ίδιος ο Κιουταχής είχε αναγνωρίσει την αξία του, αρεσκόμενος μάλιστα να αντιμετωπίζει τις μεταξύ τους μάχες, από το Μεσολόγγι (1825) έως την πολιορκία της Ακρόπολης (1827) ως προσωπικές μονομαχίες.

Ο μεγαλύτερος, μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, πολέμαρχος του 1821 ήταν ένας άνδρας «ακούραστος εις τους αγώνας» (Χριστόφορος Περραιβός), «μεγαλόδωρος και ευεργετικός» (Γεώργιος Γαζής), «αρείτολμος και καλός στρατηγός» (Σπυρομήλιος), «ατρόμητος» (Ιωάννης Κωλέττης), με «νουν ακατέργαστον αλλά γεννητικότατον και οξύτατον» (Παναγιώτης Σούτσος) και «επίμονον γενναιότητα» (Andre Louis Gosse, Ελβετός φιλέλληνας γιατρός). Όπως το έθεσε με μία λέξη ο Νικόλαος Κασομούλης ήταν «Αρχηγός» με άλφα κεφαλαίο.

Το αγιογραφικό αυτό πορτρέτο έχει και ένα…ψεγάδι. Όλοι οι προαναφερθέντες, και οι κυρίως οι επίσημοι βιογράφοι του, Γεώργιος Γαζής και Δημήτριος Αινιάν, αλλά και ο Νικόλαος Κασομούλης που τον έζησε από κοντά και του αφιερώνει εκτεταμένα αποσπάσματα στα «Ενθυμήματά» του, δεν θα μπορούσαν να παραγνωρίσουν ή να προσπεράσουν ένα άλλο ίδιον του χαρακτήρα του: τη μεγάλη αθυροστομία του. «Γλώσσα φύσει αχαλίνωτος», σύμφωνα με το Δ. Αινιάνα, ο Καραϊσκάκης ξεχώριζε μάλλον από τους υπόλοιπους αρχηγούς λόγω της συνεχούς χρήσης βωμολοχιών και βρισιών στην ομιλία του.

Οι βρισιές που χρησιμοποιούσε, όπως μας παρατίθενται από τις διάφορες πηγές, σκιαγραφούν μια προσωπικότητα που αξιοποιούσε κατ’ επανάληψη κάθε περιθωριακή λέξη του περιορισμένου λεξιλογίου του σε δημιουργικές συνθέσεις. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Νέου Ελληνισμού κ. Μαρία Ευθυμίου, αυτό έφτανε σε επίπεδο παραληρήματος και η βωμολοχία του «ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμά του ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του». Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος ήταν ένας αληθινός ποιητής της βωμολοχίας.

Αυτό δεν είναι φυσικά κάτι που μας ξενίζει. Οι περισσότεροι Έλληνες που πήραν μέρος στην Επανάσταση ήταν άνθρωποι λαϊκής καταγωγής, κατά συντριπτική πλειοψηφία αγράμματοι και προφανώς ελάχιστα δεσμευμένοι από τους κανόνες της λεκτικής ευπρέπειας. Ακόμα και οι στοιχειωδώς ή επαρκώς μορφωμένοι δεν έλεγχαν πάντοτε τη γλώσσα ή τη γραφίδα τους, ειδικά μέσα στη δίνη των φατριασμών και των πολιτικών παθών. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αποκαλούσε τον Κολοκοτρώνη «σκατόβλαχο» και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον Παπαφλέσσα «εξωλέστατο»…Σε ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε αλλά και να υποθέτουμε σήμερα, οι συνήθειες της τοτινής ομιλίας έχουν μικρή σχέση με όσα τελικά απαθανατίστηκαν στον απομνημονευματικό λόγο, αφού οι ακούσεις και εκούσιες συμβάσεις του γραπτού κειμένου εξοβέλισαν κατά τεκμήριο την αμεσότητα της γλωσσικής υπερβολής, στερώντας μας την τύχη της άμεσης επικοινωνίας με το γλωσσικό και πολιτισμικό σύμπαν εκείνων των χρόνων.

Συνηθέστερο μέτρο κρίσης αποτελούν περιπτώσεις όπως ο Χριστόφορος Περραιβός, ένας από τους πλέον μορφωμένους αγωνιστές, ο οποίος αντιδιαστέλλει το κομπολοί προτερημάτων του Καραϊσκάκη με τα δύο, μεταξύ άλλων, βασικά ελαττώματά του: «αισχρολόγος καθ’ υπερβολήν» και «πικρός υβριστής των ανάνδρων, πολλάκις και των φίλων». Η παρατήρηση αυτή ενέχει μια επικριτική διάσταση που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλά για την πολιτιστική «νομιμοποίηση» του Αγώνα. Πρώτο συμπέρασμα είναι πως η βωμολοχία δεν είναι ανεκδοτολογικό ιστορικό στοιχείο αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της πολυσύνθετης κληρονομιάς του 1821.

Το μεσαιωνικό πρότυπο του ιππότη-πολεμιστή, όπως πλαθόταν ασυνείδητα στο φαντασιακό των επιγόνων της πολεμικής γενιάς και φτάνει ως τις μέρες μας μέσα από τη στιλπνότητα των επετειακών πανηγυρικών λόγων, καταρρέει με αστείο θα λέγαμε τρόπο μπροστά σε λέξεις και φράσεις όπως «πούτζος» ή «ο Τούρκος μας εγάμησε το κέρατο», που καταγράφηκαν από πολεμιστές-συγγραφείς όπως ο Κασομούλης και ο Μακρυγιάννης με συνειδητή ευαισθησία απέναντι στο ατομικό και συλλογικό πάθος. Ήταν τελικά τέτοιοι αυτοχειροτονημένοι «γραφιάδες» που αντιλήφθηκαν (και σίγουρα δεν το έκαναν ασυνείδητα) πως η παράθεση υβριστικών λέξεων εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους ευγενείς στόχους μιας αυθεντικής συγγραφής. Εν τέλει, οι γλωσσικές «ακαθαρσίες» του Καραϊσκάκη ανήκουν στα πλέον αυθεντικά ίχνη ενός χαμένου κόσμου που φτάνει σε μας αλλοιωμένος από τον παραμορφωτικό καθρέφτη των εθνικών φαντασιώσεων που χρησιμοποιούν τους εξιδανικευτικούς πίνακες με τις λευκοσιδερωμένες φουστανέλες ως μοντέλα πολιτικής ορθότητας.

Αν κατατάσσαμε τον Καραϊσκάκη απλώς ως «βωμολόχο», θα τον αδικούσαμε. Η ελευθεριότητα χαρακτήριζε όλες τις κινήσεις του. Όσο ήταν στην αυλή του Αλή-Πασά, είχε μοστράρει επιδεικτικά τα γεννητικά του όργανα στο γιο του Αλή, Μουχτάρ Πασά χορεύοντας επίτηδες μπροστά του με τρόπο ώστε να σηκωθεί η φουστανέλα του, ενώ είναι πασίγνωστο πως στη Μάχη στο Κομπότι της Άρτας (Ιούλιος 1821) ανέβηκε σε ένα βράχο και για να ερεθίσει τους Τούρκους, σήκωσε τη φουστανέλα δείχνοντας τα οπίσθιά του μέχρι που ένας «Γκέκας» τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στη μέση του «καυλού» (Γεώργιος Γαζής). Γενικά ήταν αυτό που θα λέγαμε πολύ μεγάλο «πειραχτήρι». Έχοντας πολύ δυνατά νεύρα, γνώριζε να εκτονώνει την ένταση στις δύσκολες στιγμές.

Οι συχνοί αστεϊσμοί του ήταν το καλύτερο αγχολυτικό τις παραμονές της μάχης και χαλάρωναν πάντα τους συντρόφους του που προσέβλεπαν πάντα σε εκείνον. Ο αυτοσαρκασμός του δεν είχε όριο και στρεφόταν συχνά γύρω από το θέμα της ασθένειάς του και τις θέρμες οι οποίες τον καθήλωναν συνεχώς στο κρεβάτι («είμαι ζαμπούνης» έλεγε και ξανάλεγε). Μια μέρα που η ασθένειά του είχε υποτροπιάσει (έπασχε από καλπάζουσα φυματίωση) δέχτηκε την επίσκεψη ενός καινούριου γιατρού που ήθελε να τον εξετάσει. Για να τον δοκιμάσει, ο Καραϊσκάκης έκρυψε κάτω από τα σκεπάσματα έναν από τους άνδρες του. Ο γιατρός έπιασε το χέρι του παλικαριού αντί για το δικό του και του είπε: «Στρατηγέ, οι δυνάμεις σου έχουν πέσει πολύ». Αφού τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός κατάλαβε έκπληκτος πως είχε εξετάσει χέρι αλλουνού, απάντησε στο γιατρό: «Ο πούτσος μου έπεσε μωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!».

Όλοι οι μελετητές του Αετού της Ρούμελης, από τον Αινιάνα και το Γαζή έως τους σύγχρονους Γιάννη Βλαχογιάννη και Δημήτριο Φωτιάδη, εξηγούν την ελευθεροστομία του μέσα από τις συνθήκες της γέννησης και της ανατροφής του. Φαίνεται πως η χρήση «κοσμητικών» επιθέτων δεν ήταν απλώς η ασυνείδητη αμεσότητα με την οποία επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, όσο ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στις δύσκολες συνθήκες φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης. Βρίζοντας αισθανόταν δυνατός, λες και «όλες οι καταπιεσμένες δυνάμεις της ψυχής του να μεταβάλλονται σε κρουνούς δημιουργίας». Αν χρησιμοποιούσαμε αυστηρούς ψυχομετρικούς όρους, θα λέγαμε πως ο Καραϊσκάκης υπέφερε από «κόμπλεξ».

Ως καρπός του παράνομου έρωτα ενός κλέφτη καπετάνιου και μιας καλόγριας, βίωσε από παιδί έναν έντονο κοινωνικό αποκλεισμό που τον σημάδεψε και τον απομάκρυνε από κοινωνικές νόρμες εφοδιάζοντάς τον με μια διάθεση εχθρότητας και οργής για τον έξω κόσμο. Προκειμένου να ξεπεράσει την οργή του απέναντι σε αυτούς που τον αποκαλούσαν «μούλο» και τις μανάδες που τον χρησιμοποιούσαν ως αντιπαράδειγμα για τα παιδιά τους, έβρισκε διέξοδο στον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο. Ένας σύγχρονος βιογράφος του γράφει πως «η συνείδηση της αμαρτωλής μάνας του θα τον κάνει σαρκαστή κάθε ηθικής και κοινωνικής συμβατικότητας. Θα τον απογυμνώσει από το σεβασμό που τρέφει κάθε άνθρωπος για αυτούς που τον έφεραν στη ζωή, απαλλάσσοντάς τον επομένως από κάθε ηθικό δισταγμό» (Νίκος Κυρ. Αναστασόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο γιος της καλογριάς. Φως στην ψυχοσύνθεση, στη δράση και στο θάνατό του. Αθήνα 2004, σ. 26).

Για τη μητέρα του, περίφημη κι εκείνη «δια την τολμηρότητα και δια την γλώσσαν της» (Δ. Αινιάν), ο Καραϊσκάκης συνήθιζε να λέει απαξιωτικά: «Εμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές ώσπου να με γεννήσει». Εξάλλου, τη διάσημη προσφώνηση «γιος της καλογριάς» την χρησιμοποιούσαν λιγότερο οι άλλοι και περισσότερο ο ίδιος για να υποβαθμίσει σκόπιμα τον εαυτό του μπροστά στους συνομιλητές του (η μεγαλομανία σίγουρα δεν ανήκε στα γνωρίσματα του χαρακτήρα του) ενώ η ευθεία απόρριψη του προτύπου της οικογένειας που ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε, προεκτείνεται και στην οικογένεια που δημιούργησε. Ακόμα και στη γυναίκα του, Γκόλφω, δεν πρόσεχε τη γλώσσα του. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, η γυναίκα του είχε εγκατασταθεί στον Κάλαμο και αργότερα στα Επτάνησα όσο ο ίδιος βρισκόταν ή κυνηγημένος ή στον πόλεμο. Όταν την επισκέφθηκε, κάποια από τα παλικάρια της συνοδείας του ρίχτηκαν στις ψυχοκόρες της κι εκείνη του διαμαρτυρήθηκε οπότε για να την καθησυχάσει (;) ο αθυρόστομος άνδρας της, της είπε: «Έγνοια σου μωρή, έχω και για σένα πούτσο…Μη μου χολιάζεις!». Όταν αργότερα έμαθε πως η γυναίκα του τον είχε απατήσει, αποφάσισε να τη χωρίσει και να παντρευτεί την όμορφη κόρη του μεγαλοτσιφλικά των Αγράφων Τσολάκογλου, το υποστατικό του οποίου είχε ρημάξει όταν ήταν κλέφτης. Σύντομα όμως έχασε το ενδιαφέρον του και, αφού πέταξε την εικόνα της στα πόδια των στρατιωτών του, φώναξε: «Όποιος την πρωτοπάρει να την έχει! Να την χέσω την πουτάνα!». Αυτές οι εκφράσεις δεν είναι απαραίτητα μισογυνισμός αλλά έκδηλη περιφρόνηση απέναντι σε κάθε είδους ομαλή οικογενειακή ζωή ή κοινωνική σύμβαση που σχετίζεται με τον ενσυνείδητο καθωσπρεπισμό της τότε αγροτικής οικογένειας.

Οι χαρακτηρισμοί «μούλος» και «γύφτος» που τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή και που ο ίδιος υιοθετούσε, του επέτρεπαν να θεωρεί τον εαυτό του ανένταχτο, γεγονός που εν μέρει εξηγεί γιατί άργησε να επιλέξει το στρατόπεδό του στην Επανάσταση. Θέλοντας να επιβιώσει πεισματικά ως πρώτος αρματολός των Αγράφων, χρησιμοποιούσε κατά βούληση (ρωτούσε τον «πούτζον» του, όπως επιβεβαιώνει και ο Κασομούλης) τις συμφωνίες ή τις ένοπλες συγκρούσεις πολεμώντας ενίοτε την ίδια στιγμή με Έλληνες και Τούρκους που τον καταδίωκαν εξίσου ως αποστάτη! Μέχρι το 1824 οι παλινωδίες του και οι συνεχείς συγκρούσεις με το Εκτελεστικό, το Μαυροκορδάτο, τους Ζαΐμηδες, τους Σουλιώτες, τους Μεσολογγίτες, το Γιαννάκη Ράγκο, τους Πελοποννήσιους κ.ο.κ. παρήγαγαν πολλές εντάσεις και ακόμα περισσότερα «γαμοσταυρίδια».

Όταν στα 1823/24 η επαναστατική κυβέρνηση τον πολεμούσε ανοιχτά και οι υπόλοιποι καπετάνιοι της Δυτικής Στερεάς τον καταδίωκαν ως προδότη, η απάντησή του (γραπτή!) στην πρόταση συμφιλίωσης του Νικόλαου Στουρνάρη (μετέπειτα αρχηγό της φρουράς του Μεσολογγίου που σκοτώθηκε στην Έξοδο), ανήκει στις πιο γνωστές του ατάκες: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν-Νικόλα…είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες. Όποια θέλω από τα δύο θα μεταχειρισθώ» (Τα «τουμπλέκια» ήταν τούρκικα όργανα του ιππικού, σε αντίθεση με τις τρουμπέτες που τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες). Κάθε φορά που ο Καραϊσκάκης δεχόταν προτάσεις για ειρήνευση ή συνεργασία –είτε από Τούρκους είτε από Έλληνες– απαντούσε πως θα ρωτήσει τον «πούτζον» του και θα απαντήσει καταλλήλως. Η λέξη «πούτζος» φαίνεται να είναι αυτή που χρησιμοποιούσε με τη μεγαλύτερη συχνότητα και θα μπορούσαμε να παραθέσουμε αρκετούς λόγους για αυτό. Ο πρώτος είναι πως γνώριζε φυσικά πως η χυδαία λέξη για το ανδρικό όργανο σόκαρε πολύ περισσότερο σε σχέση με τις άλλες. Δεύτερον, η αναφορά αυτή ήταν εντελώς νομιμοποιημένη και σε χρήση ανάμεσα στα μέλη μιας πρωτόγονα ανδροπρεπούς και αρρενωπής κοινωνίας, ενώ υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος, πως ήθελε μέσα από την επανάληψη της να ξορκίσει κατά κάποιο τρόπο τη σεξουαλική του αναπηρία.

Αν και σε πολλές περιπτώσεις η στάση του Καραϊσκάκη απέναντι στην Επανάσταση μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικώς επαμφοτερίζουσα, η τούρκικη εξουσία τον αρρώσταινε. Ως παλιός κλέφτης, ψημένος από μικρή ηλικία στην ομάδα του Κατσαντώνη, ήξερε πώς να γίνεται υπέρμετρα βίαιος εναντίον των Τούρκων που τους αποκαλούσε «Εβραίους». Η πυραμίδα των κεφαλιών μετά τη Μάχη της Αράχωβας (Νοέμβριος 1826) και οι αλυσίδες με τα αυτιά που έστελνε στο Μεσολόγγι για να δώσει θάρρος στους πολιορκημένους ήταν τα τεκμήρια ενός ανελέητου πόλεμου εξόντωσης –όπως όλη η Επανάσταση– στον οποίο οι βρισιές ήταν δεδομένες. Όποτε ο Καραϊσκάκης αποφάσιζε να πολεμήσει ανοιχτά εναντίον των Τούρκων, το υβρεολόγιο συνόδευε απαραιτήτως τα βόλια του.

Μετά την «κρύα» υποδοχή του απεσταλμένου του Σιλιχτάρ Μπόδα που παραθέσαμε στην εισαγωγή, του «έσυρε» κι άλλα διάφορα, αυτή τη φορά σαν αποφασισμένος Έλληνας επαναστάτης που διατηρούσε τη μόνιμη ιδιότητα του υβριστή των πάντων: «Κερατάδες! Αυτούνους όπου αιχμαλωτίσατε ήτον εδικοί σας, ήτον Τούρκοι, ήτον Εβραίοι, διότι ραγιάς αυτό θα ειπή. Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν, και τώρα και πάντα!». Περίφημη έχει μείνει η απόκρισή του στον Μαχμούτ Πασά, διοικητή της της Σκόδρας (Νότια Αλβανία) που εκστράτευσε από την Οχρίδα με 20.000 επίλεκτους αρβανίτες στην κεντρική Ελλάδα το 1823 για να καταπνίξει τους ενόπλους των Αγράφων και όλης της Δυτικής Ελλάδας και μετά να κατέβει ανενόχλητος στο επαναστατημένο Μεσολόγγι. Προτού μιλήσει με τα όπλα, ο διαλλακτικός Πασάς έστειλε επιστολή στους καπετάνιους του Ασπροποτάμου με την οποία ζητούσε να συνθηκολογήσουν για να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Ο Καραϊσκάκης κοινοποίησε στους άλλους καπετάνιους την επιστολή του «κερατά του σαλεπιτζή» και φρόντισε να στείλει μόνος του μια μνημειώδη λακωνική απάντηση, εντελώς αταίριαστη με το συντηρητικό ύφος της επιστολής του μουσουλμάνου: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έλθεις καταπάνω μου, ευθύς να πολεμήσω». Το γεγονός πως δεν έριξε ούτε τουφεκιά εναντίον των έτσι κι αλλιώς υπέρτερων στρατευμάτων του πασά της Σκόδρας παρά διέφυγε στα Επτάνησα (και κατηγορήθηκε για αυτό), μάλλον τονίζει παρά υποβαθμίζει τη σημασία της αποστομωτικής απάντησης.

Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η ένταση και έκταση της βωμολοχίας του, δεν είχε διακυμάνσεις ούτε ανάγκη να προσαρμόζεται στο εκάστοτε ακροατήριο. Ανάμεσα σε συντρόφους είχε φυσικά ακόμα λιγότερους λόγους να βάζει φραγμό στη γλώσσα του, ενώ είχε «αρπαχτεί» άπειρες φορές με συμπολεμιστές του εκδηλώνοντας ένα ακόμη παρεμφερές «ελάττωμά» του: την έντονη οξυθυμία του. Στην περίφημη εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδας για την αποκοπή των οδών ανεφοδιασμού του Κιουταχή στο μέτωπο της Αττικής και τις μεγάλες επιτυχίες κατά των Τούρκων σε Δίστομο, Φοντάνα και Αράχοβα, είχε ανταλλάξει βαριές κουβέντες και με τους αγέρωχους Σουλιώτες οπλαρχηγούς που τον ακολουθούσαν (Λάμπρο Βέικο, Γιώργο Τζαβέλλα) και με τον καπετάνιο Ανδρίτσο Σαφάκα που αμφισβήτησε την αρχηγία του. Δυστυχώς δε μας παρατίθενται οι εκφράσεις του, αν και είναι γνωστό πως δε μετρούσε τα λόγια του, ειδικά μπροστά στους Σουλιώτες τους οποίους είχε και στην αρχή της Επανάστασης αποκαλέσει ανοιχτά «προδότες», «κλέφτες» και «γουρουνοτζάρουχα» (Επιστολή προς Κίτσο Τζαβέλλα, 20 Απριλίου 1823). Για τον οπλαρχηγό Δημήτρη Κοντογιάννη είχε πει στο Νότη Μπότσαρη, πως «εάν ήτον γυναίκα, δεν εχόρταινε με 80 χιλιάδες φοραίς την ώραν».

Ο Γιάννης Γκούρας ήταν «παλιόβλαχος». Ο Γιαννάκης Ράγκος, μόνιμος ανταγωνιστής του στο αρματολίκι των Αγράφων και έμπιστος του Μαυροκορδάτου, «πορδο-Ράγκος». Στους στρατιώτες και οπλαρχηγούς που ξεπουλιούνταν για μερικά χρυσά γρόσια παραπάνω απέδιδε τον μειωτικό τίτλο «οι ταλαρήσιοι». Ασυγκράτητα αισχρολόγος ήταν με όλους τους «πολιτικούς» της Επανάστασης τους οποίους τσουβάλιαζε, μαζί με τους «καλαμαράδες», ως εντελώς άχρηστους και επιζήμιους για το Γένος. Στη στάση του αυτή προσγράφεται μια συνολική απέχθεια που τον διέκρινε απέναντι σε κάθε λογής εξουσιαστική δομή. Αυτή η απέχθεια γινόταν δε εκρηκτική όταν αμφισβητούσε τις ικανότητες κάποιου. Ο Βλαχογιάννης αναφέρει, εν είδει ιστορικού ανεκδότου, πως δεν είχε διστάσει να προσβάλλει τον «πρωθυπουργό» Κουντουριώτη για την τραγελαφική εκστρατεία εναντίον του Ιμπραήμ που κατέληξε στην οικτρή ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι το 1825: «Ώρε Κουντουριώτη, άκουγα και νόμιζα θα είναι γεμάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό όσο εγώ έχω σπόρο στα αρχίδια μου».

Τον Κουντουριώτη αποκαλούσε «κουκούλα» από τον χαρακτηριστικό ναυτικό υδραίικο σκούφο του. Στον τέταρτο χρόνο του Αγώνα, η απραξία μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο του Ιμπραήμ, η ανικανότητα οιονεί στρατιωτικών αρχηγών όπως ο ναυτικός Κυριάκος Σκούρτης που οδήγησε σε οδυνηρές συντριβές και η διαφθορά των πολιτικών που διαμόρφωνε ένα αφόρητο κλίμα στο Ναύπλιο, τον έκανε να ξεσπάσει μπροστά στον Κασομούλη: «Άλλαξα τον αδόξαστο στο τζιογλάνι τον Μαυροκορδάτο, όταν ήρθε στο Νιόκαστρο· κι αφτουνού κι εκείνου του Κουντουριώτη που τονε μάζεψε να τον υψώσει. Σε βεβαιώνω, Κασομούλη, πως έκλαιγε ο πρόεδρος όταν έφευγα. Επειδής όμως είχε κείνον τον διάολον κοντά του, του είπα: «Δεν κάθομαι» -κι έφυγα. Δε μου ‘δωσε τους μιστούς των παλικαριών. Τον έχεσα κι αυτόν και την κουκούλα του κι ήρθα εδώ όπου είναι το Έθνος, που μ’ έσωσε και άλλοτε από τα κέφια των κερατάδων, του ενός και του άλλου. Πάω στην πατρίδα μας τη Ρούμελη κι εκεί θα φανεί ποιος θα δουλέψει. Δε μένω εδώ να με κυβερνάει το Τζογλάνι και η Κουκούλα μ’ αρχηγό το Γκεμιτζή (σ.σ. το Σκούρτη)»

Το «τζιογλάνι», όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα, ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Το, δια στόματος Μακρυγιάννη, «ζυμάρι των Τούρκων». Ο άνθρωπος τον οποίον αντιπαθούσε θανάσιμα και κάθε αναφορά στο όνομά του τον εξόργιζε πραγματικά αποκαλώντας τον περιπαικτικά «τεσσερομάτη» (επειδή φορούσε γυαλιά). Τις σκέψεις του αυτές τις μοιραζόταν και με τους ομογάλακτους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς (τους οποίους καλούσε «αδελφούς»), στις ανάπαυλες των μεταξύ τους διαμαχών. Ο Κασομούλης μας διασώζει μια συνομιλία που καταλήγει σε μια από τις συνηθισμένες εκρήξεις του εναντίον του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου τον οποίο περνάει «γενεές δεκατέσσερις» ομού μετά των υποστηρικτών του:

-Καραϊσκάκης: Καπιταναίοι, εκστρατεύετε· δεν σας ερωτώ δια πού έχετε να εκστρατεύετε.
-Καπεταναίοι: Και ημείς δεν ηξεύρομεν, είπον, πηγαίνομεν εις τον μαχαλάν και όπου μας διορίσει η Κυβέρνησις, εκεί θέλει εκστρατεύσωμεν.
-Καραϊσκάκης: Ποια κυβέρνηση καπιταν-Νότη (σ.σ. Νότης Μπότσαρης); Το τζιογλάνι του Ρείζ-εφέντη, ο τεσσερομάτης; Ποιοι τον έκαναν κυβέρνησιν; Εγώ και οι άλλοι δεν τον γνωρίζομεν! Ή σύναξεν δέκα ανόητους και τον υπέγραψαν δια τας ιδιοτέλειάς των; Ιδού ποιοι τον υπέγραψαν: Πρώτον εσύ, όπου όλα τα πράματα θέλεις να έρχωνται με το ζουρνά, ο Σκαλτσάς, όπου δεν είναι άλλο παρά καμπάνα μπαγκ-μπαγκ, ο Μακρής ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος όπου μόνον το κεφάλι ξέυρει να ταράζει […] ο ξυνόγαλο-Γεώργιος Τζιόγκας, όπου στραβώνει τα χείλη με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο αδελφός μου ο Στορνάρης ο ψεύστης; Δεν το υπέγραψεν ο πούτζος μου, και να ιδώ την εκστρατείαν σας! […] Δια την Άρταν εκστρατεύετε…Πηγαίνετε και εγώ το ντουφέκι σας το βάνω από τις πλάτες. Σας γάμησα τα κέρατα και θα σας γαμήσω και πάλι!».

Η μετωπική σύγκρουσή του με τους εκφραστές της τάξης και της πολιτικής νομιμότητας ήταν συνεχής και παραλίγο να του κοστίσει πολύ περισσότερα από τη στρατιωτική του «καθαίρεση» και την απώλεια του αρματολικιού των Αγράφων. Στην περίφημη δίκη του στο Μεσολόγγι την 1η Απριλίου του 1824, εκτός από την «εσχάτη προδοσία» (υποτίθεται πως είχε συνομολογήσει ειρήνη και συνεργασία με τον Ομέρ Βρυώνη), ο «γύφτος» δικάστηκε συνολικά, για όλες τις άσχημες συνήθειές του, και φυσικά την ανυπόφορη για τους προεστούς ελευθεροστομία του. Όσοι βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στην εκκλησία-δικαστήριο της Παναγίας στο Αιτωλικό, είχαν την τύχη να απολαύσουν μια σπαρταριστή στιχομυθία ανάμεσα στον κατηγορούμενο Καραϊσκάκη και έναν από τους δικαστές του, τον ηλικιωμένο κοτζαμπάση Γαλάνη Μεγαπάνου:
«Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλια στα λόγια που λέω, εκατό ζωές να ‘χω, δεν γλιτώνω.

Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε ξέρουμε πως λες όλο λόγια, μα γιατί τα λες;
Καραϊσκάκης: Το ‘χω χούι κυρ Πάνο.
Μεγαπάνου: Αμ, γιατί να το ‘χεις χούι που είσαι πια πενήντα χρονών;
Καραισκάκης: Αμ δεν μπορώ να το κόψω, κυρ-Πάνο. Κι εσύ δα είσαι ογδόντα χρονώ, μα το χούι δεν τα’ αφήνεις να γαμείς –και δεν μ’ ακούς». Εκείνη τη στιγμή, όλο το ακροατήριο και οι δικαστές γκρεμίστηκαν από τα γέλια και η διαδικασία κόπηκε λόγω ακατάσχετου γέλωτος…Ο Καραϊσκάκης κέρδισε το κοινό με τα αστεία του και την αμεσότητά του και τελικά έφυγε ελεύθερος κάτω από τα εγκωμιαστικά σχόλια των κατοίκων του Μεσολογγίου που έλεγαν μεταξύ τους πως «δε ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζαράς!».

Εντελώς αγέρωχος και μοναχικός πολεμιστής, ο Καραϊσκάκης ήταν άνθρωπος που έδινε αξία μόνο στις προφορικές συμφωνίες, στη «μπέσα». Στα χρόνια της προδοσίας, της ατιμίας και της ρευστότητας των συμπεριφορών, ο κώδικας τιμής των κλεφτών έμοιαζε να είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς στην αναζήτηση συμμάχων και φίλων. Έναν τέτοιο δεσμό είχε με τον Κίτσο Τζαβέλλα στον οποίο μάλιστα είχε τάξει για γυναίκα την κόρη του. Όταν όμως εκείνος ξεμυαλίστηκε με μια Μεσολογγίτισα, αθετώντας το λόγο του και διαλύοντας την ένωση των δύο οικογενειών, η υπόληψή του καταβαραθρώθηκε στα μάτια του Καραϊσκάκη. Όταν λοιπόν ο Τζαβέλλας του έστειλε κάποτε μια επιστολή για να σπεύσει προς βοήθειά του, σφραγισμένη με το σημείο του σταυρού, ο θιγμένος του απάντησε σε τόνο ακατέργαστης λαϊκής θρησκευτικότητας χωρίς να διστάσει να διανθίσει το γράμμα με τα γνωστά «γαλλικά» του: «Άνθρωπος όπου αρνείται τον Σταυρόν δια μουνί, δεν έπρεπε να βάνη Σταυρόν στο γράμμα του και εν ονόματι αυτού, να καλή βοήθεια, διότι τον ηρνήθη…».

Οι πρόγονοί μας έβριζαν και πολεμούσαν. Πολεμούσαν και έβριζαν. Όταν πυροβολούσαν, έβριζαν. Όταν έκαναν έφοδο, έβριζαν. Όταν τραυματίζονταν, έβριζαν. Όταν αιχμαλωτίζονταν, έβριζαν. Όταν διαφωνούσαν, έβριζε ο ένας τον άλλον. Μαζί με τα χρυσά σκήπτρα της βωμολοχίας του ’21, στον Καραϊσκάκη ανήκουν και αυτά της αυθεντικότητας. Κανείς από όσους έχουν μέχρι σήμερα καταπιαστεί με τη ζωή, τη δράση και τον χαρακτήρα του δε θεωρούν την αθυροστομία του «ελάττωμα». Αντίθετα, μοιάζει ένα πρόσθετο γοητευτικό στοιχείο σε μια συνολικά συναρπαστική προσωπικότητα. Πολιτικά ανορθόδοξος, υπερβολικά ανθρώπινος, ανεξάρτητος και πάντοτε σαρκαστικός, διατήρησε και διατηρεί έως σήμερα το χρώμα μιας επαναστατικής γνησιότητας. Η ακούσια σύγκρισή του με τον Κολοκοτρώνη, είναι η σύγκριση ανάμεσα στον αυτοσαρκαστικό «γύφτο» και το σεβάσμιο «γέρο». Μολονότι προσωπικότητες ίδιου βεληνεκούς και σημασίας, οι διαφορετικές τους ποιότητες αναδεικνύουν ενίοτε και αρκετές συγκλίσεις των χαρακτήρων τους. Η προσωπικότητά του Καραϊσκάκη είναι αρχετυπική διότι ενσαρκώνει το πνεύμα του κλεφταρματολού σε όλη τη γήινη μεγαλοπρέπειά του. Πολλά πράγματα για αυτόν μας αποκαλύπτουν οι επιλογές του.

Ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που έβρισκε με αγωνιστές όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Μακρυγιάννης αποκαλύπτει ένα κοινό σημείο: Όλοι τους κάποια στιγμή βρέθηκαν απολογούμενοι μπροστά στην αυτόκλητη «ανώτερη» τάξη της επαναστατημένης Ελλάδας, στοιχείο που τους κατατάσσει αυτόματα στη χορεία των πιο αυθεντικών εκφραστών του «λαϊκού ‘21». Ένας κοινωνικά απόβλητος γιος μιας παραστρατημένης καλόγριας που έγινε διαδοχικά πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη, τσοχαντάρης (σωματοφύλακας) του Αλή-Πασά, αρματολός στα Άγραφα, αρχιστράτηγος, Γενικός Αρχηγός, αναζωογονητής του Αγώνα στη Ρούμελη, νικητής του Κιουταχή σε πολλές μάχες και οργανωτής του μεγαλύτερου στρατοπέδου που γνώρισε το 1821 δε μπορεί παρά να διεκδικεί τις δάφνες του λαϊκού ήρωα. Δυστυχώς, η αξία του έμελλε να γίνει αισθητή μετά τον θάνατό του. Όταν σκοτώθηκε ήταν ήδη αναγνωρισμένος αρχηγός και διέθετε χιλιάδες πιστούς και αφοσιωμένους άνδρες, ήταν δε έτοιμος να τελειώσει μια για πάντα την υπόθεση της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδας λύνοντας την πολιορκία της Ακρόπολης με τον τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε. Η φιλοτιμία του να τρέχει στην πρώτη γραμμή και να φροντίζει τους άνδρες του σαν καλός κλέφτης, του κόστισε πολύ ακριβά. Σύμφωνα με τον Περραιβό, έφυγε συγκινημένος σε ένα νεκροκρέβατο στη Σαλαμίνα και αποχαιρέτησε τους συντρόφους του με θερμά, πατριωτικά λόγια για τον Αγώνα στον οποίον είχε αφοσιωθεί ολόψυχα παρακινώντας τους με χωρατά και δάκρυα στα μάτια να είναι «μονιασμένοι και να βαστήξουν την πατρίδα» (Μακρυγιάννης).

Η λιτή διαθήκη του ήταν για τις «τσούπες» του, την αγαπημένη του Τουρκάλα Μαριγώ που τον λάτρευε σαν θεό και τον ακολουθούσε πάντα ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, τους «γραμματικούς» και τους «τζαουσάδες» του. Κι αυτή θα ήταν η αψεγάδιαστη, επιλογική εντύπωση που θα φωτογράφιζε στους αιώνες των αιώνων το όνομα «Γεώργιος Καραισκάκης» σε κάθε σχολική επέτειο, ταιριαστά αποκαθαρμένο από τον παλιό, «χυδαίο» εαυτό του, αν ο Κασομούλης δεν έκρινε σκόπιμο να σώσει τα τελευταία λόγια που ο καπετάνιος φώναξε στους Τούρκους καθώς έπεφτε τραυματισμένος στη βουβωνική χώρα, εκείνη την «φαρμακωμένη» Πέμπτη της 22ας Απριλίου του 1827, μια μέρα πριν την ονομαστική του εορτή, έφιππος κοντά σε ένα πρόχειρο προμαχώνα κάπου στο σημερινό Νέο Φάληρο: «Κλάστε μου τώρα τον πούτζον!….»

Πηγή:https://info-war.gr

Σαν γλώσσα ενός λαού εννοούμε το σύνολο των φθόγγων και των λέξεων που χρησιμοποιούνται για να επικοινωνούν μεταξύ τους, να συνδιαλέγονται, να εκφράζουν τις σκέψεις τους, τα συναισθήματα τους, τις επιθυμίες τους και γενικά να συνομιλούν οι άνθρωποι. Ο λόγος, η ομιλία είναι προϊόν της ανάπτυξης του εγκεφάλου του ανθρώπου. Το νοήμον ον, ο άνθρωπος ομιλεί, συνδιαλέγεται…

Η γλώσσα είναι εν πρώτοις προφορική, δηλαδή τη μαθαίνει ο άνθρωπος στα πρώτα χρόνια της ζωής του, τη μαθαίνει ακούγοντας την στο σπίτι του, από τους γονείς του, από την γιαγιά και τον παππού του και από τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Αργότερα, καθώς βγαίνει στη γειτονιά του για να παίξει, στο χωριό του, στην πόλη του, την εμπλουτίζει και την εμπεδώνει.

Στη χαρά του και στη λύπη του εκφράζεται με την μητρική του γλώσσα. Τα πρώτα του τραγούδια που μαθαίνει, τα πρώτα του παραμύθια που ακούει από την γιαγιά του τις κρύες νύχτες του χειμώνα είναι στη μητρική του γλώσσα εκφρασμένα, ειπωμένα…

Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ονοματίσει τη γλώσσα του στα πρώτα χρόνια της ζωής του, καθώς δεν έχει ακούσει άλλες μητρικές γλώσσες. Μπορεί όμως να τη διακρίνει όταν ακούσει και άλλες μητρικές γλώσσες, μπορεί να την ξεχωρίσει.

Συνηθίζεται μια γλώσσα να ονοματίζεται από τον τόπο στον οποίο μιλιέται, στην Τουρκία η τουρκική γλώσσα, στην Ελλάδα η ελληνική (νεοελληνική γλώσσα, σύνθετη είναι η λέξη), στη Βουλγαρία η βουλγαρική, στη Γερμανία η γερμανική κ.ο.κ.

Εμείς τώρα που ζούμε, που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στη Μακεδονία, που και οι παππούδες μας και προπαππούδες και προγιαγιάδες μας γεννήθηκαν εδώ και έζησαν, ανατράφηκαν και επολέμησαν για την πατρίδα τους και θυσιάστηκαν για αυτήν, αυτοί που ήσαν εδώ «από Νταμ παππαντάμ» εδώ στη Μακεδονία, σε όλο τον μακεδονικό χώρο, βόρεια ή νότια, ανατολική ή δυτική, ποιά μητρική γλώσσα έχουμε οι μεγαλύτεροι μου; Πως την ονομάτιζαν οι νοτιοέλληνες, οι παλιοελλαδίτες;..!!

Όταν πήγα στο νηπιαγωγείο του χωριού μου, της Σκοπιάς Φλώρινας, εκεί πρωτοάκουσα μια άλλη γλώσσα, διαφορετική από τη μητρική μου γλώσσα. Η «ντασκαλίτσα» μας, όπως την έλεγε η γιαγιά μου ή «ντρτσκαλίτσα», όπως την έλεγε ο παππούς μου, μας μάθαινε τα ελληνικά γράμματα και τις ελληνικές λέξεις. Στα μικρά νήπια είχαμε την κυρά-Βαγγελιώ και στα μεγάλα νήπια την κυρία Ιουλία. Ερχόντουσαν από τη Φλώρινα με τα πόδια στο χωριό, καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, αρωματισμένες! Τις αγαπήσαμε!!

Εκεί στο νηπιαγωγείο μου, πάνω ψηλά στον τοίχο ήταν πίνακες με εικόνες των οικόσιτων μας ζώων. Έμαθα εκεί ότι κάτω από την εικόνα της «κοκκόσκας» έγραφε κότα ή όρνιθα. Αυτό που ήξερα εγώ ως «κράβα» από κάτω έγραφε «αγελάδα». Έτσι έμαθα ότι τα οικόσιτα μας ζώα είχαν άλλη ονομασία στο σχολείο μου…

Και εν συνεχεία στο δημοτικό έμαθα να γράφω και να διαβάζω τα ελληνικά. Διέκρινα επίσης τότε ότι οι παππούδες μου και γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να προφέρουν κάποιους ελληνικούς φθόγγους , δ, θ, γ… Έλεγαν ο Ντημήτρης, ο Τόντορας, ο Τανάσης, ο Γκιόργκος, όταν προσπαθούσαν με χίλια ζόρια να μιλήσουν ελληνικά.

Στην εκκλησία όμως κανείς δεν καταλάβαινε από αυτά που έψαλλαν οι παππάδες και οι ψαλτάδες… Βαπτίζονταν κάποιος Ευάγγελος, Δημήτριος, Αναστάσιος, Χρήστος και στο χωριό οι κάτοικοι τον «ξαναβάπτιζαν», τον ονόμαζαν Γκελλε, Μήτρε, Τάσε, Ρίστο, ή Ίτσο αντίστοιχα.

Στο σπίτι μου λοιπόν, στο χωριό μου, στη γειτονιά μου άλλη γλώσσα μιλούσαμε, την μητρική μας και στο σχολείο άλλη γλώσσα διδασκόμασταν, την ελληνική, την νεοελληνική (σύνθετη η ονομασία).

Τα γύρω χωριά μας, η γιαγιά Λαζούιτσα, τα έλεγε: Μάαλα, Κραπέσσινα, Νέρετ, Αρμέ- ναρο, Λάζζενι, Πεσόσσνιτσα, Κουτσκόινι, δηλαδή ο Τροπαιούχος, η Ατραπός, ο Πολυ- πόταμος, το Αρμενοχώρι, το Μεσονήσι, το Αμμοχωρι, το Πέρασμα αντίστοιχα. Οι ονομασίες των χωριών της Φλώρινας άλλαξαν με προεδρικά ή βασιλικά διατάγματα μετά το 1926.

Όπως και στην Πελλοπόνησο, Ρούμελη, Ήπειρο. Την Φλώρινα την έλεγαν «Λέριν» και τις γειτονιές της Φλώρινας τις έλεγαν: Γιαζζο, Βαρόσσ, Γκιούπτσκα μάλα, Τρσιάντσκα μάαλα, Γκρντσάντσκα μάαλα, Γκόρνιτσίφλικ, Ντόλνι τσίφλικ, που σήμερα λέγονται αντίστοιχα:το Γιάζι, το Βαρόσι, ο Γύφτικος μαχαλάς (δυτικά του «Αριστοτέλη», μετα τον ποταμό), Γειτονια των Τριβουνιωτών, Γειτονιά των τσουκαλάδων (υδροδοχείων), το πάνω Τσιφλίκι, το κάτω Τσιφλίκι.

Καθώς έχω αρρώστια με την ετυμολογία των ονομάτων έψαξα και βρήκα: Γιάζο, σημαίνει υδατοφράκτης στο Βουλγαροελληνικό λεξικό,το φράγμα του ποταμού. Βαρόσ στο Αλβανοελληνικό λεξικό σημαίνει τόπος ταφής, νεκροταφείο, τόπος εκτελέσεων. Γκιούπτσκα, γκιούπτιν είναι ο Αιγύπτιος, ο γύφτος. Τρσιάνετσ είναι ο Τριβουνιώτης, Τ’ρσιε, η παλιά ονομασία του χωριού Τρίβουνο. Γκ’ρνε, το υδροδοχείο, στο Βουλγαροελληνικό λεξικό η στάμνα (στις σλαβικές λέξεις τονίζονται και τα σύμφωνα).

Η ομιλούμενη γλώσσα στην πόλη της Φλώρινας στο παζάρι, στην αγορά, στα καταστήματα αποτελούνται από βουλγαρικές λέξεις και προτάσεις, κατά τη δεκαετία του 1950 και παλαιότερα… Οι δάσκαλοι μου, στο δημοτικό σχολείο, μας απαγόρευαν να μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα!!!

Μια μέρα με κλάμματα επέστρεψα στο σπίτι μου από το σχολείο, έφυγα νωρίτερα, διότιτο μαύρο χαράκιτου δασκάλου μας, το χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος περισσότερο για να χτυπάει τις παλάμες μας με αυτό! Με πρησμένες και μαυρισμένες παλάμες, εκείνες τις μικρές, τρυφερές, ροδαλές παλάμες που στα δαχτυλάκια τους προσπαθούσαν να κρατήσουν το μολύβι, το στυλό, για να μάθω να γράφω ελληνικά γράμματα, με πονεμένες λοιπόν παλάμες έφυγα από το σχολείο.

Το αμάρτημα μου ήταν ότι κατά την ώρα του διαλείμματος, όπως είπε ο δάσκαλος μιλούσα «μακεδονικά»… άλλος δάσκαλος έλεγε «βουλγάρικα». Στο σχολείο δεν ήθελα να ξαναπάω. Η γιαγιά μου όμως η Λαζούιτσα Πέικοα, όπως την έλεγαν στο χωριό, μου κρέμασε το σχολικό «τόρμπε» στον ώμο, το μάλλινο, το υφαντό το κόκκινο με μαύρες ρίγες. Μου ‘βαλε και ένα ξύλο στραβό και ροζιάρικο κάτω από τη μασχάλη και με έστειλε στο «σχολείο» ξανά. Χειμώνας για…

Χτύπησε το κουδούνι, κάναμε γραμμές, είπαμε την πρωινή προσευχή και με βαριά βήματα μπήκαμε στις τάξεις μας. Ο δάσκαλος μας έβαλε να διαβάσουμε έναν, έναν στο αναγνωστικό μου… Ντουκ, ντουκ, ντουκ, δυνατά και άγρια ακούστηκε η πόρτα, η κλειστή πόρτα της τάξης μας.(;;!!)

Εμπρός! Φώναξε ο δάσκαλος, στρέφοντας και σκύβοντας το κεφάλι προς τη πόρτα (φορούσε χοντρά γυαλιά)… Η πόρτα άνοιξε με ορμή και μπήκε με φόρα η γιαγιά μο, στηριζόμενη στη «λασταγκάρκα» που χρησίμευε για το φόρτωμα και ξεφόρτωμα του γάιδαρου μας (στυλιάρι), όρθια, στητή, ψηλόκορμη…

Προτείνει το στυλιάρι προς τον δάσκαλο, με άγριες διαθέσεις και του λέει:

«Μπρε κούτσε, μπρε μαγκάρε κε τια σκ’ρσσαμ γκλάβατα μπρε!! Σσό έζικ ίμασσ μπρε τι, κόι έζικ πρικάζζβα μάικα τι… ά, κόι έζικ; Ντέα γκι ναούτσσι μπρε τι γκ’ρτσσκι τε; Ά; ντέα;;… Κούτσσε, έ κούτσσε!!»

Μεταφράζω: «Βρε σκύλε, βρε γάιδαρε, θα σου σπάσω το κεφάλι βρε… Τι γλώσσα έχεις εσύ βρε, ποιά γλώσσα μιλάει η μάνα σου; ά! Ποιά γλώσσα;! Που τα έμαθες βρε εσύ τα ελληνικά;!! Ά; Που; Σκυλί, ε σκυλί!!;;…

Ο δάσκαλος τρομαγμένος σηκώθηκε από τη ψάθινη καρέκλα του τραπεζιού του που ήταν σκεπασμένο με μπλε χαρτί, έσπρωξε τη καρέκλα προς τα πίσω και έκανε λίγα βήματα δεξιά του. Φαινόταν αμήχανος, φοβισμένος και άρχισε να ξεροκαταπίνει… Κοίταξε μια τη λασταγκάρκα και μια πίσω του, να δει αν υπάρχει χώρος διαφυγής… Έβγαλε και τα χοντρά γυαλιά του…

Η γιαγιά μου επί τέλους, ευτυχώς, κοντοστάθηκε, έριξε μια εξεταστική ματιά προς εμάς τους μικρούς μαθητές, που είχαμε σηκωθεί όλοι όρθιοι, έτσι γινότανε πάντα, όταν κάποιος μεγάλος, ενήλικας, έμπαινε στην τάξη. Ο παππούς μου έβγαζε και το καπέλο του όταν έμπαινε στην τάξη για να ρωτήσει κάτι τον δάσκαλο…

Τα μάτια της γιαγιάς μο καρφώθηκαν πάνω μου… καθόμουν στο πρώτο θρανίο… λόγω ύψους…, κούνησε το κεφάλι της νευρικά δεξιά και αριστερά και στρεφόμενη προς τον δάσκαλο είπε κουνώντας τη λασταγκάρκα (διχαλωτό στυλιάρι) με το ένα της χέρι κι με το άλλο να με δείχνει: «Έντνο βλάκνο», συνέχισε η γιαγιά μου απειλητικά, «άκο κε γκίμπνεϊς να βόα ντέτι, να μόετο φνούτσσε, ζζίφ οτ σκόιλετο νέμα ντα ιζλέζις!»

Μεταφράζω: «Μια τρίχα αν θα πειράξεις σ’αυτό το παιδί, στο δικό μου εγγόνι, ζωντανός από το σχολείο δεν θα βγεις…!!

Ορμητικά μπήκε και ορμητικά βγήκε η γιαγιά μου από την τάξη μας, χτυπώντας και στηριζόμενη στη λασταγκάρκα, που χτυ- πούσε δυνατά και ρυθμικά πάνω στο σανιδένιο πάτωμα… Ορθόκορμη, στητή, αγέρωχη, περήφανη. Ντουκ, ντουκ, ντουκ… χάθηκε ο γδούπος στο βάθος του διαδρόμου.

Ήρθε η άνοιξη, Μάρτης μήνας, τα κορίτσια οι συμμαθήτριες μας φόρεσαν τις «μαρτίνκες», τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν εκεί στο «Μάλτεπε», εκεί στο «Κορί», εκεί στην «Κούλα». Ο ήλιος ζεστός έβγαινε και φώτιζε την πλάση! Η αμυγδαλιά μας πρώτη έβγαλε τον ανθό της, η τρελή!! Στο σχολείο μας είχαμε γιορτή, 25η Μαρτίου 1821, όλοι μας ντυμένοι με τα καλά μας, τα καινούργια μας ρούχα, εμένα μου τα είχαν αγοράσει και για το Πάσχα. Μάθημα εκείνη
τη μέρα δεν θα κάναμε… Ξύλο εκείνη την ημέρα δεν επρόκειτο να τρώγαμε…

Είχαμε επέτειο, είχαμε γιορτή, διπλή γιορτή εκείνη την ημέρα, ημέρα επανάστασης, ημέρα «λευτεριάς» (;;;), ημέρα ξεσηκωμού του γένους μας αλλά και ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Πρώτα θα εκκλησιαζόμασταν και μετά θα κάναμε παρέλαση!! Θα καταθέτανε και στεφάνια στο «Ηρώον»… Χτύπησε το κουδούνι, όλοι μπήκαμε, κάναμε τις γραμμές μας, κατά τάξη και κατά ύψος…

Ο δάσκαλος μου, ο διευθυντής του σχολείου μας, φώναξε το όνομα μου…!! Μου’δωσε να κρατάω τη σημαία, τη γαλανόλευκη, το τιμημένο σύμβολο του έθνους μας… Ρίγος με διαπέρασε! Ξεκινήσαμε να κάνουμε παρέλαση και φυσούσε ένας αέρας δυνατός, ο πούστικος σέβερ και με δυσκολία κρατούσα τη σημαία, φοβόμουνα μη με σηκώσει μαζί με τη σημαία ο πούστικος. Μάζεψα το πανί της σημαίας και το κράταγα διπλωμένο κοντά στο κοντάρι. Ψηλά ο σταυρός της σημαίας με χρυσό χρώμα, λαμπύριζε στο φως του ήλιου…

«Εν, δυό, εν δυό» παρελαύναμε καμαρωτά εμείς οι μαθητές του δημοτικού σχολείου Σκοπιάς. Κόσμος πολύς δεξιά και αριστερά του δρόμου. Χειροκροτούσαν, καμάρωναν τα μικρά τους βλασταράκια, καμάρωναν το μέλλον του χωριού μας!! «Εν, δυό, εν δυό, φρρ, φρρ, φρρ», η σφυρίχτρα του δασκάλου! Τρέχει κοντά μου ο δάσκαλος μου, δίπλα μου.

«Κωνσταντίνε, άσε τη σημαία να κυματίζει… ψηλά, ψηλά τη σημαία! Κράτη τη ψηλά!» Ευτυχώς ο αέρας κόπασε κάπως εκεί στη πλατεία του χωριού, ο πούστικος, και οι ακτίνες του Μαρτιάτικου ήλιου έπεφταν ζεστές πάνω στα πρόσωπα μας… Ρεζίλι θα γινόμουν αν ο αέρας μου σήκωνε τη σημαία…!

Στο «Ηρώον» ο πάπα-Τάνας από το Αρμενοχώρι έψαλλε, θυμιάτιζε, προσεύχονταν, δίπλα του και ο ψάλτης μας ο Γκέλλες, κρατώντας ένα βιβλίο ψαλτήρι και παρά δίπλα ο άλλος ψάλτης μας από τη Φλώρινα ο Μανασής ο Κοσμοκαλόγερος που φορούσε τα ίδια ρούχα χειμώνα, καλοκαίρι, το ίδιο μακρύ γκρι παλτό… χειμώνα… καλοκαίρι… τα ίδια σκουντούρια!!

Οι μαθητές απάγγειλαν ποιήματα, κατέθεσαν στεφάνια, ο δάσκαλος εκφώνησε τον πανηγυρικό της ημέρας. Μίλησε για τους ήρωες της επανάστασης του 21, για τον Καραϊσκάκη, για τον Κολοκοτρώνη, για τον Παπαφλέσσα, για τους Σουλιώτες, για το Κούγκι, για την Κιάφα, για τον χορό του Ζαλόγγου, για τον Μάρκο Μπότσαρη, για τον Κίτσο Τζαβέλλα, για τον Αθανάσιο Διάκο, για την Αλαμάνα…

Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι θυμηθήκαμε τα κατορθώματα των Ελλήνων,των προγόνων μας…!

Το χωριό μου είχε πολλούς νεκρούς, δολοφονημένους, σκοτωμένους ακόμα από την επανάσταση του Ίλιντεν (1903). Πολλοί σκοτώθηκαν στο πρώτο μεγάλο πόλεμο (Βαλκανικό, Παγκόσμιο), πολλοί κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολλοί κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, πολλοί σκοτωμένοι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί στον Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949). Πολλοί οι φυγάδες, πολλά παιδιά χωρίσαν από τους γονείς τους κατά το «παιδομάζωμα». Πολλές οι χήρες στο χωριό μου, πολλά τα ορφανά…

Έφυγε ο Μάρτης, ήρθε ο Απρίλης,τα δέντρα πρασίνισαν, έβγαλαν τον ανθό τους. Το απέναντι δάσος πρασίνισε, «κουκαΐτσα κούκα να ζέλενα μπούκα» (ο κούκος λαλεί πάνω στην πράσινη οξυά). Οι τσομπαναραίοι βγάλανε τα γίδια και τα πρόβατα στις πράσινες πλαγιές του χωριού μας. Οι άντρες και οι
γυναίκες του χωριού βγήκαν στα χωράφια, βγήκαν στ’αμπέλια εκεί στο «Τσέτιροκ», εκεί στην «Ελένιτσα»… με τις τσάπες στον ώμο, με τα δικέλια, με τις αξίνες… Σκάβανε, τραγουδούσανε… «Κούκου! Κούκου!», ο κούκος συνόδευε κι αυτός το τραγούδι τους…

Πλησίασε και το Πάσχα, ήρθε του Λαζάρου η γιορτή, ήρθε η Κυριακή των Βαΐων. Τα κορίτσια του χωριού μας, οι ελεύθερες, ντυμένες με τις παραδοσιακές φορεσιές, γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, τραγουδούσαν και χόρευαν. Η πρώτη κρατούσε ένα καλάθι ανθοστόλιστο όπου εκεί μάζευαν τα αυγά που τους έδιναν οι νοικοκυρές. Πια- σμένες χέρι-χέρι, οι Λαζάρκες τραγουδούσαν, χορεύοντας κυκλικά:

«Έτο γκο Λάζαρ
ντα γκρεντί,
σο τόρμπα μπίσερ νάραμο,
να σ’τι ντέλμπα ντέλεσε,
να σ’τι ντέλμπα ντέλι…
να πάσσκαρκα τα νε στιγκνά,
να πάσσκαρκα τα βέλει:
Μ’λτσσι πασσκάρκο νε πλατσεΐ,
πα πο γκοντίνα κε ντοϊντά,
να τέμπε πόικε κε ντελά!!»

Μεταφράζω:

«Ιδού ο Λάζαρος που έρχεται,
με μαργαριταρένιο τορβά στον ώμο,
σε όλες δώρα δώριζε,
σε όλες δώρα μοιράζει,
στην τελευταία όμως δεν έφτασε,
στην τελευταία όμως λέει:
Σώπασε τελευταία μου και μη πολυδακρύζεις,
πάλι του χρόνου θε να ‘ρθω
πολλά σε σε να δώσω!!!»

Κώστας Δ. Ιωάννου – Οδοντίατρος

ΥΓ: Ο παππούς μου, κόλλήγα γιός! Ο πατέρας μου κολλήγα γιός! Εγώ κολλήγα γιός! Τα παιδιά μου γιατρού παιδιά!

Πηγή:https://echoflorina.gr

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, υπήρχε ένα οπαδικό τραγούδι που συχνά-πυκνά ακουγόταν μέσα στο «Βεστφάλεν», την ιστορική έδρα της Ντόρτμουντ. «Ένα τρένο ξεκίνησε από το Γκελζενκίρχεν και πήγε προς το Άουσβιτς», τραγούδουσαν χαρούμενα και χιουμοριστικά οι οπαδοί της Ντόρτμουντ. Βέβαια, με το συγκεκριμένο είδος χιούμορ υπήρχε ένα πρόβλημα: ήταν ναζιστικής έμπνευσης, καλό για να γελάνε οι στρατιώτες του Χίτλερ αλλά όχι οι κανονικοί άνθρωποι.

Οι οπαδοί της Ντόρτμουντ το συγκεκριμένο σύνθημα το φώναζαν για να πικάρουν τους οπαδούς της Σάλκε, της αιώνιας αντιπάλου τους, που εδρεύει στο γειτονικό Γκελζενκίρχεν. Αναφέρεται στους Εβραίους οπαδούς της Σάλκε που εξοντώθηκαν μαζικά τα χρόνια του Ολοκαυτώματος στη χιτλερικη Γερμανία. Στα 80s, αυτό το χαρακτηριστικό της οπαδικής βάσης της Σάλκε δεν ήταν λόγος σεβασμού μεταξύ αντιπάλων οπάδων: οι ultras της Ντόρτμουντ δεν είχαν κανένα πρόβλημα να βρίζουν εξοντωμένους Εβραίους από την χιτλερικη θηριωδία.

Ο λόγος ήταν απλός: οι οπαδοί της Ντόρτμουντ ήταν και οι ίδιοι ναζιστές. Η συγκεκριμένη πόλη άλλωστε παραμένει ακόμα και σήμερα ένα μέρος με πολύ βαθιά ριζωμένες ακροδεξιές ιδέες. Για τη Γερμανία φυσικά, ο ξεριζωμός των αντισημίτικων ιδεών υπήρξε μια διαδικασία πολυδιάστατη, μακροχρόνια και εν τέλει πετυχημένη: δεν υπάρχει κανένα μέρος στη Γερμανία που να συναντά κανείς τον αντισημιτισμό σαν πλειοψηφούσα κοινωνική τάση.

Το Ντόρτμουντ δεν αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά τον παραπάνω γενικό κανόνα. Τα ποσοστά ακροδεξιών ωστόσο είναι αισθητά αναβαθμισμένα σε σχέση με την υπόλοιπη Γερμανία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εξαιρετικά μαζική οπαδική βάση για την ομάδα της Βεστφαλίας (περίπου 150.000 οπαδοί της Ντόρτμουντ υπάρχουν σε μια πόλη 500.000 ανθρώπων) δεν είναι να απορεί κανείς που διαμορφώθηκε κάπως έτσι το συγκεκριμένο οπαδικό κίνημα.

Για την ακρίβεια, στα 80s, οι οπαδοί της Ντόρτμουντ δεν ήταν απλά φασίστες αλλά και οι πιο επικίνδυνοι και άγριοι χούλιγκαν της Γερμανίας. Σκορπούσαν φόβο και τρόμο όπου και αν πήγαιναν και φυσικά, σε μια χώρα που διακατέχεται από μίσος για τον ρατσισμό εξαιτίας των ενοχών του παρελθόντος της, πολλές συγκρούσεις στις οποίες ήταν εμπλεκόμενοι οι οργανωμένοι της Ντόρτμουντ είχαν και πολιτική χροιά.

Με βάση αυτό το παρελθόν, μάλλον είναι να απορεί κανείς που σήμερα τα πράγματα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα όσον αφορά τις πολιτικές αντιλήψεις που ηγεμονεύουν στις κερκίδες του «Βεστφάλεν». Ακόμα και η παραμικρή υπόννοια ακροδεξιάς αναφοράς είναι εξωβελισμένη στα παιχνίδια της Ντόρτμουντ ενώ η κερκίδα παίρνει διαρκώς πολιτικές θέσεις: αν κάτι μισούν οι οπαδοί της Ντόρτμουντ πλέον είναι η No Politica λογική.

Δεν είναι υπερβολή: το καλοκαίρι του 2015, το καλοκαίρι δηλαδή των μεγάλων προσφυγικών ροών στην Ευρώπη, το αντιρατσιστικό και φιλοπροσφυγικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Γερμανία και το οποίο, σε αντιδιαστολή με τα ακροδεξιά αντανακλαστικά που ενεργοποιήθηκαν, προέταξε το σύνθημα «Refugees Welcome», υπήρξε ένα κίνημα συνυφασμένο με τους συνδέσμους της Ντόρτμουντ.Ναι, η μετάλλαξη είναι τόσο εντυπωσιακή. Πως όμως έγινε κάτι τέτοιο;

Πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός σχεδιασμού που ξεκίνησε στις αρχές των 00s και στόχευσε στην πλήρη αλλαγή των χαρακτηριστικών του οπαδικού κινήματος εν γένει στη Γερμανία. Ήταν τότε που οπαδοί διάφορων ομάδων δικτυώθηκαν μεταξύ τους με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθησίας στους συνδέσμους, την πίεση προς τις διοικήσεις των ομάδων να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν το κοινωνικό τους πρόσωπο αλλά και μια συζήτηση αναφορικά με τα συνθήματα που ακούγονται στα γήπεδα έτσι ώστε να εξαλειφθεί ο σεξισμός από τις κερκίδες.

Σε αυτή την διαδικασία, έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο ορισμένοι οπαδοί της Ντόρτμουντ που εκείνη την εποχή ήταν μειοψηφία στην κερκίδα τους αλλά πλέον κάνουν κουμάντο σε αυτή. Πρόσφατα, ο Ντάνιελ Λότσερ, ο υπεύθυνος για τη σχέση ανάμεσα στη διοίκηση της Ντόρτμουντ και τους συνδέσμους της, μίλησε στο CNN για τον χαρακτήρα της ομάδας του.

«Μορφώνουμε διαρκώς τους οπαδούς μας αναφορικά με ιστορικά θέματα όσον αφορά τον ναζισμό. Διοργανώνουμε εκδηλώσεις, εκδρομές σε παλιά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το ενδιαφέρον από τους οπαδούς είναι τεράστιο ενώ στα προγράμματα συμμετέχουν διαρκώς και υπάλληλοι της ομάδας. Πλέον, αν εκφραστεί στο γήπεδο κάποιος με ρατσιστικά λόγια, υπάρχει άμεση αντίδραση από τον υπόλοιπο κόσμο. Το Ντόρτμουντ είναι μια περίεργη πόλη. Μπορεί οι ακροδεξιές αντιλήψεις να μην είναι επικρατούσες αλλά είναι αρκετά ισχυρές. Η Ντόρτμουντ καλείται να αντιδράσει σε αυτό. Γι’αυτό και η κοινωνική μας δουλειά είναι τόσο σημαντική.

Οι οπαδοί της ομάδας παλεύουν διαρκώς απέναντι στον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον αντισημιτισμό, την ομοφοβία και τον σεξισμό. Έχουν κερδίσει πολλά πράγματα. Κάποτε ακουγόντουσαν συνθήματα που σήμερα δεν υπάρχει περίπτωση να ακουστούν. Η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με 20 ή 30 χρόνια πριν. Ο ακτιβισμός του οπαδικού κινήματος έχει αποδώσει καρπούς. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αντισημιτισμός επιστρέφει στη γερμανική κοινωνία. Μπορεί να μην εκφράζεται στο τοπ επίπεδο αλλά στις μικρότερες κατηγορίες, αυτό είναι άλλη συζήτηση», είχε πει ο Λότσερ.

Πράγματι, σε μια εποχή που ο ρατσισμός επιστρέφει με δυναμική στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, θα μπορούσε το οπαδικό κίνημα να είναι ένα αντίβαρό του; Η συζήτηση είναι τεράστια αν ανοιχτεί σε γενικό επίπεδο. Αλλά, στη Γερμανία τουλάχιστον, οι οργανωμένοι της Ντόρτμουντ έχουν δείξει το δρόμο.

Πηγή:https://m.tvxs.gr

Χρυσή ταφική μάσκα, από τη Θατζ, Τελ αλ-Ζάιερ 1ος αιώνας μ.Χ. Εθνικό Μουσείο, Ριάντ και δεξιά: Επιτύμβια στήλη της Αλ Γαλέγια κόρης του Αμπντ Αλ Τζαμπάρ, γιου του Αμπντάλα Μάκα, 9ος αιώνας μ.Χ. Εθνικό Μουσείο, Ριάντ

Κολοσσιαία αγάλματα, χρυσά κτερίσματα, Κοράνια, στήλες, θυμιατήρια, εντυπωσιακοί αρχαιολογικοί θησαυροί που ήρθαν στο φως τις τελευταίες δεκαετίες αποκαλύπτουν την ιστορία της Αραβικής Χερσονήσου, σε μια περιοδεύουσα έκθεση που κάνει στάση στην Αθήνα.

Παλαιολιθικά εργαλεία, αγγεία της 3ης χιλιετίας π.Χ. που εντοπίστηκαν στο Ταρούτ, κολοσσιαία αγάλματα από την πόλη Αλ Ούλα, εντυπωσιακά χρυσά κτερίσματα του 1ου αι.μ.Χ., που ανασύρθηκαν από τον τάφο 6χρονου κοριτσιού στην πόλη Θατζ, επιτύμβιες στήλες που αποκαλύπτουν την ομορφιά της αραβικής γραφής, λατρευτικά αγαλματίδια, Κοράνια, κοσμήματα, θυμιατήρια, η εντυπωσιακή πόρτα του 17ου αιώνα από την Κάαμπα, χρηστικά και λατρευτικά σκεύη, θραύσματα τοιχογραφιών, είναι ορισμένα από τα 300 και πλέον αντικείμενα της έκθεσης «Οι Δρόμοι της Αραβίας – Αρχαιολογικοί Θησαυροί από τη Σαουδική Αραβία», που ανοίγει τις πόρτες σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς.

Ενα ταξίδι στο παρελθόν μιας χώρας και μιας ολόκληρης περιοχής υπόσχονται στους επισκέπτες ο εμπνευσμένος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του χώρου από τον σκηνογράφο Νίκο Σ. Πετρόπουλο, με αναπαραστάσεις ταφικών μνημείων του Μαντάιν Σάλεχ και το στήσιμο των εκθεμάτων από την επιμελήτρια της έκθεσης Μίνα Μωραΐτου, υπεύθυνη του Μουσείου Μπενάκη Ισλαμικής Τέχνης.

Αποψη της έκθεσης με άγαλμα ανδρικής μορφής από την Αλ Ούλα, 3ος-4ος αιώνας π.Χ.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΕΒΕΛΕΚΟΥ

Η διοργάνωση επιδιώκει να είναι πολύ ευρύτερη από μια έκθεση σπάνιων ευρημάτων. Και αυτό γιατί αποκαλύπτει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα και την ιστορία της Αραβίας από την προϊστορική εποχή έως και τον 20ό αιώνα, ενός τόπου που ακόμα και σήμερα δύσκολα επισκέπτεται κάποιος δυτικός, ενώ σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε μια τόσο πλήρη εικόνα του πολιτισμού του.

Κύριοι άξονές της είναι η τέχνη, οι εμπορικοί δρόμοι και οι προσκυνηματικές οδοί. «Μέσα από την έκθεση ξαναγράφεται η Ιστορία και το παρελθόν της Αραβίας», είπε χθες η Μίνα Μωραΐτου και πρόσθεσε ότι η έκθεση -που έχει περιοδεύσει σε πολλές χώρες από το 2010 μέχρι σήμερα- ανατρέπει την επικρατούσα άποψη, ότι η Αραβία δεν είχε κάποια σημαντική πολιτιστική έκφραση καθώς ήταν μια αχανής έκταση που κατοικούσαν νομαδικοί λαοί. Τα ευρήματα προέρχονται από αρχαιολογικές έρευνες που διενεργήθηκαν, μόλις τα τελευταία 50 – 60 χρόνια.

Τα έργα έχουν εκτεθεί χρονολογικά και, όπως σημειώνει η κ. Μωραΐτου, «από την προϊσλαμική εποχή αναδεικνύονται αρχαιολογικοί χώροι όπως το νησί Ταρούτ στον Αραβικό Κόλπο, με αγγεία της 3ης χιλιετίας π.Χ., και η όαση Τάιμα στη βορειοδυτική Αραβία, με λίθινες στήλες και κεραμικά.

Στην ευρύτερη αυτή περιοχή ανακαλύφθηκαν κολοσσιαία αγάλματα στην Ντεντάν, τη σημερινή Αλ Ούλα, πρωτεύουσα του βασιλείου των Λιχιανιτών. Ακολουθούν εντυπωσιακά κτερίσματα από την πόλη Θατζ και τη Χέγκρα (το σημερινό Μαντάιν αλ Σάλεχ), τη λεγόμενη “Πέτρα της Αραβίας”, από την εποχή των Ναβαταίων, καθώς και τα ευρήματα από την Κάριατ αλ Φάου, μια από τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της νότιας Αραβίας: λατρευτικά αγαλματίδια, νωπογραφίες, κεραμικά, γλυπτά και επιγραφές.

Κατά τους πρώτους χρόνους της ισλαμικής περιόδου, διαγράφεται το νέο δίκτυο προσκυνηματικών και εμπορικών δρόμων, με κέντρα όπως οι πόλεις Αλ Ράμπαντα και Αλ Μαουιγιάτ, που οδηγούσαν σε μακρινές πόλεις της Μεσογείου και της Ασίας. Η σημασία των δύο ιερών πόλεων, της Μέκκας και Μεδίνας, παρουσιάζεται μέσα από έργα όπως η εντυπωσιακή πόρτα από την Κάαμπα του 17ου αιώνα, χειρόγραφα, καθώς και εκδόσεις περιηγητών του 19ου αιώνα».

Η έκθεση ξεκινάει από την προϊστορική εποχή, παρουσιάζει αρχαίους πολιτισμού, την ύστερη εποχή, την έλευση του Ισλάμ τον 7ο αιώνα και φτάνει έως τις μέρες μας. Επικεντρώνεται στις πιο πλούσιες πόλεις – οάσεις, που βρίσκονταν επάνω στους δρόμους του εμπορίου που αναπτύχθηκε από τον 8ο αιώνα π.Χ., κυρίως για τη μεταφορά του περιζήτητου θυμιάματος από τις νότιες και δυτικές ακτές της Αραβίας προς την ανατολική Μεσόγειο.

Για πολλούς αιώνες καραβάνια με καμήλες μετέφεραν μπαχαρικά, αρώματα, υφάσματα και πολύτιμους λίθους από την Ινδία και τη νοτιοανατολική Ασία, ενώ γυάλινα αντικείμενα, κεραμικά και λατρευτικά αγαλματίδια έφθαναν στην Αραβία.

Οι ανταλλαγές διαφαίνονται μέσα από πολυάριθμα αντικείμενα εμπνευσμένα από τις τέχνες της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, που είτε μεταφέρθηκαν με τα καραβάνια είτε παρήχθησαν τοπικά. Με την άνοδο του Ισλάμ, η Μέκκα έγινε θρησκευτικό κέντρο και το καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα (χατζ) μετέτρεψε τους δρόμους του εμπορίου σε προσκυνηματικές οδούς. Με τη γρήγορη εξάπλωση της νέας θρησκείας από την Ισπανία μέχρι την κεντρική Ασία και την Ινδία, πιστοί κατέφθαναν στην Αραβία, φέρνοντας μαζί τους αντικείμενα από μακρινές περιοχές.

Η παρουσίαση στο Μουσείο Μπενάκη αποτελεί τον 16ο σταθμό της περιοδείας της και σηματοδοτεί την πρώτη παρουσίασή της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς ξεκίνησε από το Λούβρο, περιόδευσε σε τρεις ηπείρους και πόλεις όπως: Βερολίνο, Βαρκελώνη, Αγία Πετρούπολη, Ουάσινγκτον, Τόκιο, Αμπού Ντάμπι κ.ά.

Η έκθεση διοργανώνεται από τη Σαουδική Επιτροπή Τουρισμού και Εθνικής Κληρονομιάς, το Εθνικό Μουσείο του Ριάντ και το Μουσείο Μπενάκη με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού και τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Εξωτερικών. Συνοδεύεται από ελληνικό και αγγλικό κατάλογο, ειδικές ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα (αναλυτικά στο https://www.benaki.gr/index) και θα παραμείνει στην Πειραιώς έως τις 26 Μαΐου.

Πηγή:https://www.efsyn.gr

Ο αριθμός των επιθέσεων εναντίον των μουσουλμάνων που έγιναν σε ολόκληρη τη Βρετανία αυξήθηκε κατά 593% την εβδομάδα μετά τις δολοφονίες στη Νέα Ζηλανδία, σύμφωνα με μια έρευνα της οργάνωσης Tell Mama.

Σύμφωνα με στοιχεία που διαβιβάστηκαν στον Guardian, 95 επιθέσεις αναφέρθηκαν στην φιλανθρωπική οργάνωση μεταξύ της 15ης Μαρτίου, της ημέρας των δολοφονιών της Νέας Ζηλανδίας και τα μεσάνυχτα της 21ης Μαρτίου. Από αυτά, 85 περιστατικά – το 89% του συνόλου – περιείχαν άμεσες αναφορές στις επιθέσεις της Νέας Ζηλανδίας.

 
(Φωτ.: lykourinos-kavala.blogspot.com – Εικ.: ΧΚ)
Η εγκατάσταση των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο πυροδότησε τα ξενοφοβικά σύνδρομα των γηγενών για τους «πρόσφιγγες», τους «τουρκόσπορους», τους «γιαουρτοβαφτισμένους», «σκατοογλούδες», για τις «σμυρνιές» και «παστρικές». Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά και τα πολιτικά αίτια, αλλά και το πολιτιστικό χάσμα που χώριζε τις δύο πλευρές και εμπόδιζε τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Για τους γηγενείς ήταν ο διαφορετικός τρόπος ζωής και οι συνήθειες των προσφύγων, τα ήθη και έθιμά τους, η χρήση της τουρκικής γλώσσας και τα «κακόηχα» επίθετά τους, τα περίεργα ντυσίματά τους, η «εξωτική» κουζίνα τους, η ανατολίτικη μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί τους, η έντονη κοινωνικότητά τους, η θορυβώδης διασκέδαση, η ροπή στα γλέντια και την «καλοπέραση»…

Η γυναίκα πρόσφυγας θεωρήθηκε απειλή για την ηθική τάξη της κοινωνίας.
Η στερεότυπη εικόνα εμφάνιζε την προσφυγοπούλα ως κοπέλα με χαλαρές ηθικές αρχές, που επιστράτευε την ανατολίτικη θηλυκότητά της για να συνάψει σχέσεις με γηγενείς νέους, να τους παρασύρει και να τους «τυλίξει», ώστε να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, έξω από την αθλιότητα των προσφυγικών συνοικισμών. Το έγραψε αργότερα κι ο Μυτιληνιός συγγραφέας Ασημάκης Πανσέληνος: «Όταν στα 1922 η κουτάλα της Ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερη την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή “μας παίρνουν τους άντρες μας”, σα να είταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μονάχα στις ντόπιες γυναίκες».
(Πηγή: levantineheritage.com)
Δεν ήταν αβάσιμοι οι φόβοι των γηγενών: Οι πρόσφυγες, σαν συνήλθαν κάπως από τον εφιάλτη, προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με την τραγική μοίρα τους και να υπερβούν τα αδιέξοδά τους. Η ζωή αρχίζει να ανθίζει στους προσφυγικούς οικισμούς και διεκδικεί πάλι το μερίδιό της στη χαρά, στον έρωτα, στο τραγούδι και στο γλέντι, μέσα από τους γνώριμους κώδικες επικοινωνίας που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες. «Οι άνθρωποι αυτοί», θυμάται αργότερα ο Μάρκος Βαμβακάρης, «ήτανε μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος, αλλά το σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πάει, να δείξει, να κάνει…».
Έφεραν επίσης έναν νέο τρόπο γλεντιού: Οι γηγενείς διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά και δημοτικά, «ενώ αυτοί εδώ όταν ήρθαν, αρχίσανε τσιφτετέλια, συρτά, πολλά, πολλά πράγματα. Μανέδες, τζιβαέρια, αϊβαλιώτικα, πολλά».
Αναπτύσσεται έτσι στις προσφυγικές γειτονιές ένας τρόπος ζωής και διασκέδασης πρωτόγνωρος και ελκυστικός για τους νέους που ζητούσαν να αποδράσουν από τη στεγνή καθημερινότητά τους. Η Αρμένισσα Ανζέλ Κουρτιάν επισκέπτεται τον προσφυγικό συνοικισμό της Κοκκινιάς και μας δίνει μια περιγραφή που σφύζει από ζωή: «Όταν φτάσαμε, μείναμε έκπληκτοι. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν έμοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι. Πολύς κόσμος κυκλοφορούσε χαρούμενος. Ταβέρνες, καφενεία γεμάτα κόσμο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισμένες με τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόμια μέχρι και το δρόμο γεμάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα τας κεμπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρμάδες και τα σαγανάκια μοσκοβολούσαν.
»Σωστό νυφοπάζαρο. Ήταν διάχυτη παντού η ατμόσφαιρα της Σμύρνης. […] Κοιτάζω γύρω μου. Πραγματικά, πολύ όμορφα κορίτσια κάνουν βόλτες. Παρέες-παρέες, πιασμένες αγκαζέ ή χέρι-χέρι. Πειράζουν και πειράζονται, γελαστές και καμωματούδες. […] Από κάθε σπίτι ακούγονται χαρούμενες φωνές και γέλια. Άντρες και γυναίκες κάθονται στις πόρτες τρώγοντας πασατέμπο, φωνογράφοι τραγουδούν διάφορα μικρασιάτικα τραγούδια…».
Μικρασιάτες πρόσφυγες στον Πειραιά (φωτ.: Αρχείο ΕΡΤ)
Όλο αυτό το «εξωτικό» σκηνικό λειτουργεί σαν μαγνήτης: «Όλοι οι νέοι της Αθήνας και του Πειραιά έρχονται για να διασκεδάσουν. Έχουν ξετρελαθεί με τα κορίτσια, τις προσφυγοπούλες. Τις βρίσκουν πιο όμορφες και πιο εξελιγμένες. Στην αρχή ήρθαν για διασκέδαση και να βρουν καμιά καμωματού. Όμως γρήγορα τους τυλίγει κάποια και παντρεύονται. Οι ντόπιοι έχουν κατατρομάξει για τα παιδιά τους. Τα χάνουν από το δικό τους περιβάλλον. Κάθε γονιός φοβάται μην τυχόν πάρει ο γιος του καμία προσφυγοπούλα χωρίς προίκα».
Οι ανάγκες της επιβίωσης και ο «αποδεκατισμός» του ανδρικού πληθυσμού (στους μεγάλους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας στις ηλικίες άνω των 16 ετών το 62% ήταν γυναίκες και μόνο το 38% ήταν άνδρες) ανάγκασαν τις γυναίκες να βγουν μαζικά στο χώρο της εργασίας (στα εργοστάσια, στα εργαστήρια, στα σπίτια, στους δρόμους) και να επιβάλουν την παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες. Αυτή η πρωτοφανής δημόσια έκθεση της γυναίκας θεωρήθηκε επίσης απειλή για την κρατούσα ηθική τάξη.
Τα στερεότυπα δεν περιορίζονται στις φτωχές κοπελίτσες των προσφυγικών συνοικισμών. Δημοσιεύματα της εποχής εμφανίζουν και τις εύπορες γυναίκες προσφυγικής καταγωγής να προκαλούν με την παρουσία τους, τον «ηδονισμό», την «ανηθικότητα», τη «χυδαιότητά» τους. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές καταγραφές αυτής της ρατσιστικής οπτικής είναι το προκλητικό άρθρο «Οι γυναίκες της Αθήνας» του Κώστα Ουράνη (εφ. Ελεύθερος Λόγος, 10 Ιουλίου 1923).
Το φύλλο της εφημερίδας που φιλοξένησε το άρθρο του Κώστα Ουράνη
Ο γνωστός ποιητής αντιπαραβάλλει τις «Ατθίδες» με τις γυναίκες της Ανατολής που κατέκλυσαν και μόλεψαν την πρωτεύουσα: Στην αρχή κάνει λόγο για τον τύπο της νεαρής Αθηναίας «ο οποίος είχε την ευγένεια, λιγυρότητα και γραμμές αναγλύφων του Κεραμεικού ή μικρών αγαλμάτων της Τανάγρας. Ήταν ο ίδιος τύπος της δέσποινας που είχε διατηρηθεί και κατά τους αιώνες της δουλείας ακόμη μέσα σε λίγα αρχοντικά ελληνικά σπίτια και που έδωσε μερικά εξαίσια άνθη στην αυλή του Όθωνος. […] Είχαν στην εμφάνισή τους κάτι το πολύ αρμονικό και αρχοντικό. Θύμιζαν τις αρχαίες παρθένες που σμίλεψε ο Φειδίας ν’ ανεβαίνουν με άνθη και καρπούς στον Παρθενώνα κατά την πομπή των Παναθηναίων». Οι γυναίκες αυτές, συνεχίζει, είναι είδος προς εξαφάνιση, αφού η πόλη της Αθήνας κατακλύζεται πλέον από τις «άλλες»: «Οι άλλες έχουν τον καθαρό τύπο της Ανατολής από την οποία προέρχονται. Είναι γυναίκες που αρέσκονται πολύ να προκαλούν. Έχουν λευκή και απαλή επιδερμίδα, είναι όλες με υποβλητικές καμπυλότητες, με πρόσωπα στρογγυλά και μάτια στρογγυλά επίσης και κατάμαυρα, βυθισμένα σε ίσκιους, γεμάτα ηδονισμό. […] Είναι οι τύποι των ωραίων γυναικών – για τα κοινά τα γούστα.
»Οι γυναίκες αυτές ή είναι ανούσια αισθηματικές ή τρομερά φιλήδονες, […] έχουν κάτι το κοινό και το χυδαίο. […] Δεν έχουν απάνω τους καμιά αρχοντιά, καμιά ένστικτη λεπτότητα. Δεν είναι “κυρίες”. Είναι θηλυκά. Το κλίμα της Ανατολής τις έκανε μαλθακές, σαρκώδεις και φιλήδονες. Από δε την Ευρώπη έχουν πάρει την ελευθερία των ηθών – και ίσως τίποτα άλλο. […] Δεν έχουν την ένστικτη αποστροφή των ευγενικών γυναικών προς το χυδαίο και το ταπεινό […] αγαπούν την κουρκουσαριά, τις φράσεις με τις διπλές έννοιες, τ’ αλατισμένα αστεία.
»Ντύνονται με κίτρινα, με μαβιά, με ρόδινα χρώματα. Πολλές, υπό το πρόσχημα της ζέστης, έχουν καταργήσει τα μεσοφόρια, όταν δε περπατούν μέσα στον ήλιο οι γραμμές του σώματός των διαγράφονται καθαρά μέσα από τα φουστάνια. Με γυμνούς λαιμούς, με γυμνά μπράτσα, έχοντας κάτι το άφθονο όπως οι γυναίκες του Ρούμπενς, με μεγάλα μαύρα ματόκλαδα, κάτω από τα οποία γλαρώνει ο ηδονισμός, προκαλούν την προσοχή που ανοίγει το στόμα και ξυπνούν αιφνίδιους πόθους. […]
»Αυτές είναι οι γυναίκες που φαίνονται παντού στη σημερινή Αθήνα […] αυτή που δίνει τον τόνο, που εμφανίζεται ως τύπος, είναι η γυναίκα της Ανατολής. Ο άλλος, ο τύπος της νέας Αθηναίας, ο οποίος είχε αρχίσει να διαπλάσσεται από το κλίμα της Αττικής, χάθηκε μέσα σ’ αυτή την πλημμύρα των γυναικών της Ιωνίας και του Βοσπόρου. Κάπου-κάπου βλέπει κανείς μερικές νεαρές γυναίκες ντυμένες με διακριτική κομψότητα, με βλέμμα που κοιτάζει από ψηλά, με βάδισμα αργό και περήφανο, ωραίες σιλουέτες που κινούν το θαυμασμό: είναι αυτές, οι Αθηναίες. Αλλά εκτοπισμένες. Οι γυναίκες της Ανατολής κατέχουν σήμερα το πεζοδρόμιο και επιβάλλονται στο γούστο των κοινών με τα ζωηρά τους χρώματα, το αφρώδες δέρμα τους, τις προκλητικές καμπύλες, τα ηδυπαθή μάτια και το κάτι εκείνο το πολύ μελωμένο που αποστάζουν και που φέρνει ένα πλατάγισμα γλώσσης σ’ εκείνους που τις κοιτάζουν – όπως φέρνει το γλύκισμα που ορέγεται κανείς να φάει ή που μόλις το έφαγε…»!
Ο Ουράνης δεν αποτελούσε εξαίρεση· επένδυσε απλώς με συγγραφική μαεστρία την αντιπροσφυγική αντίληψη μιας σεβαστής μερίδας της γηγενούς κοινωνίας, αντίληψη που εξέφρασε στα 1928, με ακόμη πιο προκλητικό τρόπο, ο εκδότης της Καθημερινής Γεώργιος Βλάχος, στο γνωστό αντιπροσφυγικό άρθρο του: «Το σύμβολον της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται και βεβηλώνεται από την “προσφυγικήν αγέλην”. Η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη μόνο των “καθαρών” Ελλήνων, αλλά και πόλη των προσφύγων».
Σίγουρα θα υπήρξαν πολλές οργισμένες αντιδράσεις, κυρίως από την πλευρά των προσφύγων.
Τέσσερις μέρες μετά, στις 14 Ιουλίου 1923, η εφημερίδα φιλοξένησε απάντηση του αναγνώστη Κ.Αθ., που από την επιστολή του φαίνεται πως ήταν γηγενής Αθηναίος, άνθρωπος με μόρφωση και ευαισθησία και πήρε μέρος ως στρατιώτης στη μικρασιατική εκστρατεία. Τις εντυπώσεις του Ουράνη για τις γυναίκες της Ανατολής τις θεωρεί αποτέλεσμα της δυτικολαγνείας, της προκατάληψης και της άγνοιάς του για εκείνο το κομμάτι του ελληνισμού.
Νωπές είναι οι δικές του μνήμες από την Ελλάδα της Ανατολής: «Διπλός καημός να θυμάται κανείς τώρα εκείνην την αντικρινή, την πεθαμένη πια, Ελλάδα της Ανατολής», μιαν Ελλάδα «ζωντανεμένη, ολόστητη, ορθόστητη, λάγνα, γλυκιά, με φλογισμένη την ψυχή από τον πόθο της χαράς, με λιγωμένα μάτια από τη λαχτάρα του λυτρωμού, με ανοιχτή αγκαλιά…». Η θύμησή του τρέχει και στην Ελληνίδα της Ανατολής, που «επρόβαλε στο παραθύρι, έκοψε τα λουλούδια από τη γλάστρα της να μας ράνει, έστρωσε τα στολίδια της στο δρόμο να περάσουμε, άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουνε πονετικά και άπλωσε τα μπράτσα της τα γραμμένα να μας χαϊδέψει τα κουρασμένα κεφάλια… Εμείς τις είδαμε τις γυναίκες της Ανατολής, εκείνες τις αλησμόνητες ημέρες της σβησμένης μας χαράς.
»Έτσι θα τις εγνώριζε ο Ουράνης τις γυναίκες της Ανατολής, αν δεν εταξίδευε διαρκώς προς Δυσμάς. […] Και όταν, ξένος, αντίκρισε τις γυναίκες της Ανατολής πλαισιωμένες στο αττικόν περιβάλλον, τις έκρινε με την ψυχρή, την εύκολη, την άδικη παρατήρηση του ξένου, του περαστικού, με την απροσεξία του ανθρώπου που δεν αγαπά εκείνο που δεν το γνωρίζει, απλούστατα διότι δεν το εγνώρισε. Όλα τα μάτια δεν βλέπουν πάντα τα ίδια πράγματα. Χρειάζεται η προοπτική του χρόνου και των γεγονότων. Τις γυναίκες της Ανατολής εμείς, καθώς τις συναντούμε τώρα στο δρόμο μας, τις βλέπουμε στο βάθος μιας σκηνής γεμάτης από καπνούς μαύρους και αίματα ζεστά, χυμένα, με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογούν και να οδύρονται κι ανάμεσα στους λυγμούς τους να ψιθυρίζουν χορικά της πιο φρικτής τραγωδίας.
»Είναι οι γυναίκες που επόνεσαν πολύ. Κι όσο για την ταγιά τους, για τη σιλουέτα τους, για τη γραμμή τους, κοιτάζουμε λιγάκι πιο βαθιά, μες στην ψυχή, και το ’χουμε κρυφό καμάρι πως θα γενούν μανάδες μια φορά και πως το αίμα τους θα είναι και δικό μας αίμα […]».
Κυριάκος Λυκουρίνος
Πηγή:https://diktiospartakos.blogspot.com

Ο Χαλίλ χαμογελά στους δρόμους της Αθήνας
Αγγελική Σταματάκη

Ο Χαλίλ εξηγεί τη σημασία της δουλειάς του ως διερμηνέα. Επισημαίνει τη σημασία του να αποκτούν οι πρόσφυγες πρόσβαση στις πληροφορίες, αφού έρχονται σε ένα περιβάλλον, όπου η επικοινωνία είναι δύσκολη υπόθεση

Η «Εφ.Συν.» αναδημοσιεύει σε τακτικά διαστήματα από το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων ιστορίες προσφύγων και μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα και, με όλες τις ευκολίες και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, έχουν καταφέρει να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία.

Ο Χαλίλ Αλιζάντα είναι τριάντα δύο (32) ετών και γεννήθηκε στο Γκαζνί του Αφγανιστάν, τριάντα περίπου χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Καμπούλ. Σήμερα εργάζεται ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής στην Caritas Hellas, ενώ, παράλληλα είναι ηθοποιός και διατηρεί και μία θεατρική ομάδα για παιδιά πρόσφυγες.

«Ζω στην Ελλάδα τα τελευταία έντεκα χρόνια και ομολογώ πως αυτά είναι τα καλύτερα της ζωής μου μέχρι στιγμής. Όταν έφτασα εδώ, ήμουν πολύ νέος, είκοσι ενός, μόλις, χρόνων. Στα χρόνια αυτά πήρα αποφάσεις πολύ κρίσιμες για εμένα και τη ζωή μου. Εγκατέλειψα το Αφγανιστάν το 2001 λόγω του πολέμου μαζί με όλη μου την οικογένεια. Ήμουν τότε δεκατεσσάρων ετών. Πρώτα πήγαμε στο Πακιστάν. Μετά εγώ μαζί με το μεγάλο μου αδελφό πήγα στην Τεχεράνη, στο Ιράν. Μείναμε μερικά χρόνια εκεί. Το 2002 ο αδερφός μου έφυγε για τη Σουηδία. Εγώ έφυγα το 2006. Όλοι ξέρουν πόσο δύσκολο είναι ένα τέτοιο ταξίδι».

Ταξίδι στην Ελλάδα

«Περπατούσα για δύο μερόνυχτα στα σύνορα Ιράν – Τουρκίας. Ήμουν πιτσιρικάς, οπότε, αυτό ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω. Θυμάμαι, όμως, άτομα που τα πόδια τους είχαν πρασινίσει από το κρύο. Κάποιοι αναγκάστηκαν να τα κόψουν. Με την έβδομη προσπάθεια κατάφερα να περάσω από την Τουρκία στην Ελλάδα. Η πέμπτη και η έκτη προσπάθεια μου ήταν τραγικές. Μας έπιασαν οι λιμενικοί, μας πήγανε στη Μυτιλήνη, μας πήραν τα λεφτά και την επόμενη μέρα μας ξεφούσκωσαν τη βάρκα, πήραν τα κουπιά μας και μας άφησαν εκεί. Ήμασταν κάπου στις σαράντα ώρες στη θάλασσα και τριγυρνούσαμε στο νερό με τα χεριά μήπως βρούμε κάποια άκρη. Ένας Τούρκος ψαράς μας βρήκε και μας μάζεψε στο καράβι του. Μας έσωσε τη ζωή. Μετά μας παρέδωσε στις τουρκικές αρχές, στη Σμύρνη.

»Όταν τελικά τα κατάφερα, πέρασα στη Μυτιλήνη. Μεταφέρθηκα στην Καλλονή κι από εκεί στην Αθήνα. Δεν είχα κανέναν. Είχα γνωρίσει από το ταξίδι κάποια παιδιά από το Αφγανιστάν. Φτάσαμε μαζί στο κέντρο της Αθήνας. Από τότε ξεκίνησε ο αγώνας μου μέχρι σήμερα.

»Έπρεπε να βρω κάποιον για να μη μείνω στο δρόμο. Δεν ήξερα τη γλώσσα, δε μπορούσα να μιλήσω με κανέναν, ήταν σαν να μην έχω μάτια. Είχα έναν ξάδερφο της μάνας μου που ζούσε από καιρό εδώ στην Αθήνα. Τον βρήκα και ηρέμησα για ένα διάστημα. Στο μεταξύ έψαχνα για δουλειά γιατί έπρεπε να επιβιώσω. Βρήκα έναν Αιγύπτιο που είχε ένα μαγαζί με ραπτικά. Δούλεψα σε αυτόν για ενάμιση μήνα. Βρήκα κάποιους φίλους και αποφασίσαμε να νοικιάσουμε ένα μικρό σπιτάκι στην Κυψέλη. Θέλαμε να μοιραζόμαστε τα έξοδα. Μετά δούλεψα οικοδομή για δυόμισι χρόνια. Έπρεπε να βγαίνει το μεροκάματο. Παράλληλα, ξεκίνησα μαθήματα ελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή της Ζωγράφου. Ήταν πολύ πρωί η δουλειά μου και καμιά φορά με έπαιρνε ο ύπνος στην τάξη. Στην οικοδομή, όμως, μιλούσαν όλοι ελληνικά οπότε αυτό με βοηθούσε πολύ στο να μαθαίνω τη γλώσσα, μαζί με τα μαθήματα».

Χαλίλ για όλες τις δουλειές

«Από το 2011 ξεκίνησα να δουλεύω ως διερμηνέας μαζί με οργανώσεις. Δούλεψα στα κέντρα κράτησης της Αμυγδαλέζας, της Πέτρου Ράλλη, στο Ελληνικό. Έχω συνεργαστεί με το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και σήμερα δουλεύω με την Caritas. Όταν ήρθα εγώ στην Ελλάδα ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα. Σήμερα, υπάρχουν αρκετές οργανώσεις που μπορούν να βοηθήσουν, υπάρχουν υπηρεσίες πρώτης υποδοχής. Στο πιο πρόσφατο μεγάλο κύμα προσφύγων υπήρχαν, πλέον, άνθρωποι που ήξεραν πως μπορούν να βοηθήσουν. Αυτά όταν ήρθα εγώ δεν υπήρχαν». 

Ο Χαλίλ εξηγεί τη σημασία τη σημασία της δουλειάς του ως διερμηνέας. Επισημαίνει, μάλιστα, τη σημασία του να αποκτούν οι πρόσφυγες πρόσβαση στις πληροφορίες, αφού έρχονται σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, όπου η επικοινωνία είναι μία δύσκολη υπόθεση.

«Η δουλειά του διερμηνέα δεν είναι απλή. Έχω συνεργαστεί με ψυχολόγους, με γιατρούς κι αν δεν υπήρχε η δική μου δουλειά, δε θα κατάφερναν ποτέ να επικοινωνήσουν με τον πρόσφυγα ή τον μετανάστη. Ένας άνθρωπος είχε πρόβλημα με την καρδιά του. Έπρεπε να επικοινωνήσω μαζί του και μετά με τον γιατρό του έτσι ώστε να εξηγήσω αναλυτικά τα προβλήματά του. Θυμάμαι ένα παιδί που το βοήθησα να πάει σχολείο κι όπου πάει αναφέρει το όνομά μου και με ευχαριστεί. Πλέον, μιλάει πάρα πολύ καλά ελληνικά. Τον λένε Ζαϊγκούλ. Εμένα μου αρκεί το ότι είναι καλά και πηγαίνει μπροστά. Το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να κάνει ένας πρόσφυγας σε ένα διαφορετικό περιβάλλον είναι να μάθει τη γλώσσα. Αυτό θα του ανοίξει το δρόμο μετά».

Η δουλειά στα κέντρα κράτησης

«Από τη δουλειά μου στα κρατητήρια έχω πολλές εικόνες. Το πιο άσχημο που θυμάμαι είναι όταν οι κρατούμενοι έπαιρναν ψυχοφάρμακα. Είχαν πολύ ένταση και τα φάρμακα τους ηρεμούσαν. Έχω δει κρατούμενους να κόβουν τα χέρια τους, να κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας. Ήταν πραγματικά δύσκολο. Κάποιοι επειδή δεν είχαν χαρτιά έμεναν μέχρι και δεκαοκτώ (18) μήνες κρατούμενοι. Από έξι (6) μέχρι και δεκαοκτώ (18) μήνες έλεγε ο νόμος. Ήταν σκληρό.

»Θα μπορούσα να κάνω μία άλλη, οποιαδήποτε δουλειά. Θα μπορούσα να γίνω ηλεκτρολόγος, να συνεχίσω στην οικοδομή, να ανοίξω ένα δικό μου μαγαζί. Η δουλειά που έκανα στα κέντρα κράτησης ήταν κάτι άλλο. Βοηθούσα κόσμο που δεν είχε κανέναν τρόπο να επικοινωνήσει. Ήμουν τα μάτια ενός τυφλού. Φυσικά, ζούσα από αυτή τη δουλειά. Έπρεπε κι εγώ να ζήσω μέσα από μία τίμια δουλειά. Προσπαθούσα να τους καθοδηγήσω σε έναν σωστό δρόμο. Να μάθουν την ελληνική γλώσσα, την κουλτούρα και την κοινωνία. Να βρουν πρόσβαση σε όλα όσα χρειάζονται για να φτιάξουν τη ζωή τους. Αυτό που δεν είχα εγώ, ήθελα να βοηθήσω να το έχουν εκείνοι».

Η οικογένεια και η «χαμένη πατρίδα»

Ο ίδιος μιλάει με πολύ περηφάνια για τα αδέρφια του στη Σουηδία. Για τη μικρότερη αδερφή του που ακόμα ψάχνει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, για τη μεγαλύτερη που θέλει να ασχοληθεί με τη ψυχολογία, για τον μικρό αδερφό του που είναι φοβερός αθλητής και για τον μεγάλο που έχει “ωραίο μυαλό”. Εκφράζει, όμως κι ένα μεγάλο παράπονο…

«Δε μου λείπει καθόλου το Αφγανιστάν. Ο μόνος λόγος που θα επέστρεφα είναι για να δω την αδερφή μου. Η πατρίδα αυτή είναι χαμένη για εμένα. Δεν έχω δει κάτι ωραίο εκεί. Μόνο πόλεμος, τσακωμοί, σκοτώνει ο ένας τον άλλο. Δεν έχω δει αγάπη για τον άνθρωπο. Έχω λίγους συγγενείς εκεί γιατί οι περισσότεροι έχουν φύγει μακριά. Η οικογένειά μου είναι στη Σουηδία, στη Γαλλία και στην Αυστραλία. Είμαστε έξι (6) αγόρια και τρία (3) κορίτσια. Δεν έχουμε καταφέρει ποτέ να μαζευτούμε όλοι μαζί σε ένα τραπέζι. Η μάνα μου είναι βουνό και θάλασσα. Έτσι την λέω. Είναι πολύ δυνατή γυναίκα (σ.σ. αναφέρει με δέος)».

Η αγάπη για το θέατρο

«Είμαι ηθοποιός, πέρα από όλα τα άλλα. Έχω παίξει σε αρκετά θεατρικά και στο σινεμά στην ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη “Man at Sea” (2011). Το πρώτο κείμενο που διάβασα για να παίξω ήταν οι “Πέρσες” του Αισχύλου. Είχαμε κάνει μία σύνδεση αυτού του έργου με τη σημερινή ζωή. Προσπαθήσαμε να δείξουμε μέσα από την παράσταση ότι ο κόσμος παραμένει ίδιος. Ανεβάσαμε αυτήν την παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών. Πήγε πολύ καλά και μας κάλεσαν να παίξουμε στο Εθνικό Θέατρο της Φινλανδίας. Επιστρέψαμε το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ “Mind the Fact” και το 2017 έπαιξα πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών. Έχω συνεργαστεί για μία σεζόν στο θέατρο “Γκλόρια” με τον Λάκη Λαζόπουλο και τη Μαρία Καβογιάννη στην παράσταση “Θεέ μου τι σου κάναμε”.

»Στο μεταξύ δούλευα καθημερινά και στη δομή φιλοξενίας στο Ελληνικό. Το πρωί εκεί και το απόγευμα στο θέατρο. Ήταν δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά. Στο Ελληνικό δούλευα αρχικά ως διερμηνέας και μετά ως συντονιστής. Είχα πολλές ευθύνες και ήταν δύσκολη η δουλειά. Το θέατρο ήταν κάτι άλλο όμως. Κωμωδία, γέλιο. Κι από κάτω ένα κοινό πεντακοσίων ατόμων. Ένιωθα πολύ ωραία. Ήταν δύο ξεχωριστοί κόσμοι στους οποίους υπήρχα ταυτόχρονα.

»Το θέατρο και η τέχνη με έχει κρατήσει κοντά στους ανθρώπους. Εάν δεν το είχα αυτό, δε θα ένιωθα κι εγώ καλά. Στο θέατρο και στην τέχνη εκφράζω όλα όσα νιώθω μέσα μου. Όλα αυτά τα συναισθήματα και την ενέργεια που έχω.

»Τα τελευταία δύο χρόνια, έχω μία νέα θεατρική ομάδα στο κοινωνικό κέντρο της Caritas στο Νέο Κόσμο η οποία αποτελείται από παιδιά πρόσφυγες. Μέσα σε μία εβδομάδα από το ανοιχτό κάλεσμα που κάναμε, μαζεύτηκαν είκοσι πέντε (25) άτομα. Αυτό σημαίνει ότι η ιδέα ήταν καλή. Αυτά τα παιδιά δεν είχαν δει θέατρο, δεν είχαν κάποια επαφή με όλο αυτό. Έτσι, μου δόθηκε κι εμένα η ευκαιρία να τους μάθω όλα όσα έμαθα κι εγώ. Φέτος ξεκινήσαμε να διαβάζουμε ελληνική μυθολογία. Αφού τη μεταφράζω στα παιδιά, μετά συζητάμε για τα θέματα που βγαίνουν από τα διαβάσματά μας και βλέπουμε τι από όλα αυτά μπορούμε να κάνουμε το καλοκαίρι παράσταση. Είναι μία πολύ ευχάριστη διαδικασία.

»Η τέχνη είναι σαν θεραπεία. Όταν ανεβαίνεις στη σκηνή είσαι ελεύθερος. Αυτό προσπαθώ να τους περάσω».

Πηγή:https://www.efsyn.gr

του Ν.Σαραντάκου

Πριν από μερικές μέρες δολοφονήθηκε στη Σητεία μια 32χρονη μητέρα δύο παιδιών – τη στραγγάλισε ο εν διαστάσει σύζυγός της μπροστά στα μωρά παιδιά τους.

Τα Χριστούγεννα, η Κατερίνα, έτσι έλεγαν τη δολοφονημένη, είχε εγκαταλείψει το σπίτι όπου έμενε με τον άντρα της, επειδή αυτός τη χτυπούσε και την απειλούσε συνεχώς, και είχε πάει να μείνει με τη μητερα της. Εκείνος καθημερινά της ζητούσε να γυρίσει πίσω και ταυτόχρονα την απειλούσε πως αν πάει στην αστυνομία θα τη σκοτώσει. Στις 4 Φεβρουαρίου η Κατερίνα μαζί με συγγενείς της πήγε στο αστυνομικό τμήμα και κατάγγειλε ότι ο εν διαστάσει σύζυγός της την απειλούσε. Επειδή όμως οι καταγγελίες δεν είχαν χρονικό προσδιορισμό δεν κινήθηκε η διαδικασία του αυτοφώρου.

Και βγήκε στην τηλεόραση ο πατέρας του συζυγοκτόνου και είπε πως ήταν η κακιά η ώρα, εννοώντας πως αν στο σπίτι υπήρχε και κάποιος άλλος δεν θα γινόταν το φονικό, και ότι εκείνος την αγαπούσε κι εκείνη δεν τον στήριζε, κι αν εκείνη είχε γυρίσει στον άντρα της θα ζούσε τώρα, και ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα και ότι ο γιος του μετάνιωσε και τώρα τον έχει συγχωρήσει ο Θεός, και μάλιστα οι αστυνομικοί κατά παράβαση των κανονισμών τον άφησαν να του μιλήσει όση ώρα ήθελε και να τον αγκαλιάσει. Και η γιαγιά του 36χρονου δράστη είπε πως το θύμα «δεν του φερόταν καλά» και έκλαψε επειδή τώρα «το παιδί καταστράφηκε».

Εδώ υπάρχει ένα κοινό μοτίβο με δυο άλλες πολύ πρόσφατες περιπτώσεις γυναικοκτονιών. Να θυμίσω ότι και η 29χρονη Αγγελική Πέτρου, που δολοφονήθηκε στις αρχές του χρόνου στην Κέρκυρα από τον πατέρα της που δεν ενέκρινε τον δεσμό της, είχε επίσης αποταθεί στην αστυνομία ένα χρόνο πριν το φονικό, παραπονούμενη για τη συμπεριφορά του πατέρα της.

Αλλά και η Ελένη Τοπαλούδη, η φοιτήτρια που βιάστηκε και δολοφονήθηκε στη Ρόδο, είχε κι αυτή καταγγείλει στην αστυνομία προηγούμενο βιασμό της -χωρίς να γίνει τίποτα τότε. Τώρα μόνο άρχισε να ερευνάται η υπόθεση και εντοπίστηκαν δράστες.

Όπως διαβάζω, σύμφωνα με την έκθεση Η βία κατά των γυναικών και η προσχώρηση της Ε.Ε. στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που δημοσιοποιήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 15 Νοεμβρίου 2017, η έμφυλη βία και συγκεκριμένα η ενδοοικογενειακή βία έχει καταστεί για τις Ευρωπαίες μεταξύ 15 και 44 χρόνων η πρώτη αιτία αναπηρίας και θανάτου, αφήνοντας πίσω ακόμη και τα αυτοκινητικά δυστυχήματα ή τον καρκίνο. Οι αριθμοί είναι τρομακτικοί, καθώς όπως καταγράφεται 50 γυναίκες στην Ε.Ε. δολοφονούνται κάθε εβδομάδα, από νυν ή πρώην σύντροφό τους.

 Επιπλέον, βάσει των στοιχείων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων, EIGE:
  • Στην Βρετανία, κάθε τρεις μέρες δολοφονείται μία γυναίκα
  • Στη Σουηδία, κάθε δέκα μέρες κακοποιείται μέχρι θανάτου από το σύζυγο ή σύντροφό της
  • Στην Ισπανία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε τέσσερις μέρες, περίπου 100 τον χρόνο
  • Στην Γαλλία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε πέντε μέρες εξαιτίας κακοποίησης στο σπίτι

Στην Πορτογαλία, 28 γυναίκες δολοφονήθηκαν μέσα στο 2018 από τον σύζυγο ή τον πρώην σύζυγό τους. Η χτεσινη μέρα κηρύχτηκε μέρα εθνικού πένθους για τις 28 γυναικοκτονίες.
Οι αριθμοί είναι πολύ χειρότεροι σε άλλες περιοχές του πλανήτη, ιδίως στη Λατινική και Κεντρική Αμερική και την Ινδία, κάτι που ώθησε κάποιες χώρες της περιοχής να θεσπίσουν ως ιδιαίτερο αδίκημα τη γυναικοκτονία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γυναίκες τραυματίζονται και δολοφονούνται επειδή αντιστάθηκαν στον βιασμό, επειδή απέρριψαν κάποιον άντρα, επειδή ζήτησαν να χωρίσουν ή χώρισαν, επειδή δεν θέλησαν να γυρίσουν στη συζυγική εστία, επειδή ο άντρας τους ζήλευε, επειδή είχαν εξωσυζυγική σχέση, επειδή ο πατέρας ή ο αδελφός τους δεν ενέκριναν τον δεσμό τους, επειδή ως ανύπαντρες είχαν σχέση.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε στατιστικά στοιχεία για τις δολοφονίες γυναικών, γενικότερα δεν ξέρω αν κρατάμε στατιστικά στοιχεία για τα περιστατικά έμφυλης βίας, ούτε ξέρω αν θα μπει στη στατιστική της έμφυλης βιας το προχτεσινό περιστατικό στο Περιστέρι, όπου πέντε οπαδοί μιας ομάδας ξυλοκόπησαν γυναίκα οπαδό άλλης ομάδας. Όπως λένε οι ίδιοι, «ωραία γκομενίτσα είναι και της την πέσανε για σεξ, δεν κάθισε κι έφαγε τα χαστούκια της», κάτι απόλυτα φυσιολογικό δηλαδή, αφού η γυναίκα θεωρείται κτήμα του άντρα -του συζύγου της, του πατέρα της, του πρώην συζύγου της, του φίλου της, του κάθε άντρα τελικά. Εκείνη φταίει που δολοφονήθηκε, που βιάστηκε, που έφαγε τα χαστούκια της: έφυγε, δεν γύρισε, δεν του κάθισε.

Υπάρχουν πολλοί απαίσιοι ευφημισμοί για τις γυναικοκτονίες. Τις λένε «εγκλήματα πάθους», τις λένε «οικογενειακές τραγωδίες», τις λένε, αν και αυτό ευτυχώς ακούγεται λιγότερο στη χώρα μας πια, «εγκλήματα τιμής». Πριν από μισόν αιώνα, αντίθετα, διάβαζε κανεις συνέχεια στην εφημερίδα για «εγκλήματα για λόγους τιμής» -και συνηθως ο χαρακτηρισμός αυτός έφερνε αυτόματα την ευνοϊκή μεταχείριση του φονιά (πατέρα, συζύγου, αδελφού), που όχι σπάνια καταδικαζόταν σε ελαφρές ποινές, ίσα να καλύπτουν την προφυλάκιση, που ανακοινώνονταν ενώ το ακροατήριο -σύσσωμη η τοπική κοινωνία- χειροκροτούσε σε ένδειξη συμπαράστασης στον φονιά.

Τώρα δεν λέμε για εγκλήματα τιμής αλλά εξακολουθεί να γίνεται λόγος για «έγκλημα πάθους» και για «οικογενειακή τραγωδία» -ο όρος χρησιμοποιήθηκε και για τη γυναικοκτονία της Σητείας, και ήδη η χρήση των όρων έχει στρώσει παχύ χαλί για να πέσει στα μαλακά ο φονιάς στη δίκη.

Κι όταν επιχειρήσεις να μιλήσεις για γυναικοκτονία, έρχονται οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι της πατριαρχίας και σου λένε πως η λέξη προσβάλλει τις γυναίκες επειδή τις απανθρωποποιεί, επειδή δεν τις θεωρεί ανθρώπους. Κι από κοντά έρχονται κάποιοι αλλοι επαναστάτες (της φακής) και σε λένε «δικαιωματικό της Χίλαρι Κλίντον» αν μιλήσεις για πατριαρχία και για σεξισμό.

(Πολύ χαρακτηριστικά, ο συντάκτης του Σκάι, σε άρθρο για την κήρυξη εθνικού πένθους χτες στην Πορτογαλία, χρησιμοποίησε τον όρο «γυναικοκτονία», που δεν μπορούσε να τον αποιφύγει αφού υπήρχε σε δηλώσεις Πορτογαλίδας ακτιβίστριας, μέσα σε εισαγωγικά, λες και τον πιάνει με τα γάντια για να μη μολυνθεί! : «Η ‘γυναικοκτονία’ είναι μια εθνική μάστιγα στην οποία πρέπει να ευαισθητοποιηθεί ο μέγιστος αριθμός ατόμων»)

Θα μου πείτε, τι θα αλλάξει αν πούμε «γυναικοκτονία» το φονικό της Σητείας και όχι «συζυγοκτονία» ή «ανθρωποκτονία» ή «δολοφονία»; Πιστεύω ότι έχει σημασία. Πιστεύω ότι με το να αναγνωρίσουμε και να κατονομάσουμε την έμφυλη βία, κοιτάζοντας το πρόβλημα κατάματα και μην κρύβοντάς το κάτω από τα πέπλα της «οικογενειακής τραγωδίας» και της «κακιάς στιγμής», βοηθάμε να αποκτήσει όλη η κοινωνία συναίσθηση του προβλήματος, κι έτσι την επόμενη φορά που η Ελένη, η Κατερίνα, η Αγγελική θα καταγγείλουν ότι απειλούνται, ότι βιάστηκαν, ότι ξυλοκοπήθηκαν, η απάντηση των αρχών δεν θα είναι τυπική, θα δένει τα χέρια του επίδοξου δράστη αντί να του δίνει το ελεύθερο. Αλλιώς, αν δεν κάνουμε τίποτα, θα συνεχίσουμε να μετράμε νεκρές γυναίκες.

Σήμερα ειναι 8 Μαρτίου, ημέρα της γυναίκας, και συνηθίζω τέτοια μέρα κάθε χρόνο να βάζω ένα άρθρο όπου μιλάω για τη ντροπιαστική υποεκπροσώπηση των γυναικών στις θέσεις εξουσίας και στις διευθυντικές θέσεις (παράδειγμα από πρόπερσι) και λέω για την ανάγκη να θεσπιστεί ποσόστωση, και μου λέτε πως η ποσόστωση υποτιμά τις γυναίκες και πως θα οδηγήσει σε αναξιοκρατικές τοποθετήσεις -ενώ ζούμε σε μια χώρα που η τελευταία αναξιοκρατική τοποθέτηση έγινε το 1830 όταν ο Καποδίστριας διόρισε τα αδέρφια του Αυγουστίνο και Βιάρο σε ανώτατα κρατικά αξιώματα.

Άκουσα σήμερα στο γαλλικό ραδιόφωνο ότι η γαλλική πολεμική αεροπορία ξεκινάει πρόγραμμα για να αυξήσει τα ποσοστά γυναικών στις τάξεις της, διότι τώρα έχει μόνο 20% γυναικείο προσωπικό, ενώ στους αξιωματικούς το ποσοστό είναι ακόμα χαμηλότερο, μόλις 14%. Άκουσα επίσης, στο ελληνικό ραδιόφωνο, ότι στον νέο νόμο περί αθλητισμού που έρχεται για ψήφιση καθιερώνεται ποσόστωση των φύλων στα συμβούλια των αθλητικών ομοσπονδιών, που σήμερα ανδροκρατουνται, με αποτέλεσμα οι ομοσπονδίες να έχουν ξεσηκωθεί -προς ενημέρωση, στο εξωτερικό οι αθλητικές ομοσπονδίες έχουν εδώ και χρόνια ποσόστωση, και η ίδια η FIFA. Είπα να τα γράψω κι αυτά, τελικά όμως αποφάσισα να δώσω την έμφαση στη γυναικοκτονία, αν και τα ζητήματα είναι αλληλένδετα.

Κι επειδή είναι αλληλένδετα, κλείνω το άρθρο αντιγράφοντας από τον ιστότοπο της Διεθνούς Αμνηστίας μια καταγγελία για τον νέο Ποινικό Κώδικα που έδωσε στη διαβούλευση η κυβέρνηση, ο οποίος στο θέμα του βιασμού χειροτερεύει τα πράγματα, αν αληθεύουν τα όσα θα παραθέσω. Φαίνεται όμως πως ακόμα είναι νωρίς και, με την ελάχιστη δύναμη φωνής που έχω κάνω έκκληση στην αριστερή κυβέρνηση να ακούσει το γυναικείο κίνημα και να θέσει ως βάση του βιασμού την απουσία συναίνεσης.

Δόθηκε χτες στη δημοσιότητα το σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, προς δημόσια διαβούλευση.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό εκστρατεία με αίτημα την τροποποίηση του άρθρου 336, που περιλαμβάνει τον ορισμό του βιασμού, έτσι ώστε αυτός να ορίζεται με βάση την απουσία συναίνεσης.

Στο προτεινόμενο σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα, διαπιστώνουμε ότι όχι απλώς δεν υιοθετείται ένας ορισμός του βιασμού με βάση τη συναίνεση, αλλά ο ισχύων μέχρι σήμερα ορισμός, αντικαθίσταται με έναν ακόμη χειρότερο. Η νέα πρόταση περιορίζει τις περιπτώσεις της «απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου», μόνο σε εκείνες που αφορούν «απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας». Με αυτόν τον τρόπο, οριοθετείται ακόμη περισσότερο η έννοια της απειλής (ως αποκλειστικά σωματικής), και κλείνει οποιοδήποτε περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας.

Σε κάθε περίπτωση, ο μόνος ορισμός του βιασμού που μπορεί να γίνει αποδεκτός είναι αυτός που θα συνδέεται με την απουσία συναίνεσης. Η Διεθνής Αμνηστία, μετά από αναλυτική έρευνα και στα πλαίσια της εκστρατείας και όλου του υλικού που έχει δημοσιοποιήσει, έχει θεμελιώσει συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους ένας τέτοιος ορισμός είναι απαραίτητος, έχει αναδείξει τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Ελλάδας ως προς την υιοθέτησή του, ενώ έχει παράσχει αναλυτικές πληροφορίες για το ισχύον καθεστώς σε μια σειρά χωρών, και ειδικά αυτών που έχουν υιοθετήσει σχετικούς ορισμούς με βάση τη συναίνεση.

Στα πλαίσια της εκστρατείας μας, θα θέσουμε στη δημόσια διαβούλευση με συγκεκριμένο τρόπο και με βάση τις θέσεις μας, το αίτημα της τροποποίησης του άρθρου 336, και της υιοθέτησης ενός ορισμού του βιασμού με βάση την απουσία συναίνεσης. Οι γυναικείες οργανώσεις και συλλογικότητες, καθώς και οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορούμε και πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να κινητοποιηθούμε, με αίτημα την τροποποίηση του ορισμού του βιασμού. Καλούμε το Υπουργείο Δικαιοσύνης να τοποθετηθεί συγκεκριμένα και να αναλάβει πρωτοβουλία για αυτή την τόσο απαραίτητη νομοθετική αλλαγή.

Πηγή:https://tvxs.gr

«Καλημέρα σας! Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στην Αγία Τριάδα. Ήταν μια ωραία μέρα, την Πρωτομαγιά του 1922. Λέγομαι Όσκαρ Φλωρεντίν. Αλλά έπρεπε να με ονόμαζαν Σαούλ…». Με αυτά τα λόγια, ο επιζών του Ολοκαυτώματος, Όσκαρ Φλωρεντίν, κατέθετε, 76 χρόνια μετά, την Πρωτομαγιά του 1998, τη δική του μαρτυρία για τα όσα έζησε στη φρίκη του πολέμου, στο πλαίσιο του εγχειρήματος του Shoah Foundation για τη διάσωση μαρτυριών ανθρώπων που επέζησαν της θηριωδίας.

«Φυλάμε το cd με τις αφηγήσεις του πατέρα, γιατί ο ίδιος δεν μας μιλούσε πότε. Μίλησε μόνο σε τρίτους, μετά από πολλά χρόνια, ενώ δεν ήθελε με τίποτα να περάσει σε εμάς τον φόβο και τις τραγικές στιγμές που έζησε στο ναζιστικό στρατόπεδο. Μας λυπόταν, δεν ήθελε να ξέρουμε τις φρικαλεότητες που έζησε», λέει η κόρη του Όσκαρ Φλωρεντίν, Ματίλντα, στη δική της κατάθεση ψυχής στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM».

«Εμείς, οι απόγονοι των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, έχουμε χρέος στη μνήμη, στην Ιστορία. Να θυμόμαστε, να μεταφέρουμε να καταγράφουμε όλα όσα θυμούνται οι συγγενείς μας, άνθρωποι της ισραηλιτικής κοινότητας, για να μην επαναληφθεί ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ η τραγωδία!», λέει, με εμφανέστατη συγκίνηση, η Ματίλντα Φλωρεντίν.

Στην πλατεία Ελευθερίας

«Κοντά στο Λιμάνι μας πήγαν. Μας μάζεψαν, γέμισε η πλατεία με εβραίους, εκεί που μετά έγινε το πάρκινγκ, στην Πλατεία Ελευθερίας. Στον ήλιο μας κρατούσαν πολλές ώρες. Μας κατέγραφαν. Όπως είπαν, για να μας στείλουν στα καταναγκαστικά έργα. Ιούνιος μηνάς (σ.σ. του 1943) ήταν, δεν μας άφησαν να βάλουμε καπέλα στα κεφάλια. Σαν τα ζώα, σαν τα πρόβατα μας μετρούσαν. Τα λυκόσκυλα γύρω – γύρω, ενώ ο άλλος κόσμος μας κοιτούσε σιωπηλά από τα μπαλκόνια», ακούγεται να αφηγείται ο Όσκαρ Φλωρεντίν.

Συζητώντας το θέμα της διατήρησης της μνήμης και το γεγονός ότι σήμερα οι Ευρωπαίοι ξεχνούν το Ολοκαύτωμα, όπως δείχνουν οι έρευνες, που έγιναν πέρσι, στις οποίες το ένα τρίτο δηλώνει ότι ξέρει ελάχιστα ή καθόλου για το Ολοκαύτωμα, ενώ περίπου 1 στους 20 πολίτες δεν έχει ουδέποτε ακούσει για τις ναζιστικές φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την ώρα που εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή δεκάδες χιλιάδες επιζώντες του Ολοκαυτώματος, η Ματίλντα Φλωρεντίν απαντά με τον δικό της τρόπο.

«Προσπαθώ να κάνω κάτι εγώ, προσωπικά. Συμμετέχω ενεργά στις εκδηλώσεις της κοινότητας. Πριν από χρόνια έγινε γνωστή στο πανελλήνιο η ιστορία της πεθεράς μου, της 84χρονης Στερίνας Ταμπώχ ή Μαρίκας Γρηγοριάδου, που σώθηκε, αφού την είχε υιοθετήσει μια οικογένεια Ποντίων. Το σημαντικότερα στην ιστορία της Στερίνας Ταμπώχ δεν είναι που σώθηκε μόνο αυτή, ενώ όλη η οικογένεια της αφανίστηκε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Το συγκινητικό είναι ότι οι Πόντιοι γονείς της Στερίνας, ο Γιάννης και η Σοφία Γρηγοριάδη σεβάστηκαν την καταγωγή της, δεν ήθελαν να την αλλάξουν, ενώ της είχαν βγάλει χριστιανική ταυτότητα, δεν τη βάφτισαν στην πραγματικότητα καθώς ήθελαν να διατηρήσει το κορίτσι αυτό την εβραϊκή της ταυτότητα!», τονίζει.

Όταν ο Παλιός Σταθμός έγινε στρατόπεδο…

«“Οι Έλληνες Θεσσαλονικείς, τι κάνανε; Σας βοηθούσαν;” – Έβλεπαν μόνο. Ενώ οι ναζί κατέγραφαν τα στοιχεία μας. Εμένα, ως φοιτητή της Νομικής του ΑΠΘ, με κράτησαν στα γραφεία της Θεσσαλονίκης. Αυτό, αργότερα… αλλά μετά την πλατεία, μας μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, με γύρω συρματοπλέγματα, στον Παλιό Σταθμό. Στο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης ήμασταν μια εβδομάδα. Δεν μπορούσαμε να ανασάνουμε, θέλαμε να φύγουμε. Και πού να πάμε; Ήμασταν φοβισμένοι, στριμωγμένοι, δεν θυμάμαι τι τρώγαμε και αν τρώγαμε, αν είχαμε τουαλέτες. Πολλά άτομα σε ένα δωμάτια. Λέγαν, θα μας στείλουν στην Πολωνία…», αναφέρει, σε άλλο σημείο της αφήγησής του ο Όσκαρ Φλωρεντίν.

Και συνεχίζει, αφηγούμενος το ταξίδι που γι’ αυτόν είχε επιστροφή, ενώ για χιλιάδες Θεσσαλονικείς εβραίους έμελλε να είναι το τελευταίο…

«Μια μέρα, στις 2 Μαΐου, μας φόρτωσαν στα βαγόνια. Όλοι μαζί σε ένα βαγόνι, περίπου σαράντα άτομα, με δυο τενεκέδες για ανάγκες μας. Στο τρένο ήταν οικογένειες με παιδιά, γυναίκες έγκυες.. Εκεί ήμασταν όλοι: ο πατέρας μου Ιάκωβος, η μητέρα μου Ματίλντα, εγώ, ο αδελφός μου Ιωσήφ, η αδελφή μου Σάρα, η αδελφή μου Αλίκη, μαζί με τον άνδρα της Ραφαέλ και το μωρό τους… Το τρένο έτρεχε, δεν σταματούσε. Πολύ γρήγορα, στις 9 Μαΐου 1943, φράσαμε στο Άουσβιτς – Μπίρκενάου. “Τι Σας έκανε περισσότερη εντύπωση;” (ρωτάει η ερευνήτρια του Shoah Foundation). Φύσαγε δυνατός αέρας, θυμάμαι. Σκυλιά γαύγιζαν, τα παιδιά τσίριζαν, χάος μέσα στη νύχτα. Οι ναζιστές χτυπούσαν άγρια, όποιον έπεφτε κάτω…».

Ύστερα από μια μικρή παύση, ο Όσκαρ Φλωρεντίν ακούγεται να μιλάει για τους προβολείς, που φώτιζαν σαν στο σινεμά, τα τραγικά, δύστυχα πρόσωπα ανθρώπων σε απόγνωση μπροστά στον θάνατο και όσα άλλα τού έμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη… «Κάθε στιγμή ακούγαμε στο στρατόπεδο “Appelplatz!”, συγκέντρωση! Βγαίναμε πάντα με τη σκέψη, ποιον θα κρεμάσουν από εμάς; Μπορεί και εμένα…».

Πόσοι γύρισαν πίσω ζωντανοί από την οικογένεια, ρωτάμε, σήμερα, την κόρη του, Ματίλντα, και απαντά πως μόνο ο πατέρας της και ο αδελφός του, ο Ιωσήφ, γύρισαν ζωντανοί. Η ίδια πιστεύει πως τον πατέρα της τον βοήθησε ο καλός του χαρακτήρας.

«Ήταν αισιόδοξος, είχε χιούμορ, αλλά και το μυαλό του! Ήταν έξυπνος άνθρωπος. Όταν γύρισε στη Θεσσαλονίκη, όταν πολλοί άλλοι έφυγαν να σωθούν από διωγμούς, για την Παλαιστίνη, πριν δημιουργηθεί το κράτος το Ισραήλ, είπε: “είμαι Έλληνας και θα μείνω εδώ”. Ήταν μόλις 23 χρόνων, ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά τον επιστράτευσαν στον Έβρο», θυμάται.

«Η φοιτητική ταυτότητα του πατέρα μου έχει ημερομηνία 24 Απριλίου 1942 και αναγράφει και τη σχολή στην οποία φοιτούσε· ήταν στο τμήμα Νομικών και Οικονομικών Επιστημών», σημειώνει και αναφέρεται στη μεγάλη συγκίνηση που ένιωσε στην προ ημερών εκδήλωση για τα αποκαλυπτήρια του έργου του Ξενή Σαχίνη με τα ονόματα εβραίων που φοιτούσαν στο ΑΠΘ και τιμάται σήμερα η μνήμη τους. Ανάμεσά τους είναι και το όνομα του πατέρα της…

Ο Όσκαρ Φλωρεντίν, ο οποίος πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 2014, επέζησε από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος από τύχη, όπως λέει η κόρη του, αλλά ακούγεται να λέει και ο ίδιος στο ηχογραφημένο απόσπασμα.

«Επέζησα από τύχη. Η ζωή μου δεν άλλαξε μετά. Ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές, αλλά πήγα στρατιώτης στον Έβρο. Κι εκεί κάθε μέρα είχαμε πέντε νεκρούς… Όταν πήγα να βγάλω την ταυτότητα, με ρώτησαν, πού ήμουν στον πόλεμο. Είπα, στο στρατόπεδο. Αν ήμουν στο βουνό, δεν θα ήμουν “εντάξει” για την τότε κοινωνία […] Ακόμα και σήμερα συμβαίνουν επεισόδια, που με στεναχωρούν. Τις προάλλες, τηλεφώνησα σε έναν φίλο. Το τηλέφωνο, το σήκωσε ο γιος του. Ακούω: “Μπαμπά! Ο κύριος εβραίος σε ζητάει”. Δεν λέει: “Ο Όσκαρ σε ζητάει”…».

Σχολιάζοντας το γεγονός αυτό, η Ματίλντα Φλωρεντίν εξηγεί πως ο πατέρας της ήταν πολύ ευαίσθητος στις φιλίες: «εγώ, προσωπικά, ως κόρη του, δεν θα θύμωνα. Είναι σαν να λένε, ο Γάλλος ή ο Έλληνας, ο Τούρκος, ο Πόντιος… Η ξενοφοβία, δυστυχώς, δεν φεύγει από την κοινωνία. Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος, πάντα ψάχνει τους ενόχους στους άλλους, δεν κοιτάει τον εαυτό του να γίνει καλύτερος άνθρωπος».

«Καλό είναι να είμαστε όλοι μαζί, εβραίοι και μη εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Την Κυριακή 17 Μαρτίου (σ.σ. ημέρα της καθιερωμένης ετήσιας πορείας για τα θύματα του Ολοκαυτώματος), να ξεκινήσουμε μαζί την πορεία από την Πλατεία Ελευθερίας, στις 11.30, και να καταλήξουμε στον Παλιό Σταθμό. Εκεί, η Ομάδα “Πορεία για τη Ζωή” θα ζητήσει συγγνώμη από τους εβραίους της Θεσσαλονίκης, θα τραγουδήσουν τα παιδιά του Εβραϊκού Σχολείου Θεσσαλονίκης και συμβολικά θα φυτέψουν με παιδιά της περιοχής της Ξηροκρήνης μία ελιά!», λέει η Ματίλντα Φλωρεντίν.

Φέτος, όπως εξηγεί, συμπληρώνονται 76 χρόνια από την αναχώρηση του πρώτου συρμού για το στρατόπεδο Άουσβιτς – Μπιρκενάου, όπου ήταν και ο πατέρας της, ο Όσκαρ, ο οποίος κατόρθωσε να επιζήσει, σε αντίθεση με τους περίπου 50.000 Θεσσαλονικείς εβραίους, που δεν γύρισαν ποτέ…

Πηγή:https://thefact.gr

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ/ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Σάββατο 29 Ιουνίου 11πμ-2μμ: Δημιουργική απασχόληση και ψυχαγωγία παιδιών. Παιχνίδι με κλόουν, ξυλοπόδαρο και εθελοντές-ντριες που έχουν αρκετή εμπειρία από παιδική απασχόληση, φύλαξη παιδιών, πάρτυ κλπ....