


“Ρε παιδιά, κάτι αισθάνθηκα ν’ ανεβαίνει απ’ τα πόδια μου και να βγαίνει απ’ το κεφάλι μου”, είπε ο Στέλιος.
του Νίκου Μπογιόπουλου
Tο φιρμάνι των Γερμανών δημοσιεύτηκε στις 30 του Απρίλη:
«…Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του (…) Ως αντίποινα θα εκτελεστούν: 1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην…».
Στη γλώσσα των κατακτητών (και των συνεργατών τους) «ανανδρία» ήταν ο ηρωικός αγώνας ενάντια στην Κατοχή.
Στη γλώσσα των ναζί (και των ντόπιων ομοϊδεατών και επιγόνων τους) «δολοφονία» ήταν η ένοπλη αναμέτρηση του λαού με τις ορδές του Χίτλερ.
Την 1η Μαΐου του 1890, ο Φρ. Ενγκελς σημείωνε στο πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: «Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, το προλεταριάτο της Ευρώπης και της Αμερικής επιθεωρεί τις δυνάμεις του, που για πρώτη φορά κινητοποιούνται σε μια στρατιά, κάτω από μια σημαία και για έναν άμεσο σκοπό: για το νομοθετικό καθορισμό της κανονικής οχτάωρης εργάσιμης ημέρας, που διακηρύχτηκε ακόμα από το 1866, από το Συνέδριο της Διεθνούς στη Γενεύη και ξανά ύστερα από το Εργατικό Συνέδριο του Παρισιού στα 1899. Και το θέμα της σημερινής μέρας θα δείξει στους καπιταλιστές και στους γαιοκτήμονες όλων τω χωρών ότι οι προλετάριοι όλων των χωρών είναι σήμερα πραγματικά ενωμένοι. Ας ήταν ο Μαρξ πλάι μου να το ‘βλεπε αυτό με τα ίδια του τα μάτια!».
Η είδηση όπως παρουσιάστηκε στην Καθημερινή του 1976: Στην οδό Πειραιώς παρασύρεται από ιδιωτικό αυτοκίνητο και σκοτώνεται ο 18χρονος μαθητής Ισίδωρος Ισιδωρόπουλος στην προσπάθεια του να ξεφύγει από αστυφύλακα που τον καταδιώκει για παράνομη αφισοκόλληση εν όψει της Εργατικής Πρωτομαγιάς.
Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Η Καθημερινή του 1976 παρουσιάζει το πρώτο θύμα της κρατικής καταστολής και της αστυνομικής βίας της μεταπολίτευσης σε μια μικρή είδηση που υιοθετεί αμάσητα την επίσημα εκδοχή της αστυνομίας σε μια χοντροκομμένη εκστρατεία συγκάλυψης. Η ηλικία του νεαρού Σιδέρη μεγαλώνει ώστε να μη σοκάρει, ενώ ο θάνατος του αποδίδεται σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας. Επιπλέον όπως τονίζεται ήταν και…λαθρο-αφισοκολλητής (με τη σημερινή ορολογία).
Παρασκευή 30 Απριλίου 1976. την ώρα που σε ένα ανάλογο περίεργο δυστύχημα σκοτώνεται ο Αλέκος Παναγούλης- ο αγωνιστής μαθητής Σιδέρης (Ισίδωρος) Ισιδωρόπουλος, μέλος της «Μαθητικής Πρωτοπορίας», κολλούσε αφίσες της οργάνωσης «Κ.Ο. Μαχητής» (Κομμουνιστική Οργάνωση Μαχητής), για την συγκέντρωση της επόμενης μέρας που καλούσε η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στην πλατεία Κοτζιά.
Λίγες εβδομάδες μετά την εγκατάσταση των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα, σημειώθηκαν και οι πρώτες εργατικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις. Στάσεις εργασίας, μικροαπεργίες, αποχή από τα μαθήματα παρατηρήθηκαν στα πανεπιστήμια, στα σχολεία. Η πρώτη όμως μετά την εγκατάσταση των κατοχικών αρχών στην Ελλάδα μεγάλη απεργία, η μεγαλύτερη ίσως στην Ελλάδα και η πρώτη στη σκλαβωμένη τότε Ευρώπη πραγματοποιήθηκε από τις 22 του Απρίλη του 1942 μέχρι τις 28-4-1942.
Δηλαδή λίγο μετά το τέλος του τρομερού εκείνου χειμώνα του 1941. Η κυβέρνηση Τσολάκογλου, κατ’ εντολή των κατοχικών δυνάμεων, εξέδωσε έξι μέρες πριν την έναρξη της απεργίας, στις 16 Απριλίου με την διαδικασία του κατεπειγόντως «νέο» νόμο, που απειλούσε τους δημοσίους υπαλλήλους με εκτέλεση-όχι απόλυση ή επιστράτευση-αν πραγματοποιήσουν την απεργία: «»Αρθρον μόνον: Εις τον Νόμον 3.453 τής 14 Μαΐου 1928 περί απεργούντων δημοσίων υπαλλήλων κλπ., προστίθεται άρθρον 4 έχον ώς έξης: «Οταν η απεργία δημοσίων λειτουργών διενεργείται του κράτους διατελούντος υπό εξαιρετικός συνθήκας και περιστάσεις, αποτελεί ίδιώνυμον έγκλημα τιμωρούμενον και διά της ποινής του θανάτου. Οί απεργούντες εισάγονται δι’άπ’ ευθείας κλήσεως εντός 24 ωρών ενώπιον εκτάκτου πενταμελούς στρατοδικείου, καταρτιζομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού τής Εθνικής Αμύνης. Κατά της εκδιδομένης αποφάσεως, ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται, εκτελείται δέ αύτη, εντός 24 ωρών άπό τής εκδόσεως της».
του Νίκου Μπογιόπουλου
Η ιστορική άγνοια αποτελεί λίπασμα για την πολιτική αφασία. Ο φασισμός γίνεται «ελκυστικός» πάντα και μόνο πάνω στο έδαφος της αφασίας και της άγνοιας. Το κράτος των αστών έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί την αφασία και την άγνοια, ώστε έτσι να κρατά πάντα ζεστό τον κόρφο που επωάζει τα «φίδια» του.
Δεν υπάρχει χούντα (στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο) που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, στην αγριότητα, στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς
(σ.σ.: Με τους «ημέτερους» συνταγματάρχες είχαμε εκείνη ακριβώς τη διαφθορά και εκείνη την «τιμιότητα» που άρμοζε στη γελοιότητά τους: από τα «κρέατα του Μπαλόπουλου» μέχρι την «νέα φαυλοκρατία» με τις «τακτοποιήσεις» των γαμπρών του Παττακού, των αδερφών του Παπαδόπουλου και των ίδιων των πραξικοπηματιών που «νομοθέτησαν» τον… διπλασιασμό των μισθών τους, και από τις συμβάσεις με «Litton», «Μακντόναλντ», «Τομ Πάππας» και «Ζήμενς» – πάντα η… «Ζήμενς» – μέχρι την ανέγερση του «θαυματουργού» (καθότι… αόρατος) Ναού του Σωτήρως. Μόνο από εκεί, από έναν προϋπολογισμό ύψους 450 εκατομμυρίων, φαγώθηκαν τα 400…).
Εντούτοις, εδώ θα περιοριστούμε να αναφερθούμε σε ένα μόνο από τα «καλά» της δικτατορίας: Σ’ αυτό τ
Τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1971 ο Νικόλαος Μακαρέζος και ο Ιωάννης Λαδάς συνάντησαν έναν ενθουσιώδη ιταλό φίλο του ελληνικού δρόμου προς την αντιδημοκρατική εκτροπή. Δεν επρόκειτο για εθιμοτυπική ή διπλωματική επίσκεψη: ο ιταλός επισκέπτης έφτασε στην Αθήνα εκπροσωπώντας τη φασιστική οργάνωση Movimento Sociale Italiano (MSI), προκειμένου να ζητήσει τη συνδρομή του δικτατορικού καθεστώτος σε ένα σχέδιο γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην Ιταλία. Του Κωστή Καρπόζηλου.
Η παρασκηνιακή συνάντηση εγγράφεται στις πυκνές επαφές μεταξύ τμημάτων της στρατιωτικής δικτατορίας και του δυναμικού ιταλικού νεοφασιστικού κινήματος, που βασιζόταν σε ιδεολογικές ταυτίσεις και, κυρίως, στη διάθεση συντονισμού του αντικομμουνιστικού αγώνα. Το τελευταίο διάστημα το ζήτημα των διεθνών διασυνδέσεων του δικτατορικού καθεστώτος και ο ρόλος των ελληνικών φασιστικών κύκλων στην Ιταλία έχει αναδειχθεί μέσα από δημοσιεύματα που αναζητούν εκεί, μεταξύ άλλων, τις καταβολές των μεταπολιτευτικών μεταπλάσεων της ελληνικής άκρας Δεξιάς.1
Το ενδιαφέρον αυτό, που συνδέεται προφανώς με τις πολιτικές προκλήσεις του σήμερα, συμβάλλει ταυτόχρονα στη χαρτογράφηση ενός πεδίου που αντιμετωπιζόταν από την ελληνική ιστοριογραφία μάλλον με περισσή περιφρόνηση και αφελή καχυποψία: τη σημασία των μυστικών υπηρεσιών, τις γεωγραφικές εξακτινώσεις του αντικομμουνιστικού αγώνα, τα πολλαπλά νήματα που συνέδεαν τους εσωτερικούς μηχανισμούς της δικτατορίας με τις οργανώσεις του «ελεύθερου κόσμου».
Το φασιστικό πρότυπο του μεσοπολέμου
Πριν «βάλει τη στολή του και τη σκούφια την ψηλή του», ο Μουσολίνι, ο κυβερνήτης-πρότυπο των ελλήνων πολιτικών, δεσποτάδων και διανοουμένων, είχε πατάξει την «αναρχία», είχε εξαφανίσει τις απεργίες και ξανακλείσει τις γυναίκες στο σπίτι. Ο,τι δηλαδή ονειρευόταν ο μέσος εθνικόφρων Ελληνας
Αν κάτι επιβεβαιώνουν οι εθνικές επέτειοι, αυτό είναι ο απλοποιημένος -και κατά κανόνα αντιιστορικός- τρόπος με τον οποίο το παρελθόν αποτυπώνεται στη συλλογική μνήμη. Η εικόνα π.χ. των σημερινών Ελλήνων για τον Μουσολίνι είναι αυτή που μας έρχεται από τις γελοιογραφίες και τα τραγουδάκια της προπαγάνδας του ’40-’41: ένας μεγαλομανής φανφαρόνος, ένα «κορόιδο» ισάξιο της «πατρίδας του της γελοίας», που πήγαινε γυρεύοντας.
Κι όμως, μέχρι τις παραμονές του πολέμου ο Ντούτσε μόνο αρνητικά δεν αντιμετωπιζόταν από τους καθωσπρέπει εκφραστές της ελληνικής κοινής γνώμης. Με εξαίρεση την εγχώρια αριστερά (ΚΚΕ, σοσιαλιστικές και τροτσκιστικές ομάδες) και κεντροαριστερά (Παπαναστασίου), οι υπόλοιποι μόνο καλά λόγια είχαν να πουν για τον άνθρωπο που έβγαλε την Ιταλία απ’ το «χάος» της εργατικής αναταραχής, πάταξε τον «ερυθρό τρόμο» κι επέβαλε ξανά τις παλιές καλές παραδοσιακές αξίες (πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια), αποκαθιστώντας διά ροπάλου τις ισορροπίες που είχαν κλονιστεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για τον ελληνικό πολιτικό κόσμο και την οργανική του διανόηση, ο Μεσοπόλεμος ήταν μια εποχή κρίσης κι αγωνιώδους αναζήτησης μιας νέας εθνικής στοχοθεσίας, ικανής να αντικαταστήσει τη μακαρίτισσα «Μεγάλη Ιδέα» και ν’ αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή. Η τελευταία φαινόταν να έχει διαρραγεί ανεπανόρθωτα από την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων που προκάλεσαν οι πόλεμοι του 1912-22, η ενσωμάτωση των «Νέων Χωρών» και η εισορή 1.500.000 προσφύγων απ’ τις «χαμένες πατρίδες» των Βαλκανίων και της Μικρασίας.
του Παναγιώτη Λίλλη
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-18) αποτέλεσε ένα σοκ για όλη την ανθρωπότητα. Δεν ήταν μόνο τα 15 εκατομμύρια νεκροί και η τεράστια καταστροφή, αλλά επίσης ο κλονισμός αξιών και θεσμών που κυριαρχούσαν μέχρι εκείνη την εποχή. Στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα του πολέμου, κατέπεσαν 3 αυτοκρατορίες (η ρωσική, η αυστροουγγρική και η οθωμανική) και ένα τεράστιο επαναστατικό κύμα (1917-23) σάρωσε όλη την ήπειρο. Η μοναδική όμως επανάσταση που επικράτησε και έμεινε όρθια ήταν η ρωσική κάτω απ’ την ηγεσία των μπολσεβίκων.
Στην Ιταλία ο μεγάλος πόλεμος κουβάλησε μέσα του την κοινωνική και πολιτική καταιγίδα της επανάστασης. Η Ιταλία πριν από το 1914 ήταν ένα βασίλειο με κοινοβούλιο όπου κυριαρχούσαν οι αστοί πολιτικάντηδες μέσα απ’ το σύστημα περιορισμένης ψήφου και των ατελείωτων κυβερνητικών συνδυασμών που πατούσαν στην αμορφία και στην έλλειψη μεγάλων και σταθερών κομμάτω
Η Ιταλία ήταν μια βαθιά διαιρεμένη χώρα. Τον αναπτυγμένο Βορρά τον υποβάσταζε ο αγροτικός Νότος, όπου κυριαρχούσε η μεγάλη γαιοκτησία, ακόμη και φεουδαρχικού χαρακτήρα, και μια τεράστια μάζα αγροτιάς πνιγμένης στη φτώχεια, την καθυστέρηση και την κηδεμονία του καθολικισμού. Αυτή η αγροτιά που έμενε παραδοσιακά παθητική και είχε απότομα ξεσπάσματα εξέγερσης, για πρώτη φορά ξύπνησε πολιτικά μέσω του πολέμου και του κινήματος των πολεμιστών.
Ενώ η πρωτεύουσα της χώρας ήταν η Ρώμη που έπαιζε το ρόλο του διοικητικού κέντρου και της γραφειοκρατίας, η οικονομική πρωτεύουσα της χώρας ήταν το Μιλάνο και το βιομηχανικό κέντρο το Τορίνο.