ΤΑΙΝΙΕΣ

Η ταινία, κράμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, κριτικού ρεαλισμού και ποιητικής ευαισθησίας, «αναβιώνει» μια πραγματική ιστορία: Στα τέλη του Εμφυλίου, μια ομάδα οκτώ διωκόμενων μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και εξορίστων στην Ικαρία, «ερμηνεύει», σύμφωνα με τις δικές της καταβολές και τις σκληρές συνθήκες του αγώνα της στο νησί, καθώς κυνηγιέται από τα τοπικά όργανα της Χωροφυλακής, συνεχώς και για έξι χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, την κομματική απόφαση «το όπλο παρά πόδα».

Η ομάδα που κρύβεται σε απρόσιτες βουνοκορφές, σε παραθαλάσσιες σπηλιές, σε σπίτια του πατροπαράδοτα αριστερού αυτού νησιού, που βοηθιέται από μεγάλους και παιδιά, που αυτοδιδάσκεται αλλά και διδάσκει τι σημαίνει ακλόνητη πίστη στα σοσιαλιστικά ιδανικά, για τα οποία αγωνίστηκαν όλα τα μέλη της, τι σημαίνει στην πράξη κομμουνιστική αλληλεγγύη, πειθαρχία, καθήκον, αυτοθυσία, τι σημαίνει να μάχεσαι και το σαράκι της καχυποψίας συντρόφου κατά συντρόφου, γίνεται η έγνοια σχεδόν όλων των κατοίκων και ο «θρύλος» του νησιού.

Επιβίωσαν για 6 χρόνια λόγω της στήριξης του τοπικού πληθυσμού. Άλλοι άφηναν τα ζώα τους αμολητά για να τα βρούν και να τα αρμέξουν οι αντάρτες, άλλοι έκρυβαν φαγητά και προμήθειες σε κρυψώνες για να τα βρούν, κλπ.  Στόχος των χωροφυλάκων δεν ήταν μόνο οι αντάρτες, αλλά και ο τοπικός πληθυσμός, γιατί ήξεραν ότι τους βοήθαγαν.
Τελικά μετά από 6 χρόνια οι αντάρτες κατάφεραν να διαφύγουν με καϊκι .

Τη φυγάδευσής τους, τη μεταφορά τους αναλαμβάνει ο καπετάν Κώστας Μεγαλοοικονόμος, με το καϊκι του, την «Ειρήνη», ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από εξορία στη Μακρόνησο. Με πλήρωμα τη 17χρονη κόρη του Φούλα και τον 18χρονο Νίκο Μοσχοβάκη και αφήνοντας πίσω τα άλλα πέντε παιδιά του, φυγάδευσε τους αντάρτες στην Αλβανία. Από εκεί όλοι μαζί πήγαν στη Ρουμανία όπου ύστερα από χρόνια πέθανε εκεί ο καπετάνιος, χωρίς να ξαναγυρίσει στην αγαπημένη του πατρίδα την Ικαρία.

Ο τίτλος της ταινίας «Ούλοι εμείς εφέντη», έρχεται από την περίοδο της τουρκοκρατίας, όταν δύο χωρικοί σκότωσαν Τούρκο και στις ανακρίσεις που έγιναν μετά, όλος ο πληθυσμός απαντούσε στο ερώτημα ποιός τον σκότωσε, με τη συγκεκριμένη φράση.

Το σενάριο συνυπογράφουν οι Βασίλης Χατζηβασιλείου και Λεωνίδας Βαρδαρός, τη φωτογραφία επιμελήθηκε ο Γιάννης Βαλεράς και τα σκηνικά – κοστούμια ο Τάσος Διακομανώλης. Στην ταινία εκτός από τους κατοίκους του νησιού παίζουν και εξήντα περίπου ηθοποιοί. Μεταξύ αυτών οι Β. Κολοβός, Π. Μουστάκης, Α. Ουδινώτης, Γ. Τσικής, Τ. Χρυσούλης, Ρ. Αξελός, Γ. Καλατζόπουλος, Α. Βαρούχας, Κ. Καραγιάννη, Φ. Μελετέα, Σ. Γούτης, Δ. Γεννηματάς, Θ. Γράμψας, Γ. Ζιόβας κ.ά.

Ο Bασίλι Ζάιτσεφ (Vasily Zaitsev) γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1915 στο Γιελενίσκογιε των Ουραλίων. Το επίθετό του προέρχεται από τη λέξη zayats, που σημαίνει λαγός στα ρωσικά. Από μικρός κυνηγούσε κάστορες με ένα αυτοσχέδιο τόξο, που του είχε φτιάξει ο παππούς του. Σε ηλικία 12 ετών, ο πατέρας του Γκριγκόρι του χάρισε ένα παλιό όπλο. Ο νεαρός Βάσια άρχισε να κυνηγά ελάφια στις απέραντες στέπες της Σιβηρίας. Στο απαιτητικό κυνήγι του ελαφιού έμαθε την τέχνη της απόκρυψης και της σκόπευσης, τα δύο πιο σημαντικά προσόντα για ένα ελεύθερο σκοπευτή.

Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, ο Βάσια Ζάιτσεφ «σκούριαζε» σε κάποια υπηρεσία του Σοβιετικού Ναυτικού. Μόνος του ζήτησε να μετατεθεί στην πρώτη γραμμή. Μία μικρή επίδειξη των ικανοτήτων του ήταν αρκετή για να πεισθούν οι ανώτεροί του. Τοποθετήθηκε στην 62η Στρατιά (1047ο Σύνταγμα Τυφεκιοφόρων της 284ης Μεραρχίας Πεζικού). Τον Σεπτέμβριο του 1942 η μονάδα του υπεράσπιζε με νύχια και με δόντια το Στάλινγκραντ (σημερινό Βόλγκογκραντ), το οποίο πολιορκούσε η 6η Γερμανική Στρατιά του Φον Πάουλους.

Ο Ζάιτσεφ διέπρεψε κι έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Γερμανών. Καλυπτόμενος στα χαλάσματα της μαρτυρικής πόλης εξολόθρευσε επισήμως 243 Γερμανούς και ανεπίσημα πάνω από 400, στο διάστημα 10 Νοεμβρίου – 17Δεκεμβρίου 1942. Παράλληλα, σε ένα αυτοσχέδιο στρατόπεδο έξω από το Στάλινγκραντ μάθαινε τα μυστικά του ελεύθερου σκοπευτή σε άνδρες και γυναίκες. Τα «Λαγουδάκια» του (zaichata), όπως ονομάσθηκαν οι μαθητές του, ευθύνονται για 3.000 σκοτωμούς στρατιωτών του Άξονα.

Ένα θαμμένο διαμάντι του παγκόσμιου κινηματογράφου ετούτη η ταινία. Το θηλυκό στοιχείο τόσο στις ερμηνεύτριες, όσο και στη δημιουργία (Leontine Sagan) έχει την τιμητική του. Σε μια ταινία προμήνυμα για το ναζιστικό γερμανικό έκτρωμα που επακολούθησε.

Η ιστορία εξελίσσεται σ’ ένα σχολείο θηλαίων της Γερμανίας. Τα πάντα τελούνται σύμφωνα με το αυστηρό πρωτόκολλο πειθαρχίας της διευθύντριας. Η οποία στην εκτελεστική της ομάδα έχει υπόδουλες εργαζόμενες, που υλοποιούν την στρατοκρατική εκπαίδευσή της. Οι μαθήτριες, δεκατετράχρονες κορασίδες, ζουν έγκλειστες υπό καθεστώς καταπίεσης. Όμως οι έφηβες και συναισθηματικές καρδιές τους δραπετεύουν μέσα από μικρές χειρονομίες. Ένα βιβλίο, μια σοκολάτα, μια φωτογραφία, ένα φόρεμα, η επικοινωνία, ή ένα εξομολογητικό γράμμα είναι ικανά στοιχεία να σπάσουν τον ασβέστη της κτηνώδους εκπαίδευσης απ’ το κακοποιημένο πρόσωπό τους, και να εμφορήσουν πάνω του ανοιξιάτικα χαμόγελα. Σε αντίθεση με τις λοιπές καθηγήτριες, υπάρχει μια δασκάλα(Erzieherin Fräulein von Bernburg), κόντρα στις αξίες της διεύθυνσης, που έρχεται κοντά στα παιδιά. Σπάει τον απρόσωπο φλοιό, και επιδεικνύει αληθινή και ουσιαστική τρυφερότητα. Η Manuelle μια συναισθηματική μαθήτρια, κεραυνοβολείται απ’ το υπό εξαφάνιση ενδιαφέρον της δασκάλας. Τα διψασμένα από καταπίεση συναισθήματά της καθηλώνονται, και μια ανθρώπινη ερωτική φλόγα διακρατεί ζεστή την παγωμένη ψυχή της.

Κινηματογραφική βιογραφία του Μισέλ Ρεκανατί, ηγέτη του μαθητικού κινήματος το Μάη του ’68 και στη συνέχεια επικεφαλής των «ομάδων περιφρούρησης» της τροτσκιστικής Επαναστατικής Κομμουνιστικής Νεολαίας (JCR). Εξαιρετική αποτύπωση του κλίματος της εποχής και της ψυχολογίας του στρατευμένου πυρήνα της νεανικής εξέγερσης.

Eτσι κι αλλιώς είναι άσχημο να πεθαίνεις. Πόσο μάλλον στα 30. Για τον Ρομάν Γκουπίλ, γάλλο σκηνοθέτη και πολιτικό ακτιβιστή, το άσχημο γεγονός, της αυτοκτονίας του φίλου και συναγωνιστή του Μισέλ Ρεκανατί, στις 23 Μαρτίου του 1978, στάθηκε η αφορμή για να υλοποιήσει αυτή του την ταινία το 1982, η οποία και βραβεύτηκε στο φεστιβάλ των Καννών, στη συνέχεια με το βραβείο Σεζάρ, ενώ προτάθηκε και για το Όσκαρ.

Την ταινία του αυτή ο Ρομάν Γκουπίλ την κατασκεύασε με πλάνα που είχε τραβήξει ο ίδιος, όντας 16 χρονών εκείνη την εποχή, πριν και μετά τα γεγονότα του Μάη του 1968. Σκοπός του τότε, ήταν να γυρίσει μια επαναστατική ταινία που θα ονομαζόταν: «Από την Εξέγερση στην Επανάσταση», ταινία που τελικά δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Η ταινία του αυτή λοιπόν, «φόρος τιμής» στους αγωνιστές που φύγανε πρόωρα, χωρίζεται σε τρεις χρονικές περιόδους. Την πριν τον Μάη του ’68, εκείνη κατά την διάρκεια των γεγονότων και την περίοδο του «μετά», που για την συγκεκριμένη ομάδα φτάνει μέχρι τα μέσα του 1973.

ΒΡΕΤΑΝΙΑ 1995 : Η ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόμων προκαλεί θυελλώδη ανατροπή εργασιακών σχέσεων. Αβέβαιο μέλλον περιμένει τους ήρωες – εργαζόμενους στους σιδηροδρόμους – και μέσα από την ανασφάλεια που αρχίζουν να βιώνουν, δοκιμάζεται η φιλία τους και η σχέση με τους γύρω τους.

Ο Κέν Λόουντς μέσα από τη καταγραφή των υπαρκτών κοινωνικών προβλημάτων, συνθέτει πάντα ενδιαφέροντες καθημερινούς ανθρώπινους χαρακτήρες, ενώ η κινηματογραφική γραφή του αποτελείται από μια ποικιλία συναισθηματικών καταστάσεων που άλλοτε έχουν χιουμοριστική και άλλοτε δραματική απόχρωση, πάντα μέσα από τη δική του ιδιαίτερη, ανοιχτά πολιτικοποιημένη κινηματογραφική γλώσσα.

Το «Navigators» είναι ένα ευρηματικό κοινωνικό δράμα με καλές ερμηνείες. Ο σκηνοθέτης μένει πιστός στο στυλ του κοινωνικού ρεαλισμού που τον καθιέρωσε («Lady bird», «Βροχή από πέτρες») και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία – καταγγελία των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων και της επίδρασης που αυτές ασκούν  στη ζωή και την ψυχοσύνθεση των εργαζομένων. Το αιχμηρό σλόγκαν της ταινίας ¨δουλεύεις για να ζεις ή ζεις για να δουλεύεις¨ δημιουργεί πολλά ερωτήματα στο κοινό για το αβέβαιο εργασιακό μέλλον και γενικότερα για την ίδια  τη ζωή στον καπιταλισμό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ημέρα που βγήκε η ταινία στις αίθουσες έγινε συγκυριακά ένα μεγάλο σιδηροδρομικό ατύχημα στη Βρετανία με 5 νεκρούς, που δεν είναι ασφαλώς το πρώτο. Είναι γεγονός ότι οι Βρετανοί είδαν το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας τους να αλλάζει προς το χειρότερο μετά την ιδιωτικοποίησή του,  ενώ τα «ατυχήματα» έχουν αυξηθεί σε πρωτόγνωρο βαθμό.

Υπόθεση:
Επίκεντρο της ταινίας του Εμίλιο Μαρτίνεθ Λάθαρο αποτελούν και πάλι, όπως και στην ταινία Libertarias, οι γυναίκες στον εμφύλιο. Μετά τη νίκη των φρανκικών στρατευμάτων το 1939, ο Φράνκο υπόσχεται ότι θα τιμωρηθούν μόνο όσοι από τους αντιπάλους έχουν «ματωμένα χέρια». Δεκατρείς γυναίκες που δεν είχαν ωστόσο διαπράξει κανένα έγκλημα, συλλαμβάνονται με την κατηγορία της ανταρσίας και καταδικάζονται σε θάνατο. Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα (η ιστορία, τα γράμματα και τα έγγραφα που παρουσιάζονται στην ταινία είναι αυθεντικά, ωστόσο τα γεγονότα έχουν ωραιοποιηθεί, για ευνόητους λόγους, όπως για παράδειγμα στη φυλακή de Ventas) και αποτελεί σημείο αναφοράς στην ιστορία του ισπανικού εμφυλίου. Υποψήφια για 14 βραβεία Γκόγια, κέρδισε 4 (μουσικής, δεύτερου αντρικού ρόλου, φωτογραφίας και κουστουμιών).

Όταν μιλάει η αλήθεια περιττεύουν τα υπόλοιπα. Η σαφήνεια με την οποία μας εξιστορεί ο ισπανός σκηνοθέτης José Luis Cuerda την ζωή σε ένα μικρό χωριό της Γαλικίας, την δύσκολη χρονιά του 1936, η δύναμη και η ειλικρίνεια της εικόνας του, καθώς περιγράφει τον στραγγαλισμό της δημοκρατίας από τις φρανκικές φασιστικές ορδές, του επιτρέπει ακόμα και κάποιες σκηνοθετικές ευκολίες, όπως αυτή που κατά την διάρκεια της υπαίθριας γιορτής, μαζεύονται τα σύννεφα και ξεσπάει η νεροποντή, την ώρα που οι άσπονδοι εχθροί της δημοκρατίας μαζεύουν τις δυνάμεις τους, για να της επιτεθούν. Η άγνοια και ο φόβος, τα διαχρονικά όπλα της αντίδρασης απέναντι στις υγιείς δυνάμεις της προόδου, έρχονται να αποτυπωθούν με όλη τους την σκληρότητα στην μεγαλειώδη τελική σκηνή της ταινίας.

Ο μικρός Moncho, το οκτάχρονο σπουργιτάκι, βλέπει να οδηγούν τον δάσκαλό του πάνω στο καμιόνι μαζί με τους υπόλοιπους δημοκρατικούς. Αυτόν τον δάσκαλο που τους διάβαζε στην τάξη ποίηση, τους δίδασκε τον Antonio Machado, αυτόν τον δάσκαλο που τους έλεγε πως «τα βιβλία είναι ο τόπος που δεν παγώνουν τα όνειρα». Όλος ο κόσμος δίπλα του φοβισμένος να βρίζει, ακόμα και η ίδια του η μάνα και ο πατέρας. Δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί το «άθεος» και το «κομμούνι» είναι βρισιές και γιατί αν δεν φωνάξει και ο ίδιος, ο πατέρας του κινδυνεύει να συλληφθεί και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους. Αρπάζει τις πέτρες και τρέχει ξωπίσω από το καμιόνι. Από το στόμα του θα βγουν οι λέξεις “tilonorrinco” και «προβοσκίδα» ένα μάντρα, ένας κώδικας επικοινωνίας που σφηνώθηκε βαθιά μέσα στο κεφάλι του μικρού, τις μέρες που η διδασκαλία γινόταν στην ύπαιθρο, τότε που ο δάσκαλος ο Don Gregorio (Fernando Fernán Gómez) προσπαθούσε να φτιάξει την πρώτη ελεύθερη γενιά που χρειάζεται, για να μην λείψει ποτέ από τον κόσμο η δημοκρατία.

Υπόθεση με λίγα λόγια

Νεαρό κορίτσι, που αποτυγχάνει στις εξετάσεις της, αναγκάζεται από τον πατέρα της να μάθει να οδηγεί ταξί. Με τον καιρό, όμως, ανακαλύπτει ότι ο πατέρας της και ο νεαρός φίλος της ανήκουν σε συμμορία ακροδεξιών οδηγών ταξί που δολοφονούν περιθωριακούς, μετανάστες, ομοφυλοφίλους, τραβεστί και έγχρωμους για να «καθαρίσουν την Ισπανία από τα σκουπίδια».

Λίγα περισσότερα…Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος δεν ασχολείται συχνά με σκοτεινά, λουστραρισμένα θρίλερ, αλλά όταν το κάνει τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αυτό συμβαίνει και με την ταινία «Ταξί», σε σκηνοθεσία Κάρλος Σάουρα. Όταν μάλιστα οι συντελεστές είναι ονόματα του μεγέθους του Κάρλος Σάουρα στη σκηνοθεσία, και του στενού συνεργάτη των Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και Φράνσις Φορντ Κόπολα, Βιτόριο Στοράροστη διεύθυνση φωτογραφίας, τότε τα αποτελέσματα είναι μοναδικά. Στην ταινία η Ροζ είναι ερωτευμένη με τον Ντάνι, μέχρι τη στιγμή που μαθαίνει ότι ο πατέρας της μαζί με το φίλο της ανήκουν σε μία νεοφασιστική συμμορία ταξιτζήδων που δολοφονούν τα περιθωριακά στοιχεία που μπαίνουν στα ταξί τους, προκειμένου να καθαρίσουν τους δρόμους της Μαδρίτης. Συνδυασμός μιας ιστορίας αγάπης και μιας δυνατής περιπέτειας, χορογραφημένης στην κυριολεξία στους ρυθμούς του φλαμέγκο. Σε μία εντυπωσιακά φωτογραφημένη από τον Στοράρο νυχτερινή Μαδρίτη, την ώρα που τα σκοτάδια τυλίγουν την ψυχή σου. Το ισπανικό «ντουέντε», ο μαγικός ρεαλισμός και η εμμονή του στη φορμαλιστική προσέγγιση των εικόνων, καθιστούν τον Σάουρα ένα μάγο, χορογράφο του σινεμά.

Σε έναν κόσμο ειδωμένο μέσα από τα μάτια των ανδρών, η ιστορία δε θα μπορούσε παρά να καταγράφεται από αυτή τη σκοπιά. Με τον ίδιο τρόπο ακόμα και η ιστορία η γραμμένη «από τα κάτω», η ιστορία των επαναστάσεων και των κοινωνικών αντιστάσεων, αγνοεί σκόπιμα ή μη τις γυναίκες. Αυτές που επέλεξαν τον αγώνα κινούμενες από την ανάγκη για την ελευθερία, οπλισμένες με την οργή τους ενάντια στους καταπιεστές που δεν έχουν ούτε φύλο ούτε φυλή, μόνο το ίδιο λαίμαργο βλέμμα του κατακτητή.

Η ταινία αυτή («Ελευθεριακές» μεταφράζεται στα ελληνικά επακριβώς) που πρόσφατα προβλήθηκε σε διάφορες καταλήψεις και αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα, είναι μία σπάνια ταινία παραγωγής 1996 που δεν βρίσκεται στα ελληνικά βιντεοκλάμπ και παρουσιάζει τη δράση των γυναικών στις γραμμές των αναρχικών κατά τον Ισπανικό εμφύλιο.

Πρέπει να αναφερθεί ότι η προσπάθεια στην μετάφραση ήταν από συντρόφους αναρχικούς από την ΕΣΕ (Ελευθεριακή Συνδικαλιστική Ένωση) και από πρωτοβάθμια σωματεία στους οποίους αξίζουνε πολλές ευχαριστίες.

Αγγλικός Τίτλος: Freedomfighters

Παραγωγή: Ισπανία, 1996

Γλώσσα: Ισπανικά

Υπότιτλοι: Ελληνικοί ενσωματωμένοι