ΜΕΛΕΤΕΣ - ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Τι παράξενο… Το λευκό, κιτρινισμένο από τον χρόνο πουκάμισο με το ξεραμένο αίμα που ήταν απλωμένο στο τραπέζι του τμήματος συντήρησης υφασμάτων του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου είχε πάνω του τα ίχνη της ανδρικής αρχοντιάς και ταυτόχρονα τα σημάδια του πολιτικού μίσους που τη μαγάρισε. Ηταν το πουκάμισο που φορούσε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης στις 22 Μαΐου του 1963, όταν δέχθηκε το δολοφονικό χτύπημα από παρακρατικούς, μετά την ομιλία του για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Παρατηρώ με μελαγχολία τις ανοικτές διπλές μανσέτες του καλοραμμένου πουκαμίσου, που με προσοχή αγγίζει η συντηρήτρια Δάφνη Φίλιου. Το αίμα του αγωνιστή της ειρήνης, γιατρού και αθλητή, είναι απλωμένο δίπλα στον γιακά, στα κουμπιά, στο στήθος. Σημάδια μιας δολοφονικής επίθεσης που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Κάποιες ανθρώπινες συμπτώσεις κάνουν τη στιγμή ακόμη πιο συγκινητική:
«Ο παππούς της Δάφνης ήταν μαιευτήρας και συμφοιτητής του Λαμπράκη», αποκαλύπτει η διευθύντρια του ΒΧΜ δρ Κατερίνα Δελλαπόρτα. Αλλά και ο δικός της πατέρας συνδέθηκε ιστορικά με τον βουλευτή – υπήρξε ένας από τους πρωτοστάτες της αποκάλυψης των ενόχων του προμελετημένου εγκλήματος. Ο εισαγγελέας Παύλος Δελλαπόρτας, όπως και ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ήταν από τους θαρραλέους λειτουργούς της Δικαιοσύνης που σε αντίξοες συνθήκες αποκάλυψαν τον ρόλο των Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη και τις διασυνδέσεις τους με την Αστυνομία.

Το αιματοβαμμένο πουκάμισο του Γρηγόρη Λαμπράκη συντηρείται στα εργαστήρια υφάσματος του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. 
«Ο πατέρας είχε τη γενική εποπτεία των ανακρίσεων», λέει στην «Κ» η κ. Δελλαπόρτα. «Οταν με ρώτησαν αν μπορούμε να συντηρήσουμε τα ρούχα που φορούσε εκείνο το βράδυ ο Λαμπράκης, πέρασαν μπροστά μου παιδικά βιώματα από τη χρονιά της δολοφονίας, που ήμουν μαθήτρια του δημοτικού, αλλά κυρίως της δίκης που ακολούθησε το 1966. Είναι συγκινητική συγκυρία». Σήμερα, μάλιστα, συμπληρώνονται 56 χρόνια από τον θάνατο του βουλευτή της ΕΔΑ.
Το πουκάμισο, η φανέλα, το κοστούμι του Λαμπράκη και ένα μόνο παπούτσι, ό,τι δηλαδή διασώθηκε από το μοιραίο βράδυ του 1963 και αποτέλεσε δικαστικό υλικό το 1966, βρέθηκαν το 2010 σε χαρτοκιβώτιο στα υπόγεια του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Ενα άλλο έκρυβε τα ρούχα του Γιώργη Τσαρουχά, επίσης βουλευτή της ΕΔΑ και θύματος του πολιτικού μίσους. Τα πειστήρια παραδόθηκαν στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων.
Πριν από έναν χρόνο, το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης (Δήμου Ηλιούπολης) και το Ιδρυμα «Γρηγόρης Λαμπράκης» έστειλαν τα ρούχα για συντήρηση στο ΒΧΜ. Σε επιστολή τους ο δήμαρχος Ηλιούπολης, Β. Βαλασόπουλος, και ο πρόεδρος του ιδρύματος, Γρηγόρης Γρ. Λαμπράκης, γιος του δολοφονηθέντος, ζητούν να τους αποδοθεί ο ρουχισμός «όταν η διαδικασία αυτή θα έχει ολοκληρωθεί».
«Παραλαμβάνοντας τα ρούχα διαπιστώσαμε με τον τμηματάρχη Χαράλαμπο Παπαθεολόγου ότι είχαν έντονες φθορές από έντομα. Τα τοποθετήσαμε σε κλειστά κιβώτια με εντομοπαγίδες και τα αφήσαμε για ένα τρίμηνο, όσο ο κύκλος ζωής των εντόμων. Στη συνέχεια ξεκίνησε η συντήρηση. Ενα από τα στάδια είναι ο προσεκτικός καθαρισμός, καθώς οι κηλίδες αίματος δείχνουν τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δολοφονική επίθεση. Αρα οι λεκέδες, όπως και τα ξένα υλικά πάνω τους, τα κάνουν, από καθημερινά, ιστορικά αντικείμενα», λέει η Δάφνη Φίλιου.

Η συντηρήτρια Δάφνη Φίλιου κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης του ρουχισμού του Λαμπράκη.
Στα δύο τραπέζια του εργαστηρίου συντήρησης, δίπλα στο μικροσκόπιο, στις καρφίτσες, στα ψαλίδια, είναι απλωμένα το σκουρόχρωμο από καλό μάλλινο ύφασμα της εποχής παντελόνι, το πουκάμισο και η κάθετα κομμένη φανέλα. «Κόπηκε για τις ανάγκες της τραχειοστομίας που έγινε τότε στον Λαμπράκη», εξηγεί η διευθύντρια του ΒΧΜ.
Στο παντελόνι σώζεται εδαφικό υλικό. «Οπως τον σήκωσαν για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, έμειναν οι δαχτυλιές με σκόνη», εξηγεί η συντηρήτρια. Εφημερίδες της εποχής, με φωτογραφίες που έδειχναν τον βουλευτή της ΕΔΑ αιμόφυρτο, βοηθούν για κάθε λεπτομέρεια. «Σκοπός είναι να μειώσουμε τις φθορές από την κακή φύλαξη, χωρίς να αλλοιώσουμε τα στοιχεία που δημιουργήθηκαν την ώρα του περιστατικού. Παράλληλα, έπρεπε να μειώσουμε τα ίχνη από την προσβολή των εντόμων. Ακόμη και το δερμάτινο παπούτσι είχε πάνω του μικρή φθορά από έντομο. Εκτός από τη φανέλα».
«Και μόνο που τα αντικρίζει κανείς, συγκινείται», λέει ο Χ. Παπαθεολόγου, δείχνοντας τη λεπτοδουλειά που απαιτεί η τέχνη της συντήρησης, όπως το λευκό ύφασμα που τοποθετείται μέσα από τα ρούχα, ώστε να διακρίνονται εντονότερα οι φθορές.
Πηγή:https://archive.is

Να μιλήσουμε λίγο για την Κωνσταντίνα Κούνεβα; Να μιλήσουμε. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα ήταν καθαρίστρια. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα ήταν συνδικαλίστρια. Εργαζόταν στην ΟΙΚΟΜΕΤ, εταιρεία καθαρισμού που είχε αναλάβει τον καθαρισμό των σταθμών του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Αθηνών- Πειραιώς. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα προσπάθησε να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους εργαζόμενους κάτι που δεν άρεσε. Δεχόταν απειλές για τη ζωή της κι είχε ζητήσει επανειλημμένως αλλαγή βάρδιας καθώς δούλευε νυχτερινή όπως και μετακίνηση της σε άλλο πόστο κάτι όμως που δεν έγινε δεκτό. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα τον Δεκέμβρη του 2008 δέχθηκε επίθεση. Δυο άγνωστοι την πλησίασαν τα μεσάνυχτα καθώς επέστρεφε σπίτι της. Την περιέλουσαν με βιτριόλι. Την υποχρέωσαν να το καταπιεί. Της προκάλεσαν απώλεια της όρασης από το ένα μάτι. Της προκάλεσαν βλαβες σε εσωτερικά όργανα. Μπήκε στο χειρουργείο πολλές φορές.
Η Κωνσταντίνα Κούνεβα δέχθηκε σήμερα ακόμα μια ρατσιστική επίθεση. Ο Κώστας Στεφανίδης, συντονιστής ετεροδημοτών της Νέας Δημοκρατίας έγραψε :» Τώρα που η Κούνεβα του Σύριζα δεν εξελέγη Ευρωβουλευτης, ξέρει κανείς αν θα γυρίσει στη δουλειά; Ψάχνω γυναίκα για γενική το Σάββατο και δεν έχω βρει ακόμα».
Στα ρατσιστικά παραληρήματα πάντα θα είμαστε με τις Κούνεβες του κόσμου.
Στις φωτογραφίες η Κωνσταντίνα Κούνεβα. Πριν και μετά τις επιθέσεις.

Πηγή: fb GiannaKouka

Λεωνίδας Κοντουδάκης*

Ακούω μαρσάρισμα τρίκυκλου, βλέπω ένα τρίκυκλο να τρέχει προς Βενιζέλου προς παραλία. Με δύο σάλτα, βρέθηκα πάνω στον Λαμπράκη. Τον σήκωνα μισό μέτρο, με χτυπούν πισώπλατα με σακ βουαγιάζ με τούβλα. Μετά δεν μας πείραξαν, ο σκοπός ήταν ένας και μοναδικός: ο Λαμπράκης.

22 Μαΐου 1963, ημέρα Τετάρτη. Μουντή ημέρα, αποφράς ημέρα, σκότωσαν το καλύτερο τότε παλικάρι της Αριστεράς.

Ξεκίνησε από την Κερασίτσα Αρκαδίας, σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα. Αρίστευσε επιστημονικά· ήταν υφηγητής Γυναικολογίας, αθλητής, βαλκανιονίκης, με μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και δωρεάν περίθαλψη σε φτωχούς.

Συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ, εξελέγη βουλευτής το 1961. Εντάχθηκε στο παγκόσμιο φιλειρηνικό κίνημα. Ηταν αντιπρόεδρος της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη, που είχε ξεκινήσει ο λόρδος Bertrand Russell. Περιδιάβαινε Ελλάδα – Ευρώπη για την ειρήνη.

Ευρισκόμενη στο Λονδίνο η Φρειδερίκη (βασίλισσα), μεσολάβησε ο Λαμπράκης να συναντήσει την κ. Αμπατιέλου (Αγγλίδα σύζυγο του Αμπατιέλου φυλακισμένου). Αρνήθηκε. Την επομένη με Αγγλίδες φίλες της την προπηλάκισαν λεκτικά – αυτό το φύλαξε στον Λαμπράκη.

Ο σύνδεσμός μας για τον Αφοπλισμό και την Ειρήνη Θεσσαλονίκης με το διεθνές σήμα κάλεσε τον Λαπράκη για ομιλία στις 22 Μαΐου 1963 στην αίθουσα «Πικαντήλι» επί της Αριστοτέλους.

Πήγαμε με τον Νίκο Μυρσίνη παρέα, είδαμε ότι άλλαξε η αίθουσα (κατόπιν πίεσης της αστυνομίας). Μας παρέπεμπαν στην αίθουσα του ΔΣΚ (σημερινό ΠΑΜΕ) Ερμού και Βενιζέλου γωνία.

Είχε αρκετή σύναξη γνωστών τραμπούκων και ΕΚΟΦιτών (περίπου 100) και άλλοι τόσοι χωροφύλακες. Περιμέναμε τον Λαμπράκη, από κάτω έβριζαν, «Βούλγαροι θα πεθάνετε!», «Η ΕΔΑ στη Βουλγαρία!» κλπ.

Ηρθε ο Λαμπράκης, τρακαρισμένος με ένα καρούμπαλο στο μέτωπο, τον είχαν χτυπήσει. Αρχισε η ομιλία, φιλειρηνική. Από κάτω χειρότερα· πετούσαν τούβλα στα 12-13 μέτρα. Κλείσαμε τα παντζούρια. «Λαμπράκη θα πεθάνεις!» κ.λπ. Εκκλήσεις από τον Λαμπράκη για τη ζωή του και τη ζωή μας.

Επί δύο ώρες περίπου. Στις δέκα παρά ετοιμαζόμασταν για έξοδο. Ο Κομνηνός (διευθυντής Χωροφυλακής) μας κλείνει την πόρτα: «Περιμένετε».

Εξω στο πεζοδρόμιο ο Γιοσμάς με μια ομπρέλα έσπασε το τζάμι του ασθενοφόρου και το ’διωξε (ήταν γερμανοντυμένος και υπουργός ελληνικής δήθεν κυβέρνησης στη Βιέννη όταν έφυγαν οι Γερμανοί).

Απέναντί μας ήταν το κατάφωτο κατάστημα «Μέλισσα» και καμιά δεκαριά ανώτατοι αξιωματικοί Χωροφυλακής με εξέχοντα κατά ένα κεφάλι τον Μήτσου (διοικητής Χωροφυλακής Β. Ελλάδος).

Τελικά άφησε να βγούμε περίπου 30 έξω και ξανάκλεισε. Μπήκαμε 15 περίπου μπροστά, στη μέση ο Λαμπράκης, ο Πάτσας, ο Ρηγόπουλος και ο Σύλλας (Παπαδημητρίου, πρώην γραμματέας πόλης της ΕΔΑ).

Προχωράμε, απέναντι στη Βενιζέλου ήταν η μάζα των τραμπούκων. Το πεζοδρόμιο γωνία Ερμού – Βενιζέλου καθαρό, ακολουθούμε οι πρώτοι το καθαρό πεζοδρόμιο της Βενιζέλου προς Εγνατία. Στα 10 μέτρα ακούω τον Σύλλα να φωνάζει «Από δω παιδιά!» και παίρνει τον Λαμπράκη να τον περάσει απέναντι – στο στόμα του λύκου…

Ακούω μαρσάρισμα τρίκυκλου, βλέπω ένα τρίκυκλο να τρέχει προς Βενιζέλου προς παραλία. Από αριστερά και δεξιά στα παραπέτα δύο δικοί μας, ακούω τη Σοφία, σύζυγο του Τάκη Μακρή να φωνάζει «τον σκότωσαν».

Με δύο σάλτα, βρέθηκα πάνω στον Λαμπράκη, άρχισε να τρέχει αίμα η μύτη του. Τον σήκωνα μισό μέτρο, με χτυπούν πισώπλατα με σακ βουαγιάζ με τούβλα. Αφήνω τον Λαμπράκη, πήγαινε για τη χαριστική βολή ο τραμπούκος. Τον κυνηγάω και εκείνος κρύφτηκε πίσω από τους χωροφύλακες.

Λέω του αξιωματικού «Αυτός με χτύπησε». Είχε πίσω τα χέρια και έκανε βόλτα και ο Λαμπράκης κάτω. Ο Κατσούλης ήταν εκεί. Ανοιξε τον δρόμο για το τρίκυκλο και μετά τον έκλεισε. Είχε το πρόσταγμα για τη δολοφονία (μοίραρχος). Μέχρι και το Πολυτεχνείο έδρασε, τον φύλαξαν για να μη μιλήσει.

Βοήθησα το Κ. Βέρο, τον Σπ. Σακέτα, τον Αθ. Νίκαινα να βάλουμε τον Λαμπράκη στον Σκαραβαίο. Γύρισα, μάζεψα την τσάντα του Λαμπράκη. Μετά δεν μας πείραξαν, ο σκοπός ήταν ένας και μοναδικός: ο Λαμπράκης.

Κατέβαινε και άλλο τρίκυκλο τη Βενιζέλου, ο Σκαραβαίος ήταν νοικιασμένος από τον οδηγό του γ.γ. Βορείου Ελλάδος Χολέβα (υπουργός της χούντας).

Είχαν οργανώσει καλά τη δολοφονία. Ευτυχώς ο Μανώλης Χατζηαποστόλου σκαρφάλωσε στο τρίκυκλο και έπιασε τον Κοτζαμάνη, αλλιώς θα πήγαινε για αυτοκινητικό ατύχημα, όπως μας είπε ο νομάρχης Μανουσόπουλος την επομένη που πήγαμε να διαμαρτυρηθούμε.

Σκαρίφημα από τη δολοφονία όπως την έζησα

Στο ΑΧΕΠΑ που πήγαμε, ο σύντροφος Κώστας Παπακωνσταντίνου, γιατρός, μας πέρασε στον θάλαμο του Λαμπράκη, όπου βρισκόταν διασωληνωμένος. Η ακτινογραφία του κρανίου του Λαμπράκη έδειχνε ότι ήταν σπασμένο ακτινοειδώς.

Την Παρασκευή κατέφθασαν στη Θεσσαλονίκη πολιτικοί, δημοσιογράφοι, υπουργοί κ.ά. για τη δολοφονία. Ηρθε και ο Ηλίας Ηλιού της ΕΔΑ, μας μάζεψε και μας μίλησε, αντιδρούσαμε γιατί δεν έλεγε για Καραμανλή.

Μας μιλάει κοφτά «Δεν τον σκότωσε ο Καραμανλής, η εντολή ήλθε από ψηλά». Καταλάβαμε: η Φρίκη μέσω Νάτσινα – Μήτσου Κατσούλη (ΚΥΠ). Τρέχει ο Μίκης «Μην ακούτε, εσείς θα λέτε ο Καραμανλής», μας είπε όταν φεύγαμε, τον καταλάβαμε, δεν τον ακούσαμε.

Ανάκριση προκαταρκτική από τον Νίκο Αθανασόπουλο, ο οποίος βρήκε την ταυτότητα της «Καρφίτσας» του Κοτζαμάνη. Συνέχισε ο Σαρτζετάκης.

Ευτυχώς οι δημοσιογράφοι Γ. Ρωμαίος, Γ. Βούλτεψης και Μέρτζος έβγαλαν τη δουλειά η αστυνομία έβαζε εμπόδια.

Πήγα κι εγώ στον Σαρτζετάκη, στο ημίφως του γραφείου του· μαύρα γυαλιά σαν πατομπούκαλα· με ρωτάει αν ήμουν παρών. «Ναι», του λέω. «Ανήκεις στην ΕΔΑ;» «Ναι», του λέω. «Φύγε», μου λέει σκαιώς, «και πες στο κόμμα σου να μη μου στέλνει άλλους». Στα γραφεία της ΕΔΑ που πήγα και το είπα, ο Κ. Ακρίδας μου είπε: «Και μ’ εμένα το ίδιο έκανε».

Κάναμε υπόμνημα που λέγαμε ότι ο Δ. Κατσούλης ήταν ο καθοδηγητής της εκτέλεσης Λαμπράκη, το πήγε στον προϊστάμενό του, γι’ αυτό μάλλον ο Π. Δελαπόρτας με κάλεσε σαν μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη Λαμπράκη το 1966.

Κατά τις ανακρίσεις ο μοίραρχος Καπελώνης κατέθεσε ότι ο Κατσούλης τού τηλεφώνησε να στείλει τον Κοτζαμάνη, ο Σαρτζετάκης έστειλε τον Καπελώνη κατηγορούμενο και όχι τον Κατσούλη. Εκεί κόπηκε το νήμα για τα ψηλά και τον κάναμε Πρόεδρό μας. Τα χάλια μας…

Το καλοκαίρι του 1966 ήρθε η κλήση για μάρτυρας. Ο διοικητής μου αντι/ρχης Χανιώτης με πέρασε γενεές δεκατέσσερις. Ευτυχώς τον Οκτώβριο κατέβηκε στην Αθήνα κι έτσι μπόρεσα να κατεβώ (ήταν στον στενό πυρήνα της χούντας).

Προτού καταθέσω, περνώ από το σπίτι του Γ. Τσαρουχά να με κατατοπίσει για τη δίκη: «Ο,τι είδες και ό,τι άκουσες, τίποτα παραπάνω».

Φεύγοντας μου φωνάζει: «Λεωνίδα, πες μου πώς έγινε η δολοφονία, γιατί, όταν ήρθα να σας βοηθήσω για τον απεγκλωβισμό σας, με σακάτεψαν. Του εξιστορώ και όταν λέω ότι ο Σύλλας φώναξε «Από δω παιδί!», πετάχτηκε σαν ελατήριο απ’ το γραφείο του. «Το πες στο κόμμα αυτό;» «Οχι», του λέω, «κανείς δεν μας ρώτησε». «Να πας τώρα. Αλλά, άσε, είσαι στρατιώτης, θα το δω εγώ».

Βέβαια δεν τον ξανάδα. Σε 6 μήνες έγινε η χούντα και τον σκότωσαν. Οταν κατέθεσα στο δικαστήριο στις 14 Οκτωβρίου 1966 και είπα για τον Σύλλα, πάγωσε το δικαστήριο. Σηκώθηκε ο Σύλλας (συνήγοροι Πολιτικής Αγωγής) και είπε: «Ναι, γιατί προς εκείνη την κατεύθυνση ήταν το ξενοδοχείο “Κοσμοπολίτ”, όπου θα διέμενε ο Λαμπράκης».

Εξερχόμενος του δικαστηρίου στις 11 μ.μ. με προπηλάκισαν τραμπούκοι – ασφαλίτες με πήρε το παράπονο: «Πού είναι οι Λαμπράκηδες που οργανώσαμε (50% της νεολαίας);». Ολοι οι κατηγορούμενοι πέσαν στα μαλακά και μετά τη χούντα βγήκαν έξω. Ο Π. Δελαπόρτας (εισαγγελέας της δίκης) είπε: «Η απόφαση έριξε φως ως εξαντληθείσα λυχνία».

Η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν καταλύτης για να σπάσει η τρομοκρατία και να ανατείλει η δημοκρατία. Αναγκάστηκαν στις 21 Απριλίου του 1967 να επιστρατεύσουν τα τανκς για να την πνίξουν, αλλά πάλι μετά από χρόνια ανέτειλε και πιστεύω ότι δεν θα ξανασβήσει.

*Γεωπόνος

Πηγή:https://www.efsyn.gr

Μοσχάτο, ο σταθμός του ηλεκτρικού
EUROKINISSI / ΧΑΒΑΛΕΖΗΣ ΣΤΡΑΤΟΣ

Μαργαρίτα Ικαρίου*

Ζούμε, μεσούσης της πλέον ακραιφνούς προεκλογικής περιόδου, ακόμη μια φορά τη γνωστή τελετουργία ανθρωποφαγίας, με ένα δεκατετράχρονο κορίτσι θυσιασμένο στο αιμοσταγές τέρας της θεαματικότητας. Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες σχετικά με την προσωπική της ζωή, την απόγνωσή της, την αποπλάνηση και την παραπλάνηση που ‘χε στο νου της τη μορφή μιας «αγάπης», τα τελευταία της λόγια σε ένα γράμμα…

Περασμένα όλα αυτά από τη γνωστή μίντια-κρεατομηχανή που καταπίνει την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής μα και του θανάτου, ξερνώντας την ως κηλίδες αίματος και μελάνης, με αποφορά λεκτικής πτωμαΐνης.

Ο κανιβαλισμός κάθε παιδιού που πέφτει θύμα ασέλγειας, παραμέλησης, άσκησης βίας, κακοποίησης, ως και δολοφονίας, έχει ονοματεπώνυμο. Από τη «Σπυριδούλα» ώς το σήμερα, η κοινωνία μας δεν προχώρησε -φαίνεται- ούτε βήμα. Με την ίδια αδηφαγία καταβροχθίζει όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, «λιντσάρει» φεησμπουκικώς τους θύτες και σκυλεύει τα θύματα, χώνοντας βαθιά τη μουσούδα στα λαγούμια του κιτρινισμού.

Ήταν μόλις δεκατεσσάρων, μα… σαν τα σκυλιά πέσαμε απαξάπαντες πάνω στο παιδικό κορμάκι. Ανελλήνιστοι Ελληναράδες, θεούσες κυράτσες, κυριλέδες φεδεράτοι κι αστοιχείωτες τηλεπερσόνες, σκυλευτές της αξιοπρέπειας, μιντιάνθρωποι από λάσπη κι αναλυτές τύπου… «λάμψης», διαμέλισαν την τραγική ιστορία και την έδωσαν βορά στην «κοινή γνώμη».

Ο κοινωνικός μας κανιβαλισμός έχει πρόσημο αρνητικό: Είμαι εγώ που παριστάνω τον «άνθρωπο» αλλά όταν ένα παιδί κλαίει, κλείνω τα παντζούρια και… «κοιτάζω τη δουλειά μου»… Είσαι εσύ που διαβάζεις κάθε κατακίτρινο δημοσίευμα και ανυπόγραφα κλοπυράιτ άρθρα της συμφοράς… Είναι ο κάθε απαίδευτος δημοσιογραφογυρολόγος που ξεπουλά αίμα και ψέμα…

Είμαστε όλοι εμείς που μένουμε απαθείς και άπραγοι -μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα- στον κιτρινισμό, την καταστρατήγηση όλων των κανόνων δεοντολογίας, στη σύληση ενός νεκρού…

Ναι. Είμαστε όλοι εμείς συμμέτοχοι και συνένοχοι σε επαναλαμβανόμενα εγκλήματα κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είτε μπροστά στη ζωή, είτε μπροστά στο θάνατο….

Ήταν μόλις 14. Ντρέπομαι.

* Δημοσιογράφος

Πηγή:https://www.efsyn.gr

(Επανα)ονοματοδοτήσεις οδών στη μεταπολεμική Γερμανία

Μια οδός στην πόλη Halle της (τότε) Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας άλλαξε όνομα το 1953 και από Wilhelm-Strasse (προς τιμή του ομώνυμου Κάιζερ) μετονομάσθηκε σε Abderhalden-Strasse, προς τιμήν ενός διεθνώς γνωστού βιοχημικού, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της πόλης και προέδρου της φημισμένης τοπικής Ακαδημίας Επιστημών Leopoldina (από το 1932 έως το θάνατό του το 1950). Το γεγονός, ότι υπηρέτησε το Ναζιστικό καθεστώς όλα τα χρόνια, δεν επηρέασε την απόφαση της πόλης, να τον τιμήσει μετά θάνατον, αφού υπήρξαν συνάδερφοί του μετά το 1945, οι οποίοι με ένορκες βεβαιώσεις τους κατέθεσαν ότι κατά βάθος ήταν ενάντια στους Ναζί και η συνεργασία του με τις αρχές γινόταν με σκοπό να μη συμβούν τα χειρότερα.

Και ήρθε η εποχή που στη Γερμανία ξεκίνησε, επιτέλους, η αναψηλάφηση του ναζιστικού παρελθόντος σε όλους τους τομείς (της πολιτικής, της δικαιοσύνης, του στρατού, των επιστημών, της τέχνης) με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί η αποκρουστική ή, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενη ιστορία πολλών «προσωπικοτήτων» που είχαν τιμηθεί με διάφορους τρόπους, εν αγνοία της δράσης τους στη σκοτεινή περίοδο. Σε πολλές πόλεις συγκροτήθηκαν από τους δήμους ειδικές επιτροπές για να εξετάσουν από αυτή τη σκοπιά τα ονόματα των οδών τους. Η εξέταση βοήθησε τους πολίτες να γνωρίσουν το παρελθόν τους και οδήγησε σε πάρα πολλές περιπτώσεις σε αλλαγή ονομάτων.
Η πρώτη αλλαγή είχε γίνει βέβαια το 1945 και αφορούσε ονόματα προβεβλημένων στελεχών του ναζιστικού κόμματος. Εκατοντάδες οι πλατείες, οι λεωφόροι και οι οδοί που έφεραν το όνομα του Χίτλερ, του Γκαίρινγκ και άλλων «προσωπικοτήτων» της εθνικοσοσιαλιστικής βαρβαρότητας, εύκολη η –συχνότατα οπορτουνιστική- απόφαση για μετονομασία, αφού τον έλεγχο είχαν πια οι συμμαχικές κατοχικές δυνάμεις. Για τους άλλους, όμως, π.χ. τους επιστήμονες και τους καλλιτέχνες, δεν έγινε το ίδιο.

Ένορκες βεβαιώσεις υπέρ συνεργατών των ναζί – Ένας πονόψυχος γιατρός στο Άουσβιτς

Αποφασιστικό ρόλο για να καταγραφούν τυπικά ως «ακέραιοι χαρακτήρες», «μέσα τους αντίπαλοι του καθεστώτος» και απλά «αναγκασμένοι από τις συνθήκες να γίνουν συνοδοιπόροι» έπαιξαν οι θετικές ένορκες βεβαιώσεις πολιτικά ευυπόληπτων πολιτών. Χαρακτηριστική η ονομασία που άτυπα δόθηκε σ’ αυτές τις βεβαιώσεις: Persilschein (πιστοποιητικό Persil), από το όνομα του προσφιλούς απορρυπαντικού, που «απομακρύνει όλους τους λεκέδες». Εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια, τέτοια πιστοποιητικά εκδόθηκαν τα πρώτα χρόνια, επέτρεψαν καριέρες και θεμελίωσαν τιμητικές διακρίσεις.
Να, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ένορκης βεβαίωσης του καθηγητή πανεπιστημίου von Verschuer (ο οποίος, παρά τη συνεργασία του με τους Ναζί, θεωρήθηκε επίσημα ευυπόληπτος και παραδόθηκε καθαρός στην κοινωνία χάρη σε σχετική ένορκη βεβαίωση του Adolf Butenandt, τιμημένου με το βραβείο Νόμπελ Χημείας το 1939):

«Ο βοηθός μου στο Ινστιτούτο μου της Φρανκφούρτης, Δρ. Μ., αποσπάστηκε στο στρατιωτικό νοσοκομείο του στρατοπέδου συγκέντρωσης Άουσβιτς, ενάντια στη θέλησή του. Όλοι, όσοι τον γνώριζαν, βίωσαν πόσο δυστυχισμένος ήταν γι’ αυτό, και πόσο επίμονα προσπαθούσε να πάρει μετάθεση στο μέτωπο, για να φύγει από εκεί, δυστυχώς, όμως, χωρίς επιτυχία. Σχετικά με τη δουλειά του εκεί γνωρίζουμε μόνο ότι μοχθούσε να είναι Γιατρός και Βοηθός για τους αρρώστους».

Ο συγκεκριμένος βοηθός δεν χρειάστηκε αυτή τη θετική βεβαίωση για τη μεταπολεμική καριέρα του επειδή προτίμησε να φύγει στο εξωτερικό. Παρέμεινε μάλιστα στο εξωτερικό, κι έτσι, ενώ το 1958 ασκήθηκε δίωξη εναντίον του, δεν κάθισε ποτέ στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Το όνομά του: Γιόζεφ Μένγκελε, γνωστός στους κρατούμενους του Άουσβιτς ως «άγγελος του θανάτου», ένας σαδιστής εγκληματίας, που σκότωνε τα παιδιά-θύματά του με τα ίδια του τα χέρια και αφαιρούσε τα μάτια τους για, ενώ ακόμη λειτουργούσε ο εγκέφαλός τους.
Αυτή ήταν η αξία των μαρτυριών εκείνης της εποχής, με τις οποίες οι συνεργάτες των ναζί μετατρέπονταν σε ήρωες.

(Επανα)ονοματοδοτήσεις: Damnatio memoriae;

Πίσω, στον Abderhalden. Η ιστορική έρευνα έδειξε την άμεση επιστημονική σχέση του με την εξόντωση των αναπήρων στη χιτλερική Γερμανία, και αποκάλυψε ότι με τη βοήθεια δικών του ανθρώπων κατάφερε μετά το 1945 να παρουσιάσει ως «αντιστασιακή πράξη» το γεγονός ότι δεν εφάρμοσε το ναζιστικό νόμο για απομάκρυνση των Εβραίων επιστημόνων από την Ακαδημία Επιστημών, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν χρειάστηκε να τον εφαρμόσει επειδή είχε σπεύσει να τους απομακρύνει πριν ακόμη οι Ναζί θεσπίσουν το σχετικό μέτρο. Τουλάχιστον έξι από αυτούς άφησαν την τελευταία τους πνοή στους θαλάμους αερίων των στρατοπέδων θανάτου.

Ζητήθηκε, λοιπόν, η μετονομασία της οδού, που έφερε το όνομά του, με σκοπό αφενός την ιστορική καταδίκη του ναζισμού και τη συμβολική αποδοκιμασία των συνεργών του, και αφετέρου την απόδοση τιμής σε μία Εβραία επιστημόνισσα που αγωνίστηκε ενάντια στους ναζί. Άλλωστε, είχε προηγηθεί το ιστορικό Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, το οποίο ήδη το 2010 μετονόμασε ένα κτίριό του από Abderhalden σε Leonor Michaelis (Εβραίος βιοχημικός, που είχε φύγει από τη Γερμανία), με το σκεπτικό ότι ο πρώτος δεν μπορεί να αποτελεί ούτε επιστημονικό ούτε κοινωνικό πρότυπο.

Ακούστηκαν πολλά στον δημόσιο διάλογο, ανάμεσά τους, ως αντίρρηση, το ερώτημα, εάν επιτρέπεται να «υβρίζεται» και να «συκοφαντείται» ένας νεκρός, ο οποίος προσέφερε και πολλά θετικά, που, ίσως, υπερτερούν των αρνητικών. «Όχι», ανταπάντησε ο καθηγητής Robert Fajen, «δεν πρόκειται για damnatio memoriae», δεν είναι ούτε συκοφαντία ούτε εξύβριση νεκρού, πρόκειται για «αμφίθυμη αποτίμηση του ιστορικού ρόλου (του συγκεκριμένου προσώπου) σήμερα, που κάνει ακατάλληλη τη χρήση του ονόματος για χώρο μνήμης». Τόσο απλά.
Μετά από συζητήσεις πέντε χρόνων το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης αποφάσισε τελικά να μην αλλάξει το όνομα, προκαλώντας αμέτρητες διαμαρτυρίες, μεταξύ αυτών και εκείνες της Εβραϊκής Κοινότητας. Πάντως, δικαίωμά του ήταν, και κανένας δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτό, ούτε βέβαια οι φυσικοί απόγονοι του Abderhalden.

Στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά. Πολλές χιλιάδες ήταν τα «πιστοποιητικά persil» για τους συνεργάτες των ναζί κατακτητών, από τη στιγμή που έθεταν τον εαυτό τους και πάλι στις υπηρεσίες των –νέων- αντιπάλων του ΕΑΜ και των κομμουνιστών. Όμως, μόλις στη Χούντα εμφανίστηκαν και «δικαιώθηκαν» στο δημόσιο χώρο η Κατοχή και οι άνθρωποί της. Χαρακτηριστική ήταν η παρέμβαση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκατοντάδες κομμουνιστές και άλλοι πατριώτες εκτελέστηκαν από τους Χιτλερικούς.
Σημειώνει ο Γιώργος Ανδρίτσος:

«Πριν τη Χούντα η πλάκα έγραφε: ‘Η Καισαριανή στα παιδιά της που πέσανε για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της πατρίδας’. Το 1968 ο διορισμένος από τη Χούντα δήμαρχος Καισαριανής Καρακάσης έστησε ένα τεράστιο σταυρό και έγραψε στο μνημείο ‘Εις τα θύματα του κουμουνισμού, υπερασπιστές του Έθνους αιωνία η ευγνωμοσύνη μας’, ενώ στις 13 Δεκεμβρίου του 1970 εντοίχισε πλάκα ‘Προς τους σφαγιασθέντας υπό των κομουνιστών. Ευγνωμοσύνης ένεκεν’».

Παρόμοια έγιναν στις ονοματοδοτήσεις δημόσιων χώρων, και όλα αυτά, μόνον στην Ελλάδα συνέβησαν τόσα χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού.

Ως συνέχεια των παραπάνω έχουμε πρόσφατα και μια άλλη αποκλειστικότητα: Μόνο στην Ελλάδα η διατύπωση μιας αναμφισβήτητα υπαρκτής «αμφίθυμης αποτίμησης του ιστορικού ρόλου συγκεκριμένου προσώπου, που κάνει ακατάλληλη τη χρήση του ονόματος για χώρο μνήμης», επιχειρείται από τους φυσικούς απογόνους, να διωχθεί δικαστικά με την κατηγορία της damnatio memoriae.

Προσφυγή στα δικαστήρια για την «τιμή του Μένγκελε»

Μόνο στην Ελλάδα; Όχι, η αλήθεια είναι ότι γνωρίζω μία ακόμη υπόθεση, αυτή στη Γερμανία:
Το Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης αφαίρεσε το 1961 τον διδακτορικό τίτλο από τον Γιόζεφ Μένγκελε, «εξαιτίας των εγκλημάτων του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς». Ενάντια στην απόφαση κατέφυγε στα δικαστήρια η γυναίκα του Μένγκελε, επικαλούμενη το γεγονός ότι ποτέ δεν είχε καταδικαστεί για εγκλήματα, ενώ αντίθετα είχε θετικές μαρτυρίες υπέρ του. Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να αποφανθούν τελεσίδικα τα δικαστήρια και να επικυρωθεί η απόφαση του Πανεπιστημίου.

Θράσος συγγενικών προσώπων; Ειλικρινά, δεν ξέρω, αν περί αυτού πρόκειται.

Από το νου μου περνάει ένα απόφθεγμα του Νίτσε, που συνάντησα να χρησιμοποιείται σε ένα διάλογο ανάμεσα στον γιο ενός διακεκριμένου καθηγητή Πανεπιστημίου την εποχή του Γ’ Ράιχ (και ο γιος καθηγητής πανεπιστημίου στη μεταπολεμική Γερμανία) και έναν ερευνητή, που έψαχνε να βρει τι είχε ομολογήσει ο πατέρας στο γιο και ποια θεωρούσε ο γιος ότι ήταν η εμπλοκή του πατέρα του στη ναζιστική βαρβαρότητα. Το απόφθεγμα του Νίτσε που έπεσε στη συζήτησή τους είναι: «‘Το έκανα’ λέει η μνήμη. ‘Δεν μπορεί να το έχω κάνει’ λέει η υπερηφάνεια και παραμένει άτεγκτη. Τελικά υποχωρεί η μνήμη».

Όμως, οι νεκροί έχουν δικαίωμα να απαιτούν από εμάς, να μην αφήνουμε ποτέ τη μνήμη να υποχωρεί μπροστά στην ιδιοτελή υπερηφάνεια. Γι’ αυτό αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω αυτό το κείμενο.

Πηγή:http://alterthess.gr

Είναι καιρός τώρα που απ’ τη δουλειά την προσοχή μου αποσπούν λίγα πράματα, μόνον ό,τι φτάνει στην καρδιά.

Και να ακόμα μια ιστορία της Ιστορίας εκείνης που λέγεται Ισπανικός Εμφύλιος.

Βασικότερη αιτία που κυριολεκτικά ξεθάφτηκε η ζωή κι θάνατος κάποιων ανθρώπων, είναι η ενεργοποίηση του Νόμου Περί Ιστορικής Μνήμης (αυτό ήταν και το θέμα της ομιλίας μου τον περασμένο Φεβρουάριο μετά από πρόσκληση του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Δήμου Κηφισιάς)

Είναι ο Νόμος που επιχειρεί να ξεθάψει την αλήθεια και να θυμίσει στους πολίτες την υποχρέωσή τους να γνωρίζουν, να είναι σε επιφυλακή για να μην επαναληφθούν ίδια λάθη.

Ο Αντίλογος λέει «άστα να παν στην ευχή… να ξεχάσουμε αρκετά πονέσαμε» αλλά ο Νόμος, ο μέχρι πριν λίγα χρόνια άγραφος και πια γραμμένος φωνάζει:

«ΟΧΙ» ! Αν ξεχάσουμε ή θα ξεχαστούμε και θα γίνουμε γελοίοι πρωταγωνιστές σε κάποιο ριάλιτυ.

«ΟΧΙ» δεν τον σκότωσε ένα καθίκι εραστής το Λόρκα, φρανκικοί τον εκτέλεσαν, τί θα πει «και ας παν στην ευχή τα παλιά…;» Πώς αφήνεις ένα ψέμα να είναι η Ιστορία σου;

ΟΧΙ αποφάσισαν στην Ισπανία! Θα κάνουμε εκταφές. Θα ξεθάψουμε την αλήθεια!

Κι έτσι βρήκαν και το Φεδερίκο στο χωριό Βιθνάρ σε τάφο ομαδικό και με το DNA της αδερφής του μπόρεσαν να ξαναγραφτούν κάποια βιβλία. Αλλά ο Φεδερίκο είχε προλάβει να γίνει ο Λόρκα, ποιητής γνωστός! Τί γίνεται με χιλιάδες άγνωστους που δεν πρόλαβε η ζωή τους να πάρει το σχήμα και το χρώμα των ονείρων τους;

Επειδή οι εκτελέσεις που πραγματοποίησαν οι φρανκικοί ήταν πολλές, οι εκταφές που επέτρεψε ο Νόμος συνεχίζονται κι έτσι, πρωτοσέλιδο προχθές σε όλες τις εφημερίδες που σέβονται τον εαυτό τους και την Ιστορία η είδηση και μια φωτογραφία.

Αύγουστος 1936, ένα μήνα μετά την έναρξη του Πολέμου. Στην Παλένθια. Πήραν την Catalina Muñoz, 37 χρόνων με 4 παιδιά, την πυροβόλησαν γιατί παραδέχτηκε ότι πήγαινε σε διαδηλώσεις των Κόκκινων, την πυροβόλησαν 22 Σεπτεμβρίου του 1936, ήταν 37 χρόνων.

Η εκτέλεση έγινε στις 5:30 το πρωί λεν τα αρχεία που βρέθηκαν. Και την πέταξαν σε τάφο ομαδικό. Το μόνο που τους ζήτησε ήταν να πάρει μαζί της την κουδουνίστρα του Martín, του νεογέννητου που έπρεπε άρον άρον ν’ αποχαιρετήσει. Τα παιδιά τα μεγάλωσε μια θεία γιατί ο πατέρας ήταν στη φυλακή με την κατηγορία ότι είχε σκοτώσει έναn φρανκικό.

Τα παιδιά δεν πήγαν ποτέ σχολείο κι ο Μαρτίν άρχισε να δουλεύει στα χωράφια όταν έγινε 8 κι αυτό έκανε σ’ όλη του τη ζωή ως τη στιγμή που δεν μπορούσε πια.

Και βρήκαν τώρα την Catalina με την κουδουνίστρα στο χέρι. Κι έφεραν τα νέα στο γιο της, τον Martín που ζει και είναι 83 χρόνων…

Και ζει και μια αδερφή του, η Lucía 94 χρονών, ήταν 11 αυτή όταν εκτέλεσαν τη μάνα της και θυμάται και το πρόσωπό της, αυτή το περιέγραφε στον αδερφό της, στο μωρό…

«Η μαμά ήταν έτσι… τα μάτια της…τα μαλλιά της… η φωνή της… Η φωνή…» Θυμάται και την ημέρα που τη συνέλαβαν…» Ήρθαν στο σπίτι να την πάρουν οι αστυνομικοί και το βαλε στα πόδια με το μωρό, με τον Μαρτίν στην αγκαλιά… Μετά από λίγα μέτρα σκόνταψε κι έπεσαν Την έπιασαν και μετά… δεν ξέρω τί έγινε μετά…»

Αλήθεια, είναι ένας δίκαιος και σοφός Νόμος. Να θυμόμαστε κι ας πονάει ή θα επιβιώσουν μόνον όσοι κερδίσουν το survivor;

Κοιτάζοντας τη φωτογραφία, είπα να τη γράψω την ιστορία και να τη μοιραστώ. Ξεράθηκε το στόμα μου στη συνειδητοποίηση ότι μια πλαστική κουδουνίστρα έμεινε όπως ήταν ενώ το χέρι της μάνας που την κρατούσε…

Spanish Civil War

83 χρόνων ο Μαρτίν, 94 η Λουθία…  Κάτι τους χρωστούσε η ζωή, ζουν και  για τη μάνα τους που δεν πρόλαβε!

Και ζουν κι οι δυο στο ίδιο χωριό 400 κατοίκων που είχε γεννηθεί και κείνη κάποτε,και τώρα πια έχουν και τον τάφο της.

Martín de la Torre Muñoz, Catalina's son, flanked by his daughter Martina (left) and his wife Francisca Atienza.

(Ο Μαρτίν, το μωρό τότε, με τη γυναίκα και την κόρη του)

Όταν ο πατέρας τους βγήκε απ’ τη φυλακή πήγε να δουλέψει στο Μπιλμπάο, δούλεψε μια ζωή εκεί στα ορυχεία και γύρισε στο χωριό να πεθάνει. 8 χρόνια έζησε εκεί και τα παιδιά δεν τον ρώτησαν ποτέ τίποτα. Τίποτα απολύτως. Σα να μην είχαν γίνει όσα έγιναν. Συνδυάζοντας πολλά και διάφορα, λένε πως η Καταλίνα σκότωσε τον φρανκικό αλλά ανέλαβε την ευθύνη ο άντρας της, γιατί ήταν πολύ ερωτευμένος…

Μια κουδουνίστρα ένας εμφύλιος πόλεμος ολόκληρος. Να δούμε ποιος θα συμπληρώσει μια μέρα τα κομμάτια που λείπουν απ’ το παζλ της ζωής μας.

Πηγή:https://3pointmagazine.gr

Μιλήσαμε με τον Νίκο Σακελλάριο, διαβάζοντας άρθρο του που αφορά τη δίκη ενός μακεδονικού συλλόγου στις Σέρρες. Νίκο, μπορείς να μας εξηγήσεις τι συνέβη και φτάσαμε στη δίκη;

Την Τρίτη 9 Απριλίου 2019 εκδικάστηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών η υπόθεση ενός Συλλόγου, που ιδρύθηκε καθόλα νομότυπα από κατοίκους του νομού Σερρών τον Ιανουάριο του 2018 με την επωνυμία «Αδελφότητα Ντόπιων Σερραίων Κύριλλος και Μεθόδιος». Πρωτεργάτρια στη διαδικασία παύσης του Συλλόγου στάθηκε η ναζιστική Χρυσή Αυγή και η οργάνωση Π.Ο.Π.Σ.Μ. (Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδονίας). Μια Ομοσπονδία που δημιουργήθηκε το 2014 επί Σαμαρά, με τη στήριξη φιλοχρυσαυγιτών δημοσιογράφων όπως ο  Παναγιώτης Σαββίδης. Πρόκειται για την Ομοσπονδία που είχε διοργανώσει στην ουσία τα εθνικιστικά συλλαλητήρια σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και  άλλες πόλεις, η οποία συνεργάζεται συστηματικά με τη φασιστική συμμορία.

του Νικόλα Κολυτά

Οι νίκες των λαών δεν χωρούν σε αστικά καλούπια

Η συ­ζή­τη­ση για τη φύση και το χα­ρα­κτή­ρα του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου δεν είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης ση­μα­σί­ας. Το αν κά­ποιος ανα­γνω­ρί­ζει έναν αντι­φα­σι­στι­κό πό­λε­μο ή έναν ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο είναι ένα κρί­σι­μο ση­μείο που κα­θο­ρί­ζει αφε­νός την ανά­λυ­ση του για τη δε­κα­ε­τία του ’40, αφε­τέ­ρου για τα κα­θή­κο­ντα μέσα σε αυτή. Συ­νε­πώς, οι δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις για τις προ­θέ­σεις των εμπλε­κό­με­νων πλευ­ρών αντι­κα­το­πτρί­ζο­νται και στα δια­φο­ρε­τι­κά ρεύ­μα­τα και δια­κλα­δώ­σεις εντός της Αρι­στε­ράς. 

«Πλέον, μπορώ να πληρώσω τον καφέ και το φαγητό μου, τα φάρμακά μου, να αγοράσω ένα παιχνιδάκι στην κόρη μου. Η ευγνωμοσύνη που νιώθω για την αγάπη που μας δείχνει ο κόσμος είναι κάτι το μοναδικό».

Γεννήθηκα το 1989 στην Αθήνα. Ως μωρό έμενα στο ίδρυμα «Μητέρα», όπου με είχαν αφήσει οι πραγματικοί μου γονείς. Ποτέ δεν έμαθα ποιοι είναι. Υιοθετήθηκα όταν ήμουν τριών χρόνων. Ο θετός μου πατέρας δούλευε στα διυλιστήρια και η θετή μου μητέρα ως καθαρίστρια σε παιδικούς σταθμούς. Κατοικούσαμε στου Ζωγράφου, όπου και πήγα στο δημοτικό σχολείο. Έπασχα από δυσλεξία και διάσπαση προσοχής. Όταν διάβαζα το βιβλίο, κοιτούσα αλλού. Είχα υποστεί μπούλινγκ από τους συμμαθητές μου. Μου έλεγαν ότι δεν είμαι «κανονικό» παιδί, ότι δεν θα καταφέρω ποτέ κάτι στη ζωή μου. Από την ηλικία των δέκα χρόνων με παρακολουθούσε παιδοψυχίατρος, ο οποίος θεώρησε πως έπρεπε να συνεχίσω σε ειδικό σχολείο, όπου και πήγα μετά το δημοτικό, και συγκεκριμένα στο Τεχνικό Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο Ειδικής Αγωγής στον Άγιο Δημήτριο.

Οι προσφερόμενες ειδικότητες ήταν της ραπτικής, της ξυλουργικής και εκείνη του υδραυλικού. Μοιραία, επέλεξα αυτή της ραπτικής, παρόλο που ήθελα να ασχοληθώ με την πληροφορική, αλλά δεν υπήρχε σχετική κατεύθυνση. Το ότι δεν συνέχισα σε «κανονικό» σχολείο με είχε ρίξει ψυχολογικά, αισθανόμουν ότι ήμουν ένα μηδενικό. Βέβαια, έμαθα να ράβω από μαξιλαροθήκες μέχρι τραπεζομάντηλα. Όταν μετακομίσαμε με τους γονείς μου στο Κορωπί, συνέχισα στο σχολείο ειδικής αγωγής της πόλης, από όπου και αποφοίτησα, έχοντας ειδικευτεί, επιτέλους, στην πληροφορική. Η αλήθεια είναι πως ήμουν κάπως σκανδαλιάρα ως μαθήτρια. Τις έκανα τις κοπάνες μου, ιδιαίτερα στα μαθηματικά, τα οποία δεν μου άρεσαν καθόλου. Από τα δεκαπέντε μου χρόνια έκανα και στίβο, έτρεχα στα 100 και 200 μέτρα με την ομάδα των Special Olympics.

Είχα κατακτήσει συνολικά 28 μετάλλια. Οι προπονήσεις ήταν καθημερινές και εξαντλητικές, από τη μία το μεσημέρι μέχρι τις επτά το απόγευμα. Παρ’ όλ’ αυτά, με τον αθλητισμό χαλάρωνα, ηρεμούσα, μου έφευγε το άγχος, μου τονωνόταν η αυτοπεποίθηση. Θυμάμαι που ως εθνική ομάδα είχαμε προκριθεί σε κάτι αγώνες στη Βραζιλία, αλλά δεν μπορέσαμε να πάμε γιατί η ομοσπονδία δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα. Μετά την αποφοίτησή μου από σχολείο έψαχνα συνεχώς για εργασία, είτε ως σερβιτόρα είτε σε  κάποια θέση γραμματειακής υποστήριξης, άφηνα συνέχεια βιογραφικά, αλλά δεν με ειδοποιούσε ποτέ κανένας. Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Στα 20 μου, έμεινα έγκυος, είχα αρραβωνιαστεί με ένα παιδί με το οποίο συζούσαμε. Με χτυπούσε και με έβριζε διαρκώς.

Δεν ήθελε να κρατήσω το παιδί, να το μεγαλώσουμε μαζί και, κάποια στιγμή, με εγκατέλειψε. Στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης, έκανα έκτρωση. Δεν μπορούσα να μεγαλώσω μόνη μου το παιδί. Όταν το έριξα, ένιωσα σαν να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια μου. Με τη μητέρα μου δεν είχα ιδιαίτερη επικοινωνία, δεν με άφηνε να βγαίνω έξω, να κάνω σχέσεις.

Το 2013, ύστερα από έναν τσακωμό μας, έφυγα από το σπίτι. Κοιμόμουν από εδώ και από εκεί, σε φίλες μου, στα παγκάκια. Στο συσσίτιο του Δήμου Αθηναίων γνώρισα και τον μετέπειτα σύζυγό μου, παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο το 2014. Είχε χάσει τη δουλειά του, του είχε πάρει το κρεοπωλείο η τράπεζα. Μέναμε σε μια σκηνή κάτω από μια γέφυρα στο Ρουφ. Ύστερα από λίγους μήνες, έμεινα έγκυος. Η μητέρα μου μού έλεγε να το ρίξω το παιδί, εγώ, όμως, ήμουν αποφασισμένη να το κρατήσω. Γέννησα την κόρη μου, τη Σοφία, το Δεκέμβριο του 2014. Με τη βοήθεια τόσο της δικής μου μητέρας μου όσο και εκείνης του συντρόφου μου, που του έστελνε χρήματα από τη Γερμανία, όπου ήταν μετανάστρια, νοικιάσαμε ένα σπίτι στην πλατεία Βικτωρίας.

Με το σύζυγό μου μαζεύαμε παλιοσίδερα από τα σκουπίδια, τα καθαρίζαμε και τα πουλούσαμε στα παζάρια.

Με τα χρήματα, όμως, που κερδίζαμε δεν μπορούσαμε να πληρώσουμε το νοίκι, και στις αρχές του 2015 ξαναβρεθήκαμε στο δρόμο. Είχαμε φτιάξει μια παραγκούλα από χαρτόνια και ξύλα στο πάρκο του Ρουφ, που ένας Θεός ξέρει πώς δεν έπεσε να μας πλακώσει. Όταν η κόρη μου ήταν τριών μηνών, η μητέρα μου κινήθηκε δικαστικά ώστε να μου πάρει την επιμέλεια, θεωρώντας ότι ήμουν ανίκανη να τη  μεγαλώσω, κάτι που κατάφερε. Ο πόνος που την έχασα ήταν αβάσταχτος. Στις αρχές του 2016, έπιασα κουβέντα με έναν πωλητή της «σχεδίας» στο Μεταξουργείο, του εξήγησα ότι τα χρήματα που βγάζουμε από τα παζάρια με το σύζυγό μου είναι ελάχιστα και μου συνέστησε να έρθω στη «σχεδία». Όταν πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο, ένιωσα για πρώτη φορά ότι αξίζω. Ύστερα από κάποιο διάστημα, όμως, για λόγους υγείας, έπρεπε να αποχωρήσω από το περιοδικό, πάσχω από αιμορροφιλία, ενώ έπρεπε να φροντίζω και να βοηθάω στο παζάρι και το σύντροφο μου που, λόγω του διαβήτη, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με τα πόδια του και δεν μπορεί να δουλεύει πολλές ώρες.

Στη «σχεδία» επέστρεψα πριν από δύο μήνες. Με τα χρήματα που κερδίζουμε εγώ από το περιοδικό και ο σύζυγός μου από το παζάρι, μπορέσαμε να φύγουμε από την παραγκούλα και να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο σε ένα φθηνό ξενοδοχείο.

Πλέον, δεν χρειάζεται να πηγαίνω σε καφετέριες και να ζητάω από τους εργαζόμενους σε αυτές να με κεράσουν έναν καφέ, μπορώ να τον πληρώσω μόνη μου, όπως και το φαγητό μου, τα φάρμακά μου,  μπορώ πια να αγοράσω ένα παιχνιδάκι στην κόρη μου. Η συγκίνηση και η ευγνωμοσύνη που νιώθω για την αγάπη που μας δείχνει ο κόσμος είναι κάτι το μοναδικό.

Όνειρό μου είναι να νοικιάσω ένα σπιτάκι, να ξανασταθώ στα πόδια μου και να κατορθώσω να βρω μια δουλειά. 

*Η ιστορία της Μαρίας  δημοσιεύεται στην τελευταία σελίδα του τεύχους 70 (Μάιος 2019) του περιοδικού δρόμου σχεδία, που κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης.

Πηγή:http://www.helpis.gr

Σχόλιο εργαζόμενης γυναίκας από τις Φιλιππίνες αλιευμένο από σελίδα του φ/β:

«Είμαι από τις Φιλιππίνες. Απόφοιτη πανεπιστημίου. Θύμα τυφώνα. Ο άντρας μου και το παιδί μου πέθαναν. Ήρθα εδώ για να ξεφύγω από τις αναμνήσεις. Δουλεύω σκληρά για να είναι ικανοποιημένοι οι εργοδότες μου. Έμαθα Ελληνικά και διαβάζω τα σχόλια σχετικά με τις οικιακές βοηθούς. Με αναστατώνει που συνειδητοποιώ ότι τόσοι πολλοί από εσάς μας βλέπουν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, χωρίς ηθική, τρόπους και σεβασμό ιδιαίτερα απέναντι στους ηλικιωμένους. Η κουλτούρα μας, μας διδάσκει σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους. Όταν βρισκόμαστε σε λεωφορεία, πάντα εμείς (ή τουλάχιστον η πλειοψηφία μας) θα σηκωθούν για να δώσουν τη θέση τους σε μια γιαγιά ή έναν παππού. Είναι αμέτρητες οι φορές που προσπαθούμε να βοηθήσουμε φίλες/ους μας που γίνονται θύματα κακοποίησης, λεκτικής ή σωματικής από τους εργοδότες τους. Αν θεωρείτε ότι δεν έχουμε ηθική, παρακαλώ κοιτάξτε μέσα σας. Και οι άνδρες και οι γυναίκες. Αν θεωρείτε ότι δεν είμαστε αρκετά καλές για να φροντίζουμε το σπίτι σας, τα παιδιά σας και τους γονείς σας, μη μας φέρνετε στη χώρα σας. Εργοδοτήστε ντόπιους. Ας αναπαυθούν εν ειρήνη οι δολοφονηθείσες. Οι ψυχές μας δεν θα ησυχάσουν ποτέ, όσο είμαστε ζωντανές».

Πηγή: @RtPopova