ΤΑΙΝΙΕΣ

hurricane_ver3Συνοπτική περίληψη του έργου:

Η αληθινή ιστορία του μαύρου πυγμάχου Rubin Carter με το ψευδώνυμο “Τυφώνας”, που το 1966 καταδικάστηκε άδικα για έναν τριπλό φόνο.
Έμεινε στη φυλακή για 19 χρόνια και κατάφερε να αθωωθεί χάρη στα στοιχεία που συγκέντρωσαν Καναδοί κοινωνικοί ακτιβιστές.

Όσοι περιμένατε με τον “Τυφώνα” να εντρυφήσετε στις σκοτεινές γωνιές ενός ακόμα κλασσικού δικαστικού δράματος, μάλλον κερδίσατε τελικά κάτι παραπάνω. Ο “Τυφώνας” δεν είναι μόνο αυτό, δεν έχει ως αυτοσκοπό του να μας βάλει στη λογική παρακολούθηση μιας δίκης αλλά να μας πάει ένα βήμα πιο πέρα. Να ασκήσει σκληρή κριτική στο έναντι στον κοινωνικό ρατσισμό και στα σύγχρονα δικαστικά και πολιτικά συστήματα που είναι ικανά να δικάσουν και να καταδικάσουν έναν άνθρωπο απλά και μόνο γιατί είναι διαφορετικός κι έτσι τους βολεύει.

Το ότι η υπόθεση της ταινίας βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα είναι ικανό στοιχείο από μόνο του για να προκαλέσει την συγκίνηση του θεατή όπως και τη συμπάθειά του απέναντι στο πρόσωπο του κεντρικού πρωταγωνιστή. Το σενάριο βέβαια αναπλάθει την πραγματικότητα έτσι όπως το βολεύει ώστε να συγκινήσει περισσότερο, όμως αυτό είναι ένα στοιχείο όπου αν κάποιος δεν γνωρίζει ότι η αθώωση του ήρωα δεν ήταν θέμα τύχης δεν τον απασχολεί και πολύ πιθανόν ν’ αρκεστεί στην κινηματογραφική εξήγηση χωρίς να το ψάξει παραπέρα.

Η παραπάνω παρατήρηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι η ιστορική πραγματικότητα πολλές φορές προς χάρη της κινηματογραφικής δραματουργίας διαστρεβλώνεται. Σίγουρα η κοινή γνώμη της εποχής σοκαρίστηκε κι αντέδρασε στην άδικη καταδίκη του δημοφιλούς μποξέρ από ‘κει και πέρα όμως η δικαίωση και η απελευθέρωσή του οφείλεται καθαρά στη ικανότητα των συνηγόρων του που δούλεψαν σκληρά ώστε να συλλέξουν στοιχεία για την αθωότητα του.

2Μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες των απανταχού κινηματογραφόφιλων είναι το «Σινεμά ο Παράδεισος». Αν και ο τίτλος είναι ευνόητο ότι αναφέρεται στη μαγεία της σκοτεινής αίθουσας, η ταινία του Giuseppe Tornatore αποτελεί ένα έργο που διαθέτει πολλά προτερήματα.

Ο Salvatore επιστρέφει στην πόλη όπου γεννήθηκε μετά από πολλά χρόνια και θυμάται σιγά σιγά τη φιλία που ανέπτυξε όταν ήταν μικρός με τον Alfredo (Philippe Noiret) , ένα μηχανικό προβολής. Έτσι, θα κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν, τότε που ο κινηματογράφος ήταν μέσο για να ξεφύγει από τη μίζερη καθημερινότητα.

Η ταινία κατά πρώτο λόγο αποτελεί έναν ύμνο στον κινηματογράφο. Ο μικρός Salvatore μπορεί να μην έχει αρκετά χρήματα για να φάει, όμως ξοδεύει το χαρτζηλίκι του πηγαίνοντας στον τοπικό κινηματογράφο. Εκεί θα γνωρίσει τον ηλικιωμένο μηχανικό προβολής, ο οποίος σιγά σιγά θα του μάθει να χειρίζεται τη μηχανή. Σταδιακά θα γίνουν πολύ στενοί φίλοι, μετά από μια σειρά γεγονότων όπως μια φωτιά που θα ξεσπάσει στο σινεμά, οπότε ο μικρός Salvatore με κίνδυνο της ζωής του θα σώσει τον Alfredo.

Πέρα, όμως, από τη μαγεία της σκοτεινής αίθουσας, η ταινία αποτελεί και ένα πορτραίτο μιας παλαιότερης εποχής, όπου η κινηματογραφική αίθουσα ήταν στο επίκεντρο της μικρής πόλης. Το σινεμά ήταν γεμάτο και παρατηρούμε τις αντιδράσεις του κοινού σε διάφορες περιπτώσεις, όπως στις κωμωδίες, οπότε ξεσπούν όλοι στα γέλια και γίνεται μεγάλος χαμός στην αίθουσα.

1Προβολή της νέας ταινίας του Νίκου Κούνδουρου, «Ένα πλοίο για την Παλαιστίνη», με την Εύα Ψυλλάκη στον Α’ γυναικείο ρόλο, στις 11 Μαρτίου στον κινηματογράφο Λαΐς

Η τελευταία ταινία του Νίκου Κούνδουρου εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα και διαδραματίζεται σ’ ένα μικρό ελληνικό λιμάνι στον Νότο της Πελοποννήσου, όπου έχει αναπτυχθεί μια μικρή εμπορική πόλη με εύκολη επικοινωνία για εμπορικές συναλλαγές με Μαρόκο-Τυνησία-Αλγέρι. Στη δραστήρια πόλη έχει δημιουργηθεί επίσης μια πολύγλωσση στοά μασόνων, ενώ σ’ ένα παλιό αρχοντικό έχει στεγαστεί το κέντρο των κοριτσιών από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης-ένας ολόκληρος κόσμος από γυναίκες, που η υπόσχεση για μια καλύτερη ζωή τις έφερε στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, μια ομάδα Παλαιστινίων κομάντος επιδιώκουν την κατάληψη ενός πλοίου που μεταφέρει πολεμικό υλικό από την Πελοπόννησο στο λιμάνι της Χάιφα.

Nicola Sacco & Bartolomeo VanzettiSacco & Vanzetti. Μια ταινία του Giuliano Montaldo (1971) για την αληθινή ιστορία δύο αναρχικών, ιταλικής καταγωγής, οι οποίοι βρέθηκαν γύρω στα 1920 στις Η.Π.Α. κατηγορούμενοι για ληστεία μετά φόνου που ποτέ δεν διέπρεξαν, καταδικάστηκαν μετά από μία δίκη παρωδία και τελικά τιμωρήθηκαν σε θάνατο, αναγόμενοι έκτοτε σε ηρωικά σύμβολα του εργατικού κινήματος.

Στις ΗΠΑ του 1920 οι κομμουνιστές και οι συνδικαλιστές βρίσκονται υπό διωγμό. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ένας ψαράς και ένας υποδηματοποιός συλλαμβάνονται και κατηγορούνται για ένοπλη ληστεία. Παρά τα ελλιπή στοιχεία κρίνονται ένοχοι από τους ενόρκους και οδηγούνται στην ηλεκτρική καρέκλα, εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Εκτελέστηκαν εν μέσω διεθνών αντιδράσεων, στις 23 Αυγούστου του 1927, μετά από εφτά χρόνια φυλάκισης.

Η ταινία προσθέτει στοιχεία μυθοπλασίας στην αληθινή ιστορία αποτυπώνοντας το κλίμα της εποχής. Τη μουσική υπογράφει ο Ennio Morricone.
Βραβεία
1971 Cannes Film Festival:
Best Actor Riccardo Cucciolla
Italian National Syndicate of Film Journalists
1972 Silver Ribbon:
Best Actor (Migliore Attore) Riccardo Cucciolla
Best New Actress (Migliore Attrice Esordiente) Rosanna Fratello
Best Score (Migliore Musica) Ennio Morricone

Η φωνή ενός είναι φωνή κανενός !

«Μάθε Εργάτη Πως» ταινία μικρού μήκους Εμπνευσμένη από το έργο του Πωλ Λαφάργκ « Η Θρησκεία του Κεφαλαίου»
Η μουσική της ταινίας είναι από το τραγούδι «Νόμος Είναι..»

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Σήφης Στάμου,Κώστας Σταματόπουλος
Δ. Φωτογραφίας:Ιωάννης Στέφανος Κούνης
Μοντάζ: Μαιρηλία Καλαϊντζιδου
Παραγωγή: Χρήστος Γιάννου, Κώστας Σταματόπουλος, Σήφης Στάμου
Παραγωγή: Μανώλης Πατεράκης
Με τους:
Δημήτρη Δρόσο , Ιωσήφ Πολυζωίδη , Κάτια Ζαρκάδα

Μουσική: Χρήστος Χατζησπύρου Στίχοι: Φάνης Μαργαρώνης Ερμηνεία: Βίκυ Αναστασίου


Υπόθεση: Μια ταινία ύμνος στα δημοκρατικά ιδεώδη και τον αγωνιστή Νίκο Μπελογιάννη που υπερασπίστηκε με τη ζωή του τα λαϊκά συμφέροντα, τη δημοκρατία, την ειρήνη, την εθνική ανεξαρτησία, την ταραγμένη περίοδο της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο κομμουνιστής Νίκος Μπελογιάννης έγινε παγκοσμίος γνωστός ως «ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλο», από την φωτογραφία που τράβηξε ο φωτογράφος Δήμος Σακελαρίου, κατά την διάρκεια της δίκης αυτού και άλλων 93 «συναγωνιστών», και η οποία φωτογραφία στη συνέχεια έγινε εξώφυλλο στον διεθνή τύπο, αλλά και αφορμή για ένα σκίτσο του Πικάσο. Με το θάνατο του Μπελογιάννη, ο Ρίτσος έγραψε ποίημα αφιερωμένο σε αυτόν, ενώ η θύελλα πιέσεων από το εξωτερικό, μετετράπη σε διεθνή κατακραυγή.

O πρωταγωνιστής Φοίβος Γκικόπουλος (εδώ σε μια και μοναδική εμφάνιση ως ηθοποιός, πλέον καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ).

Τα «Σταφύλια της οργής», το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, είναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929

Με τις σοδειές τους κατεστραμμένες από παρατεταμένη ξηρασία και από θυελλώδεις ανέμους που κουβαλούσαν πυκνά σύννεφα από χώμα, ξεριζωμένοι από τα χωράφια τους λόγω της εισβολής των νέων καλλιεργητικών μεθόδων, χιλιάδες εξαθλιωμένοι αγρότες του αμερικανικού Νότου εγκαταλείπουν τις εστίες τους κατευθυνόμενοι προς τη Γη της Επαγγελίας, την Καλιφόρνια.

Με τα λιγοστά υπάρχοντά τους φορτωμένα σε σαραβαλιασμένα φορτηγάκια ζουν ένα ταξίδι ολωσδιόλου εφιαλτικό ελπίζοντας να βρουν δουλειά και ψωμί. Τις τύχες μιας από αυτές τις οικογένειες παρακολουθεί το βραβευμένο με πούλιτζερ μυθιστόρημα του Στάινμπεκ (1939) και η πιστή κινηματογραφική του μεταφορά ένα χρόνο μετά.

Για να αποδώσει όσο μπορούσε πιο ρεαλιστικά την εξιστόρησή του, ο συγγραφέαςέζησε για ένα διάστημα ανάμεσα στους εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι, φθάνοντας στον προορισμό τους, δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως είχαν ελπίσει: τους περίμεναν η καχυποψία, η εχθρότητα, η αναδουλειά, η πείνα και η ανάλγητη συμπεριφορά των εργοδοτών και των εκπροσώπων του κράτους.

 

Ο Τζων Ερνστ Στάινμπεκ γεννήθηκε στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας το 1902. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, κύριος εκπρόσωπος του νατουραλισμού και της κοινωνικής πεζογραφίας στη χώρα του. Στο έργο του ασχολήθηκε με την εργατική τάξη της δεκαετίας του 30, την εποχή του μεγάλου κραχ ή της «Μεγάλης Ύφεσης» της αμερικανικής οικονομίας· παρ όλη την απαισιοδοξία που φέρνει η νατουραλιστική προσέγγιση, το έργο του διαπνέεται από ποιητικά και ανθρωπιστικά στοιχεία, διαγράφοντας τους ήρωές του σαν πραγματικούς χαρακτήρες. Ο Στάινμπεκ έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα «Τορτίλα Φλατ» το 1935, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήλθε το 1937 με το «Άνθρωποι και ποντίκια». Δύο χρόνια αργότερα με τα «Σταφύλια της οργής» καθιερώθηκε μαζί με τον Φώκνερ και τον Χέμινγουεϊ ως ένας από τους τρεις μεγάλους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς. Το 1940 το μυθιστόρημά του τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Στάινμπεκ εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής για λογαριασμό της εφημερίδας «New York Herald Tribune», ενώ το 1948, σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ είχαν καταληφθεί από αντικομμουνιστική υστερία, ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση. Υπήρξε προσωπικός φίλος δύο αμερικανών προέδρων: του Τζων Κένεντι και του Λίντον Τζόνσον. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1962. Πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1968. Τα πιο γνωστά και πολυδιαβασμένα του μυθιστορήματα είναι: «Η αμφίβολη μάχη», «Άνθρωποι και ποντίκια», «Ο δρόμος με τις φάμπρικες», «Τα σταφύλια της οργής», «Ανατολικά της Εδέμ», «Η πεδιάδα της Τορτίγια», «Ουράνιες βοσκές», κ.ά.

Πολιτικό θρίλερ του Κώστα Γαβρά, παραγωγής 1969 και διάρκειας 127 λεπτών. Είναι βασισμένο στη ομώνυμη νουβέλα του Βασίλη Βασιλικού, που αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από παρακρατικούς στην ταραγμένη δεκαετία του ’60 για την Ελλάδα. Θεωρείται ένα από τα κορυφαία δείγματα του πολιτικού κινηματογράφου.

Το βιβλίο του Βασιλικού κυκλοφόρησε το 1966 με τίτλο «Ζ: Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος» (εκδόσεις Λιβάνη). Το «Ζ» του τίτλου παραπέμπει στο σύνθημα «Ζει», που φώναζαν οι χιλιάδες κόσμου που συνόδευσαν τον Λαμπράκη στην τελευταία του κατοικία τον Μάιο του 1963. Ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, που είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Γαλλία, βρέθηκε να διαβάζει το βιβλίο του Βασιλικού στο ταξίδι της επιστροφής του στο Παρίσι από την Αθήνα, λίγες μέρες προτού ξεσπάσει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Αποφάσισε να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, όταν οι δικτάτορες είχαν πλέον αλυσοδέσει τη χώρα, ως ελάχιστη συνεισφορά στη διεθνοποίηση της ελληνικής υπόθεσης.