
Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος
Το βιβλίο συνδυάζει πλήθος αρχειακών τεκμηρίων και προφορικών μαρτυριών.

Το βιβλίο συνδυάζει πλήθος αρχειακών τεκμηρίων και προφορικών μαρτυριών.

Αποτελεί σύνηθες φαινόμενο πολλές μαζικές κινητοποιήσεις να ονομάζονται “λαϊκή εξέγερση” θέλοντας έτσι να δώσουν στη διαμαρτυρία ευρεία λαϊκή αποδοχή. Αν όμως υπάρχει μια διαμαρτυρία που ταυτίζεται με την κυριολεκτική έννοια της λαϊκής εξέγερσης, είναι αυτή που συμβαίνει στα μέσα της δεκαετίας του 50, ελάχιστα χιλιόμετρα από το κέντρο της πρωτεύουσας, και που, εξίσου εντυπωσιακό είναι ότι παραμένει ακόμα ουσιαστικά άγνωστη.
Του Βαγγέλη Λιγάση
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973, ως αυθόρμητο ξέσπασμα με παλλαϊκό χαραχτήρα, καταγράφτηκε στην συλλογική συνείδηση, μιας γενιάς τουλάχιστον, σαν η δίκαιη απάντηση στην καταπίεση. Καταγράφηκε σαν ο καταλύτης που ξεγύμνωσε το σκληρό πρόσωπο του «εκδημοκρατισμού» της χούντας σε μισοκοινοβουλευτική αυταρχία που μεθόδευε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και προσέβλεπαν οι «ρεαλιστές» αστοί πολιτικοί αλλά και τμήματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς, σαν ο καταλύτης για την «περιπετειώδη» ελληνική μεταπολίτευση. Το «Πολυτεχνείο» συμβολίζει την δυνατότητα των «απλών» ανθρώπων να παρεμβαίνουν και να καθορίζουν τις εξελίξεις πέρα και ανεξάρτητα από τις «βουλές» των από πάνω και τις «συμβουλές» των φρονίμων. Συμβολίζει την προσπάθεια για αλλαγή των όρων διαβίωσης με συλλογικό – εξεγερσιακό και όχι ατομικό τρόπο.

αιματηρών γεγονότων, φέρνει στη δημοσιότητα η Aylon Film Archives.

«Πεισματάρης ανθρωπιστής», όπως τον αποκάλεσε ο Σαρτρ, ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε ο συγγραφέας των ψυχών, των αδυνάτων και της ελπίδας. Τα τρίπτυχα του «παραλόγου» και της «εξέγερσης», το Νόμπελ, ο θάνατος, η κληρονομιά.

Η δράση και η δίκη του συνεργάτη των Γερμανών, που βασάνισε και έστειλε για εκτέλεση δεκάδες Έλληνες.

Πώς ο διαπιστωτικός και παθητικός χαρακτήρας της γαλλικής φράσης “Alors, c’ est la guerre”, που είπε ο δικτάτορας στον Ιταλό πρέσβη τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, μετατράπηκε στο μύθο του βροντερού «όχι» σε ένα ανύπαρκτο τελεσίγραφο ● Η προπαγάνδα μέσα από το «Ημερολόγιο» του Μεταξά που επιμελήθηκε ο Παν. Μ. Σιφναίος, υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Μαρκεζίνη την περίοδο της αιματηρής καταστολής της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Του Βαγγέλη Λιγάση
Η κυρίαρχη προπαγάνδα των αστών αρέσκεται να ισχυρίζεται και διαδίδει ότι η εξέγερση της 7ης Νοέµβρη 1917 (25 Οκτώβρη µε το παλιό ηµερολόγιο) ήταν έργο µειοψηφίας συνωµοτών, του µπολσεβίκικου κόµµατος (πλειοψηφούντες, στα ρωσικά, του ρωσικού σοσιαλδηµοκρατικού κόµµατος από την διάσπαση του 1903, µε τους τότε µειοψηφούντες να ονοµάζονται Μενσεβίκοι). Τίποτε δεν είναι πιο αντίθετο µε τα πραγµατικά γεγονότα. Σε αντίθεση µε αυτόν τον ισχυρισµό, η δύναµη και η ανθεκτικότητα της λαϊκής αυτενέργειας ήταν αυτά που ωθούσαν τους Μπολσεβίκους.

Η συγγραφέας Μαρί Αράνα, είχε πει κάποτε για τον Κολόμβο, όταν ο ίδιος έπλευσε Δυτικά, όπως επρόκειτο για ένα μεσαιωνικό άνθρωπο, από έναν μεσαιωνικό κόσμο, περιτριγυρισμένο από μεσαιωνικές αντιλήψεις για Κύκλωπες, Πυγμαίους, Αμαζόνες και ιθαγενείς με κεφάλια σκύλων. Όταν μπήκε όμως στο Αμερικανικό έδαφος, ουσιαστικά δεν εισήλθε απλά σε έναν νέο κόσμο, αλλά σε μια «νέα εποχή».
Το διάσημο αυτό ταξίδι, όπως και του Βάσκο ντα Γκάμα, ο οποίος έφτασε στην Ινδία μέσω του Ινδικού Ωκεανού το 1498, ή του Φερδινάνδου Μαγγελάνου, ο οποίος ταξίδεψε δυτικά στην Ασία, περνώντας το νότιο άκρο της Νότιας Αμερικής, κυριαρχούν ως σημαντικά κατορθώματα. Ωστόσο, αποκρύπτουν σημαντικά σημεία της ιστορίας. Με μια προσεκτικότερη εξέταση των στοιχείων, είναι σαφές ότι η Αφρική διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην σύγχρονη ιστορία.

Ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης έχοντας ήδη περάσει οχτώ χρόνια στην εξορία για τις αριστερές του ιδέες, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί – με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας – για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό». Η δίκη είναι πολύ σημαντική καθώς εκείνο που προσπαθεί να χειραγωγηθεί στη συγκεκριμένη δίκη είναι το πνεύμα.Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ο Λουντέμης ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απάντησε:«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».Στη συνέχεια κατέθεσαν πολλοί μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Αξίζει να σταθούμε σε δύο περιπτώσεις, έναν μάρτυρα κατηγορίας, τον αστυνόμο της γενικής ασφάλειας Καραχάλιο και έναν υπεράσπισης, τον ποιητή Κώστα Βάρναλη.