Το βιβλίο αυτό έχει σκοπό, και σ’ αυτόν πετυχαίνει απόλυτα, να μας κάνει να ζήσουμε τις εμπειρίες των στρατευμάτων και των δυο πλευρών με τη βοήθεια ενός πλήθους νέων πληροφοριών προερχομένων ειδικά από τα ρωσικά αρχεία. Η ποικιλία των πηγών παίζει καθοριστικό ρόλο στην περιγραφή της πρωτοφανούς φύσης της μάχης, καθώς και των συνεπειών που είχε σε όλους εκείνους που εγκλωβίστηκαν σε αυτήν χωρίς καμία ελπίδα να ξεφύγουν.
“Τη Pωσία”, λέει ο ποιητής Tyuchev, “δεν μπορείς να την κατανοήσεις χρησιμοποιώντας κοινή λογική”. Τη Μάχη του Στάλινγκραντ δεν μπορείς να την κατανοήσεις με μια τυπική ανάλυση. Η αμιγώς στρατιωτική σπουδή μιας τέτοιας μάχης δεν μας μεταφέρει στην πραγματικότητα του πεδίου της όπως ακριβώς δεν το κατάφεραν οι χάρτες του Χίτλερ στη “Φωλιά του Λύκου” στο Rastenburg, που τον είχαν απόμονώσει, μακριά από τα δεινά των στρατιωτών του. Η ιδέα που κρύβεται πίσω από αυτό το βιβλίο είναι να φανούν, μέσα στο πλαίσιο της συμβατικής ιστορικής διήγησης, οι εμπειρίες των στρατευμάτων και των δύο πλευρών, με τη βοήθεια ενός μεγάλου εύρους νέων πληροφοριών που προέρχονταν κυρίως από τα ρωσικά αρχεία. Η ποικιλία των πηγών παίζει καθοριστικό ρόλο στην περιγραφή της πρωτοφανούς φύσης της μάχης καθώς και των συνεπειών που είχε σε όλους εκείνους που εγκλωβίστηκαν μέσα σ’ αυτήν δίχως σχεδόν καμία ελπίδα να ξεφύγουν. Ανάμεσα στις πηγές περιλαμβάνονται πολεμικά ημερολόγια, αναφορές στρατιωτικών ιερέων, προσωπικές εμπειρίες, γράμματα, ανακρίσεις Γερμανών και άλλων αιχμαλώτων από τη NKVD, προσωπικά ημερολόγια και συνεντεύξεις αυτών που συμμετείχαν. Μία από τις πιο πλούσιες πηγές του κεντρικού αρχείου του Υπουργείου Αμύνης της Ρωσίας στο Podolsk αποτελείται από τις πολύ λεπτομερείς εκθέσεις που στέλνονταν καθημερινά από το Μέτωπο Στάλινγκραντ στον επικεφαλής του Πολιτικού Τμήματος του Κόκκινου Στρατού στη Μόσχα, στον Aleksandr Shcherbakov. Σε αυτές περιγράφονται όχι μονάχα ηρωικές πράξεις, αλλά και “ασυνήθιστα περιστατικά” (ευφημισμός των κομισάριων για προδοτική συμπεριφορά), όπως λιποταξίες, προσχωρήσεις στο αντίπαλο στρατόπεδο, δειλία, ανικανότητα, αυτοτραυματισμοί, “αντισοβιετικές συζητήσεις”, μέθη. Οι σοβιετικές αρχές εκτέλεσαν για τέτοια “περιστατικά” περίπου 13.500 στρατιώτες τους στο Στάλινγκραντ – δηλαδή περισσότερους από μια ολόκληρη μεραρχία. Η κύρια πρόκληση, ήταν να αντιπαραθέσει στην αυθεντική αυτοθυσία των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού, τον βίαιο εξαναγκασμό που άσκησαν τα ειδικά τμήματα της NKVD (τα οποία πολύ σύντομα πέρασαν στη δικαιοδοσία της αντικατασκοπευτικής SMERSH) εναντίον όσων δίσταζαν να πολεμήσουν…..
«Οταν βρεθείτε με άδεια στην πατρίδα», έγραφαν ειρωνικά σε φυλλάδιο οι Γερμανοί στρατιώτες που πολεμούσαν στο ανατολικό μέτωπο, «προσέξτε να μη μιλήσετε για τον παράδεισο της Σοβιετικής Eνωσης και παρακινήσετε κάποιον άλλο να θελήσει να έρθει εδώ και να χαλάσει την ειδυλλιακή μας άνεση». Ο ιδιαίτερα σκληρός χαρακτήρας των συγκρούσεων μεταξύ Γερμανών και Σοβιετικών έχει γίνει θέμα συζήτησης στους κύκλους των μελετητών στρατιωτικής ιστορίας. Το μίσος των ναζιστών προς τους Ρώσους είχε επισφραγιστεί με τις θηριωδίες που είχαν διαπράξει το 1941. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι οι θάλαμοι αερίων του Aουσβιτς δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά πάνω σε εξακόσιους Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Oπως ήταν αναμενόμενο, τα αισθήματα μίσους και εκδίκησης έγιναν πολύ σύντομα αμοιβαία.
Η σκληρότητα αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έφτασε στο απόγειό της με την ιστορική μάχη του Στάλινγκραντ, όπου, βέβαια, για την ΕΣΣΔ ήταν μάχη επιβίωσης. Αν χανόταν, ίσως να μη χανόταν απλώς μια μάχη αλλά ένας ολόκληρος πόλεμος.
«Σάπιο οικοδόμημα»
Αυτό το δραματικό χρονικό καταγράφει με τον γνωστό αφηγηματικό του οίστρο ο Aγγλος ιστορικός και απόστρατος αξιωματικός Αντονι Μπίβορ. Το Στάλινγκραντ θα αποτελούσε την κορωνίδα της περιβόητης επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, της εισβολής στην ΕΣΣΔ, που είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο του 1941. Τότε, πίστευαν όλοι στη Γερμανία ότι η ΕΣΣΔ ήταν ένα «σάπιο οικοδόμημα» το οποίο θα «κατέρρεε» πολύ σύντομα, δεδομένου ότι από τις περίφημες εκκαθαρίσεις του Στάλιν κατά τη δεκαετία του ’30 είχαν σφαγιαστεί ή εξοριστεί 36.671 αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού. Το μεγαλύτερο σφάλμα των Γερμανών όμως ήταν ότι υποτίμησαν τον «Ιβάν», τον απλό σοβιετικό στρατιώτη, ο οποίος επέδειξε όχι μόνο απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία, αλλά και ένα ακλόνητο πείσμα να μην παραδοθεί, ακόμα και όταν βρισκόταν κάτω από άκρως δυσχερείς συνθήκες.
Την παρτίδα έσωσε και το πανίσχυρο Κομμουνιστικό Κόμμα που, παρά το σοκ από την επίθεση, οργάνωσε έναν απίστευτο άθλο μεταφοράς των βιομηχανικών μονάδων από τα σύνορα προς το εσωτερικό της χώρας και ένωσε τους έως τότε τρομοκρατημένους σοβιετικούς πολίτες. Επικεφαλής του τιτάνιου αυτού έργου, ο δαιμόνιος Στάλιν, ο οποίος ξέθαψε και την έκφραση «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος», που είχε χρησιμοποιηθεί στον αγώνα των Ρώσων εναντίον του Ναπολέοντα το 1812. Αυτό που για τους Γερμανούς ήταν η «κεντρική λεωφόρος της Ρωσίας», η σίγουρη οδός προς τη νίκη, για τον Στάλιν ήταν το απόλυτο εθνικό σύμβολο που έπρεπε να προφυλαχθεί πάση θυσία.
Η διαταγή του ήταν σαφής: «Ούτε ένα βήμα πίσω. Ο Βόλγας έχει μόνο μία όχθη». Πολύ σύντομα, οι Ρώσοι καθήλωσαν τους εισβολείς ανάμεσα στα ερείπια της παγωμένης πόλης.
Οι Γερμανοί στρατιώτες κινδύνευαν από τους ελεύθερους σκοπευτές, από τις νάρκες και τις αυτοσχέδιες χειροβομβίδες, τους φορτωμένους με εκρηκτικά σκύλους, ακόμα και από τα δικά τους Στούκας που δεν μπορούσαν μέσα στο χαλασμό να ξεχωρίσουν πάντα τα εχθρικά από τα φίλια τμήματα. Εκτός από τις φονικές οδομαχίες, είχε ξεκινήσει ένας ανελέητος ανταρτοπόλεμος: Ρώσοι ξεφύτρωναν από παντού, από τους υπονόμους, από τα υπόγεια (ο «πόλεμος με τους αρουραίους», όπως αποκλήθηκε), δεν υπήρχε πάντα σταθερό μέτωπο σε αυτές τις λυσσώδεις μάχες ανάμεσα σε μικρές, κατά βάση, μονάδες.
Αίμα και δάκρυα
Στις 2 Φεβρουαρίου 1943, η μάχη είχε τελειώσει. Ενενήντα ένας χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με τον διοικητή τους, παραδόθηκαν στους Σοβιετικούς. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι συνολικά είχαν σκοτωθεί. Από τους 91.000 Γερμανούς αιχμαλώτους, μόνο 5.000 κατόρθωσαν να επιστρέψουν το 1949 στην πατρίδα τους, ωστόσο περί τους 6.000 παρέμειναν έγκλειστοι σε σοβιετικά γκουλάγκ έως το 1955. Είναι απόλαυση να διαβάζει κανείς τον Μπίβορ, κατ’ αρχάς, για τη θαυμάσια εξιστόρηση των συγκρούσεων στα επιτελεία των στρατευμάτων, τις πυρετώδεις διαβουλεύσεις στα αρχηγεία των στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών – όπου βέβαια ένα άλλο είδος πολέμου μαινόταν.
Αυτή όμως, η πολιτικο-στρατιωτική πτυχή, είναι η μία πλευρά του νομίσματος στην προσέγγιση του Μπίβορ. Η άλλη είναι η γόνιμη εμμονή του στην καθημερινότητα του πολέμου, έτσι όπως την έζησε ο απλός στρατιώτης, που προσπαθεί να επιβιώσει, που μόνη του, αληθινή πατρίδα τη στιγμή της μάχης είναι απλώς το χώμα πάνω στο οποίο πατάει. Κι ακόμα, ο Μπίβορ επιμένει πολύ στην καθημερινότητα του πολέμου έτσι όπως την υπέστησαν οι άμαχοι πληθυσμοί. Ο πόλεμος, μας λέει, δεν είναι σκάκι – έχει αίμα, αθλιότητα, ανθρώπινο πόνο και δάκρυα. Γι’ αυτό και, διαβάζοντας κανείς Μπίβορ, θέλει να ξαναδιαβάσει την τόσο παρεξηγημένη στη χώρα μας στρατιωτική ιστορία.
*Ο Άντονυ Μπίβορ ξεκίνησε την καριέρα του ως επαγγελματίας αξιωματικός της θρυλικής 11ης Ίλης Ουσάρων. Έχει γράψει πολλά βιβλία, ανάμεσά τους «Βερολίνο – Η πτώση 1945» και «Κρήτη – Η μάχη και η αντίσταση». Το «Στάλινγκραντ» τιμήθηκε με τo πρώτο βραβείο «Samuel Johnson», το «Wolfson History» και το βραβείο Λογοτεχνίας «Hawthornden Prize for Literature». Το Στάλινγκραντ έχει ήδη μεταφραστεί σε 19 γλώσσες ανά τον κόσμο.
Ο Άντονυ Μπίβορ είναι Εταίρος της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνών και Ιππότης του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων στη Γαλλία.






