Δίκη αστυνομικών για τον ομαδικό βιασμό στο Α.Τ. Ομονοίας: Εν αναμονή της εισαγγελικής πρότασης

Δίκη αστυνομικών για τον ομαδικό βιασμό στο Α.Τ. Ομονοίας: Εν αναμονή της εισαγγελικής πρότασης

Με κάπου μία δικάσιμο το μήνα συνεχίζεται η δίκη για τον καταγγελλόμενο ομαδικό βιασμό δεκαεννιάχρονης (τότε) κοπέλας από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. σε χώρο του Α.Τ. Ομονοίας, τον Οκτώβριο του 2022.

Σήμερα Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026 αναμένεται η πρόταση του εισαγγελέα.

Στη δικάσιμο της 23ης Μαρτίου κατέθεσε ο γυναικολόγος της καταγγέλλουσας, ο οποίος την είχε εξετάσει αμέσως μετά το περιστατικό. Είπε ότι δεν μπορεί να κρίνει αν επρόκειτο για βιασμό κι ότι αυτό είναι αρμοδιότητα ιατροδικαστή. Αναφέρθηκε στον εσωτερικό τραυματισμό που είχε διαπιστωθεί, σημειώνοντας ότι τέτοιος τραυματισμός μπορεί να προκύψει και σε συναινετική επαφή. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι ανάλογα περιστατικά συναντώνται συχνά στο νοσοκομείο σε ζευγάρια, «ιδίως την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου». Σύμφωνα με την κατάθεσή του, η ίδια «με το ζόρι ανέφερε ότι ήταν βιασμός» και, όταν εκείνος τη ρώτησε αν ήταν πράγματι βιασμός, του απάντησε «ναι».

Βασικό επιχείρημα που τέθηκε από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ήταν ότι η καταγγέλλουσα εκείνη την περίοδο λάμβανε αντικαταθλιπτική αγωγή και ότι αυτό θα μπορούσε να έχει προκαλέσει ξηρότητα, άρα και τον τραυματισμό. Ωστόσο, όπως σημείωσε η δικηγόρος της, τα συγκεκριμένα φάρμακα δεν αναφέρουν κάτι τέτοιο ως πιθανή παρενέργεια.

Ο κατηγορούμενος κατέγραφε σε βίντεο το οποίο δεν βρέθηκε

Η δίκη συνεχίστηκε στις 13 Μαΐου με την εξέταση αστυνομικού υπαλλήλου της ΔΕΕ, ο οποίος κατέθεσε ως τεχνικός πραγματογνώμονας. Ο μάρτυρας είχε ασχοληθεί με τα αρχεία του κινητού τηλεφώνου του δεύτερου κατηγορουμένου. Στο συγκεκριμένο κινητό είχαν εντοπιστεί αποθηκευμένα αρχεία από στιγμιότυπα μίας από τις δύο κάμερες, η οποία δεν βρέθηκε ποτέ.

Όπως κατέθεσε, από ένα βίντεο διάρκειας δεκαοκτώ λεπτών αποθηκεύτηκαν τρία εικονίδια, δηλαδή thumbnails. Η GoPro κάμερα, όπως προκύπτει, ήταν συνδεδεμένη με το κινητό του κατηγορουμένου και έτσι αποθηκεύτηκαν αυτόματα στο τηλέφωνο τρία τέτοια εικονίδια. Σε δύο από αυτά φαίνεται η καταγγέλλουσα και ο χώρος όπου φέρεται να τελέστηκε ο βιασμός.

Η υπόλοιπη εξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις τρεις εικόνες. Ο ίδιος ανέφερε ότι διέκρινε μια κοπέλα που «χαμογελούσε». Στο σημείο αυτό παρενέβη η δικηγόρος της καταγγέλλουσας, Αλεξάνδρα Κρεμιζά, ρωτώντας τον αν διαθέτει γνώσεις ψυχολογίας ή ψυχιατρικής ώστε να μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Ο μάρτυρας απάντησε ότι είχε λάβει στοιχειώδεις γνώσεις ψυχολογίας από τη σχολή αξιωματικών.

Στη συνέχεια ρωτήθηκε αν παρατήρησε περιστατικά, αλλά όπως είναι προφανές δεν θα μπορούσε να απαντήσει γιατί το ίδιο το βίντεο δεν βρέθηκε ποτέ, ούτε και η κάμερα από την οποία φέρεται να προερχόταν το επίμαχο υλικό.

Οι άλλοι αστυνομικοί «δεν άκουσαν τίποτα»

Ακολούθησαν καταθέσεις αστυνομικών που βρίσκονταν στο Α.Τ. Ομονοίας τη νύχτα του περιστατικού. Κατέθεσε αστυνομικός, βοηθός αξιωματικού υπηρεσίας στο τμήμα ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο βρισκόταν ακριβώς δίπλα από τον χώρο όπου φέρεται να τελέστηκε το συμβάν. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν άκουσε τίποτα και δεν είδε κάποια περίεργη δραστηριότητα. Όπως είπε, απουσίαζε για περίπου μισή ώρα από το γραφείο του, επειδή βρισκόταν στον δεύτερο όροφο.

Ανάλογη ήταν και η κατάθεση τρίτου μάρτυρα από το τμήμα ενδοοικογενειακής βίας. Όταν ρωτήθηκε αν έξω από το γραφείο υπήρχε πινακίδα με το όνομα του τμήματος, απάντησε ότι «υπήρχε μια αφίσα που έγραφε “καμία μόνη”». Τέλος, εξετάστηκε ο αστυνομικός που βρισκόταν στο φυλάκιο του τμήματος ως σκοπός και είχε βάρδια εκείνη τη νύχτα. Ο ίδιος ανέφερε ότι είδε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα να μπαίνουν και να βγαίνουν.

Μάρτυρες υπεράσπισης

Στη συνέχεια εξετάστηκαν δύο πρόσωπα από το οικογενειακό περιβάλλον του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος κατηγορείται για βιασμό και παράνομη μαγνητοσκόπηση: αρχικά ο αδελφός του και κατόπιν η σύζυγός του.

Ο αδελφός του κατηγορουμένου κατέθεσε ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη της κάμερας και ότι, κατά τη γνώμη του, δεν προέκυπτε πως επρόκειτο για υπηρεσιακή κάμερα. Ανέφερε ότι είχε ρωτήσει τον αδελφό του σχετικά με την υπόθεση και ότι υπήρχε επικοινωνία ανάμεσα στην καταγγέλλουσα και τον αδελφό του τόσο πριν όσο και μετά το περιστατικό. Δήλωσε επίσης ότι θεωρούσε πως από την πλευρά της κοπέλας υπήρχε ερωτικό ενδιαφέρον, ενώ για τον αδελφό του υποστήριξε ότι «παρασύρθηκε» και ότι επρόκειτο για «στιγμή αδυναμίας».

Κατά την εξέτασή του από την πρόεδρο και τον εισαγγελέα τέθηκαν επανειλημμένα ερωτήματα για το πώς συνάδει η εικόνα ενός «εξαιρετικού επαγγελματία» αστυνομικού με τη συμμετοχή του σε ερωτική πράξη μέσα σε αστυνομικό τμήμα και κατά τη διάρκεια υπηρεσίας. Ο μάρτυρας επέμεινε ότι αναφερόταν μόνο στη γενική εικόνα που είχε για τον αδελφό του και όχι σε υπηρεσιακά ζητήματα.

Ο εισαγγελέας επισήμανε ότι ο μάρτυρας φαινόταν να αποδίδει την ευθύνη είτε στην καταγγέλλουσα είτε σε εξωτερικές πιέσεις. Από την πλευρά της, η πρόεδρος σχολίασε ότι το επιχείρημα πως η κοπέλα στόχευε να «σπιλώσει την ελληνική αστυνομία» ακουγόταν υπερβολικό για μια τέτοια υπόθεση.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υπήρξε ένταση στην αίθουσα, όταν από το κοινό ακούστηκε σχόλιο για τη χρήση του όρου «κατηγορούμενη»αναφορικά με την καταγγέλλουσα. Ακολούθως, αστυνομικός απομάκρυνε άτομο από την αίθουσα.

Ο εισαγγελέας επανήλθε στο ζήτημα της βιντεοσκόπησης, ρωτώντας γιατί τραβήχτηκε το βίντεο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι δεν είχε συζητήσει αναλυτικά με τον αδελφό του τις λεπτομέρειες του περιστατικού. Σε κάποιο σημείο άφησε να εννοηθεί ότι ο αδελφός του ίσως πιέστηκε τόσο από την καταγγέλλουσα όσο και από συνάδελφό του, χωρίς όμως να κατονομάσει συγκεκριμένο πρόσωπο ή να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε. Αργότερα ανασκεύασε εν μέρει τη διατύπωσή του, λέγοντας ότι η λέξη «πιέστηκε» ήταν λανθασμένη και ότι ορθότερο θα ήταν να πει πως «παρασύρθηκε», με σχετική προτροπή της προέδρου.

Η υπεράσπιση επιχείρησε να αναδείξει τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, με ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες, την επαγγελματική του πορεία και το αν είχε προηγούμενα πειθαρχικά παραπτώματα. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ο αδελφός του ήταν πάντα ευγενικός, βοηθούσε κόσμο λόγω της δουλειάς του, σεβόταν τις γυναίκες και δεν είχε πειθαρχικές εκκρεμότητες πριν από το συμβάν.

Ακολούθησε η κατάθεση της συζύγου του κατηγορουμένου. Η μάρτυρας δήλωσε ότι γνώριζε για το περιστατικό και ότι θεωρούσε πως επρόκειτο για συναινετική πράξη, αν και τη χαρακτήρισε «λάθος» και «κακή στιγμή». Κατέθεσε ότι αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τους το κομμάτι της απιστίας, επειδή, όπως είπε, «όλα τα καλά ήταν περισσότερα».

Όταν ρωτήθηκε γιατί θεωρεί ότι δεν υπήρξε βιασμός, απάντησε ότι ο σύζυγός της είναι ντροπαλός και ήσυχος άνθρωπος και ότι πιστεύει πως «παρασύρθηκε». Περιέγραψε, σύμφωνα με όσα της είχε μεταφέρει ο ίδιος, ότι είχε προηγηθεί συναινετική επαφή της καταγγέλλουσας με άλλον αστυνομικό και ότι στη συνέχεια ο σύζυγός της βρέθηκε στον χώρο, αισθάνθηκε άβολα, βγήκε έξω για λίγο και, όταν επέστρεψε, η κοπέλα τού κατέβασε το παντελόνι και προχώρησε η πράξη, χωρίς εκείνος, όπως είπε η μάρτυρας, να έχει ιδιαίτερη πρωτοβουλία.

Η ίδια ανέφερε επίσης ότι ο σύζυγός της τής είπε πως ένιωσε αίμα όταν ακούμπησε την περιοχή των γεννητικών οργάνων της καταγγέλλουσας. Σε σχετική ερώτηση για το αν μπορεί να υπάρξει αιμορραγία και σε συναινετική επαφή, απάντησε θετικά, λέγοντας ότι έχει συμβεί και στην ίδια.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην κάμερα. Η μάρτυρας είπε ότι γνώριζε πως κάποιοι αστυνομικοί έφεραν κάμερες κατά την υπηρεσία τους, όμως δεν γνώριζε τι συνέβη με τη συγκεκριμένη συσκευή ούτε γιατί δεν βρέθηκε το βίντεο. Η πρόεδρος επισήμανε ότι μία υπηρεσιακή κάμερα βρέθηκε και περιείχε μόνο υλικό από περιπολίες, ενώ η δεύτερη κάμερα, στην οποία φερόταν να υπάρχει το επίμαχο υλικό, δεν βρέθηκε ποτέ.

Η υποστήριξη της κατηγορίας αμφισβήτησε έντονα την εικόνα που παρουσίαζε η μάρτυρας για τον σύζυγό της ως «ντροπαλό» και «ευαίσθητο» άνθρωπο. Τέθηκε το ερώτημα γιατί, εφόσον αισθανόταν τόσο άβολα, δεν αποχώρησε από τον χώρο. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν έφυγε, ούτε γιατί παρέμεινε και η καταγγέλλουσα.

Στο τέλος της δικασίμου έγινε γνωστό ότι επρόκειτο να εξεταστεί η ψυχολόγος ή ψυχίατρος της καταγγέλλουσας, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Το δικαστήριο διέκοψε για την επόμενη δικάσιμο.

Απολογίες

Οι απολογίες των κατηγορουμένων αστυνομικών δεν εντυπωσίασαν. Εντυπωσίασε όμως ο τρόπος με τον οποίο η πρόεδρος του δικαστηρίου επέλεξε να πλαισιώσει τη συζήτηση. Αντί η εξέταση να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο επίδικο ζήτημα της καταγγελίας βιασμού και στα στοιχεία που αφορούν τη συναίνεση ή μη της καταγγέλλουσας, μεγάλο μέρος των ερωτήσεων περιστράφηκε γύρω από το κύρος της Ελληνικής Αστυνομίας, την εικόνα των αστυνομικών και το ηθικό βάρος της στολής.

Επανειλημμένα η πρόεδρος αναφέρθηκε στην ελληνική σημαία που φέρουν οι αστυνομικοί στη στολή τους, στο λειτούργημα που επιτελούν και στην ευθύνη που απορρέει από την ιδιότητά τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η συζήτηση μετατοπίστηκε από την ουσία της καταγγελίας προς το ερώτημα του πώς είναι δυνατόν αστυνομικοί να εκθέτουν το σώμα στο οποίο υπηρετούν με μια τέτοια συμπεριφορά. Χαρακτηριστική ήταν η επαναλαμβανόμενη αναφορά στο ότι τα μέλη της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. αποτελούν σχεδόν «αξιοθέατο» για τους πολίτες, ότι δύσκολα προσεγγίζονται και ότι η παρουσία τους «προκαλεί θαυμασμό». Η συγκεκριμένη αναφορά επανήλθε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εξέτασης, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το δικαστήριο ενδιαφερόταν για την προστασία του κύρους της αστυνομίας τουλάχιστον το ίδιο όσο για τη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών του φερόμενου ως ομαδικού βιασμού.

Τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και αρκετές από τις ερωτήσεις που τους έκανε η έδρα, κινήθηκαν γύρω από ένα κοινό αφηγηματικό μοτίβο: την ιδέα ότι η 19χρονη ήταν εκείνη που προσέγγισε τους αστυνομικούς, θαυμάζοντάς τους και κολακεύοντάς τους και ότι τελικά εκείνη οδήγησε τα γεγονότα προς τη σεξουαλική επαφή.

Η λέξη «κολακεύτηκα» ακούστηκε ξανά και ξανά στις απολογίες. Ο ένας κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση και ότι παρασύρθηκε επειδή μια νεαρή γυναίκα του έδειξε ενδιαφέρον. Ο άλλος έκανε λόγο για μια γυναίκα που τους προσέγγισε με δική της πρωτοβουλία και εξέφρασε επιθυμία να βρεθεί ξανά μαζί τους. Και οι δύο παρουσίασαν τον εαυτό τους ως πρόσωπα που ανταποκρίθηκαν σε μια κατάσταση, παρά ότι τη δημιούργησαν.

Κατηγορώντας το θύμα

Αυτό το αφήγημα, όμως, εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Διότι, ανεξάρτητα από το ποιος προσέγγισε ποιον, η ανισορροπία ισχύος μεταξύ μιας 19χρονης γυναίκας και τεσσάρων εν ενεργεία ένοπλων ανδρών αστυνομικών μέσα σε αστυνομικό τμήμα δεν παύει να υπάρχει. Επίσης, η επαναλαμβανόμενη έμφαση στην υποτιθέμενη πρωτοβουλία της καταγγέλλουσας μετατοπίζει το βάρος από τις πράξεις των κατηγορουμένων στη συμπεριφορά του ίδιου του καταγγέλλοντος προσώπου. Αφήνοντας να εννοηθεί ότι «το προκάλεσε».

Αυτό βέβαια είναι ένα χαρακτηριστικό που έχει αναδειχθεί διαχρονικά στη συζήτηση γύρω από τη σεξουαλική βία και τις δίκες βιασμών ως «victim blaming», ενοχοποίηση του θύματος. Αντί η προσοχή να παραμένει στα ερωτήματα «τι έκαναν οι κατηγορούμενοι;», «ποια ήταν τα όρια της συναίνεσης;», «πώς ερμηνεύονται τα ιατροδικαστικά ευρήματα;» και «ποια είναι τα αποδεικτικά στοιχεία;», η συζήτηση μετατοπίζεται στο πώς ντύθηκε, πώς μίλησε ή πώς κινήθηκε η καταγγέλλουσα.

Στη συγκεκριμένη διαδικασία, η καταγγέλλουσα παρουσιάστηκε επανειλημμένα μέσα από περιγραφές των κατηγορουμένων ως «ιδιαίτερα διεκδικητική», ότι επιδείκνυε ασυνήθιστη σεξουαλική αυτοπεποίθηση για την ηλικία της ή ότι «της άρεσαν οι άντρες με αστυνομικές στολές», όπως ακούστηκε από έναν κατηγορούμενο. Σε ορισμένες παρεμβάσεις μάλιστα διατυπώθηκαν σχόλια για το κατά πόσο μια «συνηθισμένη κοπέλα» θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο.

Η δίκη φαίνεται να εξελίσσεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: από τη μία εξετάζεται η καταγγελία βιασμού μόνο ως προς το σκέλος της χρήσης φυσικής, σωματικής βίας, χωρίς ιδιαίτερη εξέταση της συναίνεσης, ενώ από την άλλη δικάζεται η συμπεριφορά μιας νεαρής γυναίκας, σαν να απαιτείται να αποδείξει ότι υπήρξε αρκετά «καλή», «συνετή» ή «συνηθισμένη» ώστε να θεωρηθεί αξιόπιστη. Αυτή ακριβώς η λογική αποτελεί τον πυρήνα των επικρίσεων που διατυπώνονται εδώ και δεκαετίες απέναντι στον τρόπο με τον οποίο συχνά αντιμετωπίζονται οι υποθέσεις σεξουαλικής βίας.

***

Έτσι, ενώ η πρόεδρος έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στην εικόνα και το κύρος της αστυνομίας, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα γιατί η διαδικασία δεν διατήρησε την ίδια ένταση και επιμονή στην εξέταση των μηχανισμών εξουσίας και έμφυλης βίας που βρίσκονται στον πυρήνα της καταγγελίας.

Μια δίκη, δηλαδή, μέσα στην παράδοση της ελλαδικής δικαστικής εξουσίας: μακριά από πνεύμα απόδοσης δικαιοσύνης.
Πηγή: omniatv.com

8