Η πορεία του στη μουσική παραπέμπει σ’ έναν σύγχρονο ασκητή της τέχνης. Ντυμένος με τον χιτώνα του ήθους παλεύει με τους δαίμονες εντός και εκτός του. Γράφει:
Τώνια ΣταυρινούΟ τελευταίος του δίσκος, η «Μικρή Βαλίτσα», είναι αφιερωμένος «σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν». Λίγες μέρες πριν ετοιμάσει τις βαλίτσες του για να έρθει για συναυλίες στην Κύπρο, κουβεντιάζουμε για τη φυγή και για τις αποσκευές του καθενός μας μπροστά στις στιγμές της εγκατάλειψης.
Τι θεωρείτε ως απολύτως απαραίτητο; Τα απολύτως απαραίτητα όταν φεύγεις είναι όσα μπορούν να σε βοηθήσουν να επιβιώσεις και να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου σε ξένο καθρέφτη. Είναι η μνήμη, η συνείδηση και το όνειρο. Δηλαδή, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο καθένας μας τα συμπυκνώνει αλλιώς, στα υλικά ή άυλα υπάρχοντα που θεωρεί πολύτιμα. Εγώ τα στρίμωξα σε έναν δίσκο. Σε μεγάλο βαθμό, όλο αυτό έρχεται από την πρώτη μου μνήμη, την εισβολή του ’74, καθώς και από τα χρόνια που ακολούθησαν, που ήταν χρόνια μεγάλου πόνου και ταπείνωσης, αλλά και χρόνια ελπίδας και δύναμης. Έτσι πρωτογνώρισα τον Άνθρωπο, που μέσα στους αιώνες διασχίζει τον δρόμο, τον χρόνο και τον πόνο. Η 20ή Ιουνίου, η μέρα της πρώτης μας συναυλίας στην Κύπρο, που θα γίνει στο Κούριο, συμπίπτει με την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Και αυτός είναι ένας σημαντικός συμβολισμός για μένα, το να παρουσιάζω αυτή την ημερομηνία το συγκεκριμένο υλικό για πρώτη φορά στον τόπο μου που ξέρει από προσφυγιά.
Από καλούδια, τον Καλούδη. Τον Γιώργο Καλούδη, που παίζει τσέλο και λύρα. Επίσης, τον Φώτη Σιώτα στο βιολί και στη βιόλα και τον Δημήτρη Τσεκούρα στο κοντραμπάσο. Και βέβαια, τον Μανόλη Πάππο στο μπουζούκι, αφού έχουμε για πρώτη φορά μπουζούκι στο σχήμα. Το αποτέλεσμα είναι ξύλινο και ζεστό, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο από ρυθμούς και εντάσεις, παρόλο που δεν υπάρχουν κρουστά, ούτε ηλεκτρικά όργανα. Παλιά και νέα τραγούδια αποδίδονται από τα έγχορδα και αυτό που προκύπτει ξεπερνά το ηχητικό ή το καθαρά μουσικό μέρος. Είναι κάτι που έψαχνα καιρό και που δοκίμασα στον τελευταίο δίσκο.
Γενικολογώντας, ήταν 20 φτωχά χρόνια. Όχι μόνο μουσικά ή πολιτισμικά, αλλά και κοινωνικά, όπως και πολιτικά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Έγιναν βέβαια κάποια σπουδαία πράγματα, πάντα γίνονται. Έγιναν όμως μέσα σε ένα συμβιβασμένο, νεόπλουτο, ανέμπνευστο, ξεπουλημένο, ανίερο περιβάλλον. Όσοι πρόσφεραν πραγματικά κάτι, ειδικά οι λιγότερο ή καθόλου αναγνωρισμένοι, το έκαναν με μεγάλο προσωπικό κόστος, παρακολουθώντας ταυτόχρονα τους φελλούς να καλοπερνούν. Σήμερα ζούμε ένα τέλμα, όσον αφορά τουλάχιστον τη μουσική. Μπροστά, όμως, βλέπω με χαρά το απόλυτο χάος. Που το περιμένω ανυπόμονα, γιατί είναι πάντοτε πολύ ενδιαφέρον και δημιουργικό.
Υπήρχε πάντοτε αυτή η τάση, γίνεται όμως εντονότερη τα τελευταία χρόνια και εύχομαι να βαθύνει. Εκ πρώτης όψεως, όταν δεν πέφτουμε στο φολκλόρ ή στον τοπικισμό, συχνά μοιάζει σαν να «κάμνουμεν χάζιν» με την «κυπριακότητά» μας. Όλο αυτό όμως είναι βαθύτερο. Πηγάζει από τη μεγάλη ανάγκη να εκτιμήσουμε τον εαυτό μας. Εύχομαι, πέραν των καλλιτεχνικών να αναγνωρίσουμε επιτέλους τη σημασία της κυπριακής διαλέκτου. Δεν είμαι επιστήμονας, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι καιρός να υπάρξει ένας επίσημος τρόπος γραφής της, παρά τις διαφωνίες κάποιων που τη θέλουν να φθίνει παραμένοντας προφορική σε μια έντονα γραπτή εποχή. Συχνά αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο «αναβάθμισης» ή ανάδειξης της κυπριακής διαλέκτου σαν κίνδυνος (ή ευκαιρία για άλλους) αποκοπής των Κυπρίων από τον ελληνικό χώρο. Πιστεύω αντίθετα πως όσο η διάλεκτός μας υποβαθμίζεται στη σύγχρονη εποχή, τόσο λιγότερο Έλληνες γινόμαστε στην ουσία μας και τόσο ο ελληνικός πολιτισμός χάνει από τον πλούτο που του απομένει. Αν θεωρούν ζημιογόνα εθνικά την κυπριακή, ας την απαγορεύσουν. Αλλιώς, είναι επιτακτική ανάγκη να τη μιλήσουμε καλά.
Αν μπει με έναν ευφάνταστο, σύγχρονο και δημιουργικό τρόπο (ενισχύοντας και όχι εκτοπίζοντας τη διδασκαλία της κοινής ελληνικής) στο σχολικό πρόγραμμα, αν γνωρίσουμε την καταγωγή της και την καταγωγή μας, την πορεία της και την πορεία μας, αν σχετιστούμε με τις περιόδους της, αν πάψουμε να την αντιμετωπίζουμε σαν «χωρκάτικη», αν βυθιστούμε στην ομορφιά, στη φυσικότητα και στον πλούτο της σοβαρά και ανεπιτήδευτα, χωρίς νεοκυπριακές περηφάνιες ή εθνικές ενοχές, αν μιλήσουμε σωστά, τότε ίσως σκεφτούμε και σωστά.
Είμαι αισιόδοξος, αλλιώς δεν θα έκανα παιδιά. Επίσης, είμαι χαρούμενος, χωρίς να καταφέρνω όμως, παρά τις προσπάθειες, να γίνω χαρωπός.
Αναγνωρίζουμε οι περισσότεροι μόνο το πρώτο επίπεδο της κάθε πληροφορίας που μας δίνεται. Βιαστικά και πρόχειρα. Και αν δεν μοιάζει να κολυμπά σε πελάγη αδικαιολόγητης φαντεζί ευτυχίας αλλά ασχολείται με άλλα πράγματα ή μας ζητά μια στοιχειώδη προσοχή, τότε πετάμε όπως-όπως την πληροφορία στο κουτί με τα «λυπητερά». Που το ανοίγουμε για λίγο όποτε θέλουμε να συγκινηθούμε, ώστε να πούμε πως είμαστε και «ποιοτικοί» ή «σκεπτόμενοι», ενώ γενικά προτιμούμε να καταναλώνουμε την υστερική φαντασμαγορία ενός εορταστικού τίποτα. Είναι παράξενο αυτό, γιατί όλη αυτή η γκλαμουριά δεν μοιάζει στις ζωές μας. Οι ζωές μας έχουν χίλιες-δυο ποιότητες που μένουν ανέκφραστες όσο δεχόμαστε να τρώμε το χαζοχαρούμενο κουτόχορτο της βιομηχανίας στην οποία ανήκω.
Δεν έχω ιδέα. Κι εγώ ο ίδιος αναρωτιέμαι… Το μόνο που πραγματικά ήθελα στη ζωή μου από παιδί ήταν να περάσω απαρατήρητος. Το εννοώ, όσο αστείο ή υποκριτικό κι αν ακούγεται. Θα ψυχαναλυθώ ανελέητα και θα σας απαντήσω.
Ελπίζω σε μας, στους πολίτες. Γιατί χωρίς σοβαρούς πολίτες καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι σοβαρή. Η ανάγκη μου να γράψω τις ελπίδες και τις ευχές μου με αφορμή τις τελευταίες εκλογές, είχε να κάνει με την, έστω και αναγκαστική, απαγκίστρωση των ψηφοφόρων από την στομφώδη ασχήμια, ανοησία και ασυδοσία των προηγούμενων κυβερνήσεων. Επίσης, ήθελα να ακούσουν οι νέοι κυβερνώντες τι περιμένουμε κάποιοι από αυτούς. Δεν έχω ιδέα τι θα καταφέρουν. Οι υποσχέσεις τους ήταν υπερβολικές. Αναγνωρίζω όμως και εκτιμώ τις προθέσεις και τις προσπάθειες της νέας κυβέρνησης, όπως και αρκετά πράγματα που ήδη πέτυχε μέσα στην καταιγίδα που τη χτυπά, μέσα στο στενό και ασφυκτικό πλαίσιο όπου υποχρεωτικά κινείται, και μέσα στον πόλεμο που δέχεται από τεράστιες δυνάμεις και συμφέροντα του εξωτερικού, από το πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο του εσωτερικού και από τον ίδιο τον εαυτό της. Ήταν κομβικό σημείο η εκλογή της, και αυτό θα φανεί τα επόμενα χρόνια. Έχει τεράστια ευθύνη. Γιατί αν δεν πετύχει σε κάποιους βασικούς τομείς, κυρίως στο εσωτερικό, αν δεν αλλάξει η χώρα, τα πράγματα θα είναι πια πραγματικά μαύρα. Το σκοτάδι θα επιστρέψει δριμύτερο. Για την ώρα πάντως βλέπω πως, έστω και με τεράστια καθυστέρηση, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αρχίζει να ζητά μιαν ουσιαστικότερη πολιτική ζωή. Κάτι φαίνεται να αλλάζει.
Δεν τα παρακολουθώ. Τηλεόραση πήραμε πρόσφατα, αλλά την ανοίγουμε όποτε χρειάζεται να δούμε κάτι σημαντικό, πράγμα που δεν συμβαίνει συχνά. Από όσα όμως παίρνει το αυτί και το μάτι μου, χαίρομαι που υπάρχουν πολλά ταλαντούχα παιδιά. Σέβομαι την αγωνία τους να υπάρξουν, αναγνωρίζω την προσπάθειά τους να ακουστούν σε μια εποχή που κανείς δεν δίνει σημασία στις ικανότητές τους, λυπάμαι όμως που το όνειρό τους συνήθως περιορίζεται σε μια καριέρα στα πλαίσια που όρισαν οι προηγούμενες δεκαετίες και που τις περισσότερες φορές δεν υπόσχονται μια νέα εποχή. Η αισθητική τους δεν με ενθουσιάζει συνήθως, αυτό όμως είναι πρόβλημα δικό μας, πηγάζει από την ανοησία της δικής μου γενιάς και είναι υποκριτικό και άδικο να τους το χρεώνει κανείς προσωπικά. Με στεναχωρεί και η βαθμολογία. Η τέχνη δεν είναι αθλητισμός, να τρέχεις για να βγεις πρώτος. Άσε που οι κριτές είναι συνήθως πολύ χαμηλότερου επιπέδου από τους κρινόμενους.

Με μια νεκροζώντανη μουσική βιομηχανία και με ελάχιστα μέσα, τι άλλες επιλογές έχει ένας νέος μουσικός, εκτός απ’ την τηλεόραση;
Κοιτάξτε, όταν λέμε «μουσικός», εννοούμε και αυτόν που μελετά φαγκότο, σιτάρ ή τζαζ τρομπόνι. Αν όμως θέλει κανείς να ασχοληθεί σήμερα με το τραγούδι σοβαρά, τότε, για να έχει νόημα η παρουσία του, πρέπει να κάνει κάτι το αληθινά προσωπικό και το ιδιαίτερο. Αλλιώς, στην καλύτερη περίπτωση, κινδυνεύει να γίνει «επιτυχημένος».
Απλά σκεφτόμουν ποιο μπορεί να είναι το συντομότερο βιογραφικό. Και, όσο συντομεύει κανείς το βιογραφικό του, τόσο περισσότερο μοιάζει με όλων των άλλων ανθρώπων.
Περνώ κρίση ηλικίας εκ γενετής, λόγω έμφυτης απληστίας: Είμαι πάντα ευγνώμων για τα όσα φέρνει η ζωή, ποτέ όμως για τα όσα παίρνει.
Όχι, τα νιάτα είναι απολύτως θέμα ηλικίας. Το να μη γίνεις ένας κωλόγερος είναι θέση και στάση ζωής.
Ξεγελιέμαι νομίζοντας ότι δεν με πειράζει το να φθαρώ, το να φύγω, το να γίνω γρασίδι ή γαϊδουράγκαθο. Όλο το σύμπαν λειτουργεί έτσι, εγώ γιατί δηλαδή να πρωτοτυπήσω; Αυτά με τη λογική. Γιατί αλλιώς, αν με ρωτούσαν τι ονειρεύομαι για το μέλλον μου, σε καμία περίπτωση δεν θα απαντούσα «να γίνω γαϊδουράγκαθο»! Με τίποτε! Με πνίγει το δίκιο και το παράπονο, κι έτσι αρχίζει ο διάλογος με τον Θεό. Με παζάρια δηλαδή του στυλ «αν είμαι καλό παιδί, θα με κάνεις τουλάχιστον χαμομήλι; Όχι; Ε τότε, μήπως θα μπορούσες να μου χαρίσεις αιώνια ζωή κάπου ωραία;» Περισσότερο απ’ όλα με πειράζει το φευγιό των άλλων γύρω μου. Τελευταία έχασα 5 αγαπημένους μου ανθρώπους σε 42 ημέρες. Αυτός είναι και δικός μου θάνατος, όχι μόνο δικός τους.
Δεν υπάρχει συνηθισμένη μέρα. Δεν υπάρχει καθημερινότητα. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Δεν έχω συνήθειες, δεν μου το επιτρέπει η τέχνη μου και ο τρόπος που την εξασκώ. Κάθε μέρα είναι τελείως διαφορετική από την προηγούμενη. Δεν υπάρχει ωράριο. Δεν έχει ρυθμό η ζωή μου, δηλαδή μια τακτική ακολουθία γεγονότων στο χρόνο. Έτσι, δεν οργανώνεται και περνά γρήγορα και ασυνάρτητα.
Νομίζω πως είναι το ωραιότερο που μπορούσε να μου συμβεί! Το μόνο πρόβλημα ζώντας σε ένα γυναικείο σπίτι, όπου ακόμα και οι γάτες ή τα σκυλιά είναι θηλυκά, είναι πως αρχίζω να μας βλέπω, τους άντρες, σαν λάθος της φύσης. Ας πούμε, συνειδητοποιώ έντρομος ότι χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, έχουμε θηλές. Θεέ μου, σκέφτομαι, είμαστε ατροφικές γυναίκες! Βλέπω παιδιά να παίζουν: τα κοριτσάκια λάμπουν, τα αγοράκια μού φαίνονται άχαρα και εκνευριστικά. Και φοβάμαι πως το ίδιο θα αισθανθώ για τα αγόρια που θα φέρνουν οι κόρες μου στο σπίτι σε λίγο καιρό. Θα προσπαθώ να είμαι ευγενικός βέβαια και να δείχνω ενδιαφέρον («και τι πιστεύεις, Πώς-σε-είπαμε, για το φλέγον θέμα της βιο-ποικιλότητας;»), αλλά θα πηγαίνω κρυφά στο δωμάτιό μου και θα βρίζω απελπισμένος. Ή, μπορεί και να συμβεί το αντίθετο: Ίσως βρω έτσι αντρική παρέα μέσα στο σπίτι, που μου λείπει. Ποιος ξέρει; Όσο πιο σοβαρά παίρνουμε τα πράγματα, τόσο η ζωή μάς περιπαίζει.
Εξαιρετικός! Η σύντροφός μου είναι πολύ τυχερή, ρωτήστε και την ίδια! Και αν σας πει πως λείπω συνέχεια σε περιοδείες με τους φίλους μου, ή πως όποτε είμαι σπίτι κλείνομαι στο υπόγειο και γράφω, μην την πιστέψετε…
– See more at: http://www.philenews.com/el-gr/politismos-anthropoi/389/261799/alkinoos-ioannidis-to-mono-pou-pragmatika-ithela-sti-zoi-mou-apo-paidi-itan-na-peraso-aparatiritos#sthash.qIuBGzja.dpuf






